ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛῙΟΝ

Κεφάλαιο 1

Ἑπιγραφή τοῦ Εὑαγγελίου

1 Βιβλίο τῆς ,ἱστιορίας τοῦᾹἸιῖσοῦ )’<ριστοῦ, ἀπογόνου τοῦ Δαβίδ, που ἦταν απογονος του Αβρααμ.

Φυσική γενεαλογία τοῦ Ἰησοῦ

2 Ὁ Ἀβραὰμ γέννησε τὸν Ἰσαάκ, ὁ δὲ Ἰσαὰκ γέννησε τὸν Ἰακώβ, ὁ δὲ Ἰακὼβ γέννησε τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς ἀδελφούς του,

3 ὁ δὲ Ἰούδας γέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἀπὸ τὴ Θάμαρ, ὁ δὲ Φαρὲς γέννησε τὸν Ἐσρώμ, ὁ δὲ Ἐσρὼμ γέννησε τὸν Άράμ,

4 ὁ δὲ Ἀρὰμ γέννησε τὸν Άμιναδάβ, ὁ δὲ Άμιναδὰβ γέννησε τὸν Ναασσών, ὁ δὲ Ναασσὼν γέννησε τὸν Σαλμών,

5 ὁ δὲ Σαλμὼν γε’ννησε τὸν Βοὸζ ἀπὸ τὴ Ραχάβ, ὁ δὲ Βοὸζ γέννησε τὸν Ώβήδ ἀπὸ τὴ Ρούθ, ὁ δὲ Ὠβήδ γέννησε τὸν Ἰεσσαί,

6 ὁ δὲ Ἰεσσαὶ γέννη- σε τὸν Δαβὶδ τὸν βασιλέα. Ὁ δὲ Δαβὶδ ὁ βασιλεὺς γέννησε τὸ Σολομῶντα ἀπὸ τὴ γυναῖκα τοῦ Οὐρία,

7 ὁ δὲ Σολομῶν γέννησε τὸν Ροβοάμ, ὁ δὲ Ροβοὰμ γε’ννησε τὸν Άβιά, ὁ δὲ Άβιὰ γέννη- σε τὸν Άσά,

8 ὁ δὲ Άσὰ γέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, ὁ δὲ Ἰωσαφὰτ γέννησε τὸν Ἰωράμ, ὁ δὲ Ἰωρὰμ γε’ννησε τὸν Ὀζία,

9 ὁ δὲ Ὀζίας γε’ννησε τὸν Ἰωάθαμ, ὁ δὲ Ἰωάθαμ γέννησε τὸν Ἅχαζ, ὁ δὲ Ἅχαζ γέννησε τὸν Ἐζεκία,

10 ὁ δὲ ’Ἐζεκίας γέννησε τὸ Μανασσῆ, ὁ δὲ Μανασσῆς γε’ννησε τὸν Άμών, ὁ δὲ Άμὼν γε’ννησε τὸν Ἰωσία,

11 ὁ δὲ Ἰωσίας γέννησε τὸν Ίεχονία καὶ τοὺς ἀδελφούς του κατὰ τὸν καιρὸ τῆς ὲξορίας (τῶν Ἰουδαίων) στὴ Βαβυλῶνα.

12 Μετὰ δὲ τὴν ἐξορία (τῶν Ἰουδαίων) στὴ Βαβυλῶνα ὁ Ἰεχονίας γέννη- σε τὸ Σαλαθιήλ, ὁ δὲ Σαλαθιήλ γέννησε τὸ Ζοροβάβελ,

13 ὁ δὲ Ζοροβάβελ γέννησε τὸν Ἀβιούδ, ὁ δὲ Ἀβιούδ γε’ννησε τὸν ’Ἐλια- κείμ, ὁ δὲ Ἐλιακείμ γέννησε τὸν Άζώρ,

14 ὁ δὲ Άζὼρ γέννησε τὸ Σαδώκ, ὁ δὲ Σαδὼκ γε’ννησε τὸν Ἀχείμ, ὁ δὲ Άχεὶμ γε’ννησε τὸν Ἐλιούδ,

15 ὁ δὲ Ἐλιοὺδ γέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, ὁ δὲ ’Ἐλεάζαρ γε’ννησε τὸ Ματθάν, ὁ δὲ Ματθὰν γέννησε τὸν Ἰακώβ,

16 ὸ δὲ Ἰακὼβ γέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν άνδρα τῆς Μαρίας, ἀπὸ τήν ὁποία γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος λέγεται Χριστός.

17 Ὅλες δὲ οἱ γενεὲς ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ μέχρι τὸ Δαβὶδ εἶναι γενεὲς δε- κατέσσερες, καὶ ἀπὸ τὸ Δαβὶδ μέχρι τὴν ἑξορία στὴ Βαβυλῶνα γενεὲς δεκατέσσερες, καὶ ἀπὸ τὴν ἐξορία στὴ Βαβυλῶνα με’χρι τὸ Χριστὸ γενεὲς δεκατέσσερες.

31 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1,18 - 2,4

Ἠ γέννησι τοῦ Ἰησοῦ

18 Ἡ δὲ γέννησι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγινε ὡς ἑξῆς. Ἀφοῦ δη- λαδὴ ἡ μητέρα του Μαρία μνηστεύθηκε τὸν Ἰωσήφ, προτοῦ συ- γκατοικήσουν βρέθηκε ἔγκυος ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.

19 Ὁ δὲ Ἰωσὴφ ὁ ἄνδρας της, ἐπειδὴ ἦταν σπλαγχνικὸς καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὴν διαπομπεύσῃ, σκέφθηκε νὰ τῆς δώσῃ κρυφὰ διαζύγιοῙ.

20 Ἀλλ’ ἐνῷ σκεπτόταν αὐτά, ἰδοὺ ἕνας ἅγγελος τοῦ Κυρίου ἐμφανίσθηκε σ’ αὑτὸν σὲ ὅνειρο καὶ εἶπε· «Ἰωσήφ, ἁπόγονε τοῦ Δαβίδ, μὴ διστάσῃς νὰ παραλάβῃς (στὸ σπίτι σου) τὴ Μαριὰμ τὴ γυναῖκα σου διότι τὸ παιδί, ποὺ συνελήφθη μέσα της, εἶναι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.

21 Καὶ θὰ γεννήσῃ υὶό, καὶ θὰ τὸν όνομάσῃς Ἰησοῦ (ποὺ σημαίνει, ὁ Γιαχβὲ σῴζει)· διότι αὐτὸς (ὸ Ἰησοῦς, ὸ Γιαχβὲ σωτὴρ) θὰ σώσῃ τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τους.

22 Μὲ ὅλο δὲ αὐτό, ποὺ ἔγινε, ἄρχισε νὰ έκπληρώνεται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου,

23 Ἰδοὺ ἡ παρθένος θὰ συλλάβῃ στὴν κοιλία της, καὶ θὰ γεννήσῃ υὶό, καὶ θὰ τὸν όνομάσουν Ἐμμανουήλ». Αὐτὸ (τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ) μεταφραζόμενο ση- μαίνει, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας.

24 Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἰωσήφ σηκώθηκε ἀπὸ τὸν ὕπνο, ἔκανε ὅπως τὸν διέταξε ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου, καὶ παρἔλαβε (στὸ σπίτι του) τὴ γυναῖκα του,

25 καὶ δὲν εἶχε σαρκική σχέσι μαζί της ἕως ὅτου γέννησε τὸν υὶό της τὸν πρω- τογέννητο καὶ έκλεκτό2 καὶ τὸν ὠνόμασε Ἰησοῦ.

Κεφάλαιο 2

Ἠ προσκύνησι τῶν μάγων

ΖὍταν δὲ ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας κατὰ τὶς ήμέρες τοῦ Ἠρῲδη τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ τήν Άνατολή ἔφθασαν στὰ Ἱεροσόλυμα

2 καὶ ρωτοῦσαν- «Ποῦ εἶναι ὁ νεογέννητος βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίωνῖ Διότι εἴδαμε τὸ ἄστρο του νὰ ἁνατέλλῃ καὶ ήλθαμε νὰ τὸν προσκυνήσωμε».

3 Ὅταν δὲ ὁ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἄκουσε αὐτά, ταράχθηκε, καὶ μαζί του ὅλη ἡ πόλι τῶν Ἱεροσολύμων.

4 Καὶ ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ρωτοῦσε νὰ μάθῃ ἀπ’ αὐτούς, ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται (σύμφωνα μὲ τὴ Γραφή). 33 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 2,5-17

5 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν, «Στή Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας», διότι ἔτσι ἔχει γραφή ἀπὸ τὸν προφήτη-

6 Καὶ σύ, Βηθλεέμ, στὴν περιοχὴ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, καθόλου δὲν εἶσαι μικρὴ ὡς πρὸς τοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Διότι ἀπὸ σένα θὰ προέλθῃ ἡγεμών, ὸ ὁποῖος θὰ κυβερνήσῃ τὸ λαό μου τὸν Ἰσραήλ.

7 Τότε ὸ Ἡρῴδης κόιλεσε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ ἔξακρίβωσε ἀπ’ αὐτοὺς τὸ χρόνο, που φαινόταν τὸ ἂστρο.

8 Καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βη- Θλεὲμ λέγοντας· «Πηγαίνετε καὶ ἔξετάσετε ἀκριβῶς γιὰ τὸ παιδί. Καὶ ὅταν τὸ βρῆτε, νὰ μὲ πληροφορήσετε, γιὰ νὰ πάω νὰ τὸ προσκυνήσω καὶ ἐγώ».

9 Αὐτοὶ δέ, ἀφοῦ ἄκουσαν τὸν βασιλέα, συνέχισαν τὴν πορεία τους. Καὶ ίδοὺ τὸ ἅστρο, ποὺ εἶδαν κατὰ τὴν ἁνατολή του, προπορευόταν ἀπ’ αὐτούς, ἔως ὅτου ἦλθε καὶ στάθηκε ἐπάνω ἀπὸ τὸν τόπο, ὅπου ἦταν τὸ παιδί.

10 Μόλις δὲ εἶδαν τὸ ἅστρο, χάρηκαν μὲ πολὺ μεγάλη χαρά.

11 Καὶ ὅταν ἦλθαν στὸ σπίτι, εἶδαν τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ Μαρία τὴ μητέρα του καὶ ἔπεσαν καὶ τὸ προσκύνησαν. Καὶ ἀφοῦ ἄνοιξαν τὰ Θη- σαυρσφυλάκιόι τους, τοῦ πρόσφεραν δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα.

12 Καὶ ἀφοῦ μὲ Θεία ἁποκόιλυψι σὲ ὅνειρο ἔλαβαν ὅδηγία νὰ μὴν ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρῴδη, ἁναχώρησαν γιὰ τή χώρα τους ἀπὸ ἄλλο δρόμο.

Ἡ φυγὴ στὴν Α’ίγυπτο

13 Ἀφοῦ δὲ ἁναχώρησαν, ἰδοὺ ἅγγελος Κυρίου ἐμφανίζεται σὲ ὅνειρο στὸν Ἰωσὴφ καὶ λέγει· «Σήκω καὶ πάρε τὸ παιδὶ καὶ τή μητέρα του καὶ φύγε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, καὶ νὰ μένῃς ἐκεῖ, μέχρι νὰ σσῦ εἰπῶ. Διότι ὁ Ἡρῴδης πρόκειται ν’ ἁναζητήσῃ τὸ παιδὶ γιὰ νὰ τὸ Θανατώσῃ».

14 Αὐτὸς δὲ σηκώθηκε καὶ πῆρε νύχτα τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του καὶ ἁναχώρησε γιὰ τὴν Αίγυπτσ.

15 Καὶ ἦταν ἐκεῖ, ἔως ὅτου πέθανε ὁ Ἡρῴδης, καὶ ἔτσι ἐκπληρώθηκε ό λόγος τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου, ὁ ὁποῖος εἶπε· Ἀπὸ τήν Αἵγυπτο κάλεσα τὸν υὶό μου.

Ἡ σφαγὴ τῶν νηπίων

16 Τότε ὁ Ἡρῴδης, ἐπειδὴ εἶδε, ὅτι τὸν κσρόιδεψαν οἱ μάγοι, ἔξω ργίσΘηκε καὶ ἔστειλε (στρατιῶτες) καὶ Θανάτωσε ὅλα τὰ ἀρσενικὰ παιδιὰ στὴ Βηθλεὲμ καὶ σ’ ὅλα τὰ περίχωρα της ἀπὸ δύο ἑτῶν καὶ κάτω, σύμφωνα μὲ τὸ χρόνο, ποὺ ἐξακρίβωσε ἀπὸ τοὺς μάγους.

17 Τότε ἑκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἰερεμίου τοῦ προφητου, ὅ ὁποῖος εἶπε· 35 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 2,18 - 3,9

18 Σπαρακτική φωνὴ άκούσθηκε στὴ Ραμά, Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς μεγάλος. Ἡ Ραχήλ ἔκλαιε τὰ τέκνα της, καὶ δὲν ἤθελε νὰ παρηγορηθῇ, διότι δὲν ὑπάρχουν (πλέον στὴ ζωὴ αύτή).

Ἠ ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν Α’ίγυπτο

19 Ὅταν δὲ πέθανε ὁ Ἡρῴδης, ίδού ἅγγελος τοῦ Κυρίου ἐμφανίζεται σὲ ὅνειρο στὸν Ἰωσὴφ στὴν Α’ίγυπτο

20 καὶ λέγει· «Σήκω καὶ πάρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του καὶ πήγαινε στή γῆ τοῦ Ἰσραήλ. Διότι ἐκεῖνοι, πού ζητοῦσαν τὴ ζωὴ τοῦ παιδι- οῦ, πέθαναν».

21 Αύτὸς δὲ σηκώΘηκε καὶ πῆρε τὸ παιδὶ καὶ τὴ μητέρα του καὶ ἦλθε στὴ γῆ τοῦ Ἰσραήλ.

22 Ὅταν δὲ ἄκουσε, ὅτι ὸ Ἀρχέλαος βασιλεύει στὴν Ἰουδαία ὡς διάδοχος τοῦ Ἠρῲδη τοῦ πατέρα του, φοβήθηκε νὰ μεταβῇ ἐκεῖ Καὶ ἁφού ἔλαβε ὸδηγία μὲ Θεία ἁποκάλυψι σὲ ὅνειρο, ἀναχώρησε γιὰ τὰ μέρη τῆς Γα- λιλαίας.

23 Καὶ ἦλθε καὶ έγκαταστάθηκε σὲ πόλι ὀνομαζομένη Ναζαρέτ, καὶ ἔτσι έκπληρώθηκε έκεῖνο, ποὺ εἶπαν οἱ προφῆτες, ὅτι θὰ ὸνομασθῇ Ναζωραῖος.

Κεφάλαιο 3

Τὸ προδρομικὸ ἔργο τοῦ Ἰωάννου

3Ἐκεῖνες δὲ τὶς ἠμέρες ἔρχεται ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής καὶ κηρύττει στὴν έρημο τῆς Ἰουδαίας,

2 καὶ λέγει· «Μετανο- εῖτε, διότι πλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

3 Αὐτὸς δὲ εἶναι ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὸποῖο μίλησε ὁ προφήτης Ἡσαΐας λέγοντας· Φωνὴ ἑνός, ποὺ φωνάζει δυνατά στὴν ἔρημο, Ἑτοιμάσετε τὴν ὸδὸ γιὰ νὰ διαβῇ ὁ Κύριος, ἰσιάξετε τοὺς δρόμους του γιὰ νὰ περάσῃ.

4 Φοροῦσε δὲ ὁ Ἰωάννης ἔνδυμα ἀπὸ τρίχες καμήλας καὶ ζώνη δερμάτινη γύρω ἀπὸ τὴ μέση του, ἡ δὲ τροφή του ἦταν ἀκρίδες καὶ μέλι ἀπὸ ἄγρια μελίσσια.

5 Τότε έβγαιναν καὶ πήγαιναν πρὸς αύτὸν οἱ κάτοικοι τῶν Ἱεροσολύμων καὶ ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ ὅλων τῶν περιχώρων τοῦ Ἰορδάνου,

6 καὶ βαπτίζονταν ἀπ’ αύτὸν στὸν Ἰορδάνη, ἐξομολογούμενοι (ουγχρόνως) τὶς ἁμαρτίες τους.

7 Ὅταν δὲ εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Σαδδουκαίους νὰ ἔρχωνται γιὰ τὸ βάπτισμα του, εἶπε σ’ αὐτούς· «Τέκνα γεννημένα ἀπὸ ὸχιές, ποιός σᾶς εἶπε, ὅτι θὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή,-

8 Κάνετε λοιπὸν ἔργα, ποὺ εἶναι καρπὸς μετανοίας,

9 καὶ μὴ σᾶς ἀρέσῃ νὰ λέτε για τούς ἑαυτούς σας, Πατέρα ἔχουμε τὸν Ἀβραάμ. Διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεὸς δύναται ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λίθους ν’ ἀναστήσῃ τέκνα στὸν Ἀβραάμ. 37 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 3,10 - 4,5

10 Ἤδη δὲ καὶτὸ τσεκοῦρι εἶναι κοντὰ στὴ ρίζα τῶν δένδρων· καὶ κάθε δένδρο, ποὺ δὲν κάνει καρπὸ καλό, κόβεται σύρριζα καὶ ρίχνεται στὴ φωτιά.

11 Ἐγὼ μὲν σᾶς βαπτίζω μὲ νερό, γιὰ νὰ σᾶς δημιουργηθῇ αἵσθημα μετανοίας· ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται μετὰ ἀπὸ μένα, εἶναι ἰσχυρότερός μου. Αὑτοῦ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ βαστάξω τὰ ὑποδήματα. Αὐτὸς θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα ’Άγιο καὶ μὲ φωτιά.

12 Τὸ φτυάρι του εἶναι οτὸ χέρι του, καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ ἁλῶνι τοῦ, καὶ θὰ συνάξη τὸ σιτάρι του στὴν ἀποθήκη, τὸ δὲ ἄχυρο θὰ κατακαίῃ μὲ φωτιά, ποὺ δὲν θὰ σβήνῃ».

Ἡ βάπτισι τοῦ Ἰησοῦ

13 Τότε ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Γαλιλαία στὸν Ἰορδάνη πρὸς τὸν Ἰωάννη γιὰ νὰ βαπτισθῇ ἀπ’ αὐτόν.

14 Ἀλλ’ ὁ Ἰωάννης τὸν έμπόδιζε ἑπιμόνως λέγοντας· « Εγὼ” εχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα, καὶσὺ ἔρχεσαι πρὸς ἑμένα;»

15 Άλλ ὁ Ἰησοῦς άποκρίθηκε καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· «Ἅφησε τώρα (τὶς ἀντιρρήσεις) διότι” ετσι εἶναι πρέπον σ ’ἐμᾶς γιὰ νὰ έκπληρώσωμε κάθε τι, ποὺ ὁ Θεὸς ἀπαιτεῖ ὡς δίκαιο». Τότε (ἔπαυσε νὰ τὸν ἐμποδίζῃ καὶ) τὸν άφη- σε (νὰ βαπτισθῇ).

16 Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς βαπτίσθηκε, άνέβηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νερὸ ἁμέσως. Καὶ ἰδοὺ ἄνοιξαν σ’ αὐτὸν οἱ οὐρα- νοὶ καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ κατεβαίνῃ σὰν περιστέρι καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω του.

17 Καὶ ἰδοῦ φωνή ἦλθε ἀπὸ τοὺς οὐρα- νοῦς, ποὺ ἔλεγε· «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ άγαπητός, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα1 (καὶ κατέστησα Μεσσία, Χριστό)».

Κεφάλαιο 4

Ὸ Διάβολος πειράζει τὸν Ἰησοῦ

Τότε ὁ Ἰησοῦς ὼδηγήθηκε στὴν ἔρημο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, γιὰ νὰ δεχθῇ πειρασμοὺς ἀπὸ τὸ Διάβολο.

2 Καί, ἀφοῦ νήστευσε σαράντα ὴμέρες καὶ σαράντα νύχτες, ὕστερα πείνασε.

3 Τότε τὸν πλησίασε ὁ πειράζων (ὸ Διάβολος) καὶ εἶπε· «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δῶσε διαταγή νὰ γίνουν αὐτοὶ οἱ λίθοι ἄρτοι».

4 Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Εἶναι γραμμένο, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ μὲ ἅρτο μόνο, ἁλλὰ μὲ κάθε λόγο, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ».

5 Τότε ὁ Διάβολος τὸν παίρνει καὶ τὸν φέρνει οτήν ἁγία πόλι, καὶ τὸν στήνει στὸ ἄκρο τῆς στέγης τοῦ ναοῦ 39 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 4,6-21

6 καὶ τοῦ λέγει· «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ρίξε τὸν ἑαυτό σου κάτω, διότι εἶναι γραμμένο, ὅτι θὰ δώσῃ ἐντολὴ στοὺς ἀγγέλους του γιὰ σένα καὶ θὰ σὲ πιάσουν στὰ χέρια, γιὰ νὰ μὴ κτυπήσῃς τὸ πόδι σου σὲ πέτρα».

7 Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Πάλι εἶναι γραμμένο, Νὰ μὴ προκαλέσῃς τὸν Κύριο τὸν Θεό σου».

8 Πάλι ὁ Διάβολος τὸν παίρνει καὶ τὸν φέρνει σ’ ένα πολὺ ψηλὸ βουνό, καὶ τοῦ δείχνει ὅλα τὰ βασίλεια τοῦ κόσμου καὶ τὰ μεγαλεῖα τους

9 καὶτοῦ λέγει· «Ὄλα αὐτὰ θὰ σοῦ τὰ δώσω, έὰν πέσῃς καὶ μὲ προσκυνήσῃς».

10 Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐξαφανίσου ἀπὸ μπροστά μου, Σατανᾶί Διότι εἶναι γραμμένο, Τὸν Κύριο τὸν Θεό σου νὰ προσκυνῇς καὶ αὐτὸν μόνο νᾶ λατρεύῃς».

11 Τότε ὁ Διάβολος τὸν ὄιφησε, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθαν καὶ τὸν διακονοῦσαν.

Ὁ Ἰησοῦς ἁρχίζει τὸ κήρυγμα ἀπὸ τὴν Καπερναούμ

12 Ὅταν δὲ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ὁ Ἰωάννης φυλακίσθηκε, ἁναχώρησε γιὰ τὴ Γαλιλαία.

13 Καὶ ἀφοῦ ἅφησε τὴ Ναζαρέτ, πήγε καὶ κατοίκησε στὴν Καπερναούμ, ποὺ ἦταν κοντὰ στή λίμνη, στὰ σύνορα τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ,

14 καὶ έτσι έκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἡσαΐα τοῦ προφήτου, ὁ ὁποῖος λέγει·

15 Ἡ χώρα τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν καὶ ὴ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλείμ, ποὺ ἐκτείνεται κοντὰ στὴ λίμνη, πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ἡ Γαλιλαία τῶν ἐθνικῶν (τῶν εἰδωλολατρῶν),

16 ὁ λαὸς ὁ καθηλωμένος στὸ σκοτάδι εἶδε ἥλιο μεγάλο, καί, στοὺς καθηλώμένους στὴ χώρα μὲ τὸ βαθὺ σκοτάδι τοῦ θανάτου, σ’ αὐτοὺς ἥλιος ἀνέτειλε.

17 Ἀπὸ τότε ἄρχισε ὁ Ἰη- σοῦς νὰ κηρύπῃ καὶ νὰ λέγῃ· «Μετανοεῖτε, διότι ἔφθασε ἡ βασι- λεία τῶν οὐρανῶν».

Ἠ κλῆσι τῶν πρώτων μαθητῶν

18 Καὶ περιπατώντας κοντὰ στὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸ Σίμωνα ποὺ λέγεται Πέτρος καὶ τόν Ἀνδρέα τὸν άδελφό του, νὰ ρίχνουν δίκτυα οτή λίμνη, διότι ἦταν άλι- εῖς (ψαρᾶδες).

19 Καὶ λέγει σ’ αὐτούς· «Άκολουθῆστε με καὶ θὰ σᾶς κάνω ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

20 Αὐτοὶ δὲ άμέσως ἄφησαν τὰ δίκτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν,

21 Καὶ ὅταν προχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ, εἰδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν ’Ῑάκωβο τὸν υίὸ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν άδελφό του, μέσα οτὸ πλοῖο, μαζὶ μὲ τὸ Ζε- βεδαῖο τὸν πατέρα τους, νὰ τακτοποιοῦν τὰ δίκτυά τους, καὶ τοὺς κάλεσε. 4], ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 4,22 - 5,10

22 Καὶ αὐτοὶ ἀμέσως ἅφησαν τὸ πλοῖο καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἁκολούθησαν.

Περιοδεία καὶ δρᾶσι στὴ Γαλιλαία

23 Καὶ περιώδευε σ’ ὅλη τὴ Γαλιλαία ὁ Ἰησοῦς διδάσκοντας στὶς συναγωγές τους καὶ κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασι- λείας καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἁρρώοτεια στὸ λαό.

24 Καὶ ἔφθασε ἡ φήμη του σ’ ὅλη τὴ Συρία. Καὶ ἔφε- ραν σ’ αὐτὸν ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς, ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ διάφορα νοσήματα καὶ κατέχονταν ἀπὸ βάσανα, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ τοὺς Θεράπευσε.

25 Καὶ τὸν ἀκολούθησαν πλήθη πολλὰ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία καὶ τὴ Δεκάπο- λι καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Ἰουδαία καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Ἱορδάνη.

Κεφάλαιο 5

Ἠ έπί τοῦ ὄρους ὁμιλία

5 Ὄταν δὲ εἶδε τὰ πλήθη, ἁνέβηκε στὸ ὅρος. Καὶ ἀφοῦ κάθησε, ἦλθαν κοντόι του οἱ μαθηταί του (οἱ ἀκροαταί του).

2 Καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκῃ λέγοντας-

Οί μακαρισμοί

3 «Εὑτυχεῖς οἱ ταπεινοὶ στὸ φρόνημα (οἱ ταπεινόφρονες), διότι σ’ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

4 Εὐτυχεῖς οἱ δοκιμαζόμενοι καὶ θλιβόμενοι, διότι αὐτοὶ θὰ ἔχουν ἁπόλαυσι.

5 Εὑτυχεῖς οἱ πτωχοὶ καὶ ἄσημοι, διότι αὐτοὶ θὰ κληρο- νομήσουν τὴ γῆ (τήν ἅνω γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν).

6 Εὑτυχεῖς ὅσοι (ἀδικούμενοι καὶ στερούμενοι) πεινοῦν καὶ διψοῦν τὸ δίκαιό τους, διότι αὐτοὶ θὰ χορτάσουν.

7 Εὐτυχεῖς οἱ εὔσπλαγχνοι, διότι αὐτοὶ θὰ τύχουν εὐσ- πλαγχνίας.

8 Εὐτυχεῖς οἱ καθαροὶ στὴν ψυχή, διότι αὐτοὶ θὰ ίδοῦν τὸ Θεό.

9 Ευτυχεῖς ὅσοι κάνουν τὸ καλό, διότι αὐτοὶ θὰ ὀνομα- σθοῦν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

10 Εὐτυχεῖς ὅσοι διώκονται γιὰ τὸ καλό, διότι σ’ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 43 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 5,11-21

11 Εὐτυχεῖς εἶσθε, ὅταν σᾶς ὺβρίσουν καὶ έγείρουν ἐναντίον σας διωγμὸ καὶ σᾶς συκοφαντήσουν μὲ κάθε συκοφαντία

12 ἱίξὰαιοῖἰΐθςάιΐιοεὲθε χαρὰ καὶ ἁγαλλίασι, διότι ὁ μισθός σας εἶναι πολὺς στοὺς οὐρανούς. Ἔτσι, ὡς γνωστόν, δίωξαν τοὺς προφῆτες, ποὺ ἦταν πρὶν ἀπὸ σᾶς».

Οἱ πιστοὶ ἁλάτι, φῶς καὶ πόλι στὴν κορυφὴ ὄρους

13 «Σεῖς εἶσθε τὸ άλάτι τῆς γῆς. Ἐὰν δὲ τὸ άλάτι χάσῃ τὴν ὰλμύρα του, μὲ τί θὰ άποκτήσῃ πάλι τὴν ὰλμύρα του, Δὲν εἶναι πλέον γιὰ τίποτε, παρὰ νὰ πεταχθῇ ἔξω καὶ νὰ καταπατῆται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

14 Σεῖς εἶσθε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Δὲν δύνα- ται νὰ κρυβῇ πόλι, ποὺ εἶναι πάνω σὲ βουνό.

15 Οὔτε άνάβουν λύχνο καὶ τὸν θέτουν κάτω ἀπὸ τὸ μόδιῖ, ἀλλ’ ἐπάνω οτὸ λυ- χνοοτάτη, καὶ σκορπίζει τὴ λάμψι του σὲ ὅλους, ὅσοι βρίσκο- νται στὸ οπίτι.

16 Ἔτσι νὰ λάμψῃ τὸ φῶς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ ίδοῦν τὰ καλὰ ἔργα σας καὶ νὰ δοξάσουν τὸν πατέρα σας τὸν οὐράνιο».

Ὸ Ἰησοῦς καὶ ὁ παλαιὸς νόμος

17 «Μή νομίσετε, ὅτι ἦλθα νὰ καταργήσω τὸ νόμο ἢ τοὺς προφῆτες. Δὲν ἠλθα νὰ καταργήσω, ἀλλὰ νὰ ἐκπληρώσω.

18 Διότι ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ἕως ὅτου παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἕνα γιῶτα ἢ μία γραμμὴ δὲν θὰ άκυρωθῇ ἀπὸ τὸ νόμο, ἁλλὰ ὅλα θὰ γίνουν.

19 Ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος θὰ καταργήσῃ μία ἀπὸ τὶς ὲντολὲς αὺτὲς τὶς πολὺ μικρὲς καὶ θὰ διδάξῃ ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἶναι πολὺ μικρὸς γιὸι τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (δηλαδὴ θ’ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν), Ἀντι- θέτως, ὅποιος θὰ ἐφαρμὸσῃ καὶ θὰ διδάξῃ, αὐτὸς θὰ εἶναι μεγάλος (δηλαδὴ ἄξιος) γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

20 Λέγω δὲ σὲ σᾶς, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρετή σας δὲν ὑπερτερήσῃ κατὰ πολὺ τῆς αρετῆς τῶν γραμματέων καὶ τῶν Φαρισαίων, δὲᾟ θὰ μπῆτε στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Περὶ φόνου καὶ ὀργῆς

21 «Ἀκούσατε, ὅτι ἐλέχθη στοὺς ἀρχαίους (διὰ τοῦ μωσαϊ- κοῦ νόμου), Μὴ φονεύσῃς, ἐκεῖνος δέ, ποὺ θὰ φονεύσῃ, νὰ πα- ραπεμφθῇ ὡς ἔνοχος στὴν κρίσι (τοπικὸ δικαστήριο). 45 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 5,22-32

22 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, καθένας, ποὺ ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του χωρὶς λόγο, νὰ παραπεμφθῇ ὡς ἔνοχος στήν κρίσι. Ὅποιος ἐπίσης θὰ είπῇ στὸν ἁδελφὸ του, «Ἀνόητε», νὰ παραπεμφθῇ ὡς ἔνοχος στὸ συνέδριο (στὸ μεγάλο δικαστήριο). Ὅποιος πάλι θὰ εἰπῇ, «Ἠλίθιε», νὰ παραπεμφθῇ ὡς ἔνοχος στή γέεννα τοῦ πυρός (σι-ἠν Κόλασι).

23 Ἐὰν δὲ προσφέρῃς τὸ δῶρο σου στὸ Θυσιαστήριο, καὶ ἐκεῖ θυμηθῇς, ὅτι ὁ ἁδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου,

24 ἅφησε έκεῖ τὸ δῶρο σου μπροστὰ στὸ Θυ- σιαοτήριο, καὶ πήγαινε πρῶτα καὶ συμφιλιώσου μὲ τὸν ἁδελφὸ σου, καὶ τότε ε’Ἃα καὶ πρόσφερε τὸ δῶρο σου.

25 Δεῖξε εὐνο- ϊκή διάθεσι πρὸς τὸν ἁντίδικό σου γρήγορα, ἕως ὅτου βρίσκε- σαι στὸ δρόμο (πρὸς τὸ δικαστήριο) μαζί του, γιὰ νὰ μὴ σὲ πα- ραδώσῃ ὁ ἀντίδικος οτὸ δικαοτή καὶὸ δικαστὴς στὸν ἐκτελεπή τῶν ποινῶν καὶ ριφθῇς στὴ φυλακή.

26 Άληθινὰ σοῦ λέγω, δὲν θὰ βγῇς ἀπ’ ἐκεῖ, μέχρι νὰ πληρώσῃς καὶτὸ τελευταῖο δίλεπτο».

Περὶ μοιχείας καὶ αἰσχρῆς ἐπιθυμίας

27 «Ἀκούσατε, ὅτι ἐλέχθη στοὺς ἀρχαίους, Μή μοιχεύσῃς.

28 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι καθένας, ποὺ βλέπει γυναῖκα μὲ διάθεσι νὰ τὴν ἀπολαύσῃ, ἤδη τὴ μοίχευσε μέσα στὴν καρδιὰ του.

29 Ἐὰν δὲ ὁ δεξιός σου ὀφθαλμὸς σὲ σκανδαλίζῃ, νὰ τὸν βγάλῃς καὶ νὰ τὸν πετάξῃς, διότι σὲ συμφέρει νὰ χαθῇ ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη σου καὶ νὰ μὴ ριφθῃ ὅλο τὸ σῶμα σου στὴ γέεννα (στήν Κόλασι).

30 Ἐπίσης, ἐὰν τὸ δεξί σου χέρι σὲ σκανδαλίζῃ, νὰ τὸ κόψῃς τελείως καὶ νὰ τὸ πετάξῃς. Διότι σὲ συμφέρει νὰ χαθῇ ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη σου καὶ νὰ μὴ ριφθῄ ὅλο τὸ σῶμα σου στὴ γέεννα (οτήν Κόλασι)».

Περὶ διαζυγίου

31 «Ἐλέχθη ἐπίσης· ’Ὁποιος θὰ χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του, νὰ δώσῃ σ’ αὐτὴ διαζύγιο.

32 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι, ὅποιος Θὰ χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του χωρὶς αίτία ἁνηθικότητος (συγκε- κριμένως ἐννοεῖ μοιχείας), τὴν ἐξωθεῖ σὲ μοιχεία. Ἐπίσης, ὅποιος Θὰ νυμφευθῇ χωρισμένη, διαπράττει μοιχεία». 47 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 5,33-47

Περὶ ὅρκου ὑποσχέσεως

33 «Πάλι ἀκούσατε, ὅτι ἐλέχθη στοὺς ἀρχαίους· Δὲν θὰ ὸρκισθῇς ψευδῶςῖ, ἁλλὰ σεβόμενος τὸν Κυρισ θὰ ἐκπληρώσῃς τὶς ἔνορκες ὑποσχέσεις σου.

34 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ μὴν ὁρκισθῆτε καθόλου· οὔτε στὸν οὐρανό, διότι εἶναι Θρόνος τοῦ Θεοῦ·

35 οὔτε στὴ γῆ, διότι εἶναι ὺπσπόδιο τῶν ποδιῶν του· οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, διότι εἶναι πόλι τοῦ μεγάλου βασιλέως (τοῦ Θεοῦ)

36 οὔτε στὴν κεφαλή σου νὰ ὁρκισθῇς, διότι μία τρίχα δὲν δύνασαι να μεταβάλῃς σὲ λευκὴ ἢ μαύρη.

37 Ὁ δὲ λόγος σας «ναὶ» νὰ εἶναι ναί, «ὅχι» νὰ εἶναι ὄχι (ὁ λόγος δηλαδὴ ν’ ἁνταποκρίνε- ται πρὸς τὴν ἀλήθεια) κάθε τι πέρα ἀπ’ αὐτὰ προέρχεται ἐκ τοῦ πονηρου».

Περὶ ταυτοπαθείας

38 «Ἀκούσατε, ὅτι ἐλέχθη· Μάτι γιᾶ μάτι καὶ δόντι γιὰ δόντι (νόμος ταυτοπαθείας).

39 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ μὴν ἁντισταθῆτε στὸν κακό. Ἀλλ’ ἐὰν κάποιος σὲ ραηίσῃ στὴ δε- ξιὰ σιαγόνα (στὸ δεξιὸ μάγουλο), νὰ οτρέψῃς δ’ αὑτὸν καὶ τήν ἄλλη.

40 Καὶ σ’ ἐκεῖνον, ποὺ Θέλει νὰ σὲ σύρῃ σὲ δικαστήριο καὶ νὰ πὰρῃ τὸ πουκάμισό σου, ἅφησέ του καὶ τὸ πανωφόρι.

41 Καὶ ἂν κὰποιος σὲ ἁγγαρεύσῃ ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο.

42 Σ’ αὐτόν, ποὺ σοῦ ζητεῖ, νὰ δίνῃς. Καὶ σ’ αὐτόν, ποὺ θέλει νὰ δανεισθῇ ἀπὸ σένα, μὴν άρνηθῇς».

Περὶ ἀγάπης καὶ μίσους

43 «Ἀκούσατε ὅτι ἐλέχθη· Ν’ ἀγαπᾷς τὸν πλησίον σου καὶ νὰ μισῇς τὸν έχθρό σου.

44 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ν’ ἀγαπᾶ- τε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ δίνετε εὐχὲς σ’ ὅσους σᾶς καταρῶνται, νὰ εὐεργετῆτε ὅσους σᾶς μισοῦν, καὶ νὰ προσεύχεσθε γιὰ ὅσους σᾶς συμπεριφέρονται κακῶς καὶ σᾶς διώκουν,

45 γιὰ νὰ γίνετε παιδιὰ τοῦ πατέρα σας τοῦ οὐρανίου, διότι ἀνατέλλει τὸν ἤλιο του γιὰ κακοὺς καὶ καλούς, καὶ βρέχει γιὰ εὐσεβεῖς καὶ ἀσεβεῖς. 46 Ἐὰν δὲ ἁγαπήσετε ὅσους σᾶς ἁγαποῦν, ποιό μισθὸ θὰ ἔχετε Δὲν κάνσυν τὸ αὐτό καὶ οἱ τελῶνεςῖ

47 Καὶ ἐὰν δείξετε στοργὴ στοὺς φίλους σας μόνο, τί τὸ έξαιρετικὸ κάνετε; Δὲν κάνουν ἕτσι καὶ οἱ τελῶνες 49 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 5,48 * 6,1Ο

48 Σεῖς λοιπὸν νὰ εἶσθε τέλειοι, ὅπως ὁ πατέρας σας ὁ ούράνιος εἶναι τέλειος».

Κεφάλαιο 6

Περὶ έλεημοσύνης

6 «Προσέχετε νὰ μὴ κάνετε τὴν ἐλεημοσύνη σας μπροοτὰ στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ σᾶς δοῦν. Άλλιῶς, δὲν θά έχετε μισθὸ ἀπὸ τὸν ούράνιο πατέρα σας.

2 Ὅταν λοιπὸν κάνῃς ἐλεημοσύνη, μή τήν διαλαλήσῃς, ὅπως κάνουν οἱ ὑποκριταὶ στὶς συναγωγὲς καὶ στούς δρόμους, γιὰ νὰ θαυμασθούν καὶ νὰ έπαινεθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Άληθινὰ σᾶς λέγω, ἔχουν λάβει πλήρως τὸ μισθό τους (ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους· ἀπὸ τὸ Θεὸ δὲν θὰ λάβουν τίποτε).

3 Ὅταν δὲ οὐ κάνῃς ἐλεημοσύνη, νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸ ἁριστερό σου χέρι τί κάνει τὸ δεξί σου,

4 γιὰ νὰ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη σου στὰ κρυφά, καὶ ὁ πατέρας σου, πού βλέπει στὰ κρυφά, θὰ σού ἀποδώσῃ στὰ φανερά».

Περὶ προσευχῆς ,

5 «Ἑπίσης, ὅταν προσεύχεσαι, νὰ μὴν εἶσαι ὅπως οἱ υποκρι- ταί, διότι ἀρέσκονται νὰ στέκωνται ὅρθιοι καὶ νὰ προσεύχωνται στὶς ουναγωγὲς καὶ οτὶς γωνίες τῶν ὁδῶν (οτὰ οταυροδρόμια), γιὰ νὰ φανοῦν στοὺς ἀνθρώπους. Άληθινά σᾶς λέγω, ὅτι ἔχουν λάβει πλήρως τὸ μισθό τους.

6 Ἀλλὰ σύ, ὅταν πρόκειται νὰ προσευχηθῇς, ἔμπα οτὸ ἰδιαίτερο δωμάτιό σου καὶ κλεῖσε τὴν πόρτα καὶ προσευχήσου στὸν πατέρα σου, ὁ ὁποῖος εἶναι παρών οτά κρυφά, καὶ ὁ πατέρας σου, πού βλέπει στὰ κρυφά, θὰ σοῦ ἀποδώσῃ στὰ φανερά.

7 Ὅταν δὲ προσεύχεσθε, νὰ μή φλυαρήτε, ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες, διότι νομίζουν, ὅτι μὲ τὴν πο- λυλογία τους θὰ εἰσακουσθοῦν,

8 Νά μὴ γίνετε λοιπὸν ὅμοιοι μ’ αὐτούς. Ἅλλωοτε ὁ πατέρας σας γνωρίζει ποιὰ πράγματα χρειάζεσθε, προτοῦ σεῖς ζητήσετέ ἀπ’ αὐτόν.

Κυριακή προσευχὴ

9 Ἔτσι δὲ νὰ προσεύχεσθε έσεῖς- Ούρὰνιε πατέρα μας, νὰ δοξάζεται τὸ ὅνομά σου·

10 νὰ ἔρχεται ἡ βασιλεία σου (νὰ βασιλεύῃς σὲ μᾶς, νὰ κυ- βερνᾷς τὴ ζωή μοις)- νάὶγίνεται τὸ θέλημά σου, ὅπως στὸν ούρανό, ἔτσι καὶ ΟΤΠ γη·

51 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6,11-22 11 τὸ ψωμί μας τὸ ἀναγκαῖο γιὰ τὴ ζωὴ δῶσε μας σήμερα-

12 καὶ χάρισέ μας τὰ χρέη μας (τὰ ἁμαρτήματά μας), ὅπως καὶ ἐμεῖς χαρίζουμε στοὺς χρεῶστες μας (σ’ ὅσους ἀμάρτησαν σὲ μᾶς).

13 Καὶ νὰ μὴν έπιτρέψῃς νὰ ὺποκύψωμε σὲ πειρασμὸ, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν Πονηρό. Διότι δική σου (καὶ ὄχι τοῦ Πονηροῦ) εἶναιή βασιλικὴ ἐξουσία καὶ ἡ δύναμι καὶ ἡ ἰσχὺς στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν».

Προῦπόθεσι τῆς Θείας συγγνώμης

14 «Ἐὰν συγχωρήσετε δὲ στους ἀνθρώπους τὰ ἁμαρτήματά τους (πρὸς έσᾶς), θὰ συγχωρήσῃ καὶ σ’ έσᾶς ὁ πατέρας σας ὸ οὐράνιος.

15 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν συγχωρήσετε στοὺς ἀνθρώπους τὰ ἁμαρτήματά τους, οὔτε ὁ πατέρας σας θὰ συγχωρήσῃ τά ἀμαρτή ματά σας».

Περὶ νηστείας

16 «Ὅταν δὲ νηοτεύετε, μὴ γίνεσθε ὅπως οἱ ὑποκριταὶ σκυ- θρωποί, διότι ἀφήνουν ἄπλυτα καὶ ἀτημέλητα τὰ πρόσωπά τους, γιὰ νὰ φανοῦν στοὺς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύουν. Άληθινά σᾶς λέγω, ὅτι ἔχουν λάβει πλήρως τὸ μισθό τους.

17 Σὺ δέ, ὅταν νηστεύῃς, ἀλειψε τὸ κεφάλι σου (περιποιήσου τὰ μαλλιά σου) καὶ νίψε τὸ πρόσωπό σου,

18 γιὰ νὰ μὴ φανῇς στοὺς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύεις, ἀλλὰ στὸν πατέρα σου, ποὺ εἶναι παρὼν στὰ κρυφά (καὶ τὰ βλέπει). Ὁ δὲ πατέρας σου, ποὺ βλέπει στὰ κρυφά, θὰ σοῦ ἀποδώσῃ στὰ φανερά».

Περὶ θησαυρισμοῦ

19 «Μή θησαυρίζετε γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας θησαυροὺς πάνω στή γῆ, ὅπου σκόρος καὶ σκουλήκι τοὺς ἀφανίζουν, καὶ ὅπου κλέπτες κάνουν διάρρηξι καὶ τοὺς κλέβουν.

20 Ἀλλὰ νὰ θη- σαυρίζετε γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας θησαυροὺς στὸν οὐρανό, ὅπου οὔτε σκόρος οὔτε σκουλήκι ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπτες δὲν κάνουν διάρρηξι καὶ δὲν κλέβουν.

21 Ὅπου δὲ εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδιά σας».

Ὸ λύχνος τοῦ σώματος καὶ τὸ ὲσωτερικὸ φῶς

22 «Ὸ λύχνος τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου εἶναι ὑγιής, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι φωτεινό. 53 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6,23-34

23 Ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου εἶναι βλαμμένος καὶ τυφλωμένος, όλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. Ἐὰν δὲ τὸ ἔσωτερικό σου (ἓως (ὁ νοῦς, ἡ συνείδησι) εἶναι σκοτάδι, τὸ σκοτόιδι πόσο Θὰ ειναις».

Θεὸς καὶ μαμωνᾶς

24 «Κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἶναι δοῦλος σὲ δύο κυρίους (ουγχρόνως), διότι ἢ τὸν ἔνα θὰ μισήσῃ καὶ τὸν ἄλλο Θ ’ ἁγαπήσῃ, ἢ στὸν ἔνα θὰ προσκολληθῇ καὶ τὸν ἄλλο θὰ καταφρονήσῃ. Δὲν δύνασθε νὰ εἶσθε δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ (τοῦ χρήματοο».

Τὸ ἄγκος νιὰ τὴ ζωή

25 «Γι’ αὐτὸ σὰς λέγω, μὴν ἁγωνιᾶτε γιὰ τὴ ζωή σας τί Θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πιῆτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί θὰ ντυθῆτε. Ἡ ζωή δὲν εἶναι ἁνώτερη ἀπὸ τὴν τροφή, καὶτὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα;

26 Κοιτάξετε στὰ πετεινὰ τοῦ ούρανοῦ, ὅτι δὲν σπείρουν οὔτε Θερίζουν οὔτε ἁποθηκεύουν, ἀλλ’ ὁ πατέρας σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Σεῖς δὲν ὺπερέχετε πολὺ ἀπ’ αὐτάς

27 Ποιός δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσο καὶ ἂν φροντίσῃ, δύναται νὰ προσθέσῃ οτὸ ἁνόιοτημά του ἕνα πῆχυς

28 Καὶ γιὰ ἔνδυμα τί ἁγωνιᾶτε; Παρατηρήσετε τὰ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ πόσο ὡραῖα εἶναι. Δὲν κσπιάζουν οὔτε γνέθουν.

29 Σᾶς λέγω δέ, ὅτι οὔτε ὁ Σολομῶν παρ’ ὅλη τὴ δόξα του ντύθηκε σὰν ἔνα ἀπ ’ αὐτά.

30 Καὶ ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὕριο ρίχνεται στὸ φοῦρνο (καὶ καίεται), ὁ Θεὸς τόσο ὡραῖα ντύνει, δὲν θὰ δώσῃ ἔνδυμα πολὺ περισσότερο σ’ ἐσᾶς, όλιγόπιστοιῖ

31 Μή ἀγχώνεσθε λοιπὸν λέγοντας, τί θὰ φᾶμε ἢ τί Θὰ πιοῦμε ἢ τί θὰ ντυθοῦμεῖ

32 Ὄλα δὲ αὐτὰ ἐπιδιώκουν (σὰν νὰ εἶναι μέγιστα ἀγαθὰ) οἱ ἐθνικοὶ (οἱ εἰδωλολάτρες). Γνωρίζει δὲ ὁ πατέρας σας ὁ οὐράνιος, ὅτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπὸ ὅλα αὑτά.

33 Γι’ αὐτὸ πρῶτα νὰ ζητῆτε (γιὰ νὰ λάβετε) τὴ βασιλεία καὶ τὴ δόξα ποὺ δίνει ὁ Θεός, καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς δοθοῦν ἐπιπροσθέτως,

34 Ἐπίσης νὰ μὴ μεριμνήσετε γιὰ τὴν αὑριανή ἡμέρα, διότι ἡ αὐριανή ἠμέρα θὰ μεριμνήσῃ ἡ ἴδια γιὰ τὰ δικά της πράγματα. Άρκεῖ στὴν (κάθε) ἡμέρα ἡ δική της ταλαιπωρία».

55 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 7,1-12

Κεφάλαιο 7

Περὶ κατακρίσεως

7«Μή κατακρίνετε, γιὰ νὰ μὴ κατακριθῆτε.

2 Διότι, μὲ ὅποια κρίσι κρίνετε θὰ κριθῆτε, καὶ μὲ ὅποιο μέτρο μετρεῖτε θὰ με- τρηθῆτε.

3 Γιατί δὲ τὴν ἁγκίδα, ποὺ εἶναι στὸ μάτι τοῦ ἁδελ- φοῦ σου, βλέπεις, τὸ δὲ δοκόιρι, ποὺ εἶναι στὸ δικό σου μάτι, δέν βλέπεις

4 Ἢ πῶς θὰ εἰπῇς στὸν ἁδελφό σου, ’Ἅφησε νὰ βγάλω τήν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι σου”, ὲνῷ τὸ δοκάρι εἶναι οτὸ δικό σου μὰτι,·

5 Ὺποκριτά, βγάλε πρῶτα τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ δικό σου μάτι, καὶ τότε θὰ ἰδῇς καθαρά, γιὰ νὰ βγάλῃς τὴν ἁγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου».

Ὄχι τὸ ἅγιο στὰ σκύλιὰ καὶ τὰ μαργαριτάρια στοὺς χοίρους

6 «’Ὀ,τι εἶναι ἄγιο, μὴ τὸ δώσετε στὰ σκυλιά, καὶτὰ μαργα- ριτάρια μὴ ρίξετε στοὺς χοίρους, γιὰ νὰ μὴ τὰ καταπατήσουν μὲ τὰ πόδια τους, καὶ γυρίσουν καὶ σᾶς ξεσχίσουν».

«Αἰτεῖτε... ζητεῖτε... κρούετε...»

7 «Ζητεῖτε καὶ θὰ σᾶς δοθῇ, άναζητεῖτε καὶ θὰ βρῆτε, κρούετε τὴ θύρα καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ.

8 Ναί, καθένας ποὺ ζητεῖ, λαμβάνει· καὶ ὅποιος ἀναζητεῖ, βρίσκει- καὶ σ’ ὅποιον κρούει τὴ Θύρα, Θὰ τοῦ ἀνοιχθῇ.

9 Ἥ ποιός ἄνθρωπος ἀπὸ σᾶς, ποὺ τὸ παιδί του Θὰ τοῦ ζητήσῃ ψωμί, θὰ τοῦ δώσῃ πέτρα;

10 Καὶ ἂν τοῦ ζητήσῃ ψάρι, μήπως θὰ τοῦ δώσῃ φίδυ

11 Ἅν λοιπὸν ἐσεῖς, ποὺ εἶσθε κακοί, ξέρετε νὰ δίνετε πράγματα καλὰ οτὰ παιδιά σας, πόσο μᾶλλον ὁ πατέρας σας ὁ οὐράνιος θὰ δώσῃ πράγματα καλὰ σ’ αὐτούς, ποὺ τοῦ ζητοῦνῖ».

Ὸ χρυσὸς κανών τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς

12 «Ὅλα δέ, ὅσα θὰ Θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι σὲ σᾶς, ὁμοίως καὶ σεῖς νὰ κάνετε σ’ αὐτούς. Αύτὸς δὲ συνοπτικὰ εἶναι ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες». 57 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 7,13-22

Ἡ στενὴ καὶ η πλατειὰ πύλη

13 «Περάστε ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη. Διότι εἶναι πλατειὰ ἡ πύλη καὶ εύρύχωρη ἡ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὸ θάνατο (τὸν πνευ- ματικὸ Θάνατο, τὴν κόλασι), καὶ εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι, ποὺ περ- νοῦν ἁπ’ αύτήῖ.

14 Πόσο στενὴ εἶναι ἡ πύλη καὶ στενόχωρη ἠ ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή, καὶ εἶναι ὀλίγοι αύτοί, ποὺ τὴν ἀνα- καλύπτουνί»2.

Οἱ ψευδοπροφήτες

15 «Νὰ προσέχετε δὲ ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες (ψευ- δοδιδασκάλους), οἱ ὁποῖοι ἔρχονται πρὸς ἐσᾶς μὲ ἐμφάνισι προβάτων, ὲνῷ ἑσωτερικῶς εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί.

16 θὰ τοὺς καταλάβετε ἀπὸ τοὺς καρπούς τους. Μήπως μαζεύουν ἀπὸ ἁγκάθια οταφύλια ἢ ἀπὸ τριβόλια σῦκα,

17 Ἐπίσης κάΘε δένδρο καλὸ κάνει καρποὺς καλούς, τὸ δὲ κακὸ δένδρο κάνει καρποὺς κακούς (ἀνωφελεῖς ἢ ἑπιβλαβεῖς).

18 Δένδρο καλὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κάνῃ καρποὺς κακούς, οὔτε δένδρο κακὸ νὰ κάνῃ καρποὺς καλούς.

19 Κάθε δένδρο, ποὺ δὲν κάνει καρπὸ καλό, κόβεται καὶ ρίχνεται στὴ φωτιά.

20 Άσφαλῶς λοιπὸν θὰ τοὺς καταλάβετε ἀπὸ τοὺς καρπούς τους».

Ὁ ἀληθινὸς δοῦλος τοῦ Κυρίου

21 «Δὲν θὰ μπῇ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καθένας ποὺ μού λέγει, ”Κύριε, Κύριε”, ἀλλ’ ὅποιος κάνει τὸ Θέλημα τοῦ Πατέρα μου τοῦ ἐπουρανίου.

22 Πολλοὶ ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ μού είποῦν· ”Κύριε, Κύριε, μὲ τὸ ὅνομά σου δὲν προφητεύσαμε, καὶ μὲ τὸ ὄνομά σου δὲν βγάλαμε δαιμόνια, καὶ μὲ τὸ ὄνομά σου δὲν κὰναμε Θαύματα πολλά;”.

59 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 7,23 - 8,6 23 Ἀλλὰ τότε θὰ είπῶ σ’ αὐτούς’ ”Ποτὲ δὲν σᾶς γνώρισα. Φύγετε ἀπὸ με’να, ἐργάτες τῆς άνομίας”».

Ὸ φρόνιμος καὶ ὁ μωρὸς οἰκοδόμος

24 «Καθένα δέ, ποὺ ἀκούει αὐτοὺς τοὺς λόγους μου καὶ τοὺς ἐφαρμόζει, θὰ τὸν θεωρήσω όμοιο μὲ ἄνθρωπο συνετό, ποὺ ἔκτισε τὸ σπίτι του πάνω στὸ βράχο.

25 Καὶ ἔπεσε ἡ βροχή, καὶ ἦλθαν τὰ ρεύματα τῶν ὑδάτων, καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι, καὶ ἔπε- σαν μὲ ὁρμὴ στὸ σπίτι έκεῖνο, καὶέν τούτοις δὲν ἔπεσε, διότι εἶχε θεμελιωθῆ πάνω στὸ βράχο.

26 Άντιθέτως καθένας, ποὺ ἀκούει αὐτοὺς τοὺς λόγους μου, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐφαρμόζει, θὰ θεωρηθῇ ὅμοιος μὲ ἄνθρωπο ἁνόητο, ποὺ ἔκτισε τὸ σπίτι του πάνω στήν ἄμμο.

27 Καὶ ἔπεσε ἡ βροχή, καὶ ἦλθαν τὰ ρεύματα τῶν ὑδάτων, καὶ ἔπνευσαν ο“ι άνεμοι, καὶ ἔπεσαν μὲ ὁρμὴ στὸ σπίτι ἐκεῖνο, καὶ ἔπεσε, καὶ ἦταν ἡ πτῶσι του μεγάλη».

Ὸ Ἰησοῦς ὁ αὑθεντικὸς διδάσκαλος

28 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς τελείωσε αὐτοὺς τοὺς λόγους, τὰ πλήθη ὲκδήλωναν τὸ θαυμασμό τους γιὰ τὴ διδασκαλία του, 29 διότι τοὺς δίδασκε ὡς πρόσωπο ποὺ ἔχει ἐξουσία, καὶ ὄχι ὅπως οι γραμματεις.

Κεφάλαιο 8

Θεραπεία λεπροῦ

Ὅταν δὲ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὅρος, τὸν ἀκολούθησαν πλήθη πολλά.

2 Καὶ ἰδοὺ ἕνας λεπρὸς ἦλθε καὶ τὸν προσκυνοῦσε λέγοντας· «Κύριε, ἑὰν θέλῃς, δύνασαι νὰ μὲ καθαρίσῃς (ἀπὸ τή λέπρα)».

3 Τότε ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι του, τὸν ἅγγιξε καὶ εἶπε· «Θέλω, καθαρίσου». Καὶ ἁμέσως θεραπεύθηκε ἡ λέπρα του.

4 Τότε τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Πρόσεχε νὰ μὴ τὸ είπῇς σὲ κανένα, ἀλλὰ πήγαινε καὶ δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα, καὶ πρόσφερε τὸ δῶρο, ποὺ διέταξε ὁ Μωυσῆς, γιὰ νὰ σοῦ δώσουν βεβαίωσι (ὅτι θεραπεύτηκεῴ».

Ἡ πίστι ἑκατοντάρχου καὶ ἡ θεραπεία τοῦ δούλου του

5 Ὅταν δὲ μπῆκε στὴν Καπερναούμ, ἦλθε α’ αὐτὸν ἕνας ἑκατόνταρχος παρακαλώντας αὑτὸν

6 καὶ λέγοντας· «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στὸ σπίτι ὡς παραλυτικός, καὶ βα- σανίζεται φρικτά».

61 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 8,7-22 7 Τσῦ λέγει δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ θὰ έλθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω».

8 Ἀλλ’ ὁ ἑκατόνταρχος εἷπε τότε· «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος γιὰ νὰ μπῇς κάτω ἀπὸ τὴ στέγη μου. Ἀλλὰ μόνο δῶσε διαταγή μὲ λόγο, καὶ θὰ θεραπευθῂ ὁ δοῦλος μου.

9 Διότι ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ ἐξουσία, ἔχοντας ὅμως στὶς διαταγές μου στρατιῶτες, καὶ λέγω σὲ τοῦτον, ”Πήγαινε”, καὶ πηγαίνει, καὶ σ’ ἄλλον, ”’Ἐλα”, καὶ ἔρχεται, καὶ στὸ δσῦλο μου, ”Κάνε τοῦτο”, καὶ τὸ κάνει».

10 Ὅταν δὲ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, θαύμασε, καὶ εἶπε σ’ αὐτούς, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, οὔτε στὸν Ἰσραήλ δὲν βρῆκα τὸσο μεγάλη πίστι.

11 Καὶ σᾶς βεβαιώνω, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ Άνατολή καὶ Δύσι θὰ ἔλθουν, καὶ θὰ καθήσουν στὸ τραπέζιπή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ,

12 ἐνῷ σί ἄνθρωποι τῆς βασιλείας θὰ πεταχθοϋν ἔξω στὸ βαθύτερο σκοτάδι. Ἐκεῖ θὰ κλαῖνε καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια (ἀπὸ τὸν πόνο)».

13 Εἷπε δὲ ὁ Ἰησοῦς στὸν ἑκατόνταρχο- «Πήγαινε καὶ νὰ σοῦ γίνῃ ὅπως πίστευσες». Καὶ θεραπεύθηκε ὸ δοῦλος του ἐκείνη τὴ στιγμή.

Θεραπεία τῆς πεθερᾶς τοῦ Πέτρου καὶ ἄλλων

14 Ἦλθε δὲ ὁ Ἰησοῦς στὸ σπίτι τοῦ Πέτρου, καὶ εἶδε τὴν πε- θερά του κατάκοιτη καὶ μὲ πυρετό.

15 Καὶ ἓπιασε τὸ χέρι της, καὶ τήν ἄφησε ὁ πυρετός, καὶ σηκώθηκε καὶ τὸν διακονοῦσε.

16 Ὅταν δὲ βράδυασε, ἔφεραν σ’ αὐτὸν πολλοὺς δαιμονισμένους καὶ έβγα- λε τὰ (πονηρὰ) πνεύματα ἁπλῶς μὲ λόγο, καὶ ὅλους τοὺς ἀσθε- νεῖς θεράπευσε,

17 καὶ ἔτσι έκπληρώθηκε ὁ λόγος διὰ μέσου τοῦ προφήτου Ὴσαῖα, ὁ ὁποῖος εἶπε· Αὐτὸς πῆρε τὶς ἀσθένειές μας καὶ σήκωσε τὶς ἀρρώστειες.

Προϋποθέσεις μαθητείας

18 Ὅταν δὲ εἶδε ὁ Ἰησοῦς πολλὰ πλήθη γύρω του, διέτα- ξε ἀναχώρησι γιὰ τὸ ἀπέναντι μέρος.

19 Πλησίασε δὲ κάποιος γραμματεὺς καὶτοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, θὰ σὲ ἀκολουθήσω, ὅπου καὶ ἂν πηγαίνῃς».

20 Τοῦ λέγει δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Οἱ ἁλεποῦδες ἔχουν φωλιές, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ ἔχουν μέρη ποὺ κου ρνιάζουν, ἐνῷ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει ποῦ ν’ ἀκουμπήσῃ τὸ κεφάλι του».

21 Ἕνας ἄλλος δὲ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του τοῦ εἶπε· «Κύριε, ἐπίτρεψέ μου πρῶτα νὰ πάω καὶ νὰ θάψω τὸν πατέρα μου».

22 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Άκολούθα με, καὶ ἀφησε τοὺς (πνευ- ματικὰ) νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς (σωματικὰ) νεκρούς των». 63 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 8,23 - 9,3

Ὀ Ἰησοῦς καταπαύει τὴν τρικυμία

23 Ὅταν δὲ μπήκε στὸ πλοῖο, τὸν άκολοὺθησαν οἱ μαθηταί του.

24 Καὶ ἰδοὺ μεγάλη τρικυμία ἔγινε στὴ λίμνη, ὥστε τὸ πλοῖο νὰ σκεπάζεται ἀπὸ τὰ κύματα, αὐτὸς δὲ κοιμόταν.

25 Τότε τὸν πλησίασαν οἱ μαθηταί του καὶ τὸν ξύπνησαν λέγοντας· «Κύριε, σῶσε μας, χανόμαστε».

26 Λέγει δὲ σ’ αὐτοὺς· «Γιατί εἶσθε δει- λοί, ὀλιγόπιστοι», Τότε σηκώθηκε καὶ ἐπέπληξε τοὺς ἀνέμους καὶ τὴ λίμνη, καὶ ἔγινε γαλήνη μεγάλη.

27 Ἔμειναν δὲ κατάπλη- κτοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ἔλεγαν· «Τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, ὥστε καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ λίμνη νὰ ὺπακούουν σ’ αὐτόνῖ».

Ὸ Ἰησοῦς Θεραπεύει δαιμονισμένους Γεργεσηνοὺς

28 Ὅταν δὲ ἔφθασε στὸ ἀπ’ωαντι μέρος, στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, τὸν συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι, ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τοὺς τάφους φοβεροὶ πολύ, ὥστε νὰ μὴ μπορῇ κανεὶς νὰ περάσῃ ἀπὸ τὸ δρόμο έκεῖνο.

29 Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντας· «Τί σχέσι ἔχουμε ἐμεῖς μ’ έσένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, Ἣλθες ὲδῶ γιὰ νὰ μᾶς βασανίσῃς προτοῦ ἔλθῃ ὁ καιρός μαςς».

30 Μακριὰ δὲ ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν μία μεγάλη ἀγέλη ἀπὸ χοίρους, ποὺ ἔβοσκε.

31 Οἱ δὲ δαίμονες τὸν παρακαλοῦσαν λέγοντας· «Ἐὰν πρόκειται νὰ μᾶς βγάλῃς, άφησέ μας νὰ πᾶμε στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων».

32 Καὶ τούς εἶπε· «Πηγαίνετε». Καὶ βγῆκαν καὶ πῆγαν στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων. Καὶ ίδοὺ ὥρμησε ὅλη ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων καὶ γκρεμίοτηκε στὴ λίμνη καὶ πνίγηκε στὰ νερά.

33 Οἱ δὲ βοσκοὶ ἔφυγαν, καὶ πῆγαν στὴν πόλι, καὶ ἀνήγγειλαν ὅλα τὰ συμβάντα, καὶ ἰδίως τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς δαιμονισμένους.

34 Καὶ ἰδοὺ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως βγῆκαν νὰ συναντήσουν τὸν Ἰησοῦ, καί, ὅταν τὸν εἶδαν, τὸν παρακάλεσαν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν περιοχή τους.

Κεφάλαιο 9

Ἅφεσι ἁμαρτιῶν καὶ Θεραπεία παραλυτικοῦ

9Τότε ἐπιβιβάσθηκε σὲ πλοῖο καὶ πέρασε ἀπέναντι καὶ ἦλθε στήν πόλι του (τήν Καπερναούμ).

2 Καὶ ἰδοὺ ἔφερναν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ τιάνω σὲ κρεββάτι. Καὶ ὅταν εἶδε ὁ Ἰη- σοῦς τὴν πίστι τους, εἶπε στὸν παραλυτικό- «Ἔχε Θάρρος, παιδί μουί Σοῦ ἔχουν συγχωρηθῇ οἱ ἁμαρτίες σου».

3 Καὶ ίδοὺ μερι- κοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· «Αὐτὸς βλασφημεῖ». 65 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 9,4-16

4 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶδε τὶς σκέψεις τους καὶ εἷπε «Γιατί σεῖς σκέπτε- σθε μέσα στὶς διάνοιές σας πονηρά,

5 Τί δὲ εἶναι εὐκολώτερο, νά εἰπῶ, ’”Ἐχουν συγχωρηθῆ οἱ άμαρτίες σου”, ἢ νὰ είπῶ, ”Σήκω καὶ περπάτα”;

6 Γιὰ νὰ μάθετε δέ, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρῇ άμαρτίες ἐπάνω στὴ γῆ», - τότε λέγει στὸν παραλυτικό· «Σήκω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου».

7 Καὶ σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ σπίτι του.

8 Βλέποντας δὲ τὰ πλήθη, θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεό, ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους.

Ἡ κλῆσι τοῦ Ματθαίου

9 Προχωρώντας δὲ ἀπ’ ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς εἶδε ένα ἂνθρω- πο, Ματθαῖο όνομαζόμενο, νὰ κάθεται στὸ τελωνεῖο γιὰ τήν εἵσπραξι τῶν φόρων, καὶ τοῦ λέγει· «Άκολούθα με». Καὶ σηκώθη- κε καὶ τὸν άκολούθησε.

1Ο Καὶ ὅταν καθόταν στὸ τραπέζι οτὸ σπίτι, ἰδοὺ καὶ πολλοὶ τελῶνες καὶ ἁμαρτωλοὶ ἦλθαν καὶ κάθο- νταν οτὸ τραπέζι μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς μαθητάς του.

11 Καὶ όταν εἶδαν οἱ Φαρισαῖοι, εἶπαν στοὺς μαθητάς του· «Γιατί ό διδάσκαλός σας τρώγει μαζὶ μὲ τοὺς τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς».

12 Ὅταν δὲ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, εἶπε σ’ αὐτούς· «Δὲν χρειάζονται οἱ ὑγιεῖς ἰατρό, ἀλλ’ οἱ ἀσθενεῖς.

13 Πηγαίνετε δὲ καὶ μάθετε τί σημαίνει, Εὺσπλαγχνία Θέλω καὶ ὄχι Θυσία. Ἄλλωστε δὲν ἦλθα νὰ καλέσω ἁγίους, ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια».

Ἐξ ἀφορμῆς ἐρωτήματος γιὰ τὴ νηστεία

14 Τότε ἔρχονται πρὸς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου καὶ λέγουν- «Γιατί ὲμεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύουμε πολύ, ένῷ οἱ μαθηταί σου δὲν νηστεύουνῖ».

15 Εῖπε δὲ σ’ αὐτοὺς ό Ἰησοῦς· «Μήπως εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι τοῦ γάμου νὰ νηστεύουν, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ Νυμφίος εἶναι μαζί τους; Θὰ έλθουν ὅμως ἠμέρες, πού θ’ ἀποσπασθῇ ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Νυμφίος καὶ θὰ θανατωθῇ, καὶ τότε θὰ νηστεύσουν.

16 Κανεὶς δὲ καινούργιο τεμάχιο ὑφάσματος δὲν βάζει ὼς μπάλωμα σὲ παλαιὸ ἔνδυμα, διότι τὸ συμπλήρωμά του (τὸ μπάλωμα δηλαδή) τραβάει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα, καὶ έτσι γίνεται χειρότερο σχίσιμο (Ὸ Ἰουδαϊσμὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν συμπίπτουν καὶ δὲν συμβιβάζονται, διότι ὁ πρῶτος πάλιωσε, ὅπως ἕνα ἔνδυμα, καὶὸ δεύτερος εἶναι καινούργιος). 67 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 9,17-30

17 Οὔτε καινούργιο κρασὶ (μοῦστο) βάζουν σὲ παλαιὰ άσκιά. Άλλιῶς τὰ άσκιὰ σχίζονται, ἔτσι δὲ καὶτὸ κρασὶ χύνεται ἔξω, καὶ τὰ άσκιὰ καταστρέφονται. Ἀλλὰ τὸ καινούργιο κρασὶ βάζουν σὲ καινούργια άσκιά, καὶ ἔτσι καὶ τὰ δύο διατηροῦνται (Ὀσοι πα- ραμένουν προσκολλημένοι στὸν Ἰουδαϊσμὸ εἶναι παλαιὰ ἀσκιά, ποὺ δὲν δύνανται νὰ βαστάσουν τὸ νέο κρασί, τὸ Χριστια- νισμό. Ὁ Χριστιανισμὸς άπαιτεῖ νέα άσκιά, ἀνθρώπους ἐλευθε- ρωμένους ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμό)».

Θεραπεία αἱμορροούσης καὶ ἀνάστασι κόρης ἄρχοντος

18 Ἐνῷ τοὺς έλεγε αὐτά, ἰδοὺ κάποιος άρχων πλησίασε καὶ τὸν προσκυνοῦσε λέγοντας· «Ἠ θυγατέρα μου πρὸ ὀλίγου πέθα- νε. Ἀλλὰ έλα καὶ βάλε τὸ χέρι σου ἐπάνω της καὶ θ’ άναστηθῇ».

19 Τότε ὁ Ἰησοῦς σηκώθηκε καὶ τὸν ἁκολούθησε, καθὼς καὶ οἰ μαθηταί του.

20 Καὶ ἰδοὺ μία γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἱμορραγία δώδε- κα έτη, πλησίασε ἀπὸ πίσω καὶ ἄγγιξε τὴν άκρη τοῦ ένδύματὸς του,

21 διότι έλεγε μέσα της· «Ἐὰν μόνον ἁγγίξω τὸ ἔνδυμα του, Θὰ σωθῶ (θὰ θεραπευθῶ)».

22 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ στράφηκε καὶ τήν εἶδε, εἶπε· «Ἔχε Θάρρος, κόρη μουί Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε (σέ θεράπευσε)». Καὶ πράγματι ἡ γυναῖκα ἔγινε καλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ εκεινη.

23 Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε στὸ σπίτι τοῦ άρχοντος καὶ εἶδε τοὺς αὐλητὰς (μουσικοὺς) νὰ παίζουν θλιβερὰ μοιρολὸγια, καὶ τὸ πλῆθος ταραγμένο,

24 λέγει σ’ αὐτούς· «Άποχωρεῖτε. Δὲν πέθανε δὲτὸ κορίτσι, ἀλλὰ κοιμᾶται». Τότε άρχισαν νὰ γελούν εἰς βάρος του.

25 Ὅταν δὲτὸ πλῆθος βγήκε ἔξω, μπῆ κε μέσα καὶ τὴν έπιασε ἀπὸ τὸ χέρι της, καὶ τὸ κορίτσι σηκώθηκε ἐπάνω.

26 Καὶ ἡ φήμη γι’ αὐτὸ τὸ θαῦμα διαδόθηκε σ’ ὅλη τὴ περιοχὴ έκείνη.

Θεραπεία δύο τυφλῶν

27 Ἐνῷ δὲ προχωροὺσε ἀπ’ ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθη- σαν δύο τυφλοί, κράζοντας καὶ λέγοντας· «Σπλαγχνίσου μας καὶ σῶσε μας (θεράπευσέ μας), Υἱὲ Δαβίδ».

28 Ὅταν δὲ ἦλθε στὸ σπίτι, ἦλθαν κοντά του οἱ τυφλοὶ καὶ τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Πι- στεύετε, ὅτι δύναμαι νὰ κάνω τοῦτοῖ». Τοῦ λέγουν· «Ναί, Κύριε».

29 Τότε άγγιξε τὰ μάτια τους λέγοντας· «Ἅς γίνῃ σὲ σᾶς σύμφω- να μὲ τὴν πίστι σας».

30 Καὶ ἄνοιξαν τὰ μάτια τους. Ὁ δὲ Ἰησοῦς μὲ αὐστηρὸ ὕφος τοὺς πρόσταξε λέγοντας· «Κοιτάξετε νὰ μὴ τὸ μάθῃ κανείς». 69 κΑτΑ ΜΑτοΑιοΝ , 931 - ιο,4

31 Ἀλλ’ αὐτοὶ βγήκαν καὶ τὸν διαφήμισαν σ’ ὅλη τὴν περι- οχή ἐκείνη.

Θεραπεία βωβοῦ δαιμονισμένσυ

32 Καὶ ἐνῷ αύτοὶ ἔβγαιναν, ίδοὺ έφεραν πρὸς αὑτὸν ἕνα ἄνθρωπο βωβὸ δαιμονισμένο.

33 Καὶ ὅταν βγῆκε τὸ δαιμόνιο, ὁ βωβὸς μίλησε, καὶτὰ πλήθη θαύμασαν καὶ έλεγαν «Ποτὲ δὲν παρουσιάσθηκε τέτοιο φαινόμενο στὸν Ἰσραήλ».

34 Ἀλλ’ οί Φαρισαῖοι ἔλεγαν- «Μὲ τὴ δύναμι τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμονίων βγάζει τὰ δαιμόνια».

Ὁ Ἰησοῦς περιοδεύει, κηρύττει καὶ θεραπεύει

35 Καὶ περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλες τὶς πόλεις καὶτὰ χωριά, καὶ δίδασκε στὶς συναγωγές τους καὶ κήρυττε τὸ χαρμόσυνο κή ρυγ- μα τῆς βασιλείας (τοῦ Θεοῦ), καὶ Θεράπευε κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε άρρώστεια οτὸ λαό.

Ἡ συμπόνια τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ λαό

36 Ὅταν δὲ εἶδε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἔνοιωσε γιΙ αύτοὺς συμπόνια, διότι ἦταν ἁποκαμωμένοι καὶ έγκαταλελειμμένοι σὰν πρόβατα χωρὶς ποιμένα.

37 Τότε λέγει στοὺς μαθητάς του· «Ὸ μὲν καρπὸς γιὰ Θερισμὸ εἶναι πολύς, οἱ δὲ έργάτες εἶναι ὀλίγοι

38 Γι’ αύτὸ παρακαλέσετε τὸν κύριο τοῦ πρὸς Θερισμὸν καρποῦ, γιὰ ν’ ἀποστείλῃ έργάτες γιὰ νὰ Θερί- σουν τὸν καρπό του».

Κεφάλαιο 10

Ἔξουσία καὶ ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων

1οἈφοῦ δὲ προσκάλεσε τοὺς δώδεκα μαθητάς του, τοὺς ἔδωσε ἐξουσία πάνω στὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, ὥστε νὰ τὰ βγάζουν, καὶ νὰ θεραπεύουν κάΘε ἀσθένεια καὶ κάθε άρρώστεια.

2 Τὰ δὲ όνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων εἶναι αύτά- Πρῶτος ὁ Σίμων, ποὺ ὀνομάζεται (καὶ) Πέτρος, καὶὸ Ἀνδρέας ὸ άδελφός του, ὁ Ἰάκωβος ὁ υίὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός του,

3 ὁ Φίλιππος καὶὸ Βαρθολομαῖος, ὁ Θωμᾶς καὶὸ Ματθαῖος ὁ τελώνης, ὁ Ἰάκωβος ὁ υίὸς τοῦ Ἁλφαίου καὶὸ Λεβ- βαῖος, ποὺ έπωνομάσθηκε Θαδδαῖος,

4 ὁ Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν πρόδωσε. 7χ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1Ο,5-20

Ὸδηγίες πρὸς τοὺς ἀποστόλους

5 Αὐτοὺς τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς μ’ αύτὲς τίς παραγγελίες- «Σὲ δρόμο, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τοὺς ἐθνικούς (τοὺς εἰδωλολάτρες), νὰ μὴ τιᾶτε. Καὶ σὲ πόλι Σαμαρειτῶν νὰ μὴ μπῆτε,

6 ἀλλὰ μᾶλλον νὰ πηγαίνετε πρὸς τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰσρα- ηλιτικοῦ ἔθνους.

7 Ὅταν δὲ πηγαίνετε, νὰ κηρύττετε λέγοντας, ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔφθασε.

8 Άσθενεῖς νὰ θεραπεύετε, λεπροὺς νὰ καθαρίζετε (ἀπὸ τὴ λέπρα), νεκρούς νὰ ἀνασταίνετε, δαιμόνια νὰ βγὰζετε. Δωρεάν λάβατε, δωρεὰν νὰ δίνετε.

9 Νὰ μὴν ἔχετε χρυσὰ οὔτε ἀσημένια ούτε χάλκινα νομίσματα στὶς ζῶνες σας,

10 οὔτε ὸδοιπορικὸ σάκκο, οὔτε διπλὰ ἐνδύματα, οὔτε ὑποδήματα, οὔτε ραβδί. Ὁ ἐργάτης βεβαίως δικαιοῦται τά ἀπαραίτητα γιὰ τὴ συντήρησί του (ἀπ’ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται).

11 Στήν πόλι δὲ ἢ στὸ χωριὸ, ποὺ θά μπῆτε, νὰ ἐξετάσετε ποιός εἶναι ἄξιος ἐκεῖ, καὶ ἐκεῖ νὰ μείνετε, ἕως ὅτου ἀναχωρήσετε.

12 Μπαίνοντας δὲ στὸ σπίτι νὰ τὸ χαιρετίσετε λέγοντας· ’Έύλογία σ’ αύτὸ τὸ σπίτι”.

13 Καὶ ἂν μὲν εἶναι τὸ σπίτι ἅξιο, νὰ έλθῃ ἡ εὐλογία σας σ’ αύτό. Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἀξιο, ἡ εὐλογία σας νὰ ἐπιστρέψῃ σ’ έσᾶς.

14 Καὶ ἂν κάποιος δὲν σᾶς δεχθῇ καὶ δὲν ἀκούσῃ τοὺς λόγους σας, βγαίνοντας ἔξω ἀπ’ τὸ σπίτι ἢ τὴν πόλι ἐκείνη, τινάξετε καλὰ τὴ σκόνη τῶν πο- διῶν σας.

15 Άληθινά σᾶς λέγω, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως οἱ κάτοικοι τῆς χώρας τῶν Σοδόμων καὶτῶν Γομόρρων θά κρι- θοῦν ἐπιεικέστερα ἀπὸ τούς κατοίκους τῆς πόλεως ἐκείνης»

Πρόρρησι διωγμῶν, λόγοι συμβουλευτικοὶ καὶ ε’νθαρρυντικοί

16 «Ἰδοὺ ἐγὼ σᾶς ἀποστέλλω σὰν πρόβατα ἀνάμεσα σὲ λύκους. Γι’ αύτὸ νὰ εἶσθε ἔξυπνοι σὰν τὰ φίδια, ἀλλὰ καὶ ἀδο- λοι καὶ τέλειοι σὰν τὰ περιστέρια.

17 Καὶ νὰ προφυλάσσεσθε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, διότι θά σάς παραδώσουν σὲ συνέδρια, καὶ στἰς ουναγωγές τους θὰ σᾶς μαστιγώσουν.

18 Καὶ σὲ ἡγεμόνες δὲ καὶ βασιλεῖς θὰ ὸδηγηθῆτε ἐξ αἰτίας μου, γιὰ νὰ δώσετε μαρτυρία σ’ αὐτοὺς καὶ στοὺς ἐθνικούς (εἰδωλολὰτρες).

19 Ὅταν δὲ σᾶς παραδώσουν, μὴ καταληφθήτε ἀπὸ ἀγωνία καὶ μὴ φροντίσετε γιὰ τὸ πῶς θά όμιλήσετε ἢ τὸ τί θά είπῆτε. Διότι θὰ σᾶς δοθῇ ἐκείνη τὴν ὥρα τί θὰ είπητε.

20 Διότι δὲν εἶσθε σεῖς ποὺ ὁμιλεῖτε, ἀλλ’ εἶναιτὸ Πνεῦμα τοῦ (ούρανίου) πατέρα σας ποὺ ὁμιλεῖ, χρη- σιμοποιώντας ἐσᾶς ὡς ὄργανά του. 73 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1Ο,21-34

21 θὰ παραδώσῃ δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸ σὲ θάνατο, καὶ πατέρας παιδί, καὶ θὰ ὲπαναστοτι-ήσουν παιδιὰ ἐναντίον γονέων, καὶ θὰ τοὺς θανατώσουν.

22 Καὶ θὰ μισῆσθε ἀπ’ ὅλους γιὰ τὸ ὄνομά μου. ’Ὀποιος δὲ ὑπομείνῃ μέχρι τέλος, αὐτὸς θὰ σωθῇ.

23 Ὅταν δὲ σᾶς διώκουν ἀπὸ τὴ μία πόλι, νὰ φεύγετε γιὰ τὴν ἄλλη. Άλη- θινά δὲ σᾶς λέγω, δὲν θὰ προφθάσετε νὰ τελειώσετε τὶς πόλεις τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ έλθῃ.

24 Δὲν εἶναι μαθητὴς παραπάνω ἀπὸ τὸ διδάσκαλο, οὔτε δοῦλος παραπάνω ἀπὸ τὸν κύριό του.

25 Εἶναι ἀρκετὸ στὸ μα- θητή νὰ γίνῃ ὅπως ὁ διδάσκαλός του, καὶ οτὸ δοῦλο ὅπως ὁ κύριός του. Ἅν τὸν οἰκοδεσπότη ὠνόμασαν Βεελζεβούλ, πὸσο μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς τους

26 Ἀλλὰ μὴ τοὺς φοβηθῆτε (τοὺς ουκοφάντες). Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε σκεπασμένο, ποὺ ὁὲν θὰ ξεσκεπασθῇ, καὶ κρυφό, ποὺ δὲν θὰ γίνῃ γνωστὸ (Ἠ ἀλήθεια δηλαδὴ θά διαλάμψῃ καὶή συκοφαντία θά διαλυθῇ).

27 Αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω ίδιαιτέρως, νὰ τὸ εἰπῆτε δημοσίως, καὶ αὐτὸ ποὺ ἀκούετε στὸ αὺτί, νὰ τὸ κηρύξετε ἀπ ’ τὶς ταράτσες.

28 Ἑπίσης νὰ μὴ φοβηθῆτε ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ σκοτώσουν τὴν ψυχή. Νά φοβηθῆτε δὲ μᾶλλον ἐκεῖνον, ποὺ μπορεῖ καὶ ψυχὴ καὶ σῶμα νὰ καταδικάσῃ σὲ ὅλεθρο μέσα στὴ γέεννα (στήν Κόλασι).

29 Δύο σπουργίτια δὲν πωλοῦνται γιὰ μία δεκάρα; Καὶ ὅμως ἕνα ἀπ’ αὐτὰ δὲν πέφτει οτή γῆ (δὲν πεθαίνει) χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ (οὐράνιος) πατέρας σας.

30 Ὅσο δὲ γιὰ σᾶς, ἀκόμη καὶ οἱ τρίχες τῆς κε- φαλῆς σας εἶναι ἀριθμημένες.

31 Μή φοβηθῆτε λοιπόν. Ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια εἶσθε ἀνώτεροι έσεῖς».

Ἀνάγκη ὁμολογίας

32 «Γιὰ καθένα δέ, ποὺ θὰ κάνῃ ὁμολογία γιὰ μένα μπροστὰ οτοὺς ἀνθρώπους, θὰ κάνω καὶ ἐγώ ὁμολογία γι’ αὑτὸν μπροοτὰ στὸν Πατέρα μου τὸν οὺράνιο.

33 Ἐκεῖνον δέ, ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους θά τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγώ μπροοτά στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιο».

Ὸ Χριστὸς διχάζει τοὺς ἀνθρώπουςί

34 «Μή νομίσετε, ὅτι ἧλθα γιὰ νὰ βάλω εἰρήνη οτή γῆ. Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ βάλω εἰρήνη, ἀλλὰ μαχαίρι (σύμβολο πολέμου). 75 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1035 - 11,4

35 Ἧλθα δηλαδὴ νὰ φέρω σὲ διάστασι ἀκόμη καὶ υἱὸ πρὸς τὸν πατέρα του, καὶ θυγατέρα πρὸς τὴ μητέρα της, καὶ νῦφη πρὸς τὴν πεθερά της.

36 Ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ οἱ οἰκιακοί τουὲ».

Ὁ Χριστὸς ζητεῖ τὸ πρωτεῖο τῆς ἀγάπης μας καὶ αὑταπάρνησι

37 «Ὅποιος άγαπάει πατέρα ἢ μητέρα παραπάνω ἀπὸ μένα, δὲν μοῦ εἶναι ᾶξιος. Καὶ ὅποιος άγαπάει υἱὸ ἢ θυγατέρα παραπάνω ἀπὸ μένα, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος.

38 Καὶ αὑτός, ποὺ δὲν παίρνει τὸ σταυρό του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ, δὲν μοῦ εἶναι ἄξιος.

39 ’Ὀποιος θὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του (ἀποφεύγοντας τὸ μαρτύριο), θα τόν χάσῃ. Καὶ ὅποιος θὰ θυσιάσῃ τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρι μου, θὰ τὸν σώσῃ».

Ἡ σημασία τῆς φιλοξενίας τῶν κηρύκων τοῦ εὐαγγελίου

40 «Ὅποιος φιλοξενεῖ έσᾶς, φιλοξενεῖ έμένα, καὶ ὅποιος φιλοξενεῖ έμένα, φιλοξενεῖ ἐκεῖνον, ποὺ μὲ ἔστειλε. ’Ὀποιος φι- λοξενεῖ προφήτη λόγῳ τῆς ἰδιότητος τοῦ προφήτου, θὰ λάβῃ μισθὸ προφήτου.

41 Καὶ ὅποιος φιλοξενεῖ εὐσεβῆ λόγῳ τῆς ἰδιότητος τοῦ εὐσεβοῦς, θὰ λάβῃ μισθὸ εὐσεβοῦς.

42 Καὶ ὅποιος θὰ προσφέρῃ ἁπλῶς ἕνα ποτήρι νερὸ σὲ φυσικὴ κατάστασι (πρᾶγμα άδάπανο) σ’ ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ταπεινοὺς λόγῳ τῆς ἰδιότητος τοῦ μαθητοῦ (μου), ἀληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν θὰ χάσῃ τὸ μισθό του».

Κεφάλαιο 11

Ἐρώτημα γιὰ τὸν Ἑρχόμενο καὶ άπάντησι τοῦ Ἰησοῦ

1 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς τελείωσε νὰ δίνῃ ἐντολὲς καὶ ὁδηγίες στοὺς δώδεκα μαθητάς του, ἁναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ, γιὰ νὰ διδάξῃ καὶ νὰ κηρύξῃ στὶς πόλεις τους (στὶς πόλεις δηλαδὴ τῶν Ἰουδαίων).

2 Ὁ δὲ Ἰωάννης, ὅταν ἄκουσε στὴ φυλακὴ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ, ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του

3 καὶ τὸν ρώτη- σε· «Σὺ εἶσαι ὁ Ἐρχόμενος (ὁ Μεσσίας) ἢ πρέπει νὰ περιμένωμε ἅλλονῖ».

4 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἁποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Πηγαίνετε καὶ ἀναφέρετε στὸν Ἰωάννη ὅσα ἀκούετε καὶ βλέπετε· 77 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 11,5-18

5 Τυφλοὶ ἁποκτοῦν τὸ φῶς καὶ κουτσοὶ περιπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται (ἀπὸ τὴ λέπρα) καὶ κωφοὶ ἁκούουν, νεκροὶ άνα- σταίνονται καὶ πτωχοὶ άκούουν χαρμόσυνα μηνύματα.

6 Καὶ εύτυχης εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ κλονισθῇ ἁπέναντί μου».

Ὁ Ἰησοῦς πλέκει τὸ έγκώμιο τοῦ Ἰωάννου

7 Ὅταν δὲ αὐτοὶ άναχωροῦσαν, ὁ Ἰησοῦς ἄρχισε νὰ λέγῃ στὰ πλήθη γιὰ τὸν Ἰωάννη· «Τί βγήκατε στὴν ἔρημο νὰ ἰδῆτεῖ Κανῶνα καλάμι, ποὺ σαλεύεται ἀπὸ τὸν άνεμο; (Ὀχι βεβαίως).

8 Ἀλλὰ τί βγήκατε νὰ ίδῆτε; Κανένα ἄνθρωπο ντυμένο μὲ πολυ- τελῆ ἐνδύματα Ἰδού, αὐτοὶ ποὺ φοροῦν τὰ πολυτελῆ ἐνδύματα βρίσκονται στ’ άνάκτορα.

9 Ἀλλὰ τί βγήκατε νὰ ίδήτε; Προφήτης Ναί, σᾶς λέγω, καὶ πε- ρισσότερο ἀπὸ προφήτη.

10 Διότι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, για τὸν ὁποῖο ἔχει γραφή. Ἰδοὺ ἐγὼ άποστῦιλω τὸν άνγελιαφόρο μου πρωτύτερα ἀπὸ σένα, καὶ θὰ προετοιμάσῃ τὸ δρόμο σου.

11 Άληθινὰ σᾶς λέγω, γυναῖκα δὲν γε’ννησε ἄνδρα μεγαλύτερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Ἔν τούτοις ὁ μικρότερος οτή βασιλεία τῶν ούρανῶν (στήν Ἐκκλησία) εἶναι μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτόν (ἐξ ἐπόψεως πνευματικῶν προνομίων).

12 Ἀπὸ τὶς ἠμέρες δὲ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιοτοῦ μέχρι τώρα ἡ βασιλεία τῶν ούρανῶν τρέχει μὲ βιασύνη, καὶ ὅσοι βιάζουν τοὺς ἐαυτούς τους (προφθάνουν καὶ) τὴν ἁρπάζουν.

13 ’Ὀλοι δὲ οἱ προφῆτες καὶ ὁ νόμος προφήτευσαν μέχρι τὸν Ἰωάννη.

14 Καὶ ἂν Θέλετε νὰ παραδεχθῆτε, αύτὸς εἶναι ὁ Ἠλίας, ὁ ὁποῖος (κατὰ τὴ Γραφή καὶ τοὺς γραμματεῖς) μέλλει νὰ ἔλθῃ (ὁ Ἰωάννης δηλαδὴ εἶναι ὅμοιος μὲ τὸ θαυμαστὸ Ἠλία, εἶναι ἕνας ἄλλος Ἠλίας).

15 Ὅποιος ἔχει αύτιὰ γιὰ νὰ άκούῃ, ἂς άκούῃ».

Άπόρριψι καὶ δικαίωσι τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ

16 «Μὲ τί δὲ νὰ παρομοιάσω αὐτὴ τὴ γενεά; Όμοιάζει μὲ παιδιά, ποὺ κάθονται σὲ ὸμάδες, καὶ προσφωνοῦν οἱ παῖκτες τῆς μιᾶς ὸμάδος τοὺς συμπαῖκτες τῆς ἄλλης ὸμάδος

17 καὶ λέγουν μεταξύ τους· - Σᾶς παίξαμε χαρούμενα τραγούδια, ἀλλὰ δὲν χορέψατε. - Σὰς τραγουδήσαμε μοιρολόγια, ἀλλὰ δὲν κλάψατε.

18 Ἦλθε δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης χωρὶς νὰ τρώγῃ καὶ χωρὶς νὰ πίνῃ, καὶ λέγουν- ”Δαιμὸνιο ἔχει”. 79 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 11,19-28

19 Ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τρώγει καὶ πίνει, καὶ λέγουν- ’Ἴδοὺ ἄνθρωπος φαγᾶς καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καί ὰμαρτωλῶν”. Ἀλλ’ ἡ σοφία δικαιώθηκε ἀπὸ τὰ τέκνα της (οἱ συνετοὶ ἄνθρωποι αναγνώρισαν, ὅτι καὶ διὰ μέσου τοῦ Ἰωάννου καὶ διὰ μέσου τοῦ Υὶοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐνήργησε ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τῶν δύο ἀνδρῶν ὁ τρόπος τῆς ζωῆς εἶναι όρθός)».

Ταλανισμὸς ἀμετανοήτων πόλεων

20 Τότε (ὸ Ἰησοῦς) ἅρχισε νὰ ταλανίζῃ τὶς πόλεις, στὶς ὸποῖες έγιναν τὰ περισσότερα Θαύματά του, διότι δὲν μετανόησαν-

21 «Άλλοίμονο σὲ σένα, Χοραζίν, ἁλλοίμονο σὲ σένα, Βηθσαϊδάί Διότι, ἐὰν τὰ Θαύματα, ποὺ έγιναν σὲ σᾶς, γίνονταν στὴν Τύρο καὶ στὴ Σιδῶνα, πρὸ πολλοῦ θὰ μετανοοῦσαν καὶ θὰ κάθονταν μὲ σάκκο (σὰν ἔνδυμα) καὶ μὲ στάχτη (στὸ κεφάλι).

22 Γι’ αὐτὸ σᾶς βεβαιώνω, ὅτι ἡ Τύρος καὶ ἡ Σιδὼν θὰ κριθοῦν ἐπιεικέστερα ἀπὸ σᾶς κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

23 Καὶ σύ, Καπερναούμ, ποὺ ύψώΘηκες μέχρι τὸν ούρανό, θὰ κατεβασθῇς μέχρι τὸν ᾅδηί Διότι, ἐὰν οτὰ Σόδομα γίνονταν τὰ Θαύματα, ποὺ έγιναν σὲ σένα, θὰ έμεναν μέχρι σήμερα (δὲν θὰ καταστρέφονταν).

24 Γι’ αύτὸ σᾶς βεβαιώνω, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς γῆς τῶν Σοδόμων θὰ κριθοῦν ἐπιεικέστερα ἀπὸ σένα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως».

Ὁ Ἰησοῦς δοξολογεῖ τὸν Πατέρα

25 Τότε ὁ Ἰησοῦς μίλησε καὶ εἶπε· «Σὲ δοξολογῶ, Πατέρα, κύριε τοῦ ούρανοῦ καὶ τῆς γῆς, διότι ἁπέκρυψες αύτὰ (τὰ οὐράνια μυστήρια) ἀπὸ σοφοὺς καὶ εὐφυεῖς, καὶ τὰ φανέρωσες σὲ νήπια.

26 Ναί, Πατέρα, διότι ἔτσι Θέλησες».

Ποιός γνωρίζει τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό

27 «Ὄλα μοῦ παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου. Καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν Υὶό, παρὰ μόνον ὁ Πατέρας, οὔτε τὸν Πατέρα γνωρίζει κανείς, παρὰ μόνον ὁ Υἱός, καὶ ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο Θὰ Θελήσῃ ὁ Υἱὸς ν’ ἀποκαλύψῃ».

Ὁ ἀναπαυτικὸς ζυγὸς τοῦ Χριστοῦ

28 «Ἐλᾶτε πρὸς ἑμένα, ὅλοι οἱ κουρασμένοι καὶ καταπο- νημένοι, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω. 81 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 11,29 - 12,15

29 Πάρετε τὸ ζυγό μου ἐπάνω σας, καὶ διὰ τῆς πείρας μάθε- τε γιὰ μένα, ὅτι εἶμαι συγκαταβατικὸς καὶ ταπεινὸς στὸ πνεῦμα. Ναί, οἱ ψυχές σας θὰ βροῦν ἁνότπαυσι.

30 Διότι ὁ ζυγός μου εἶναι ἁπαλός, καὶ τὸ φορτίο μου έλαφρό».

Κεφάλαιο 12

Ὄχι ἁπόλυτη καὶ σχολαστική τήρησι τοῦ Σαββὰτου

12Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ πέρασε ὁ Ἰησοῦς τὸ Σάββατο μέσα ἀπὸ σπαρτα, Οἱ δὲ μαθηταί του πείνασαν, καὶ ἀρχι- σαν ν’ ἀποσποῦν στάχυα καὶ νὰ τρώγουν.

2 Οἱ δὲ Φαρι- σαῖοι, ὅταν εἶδαν αὐτό, εἶπαν σ’ αὐτόν· «Ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου κάνουν ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάνουν τὸ Σάββατο».

3 Αὐτὸς δὲ εἶπε σ’ αὐτούς· «Δὲν διαβάσατε τί ἔκανε ὁ Δαβίδ, ὅταν πείνασε αὐτὸς καὶ οἱ σύντροφοί του;

4 Ὅτι μπῆκε δηλαδὴ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔφαγε τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, τοὺς ὁποίους δὲν έπιτρεπόταν σ’ αὐτὸν νὰ φάγῃ οὔτε οτοὺς συντρόφους του, παρὰ μόνο στοὺς ἱερεῖς

5 Ἥ δὲν διαβάσατε στὸ νόμο, ὅτιτὸ Σάββατο οἱ ἱερεῖς μέσα στὸ ναὸ παραβαίνουν τήν ἀργία τοῦ Σαββάτου, καὶ ὅμως εἶναι ἀθῷοι]

6 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι έδῶ εἶναι ἁνώτερο ἀπὸ τὸ ναό.

7 Ἅν ἐπίσης ε’ίχοπε κα- ταλάβει τί σημαίνει, Εὑσπλαγχνία Θέλω καὶ ὄχι Θυσία, δὲν Θὰ καταδικάζατε τοὺς ἀθῴους.

8 Ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ανθρώπου εἶναι κύριος καὶτοῦ Σαββάτου».

Θεραπεία κατὰ τὸ Σάββατο

9 Ἀφοῦ δὲ ἔφυγε ἀπ’ ἐκεῖ, ἦλθε στὴ συναγωγή τους.

10 Καὶ ἰδοὺ ἦταν ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε τὸ χέρι του παράλυτο. Καὶ γιὰ νὰ τὸν κατηγορήσουν, τοῦ ὺπέβαλαν αὐτὸ τὸ ἐρώτημα· «Ἐπιτρέπεταί τὸ Σάββατο νὰ ἐνεργῇ κανεὶς θερα- πεῖες».

11 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Ποιός ἄνθρωπος ἀπὸ σᾶς Θὰ βρεθῇ, ποὺ θὰ ἔχῃ ένα πρόβατο, καί, ἐὰν αὐτὸ πέσῃ τὸ Σάββατο σὲ λάκκο, δὲν θὰ τὸ πιάσῃ καὶ δὲν θὰ τὸ σηκώσῃ;

12 Ἀλλὰ πόσο ἁνώτερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πρόβατα Ὥστε ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατο νὰ κάνῃ κανεὶς τὸ καλό».

13 Τότε λέγει στὸν ἅνθρω- πο· «Ἅπλωσε τὸ χέρι σου», Καὶ τὸ ἅπλωσε, καὶ ἁποκαταστάθηκε, ὥστε νὰ εἶναι ὑγιὲς ὅπως τὸ ἄλλο.

14 Τότε οἱ Φαρισαῖοι πῆγαν καὶ έκαναν συμβούλιο ἐναντίον του, γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν.

15 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς γνώρισε (τό σχέδιό τους) καὶ ἀναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ. 83 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 12,16-30

Προφητεία γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνῃ καὶ εὐσπλαγχνία τοῦ Μεσσία

Καὶ τὸν ἀκολούθησαν πλήθη πολλά, καὶ τοὺς θεράπευσε ὅλους (ὅσοι ἦταν ἀσθενεῖς).

16 Καὶ τοὺς διέταξε αὐστηρὰ νὰ μή τὸν διαφημίσουν.

17 Καὶ ἔτσι έκιτληρώθηκε ὁ λόγος, ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ προφήτου Ἠσαῖα-

18 Ἰδοὺ ὁ δοῦλος μου, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα, ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, στὸν ὁποῖον ἔδωσα τὴν ἐκλογή μου. θὰ Θέσω τὸ Πνεῦμα μου σ’ αὐτόν, καὶ θὰ ἐξαγγείλῃ ἐλε- ος στὰ ἔθνη.

19 Δὲν θὰ φιλονικῇ καὶ δὲν θὰ κραυγάζῃ, οὔτε θὰ ἀκούῃ κανεὶς τὴ φωνή του στοὺς δρόμους.

2Ο Καλάμι ραγισμένο δὲν θὰ σπάσῃ, καὶ λυχνόιρι ποὺ τρεμοσβήνει δὲν θὰ σβήσῃ, ἀλλὰ θὰ κάνῃ τὴν εὐσπλαγχνία νὰ νικήσῃ.

21 Καὶ στὸ ὄνομα του τὰ ἔθνη θὰ έλπίζουν.

Πῶς ὁ Ἰησοῦς βγάζει τὰ δαιμόνια

22 Τότε ὼδηγήθηκε σ’ αὑτὸν ἕνας δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ ἄλαλος, καὶ τόν θεράπευσε, ὥστε ὁ τυφλός καὶ ἅλαλος καὶ νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ βλέπῃ.

23 Καὶ έκπλήσσονταν ὅλα τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ καὶ έλεγαν· «Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱὸς Δαβίδρ).

24 Ἀλλ’ οἱ Φαρισαῖοι, ὅταν ἄκουσαν αὐτό, εἶπαν· «Αὐτὸς δέν βγόιζει τὰ δαιμόνια, παρὰ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Βεελζεβούλ, τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμονίων».

25 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, γνωρίζοντας τὶς σκέψεις τους, εἶπε σ’ αὐτούς· «Κόιθε βασίλειο, ποὺ χωρίσθη- κε σ’ άντιμαχόμενα μέρη, καταστρέφεται. Ἐπίσης κάθε πόλι ἢ οἰκογένεια, ποὺ χωρίσθηκε σ’ ἁντιμαχόμενα μέρη, δὲν δύναται νὰ σταθῇ (ἀλλὰ διαλύεται).

26 Ἐὰν καὶὸ Σατανᾶς βγάζῃ τὸ Σα- τανᾶ, χωρίσθηκε σ’ ἁντιμαχόμενα μέρη. Ἀλλὰ τότε πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ σταθῇ τὸ βασίλειό του, (Θὰ εἶχε διαλυθῆ).

27 Ἅν δὲ ἐγὼ βγάζω τὰ δαιμόνια μὲ τὴ δύναμι τοῦ Βεελζεβούλ, οἱ μαθηταί σας μὲ τίνος τὴ δύναμι τὰ βγόιζουν, Γι’ αὐτὸ αὐτοὶ θὰ σᾶς κατα- δικάσουν.

28 Ἅν ὅμως ἐγὼ βγάζω τὰ δαιμόνια μὲ τὴ δύναμι τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ἄρα ἔφθασε σὲ σᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

29 Ἥ πῶς δύναται κανεὶς νὰ μπῇ στὸ σπίτι τοῦ ἰσχυροῦ καὶ νὰ ὰρπάξῃ τὰ ὑπάρχοντά του, ἐὰν πρῶτα δὲν δέσῃ τὸν ἰσχυρὰ Μόνο τότε δύναται νὰ λεηλατήσῃ τὸ σπίτι του.

30 ’Ὀποιος δὲν εἶναι μαζί μου, εἶναι ἐναντίον μου. Καὶ ὅποιος δὲν μαζεύει μαζί μου, σκορπίζει». 85 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 12,31-39

Ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

31 «Γι’ αύτὸ σᾶς λέγω, κάθε ἁμαρτία καὶ ἀσέβεια θά συγχω- ρηθῇ στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλΙ ἡ ἀσέβεια πρὸς τὸ Πνεῦμα δὲν θά συγχωρηθῇ στοὺς ἀνθρώπους.

32 Καὶ ὅποιος θὰ είπῇ λόγο κατὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου (διότι σκανδαλίζεται ἀπὸ τὴν ταπεινὴ ἀνθρώπινη έμφάνισί του καὶ ἀπιστεῖ), θά τοῦ συγχωρηθῇ (ἐὰν βεβαίως μετανοήσῃ). Ἀλλ’ ὅποισς θὰ εἰπῇ λόγο κατὰ τοῦ Άγίου Πνεύματος, οὐδέποτε θά τοῦ συγχωρηθῇ (διότι «βλασφημία», ἤτοι προσβολή, ἀσέβεια, κατὰ τού Ἁγίου Πνεύματος εἶναιτοῦτο· τὸ νὰ βλέπῃ κανεὶς ὸλοφάνερη ὲκδήλωσι τοῦ Ἀγίου Πνεύματος, τῆς Θεότητσς, διὰ θαύματος ὅπως εἶναι ἡ ἐκβολὴ δαιμονίου, καὶ ὅμως νὰ μὴ πιστεύῃ, ἀλλά νὰ διαστρέφῃ τὴν ἔννοια τοῦ θαύμα- τος. Τοῦτο σημαίνει πώρωσι καὶ διαστροφὴ τῇς συνειδήσεως καὶ ἀμετανοησία, γι’ αύτὸ καὶ οὐδέποτε ουγχωρεῖται)».

Τὸ δένδρο γνωρίζεται ἀπὸ τὸν καρπό...

33 «Ἥ θεωρήσετε τὸ δένδρο καλό καὶ τὸν καρπό του καλό, ἢ θεωρήσετε τὸ δένδρο κακὸ καὶ τὸν καρπό του κακό, διότι ἀπὸ τὸν καρπό γνωρίζεται τὸ δένδρο (ἂν εἶναι καλό ἢ κακό).

34 Τέκνα γεννημζωα ἀπὸ όχιές, πῶς δύνασθε νὰ λαλῇτε ἀγαθά, ἀφοῦ εἶσθε κακοί, Διότι τὸ στόμα λαλεῖ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς, πού ξεχειλίζει.

35 Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ ἀπόθεμα βγάζει ἀγαθά, καὶ ὁ κακὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κακὸ ἀπόθεμα βγάζει κακά.

36 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι γιὰ κάθε συ- κοφαντικὸ λόγο, ποὺ θὰ εἰποὺν οἱ ἄνθρωποι, θά δώσουν λόγο γι’ αύτόν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

37 Ναί, ἀπὸ τοὺς λόγους σου θά δικαιωθῇς καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους σου θά καταδικασθῇς».

Τὸ σημεῖο τοῦ Ἰωνᾶ

38 Τότε μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους ἔλαβαν τὸ λόγο καὶ εἶπαν· «Διδάσκαλε, θέλουμε νὰ ίδοῦμε ἀπὸ σένα σημεῖο (θαῦμα)».

39 Αύτὸς δὲ τότε τοὺς εἶπε· «Γενεὰ πο- νηρή καὶ μοιχαλὶς έπιμόνως ζητεῖ σημεῖο, ἀλλὰ σημεῖο δὲν θὰ δοθῇ σ’ αύτή, παρὰ τὸ σημεῖο τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. 87 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 12,4Ο-50

40 Ὅπως δηλαδὴ ὁ Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἦταν στὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους (μεγάλου ψαριοῦ) τρεῖς ἡμέρεςῖ, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν κοιλιὰ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρες1».

Ἐθνικοὶ θὰ καταδικάσουν τοὺς ἀπίστους Ἰουδαίους

41 «Ἄνθρωποι τῆς Νινευῖ θ’ ἁναστηθοῦν κατὰ τὴν Κρίσι μαζὶ μ’ αὐτὴ τὴ γενεὰ καὶ θὰ τὴν καταδικάσουν, διότι μετανόη- σαν ἐξ αἰτίας τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ έδῶ εἶναι ἁνώτερο ἀπὸ τὸν Ἰωνᾶ.

42 Βασίλισσα τοῦ Νότου θ’ ἁναστηθῇ κατὰ τὴν Κρίσι μαζὶ μ’ αὐτὴ τὴ γενεὰ καὶ θὰ τὴν καταδικάσῃ, διότι ἦλθε ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς για ν’ ἀκούσῃ τὴ σοφία τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ έδῶ εἶναι ὰνώτερο ἀπὸ τὸ Σολομῶντα».

Ὺποτροπή δαιμονισμοῦ σὲ χειρότερη μορφή

43 «Ὅταν δὲτὸ ἁκάθαρτο πνεῦμα βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, περνὰει ἀπὸ ἀνύδρους τόπους καὶ ζητεῖ ἁνὰπαυσι, ἁλλὰ δὲν βρίσκει.

44 Τότε λέγει· ”Θὰ ἐπιστρέψω οτὸ σπίτι μου, ἀπ’ ὅπου βγῆκα”. Καὶ ὅταν ἔλθῃ, τὸ βρίσκει ἤσυχο καὶ σαρωμένο καὶ εύτρεπισμένο (ἔτοιμο νὰ δεχθῂ έπίσκεψι).

45 Τότε πηγαίνει καὶ παραλαμβάνει μαζί του ἄλλα ἑπτὰ πνεύματα, πονηρότερα του, καὶ μπαίνουν καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ, καὶ ἔτσι ἡ τελευταία κατάστασι τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου γίνεται χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. Ἔτσι ιιιιι

Ἡ πνευματικὴ συγγένεια ἁνώτερη τῆς σαρκικῆς,

46 Ἐνῴ δὲ αύτὸς μιλοῦσε ἀκόμη στὰ πλήθη, ἰδού ἡ μητέρα καὶ οἱ ἀδελφοί του παρουσιάσθηκαν ἔξω καὶ ζητοῦσαν νὰ τοῦ μιλήσουν.

47 Τοῦ εἶπε δὲ κάποιος· «Ἰδοὺ ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου εἶναι ἔξω καὶ ζητοῦν νὰ σὲ ἰδοῦν».

48 Αύτὸς δὲ ἀποκρίθηκε σ’ αύτὸν ποὺ τοῦ μίλησε· «Ποιά εἶναι ἡ μητέρα μου καὶ ποιοί εἶναι οἱ αδελφοί μουῖ».

49 Καὶ δείχνοντας μὲ τὸ χέρι του τοὺς μαθητάς του εἶπε· «Ἰδοὺ ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου.

50 Ναί, ὅποιος θὰ κάνῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου τοῦ ούρανίου, αύτὸς εἶναι ἁδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα μου». 89 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 13,1-16

Κεφάλαιο 13

Ἠ παραβολὴ τοῦ σπορέως

1 3Ἐκείνη δὲ τὴν ἡμέρα ὁ Ἰησοῦς βγῆκε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ καθόταν κοντὰ στὴ λίμνη.

2 Καὶ συγκεντρώθηκαν κοντά του πλήθη πολλά, ὥστε ἀναγκάσθηκε νὰ μπῇ καὶ νὰ καθήσῃ σὲ πλοῖο, ὲνῷ ὀλο τὸ πλῆθος στεκόταν στὸ γιαλό.

3 Καὶ τοὺς μίλη- σε γιὰ πολλὰ πράγματα μὲ παραβολὲς λέγοντας· «Ἰδού, βγῆκε ὸ σπορεὺς γιὰ νὰ σπείρῃ.

4 Καὶ ὅταν ἐσπερνε, ἄλλοι μὲν σπόροι ἔπεσαν στὸ δρόμο καὶ ἦλθαν τὰ πετεινὰ καὶ τοὺς κατέφαγαν·

5 ἄλλοι δὲ σπόροι ἔπεσαν στὸ πετρῶδες ἔδαφος, ὅπου δὲν ὑπῆρχε χῶμα πολύ, καὶ ἀμέσως φύτρωσαν, διότι δὲν εἶχαν βάθος χώματος,

6 καί, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, δέχτηκαν τὶς καυστικὲς ἀκτῖνες καί, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ρίζα (βαθειά ρίζα), ξεράθηκαν 7 ἄλλοι δὲ σπόροι ἔπεσαν σὲ μέρη, ὅπου ὺπῆρχαν σπόροι ἀγκα- θιῶν, καὶ φύτρωσαν καὶ ὑψώθηκαν τὰ ἀγκάθια καὶ τοὺς ἔπνιξαν τελείως.

8 καὶ ἄλλοι σπόροι ἔπεσαν στὸ χῶμα τὸ καλὸ καὶ ἔδω- σαν καρπό, ἄλλος μὲν σπόρος ὲκατό, ἄλλος δὲ ὲξήντα, καὶ ἄλλος τριάντα.

9 ’Ὀποιος ἔχει αύτιά γιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».

Γιατί ὁ Ἰησοῦς ὁμιλεῖ μὲ παραβολὲς

10 Τότε πήγαν κοντά του οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ εἶπαν- «Γιατί τοὺς ὁμιλεῖς μὲ παραβολές».

11 Αὐτὸς δὲ τοὺς ἀπάντησε- «Διότι ο ’ ἐσᾶς ἔχει δοθῆ (ἡ τιμὴ) νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῷ σ’ ἐκείνους δὲν ἔχει δοθῆ.

12 ’Ὸποιος δὲ ἔχει, θὰ δοθῇ σ’ αὐτόν, καὶ θὰ περισσεύσῃ. Άντιθέτως, ὅποιος δὲν ἔχει, καὶ αὑτό (τὸ λίγο), ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ.

13 Γι’ αὐτὸ τοὺς ὸμιλῶ μὲ παραβολές, ὥστε, ἑνῷ βλέπουν, νὰ μὴ βλέπουν, καὶ ἐνῷ · ἀκούουν, νὰ μὴν ἀκούουν, μήτε νὰ καταλάβουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἐπιστρέψουν.

14 Καὶ τότε θὰ ἐκπληρωθῇ σ’ αὐτοὺς ἠ προφητεία τοῦ Ἡσαΐα, ἡ ὁποία λέγει· θὰ ἀκούσετε θὰ ἀκούσε- τε, ἀλλὰ δὲν θὰ καταλὰβετε. Καὶ θὰ ίδῆτε θὰ ίδῆτε, ἀλλὰ δὲν θὰ ἰδῆτε.

15 Διότι σκοτίσθηκε ὁ νοῦς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, καὶ κώφευσαν, καὶ ἔκλεισαν τὰ μάτια τους, γιὰ νὰ μὴν ίδοῦν μὲ τὰ μάτια καὶ ἀκούσουν μὲ τὰ αὺτιὰ καὶ καταλάβουν μὲ τὸ νοῦ καὶ έπιστρέψουν, καὶ τοὺς συγχωρήσω».

Εὺτυχισμένα μάτια καὶ αὺτιά

16 «Τὰ δικά σας δὲ μάτια εἶναι εὐτυχισμένα, διότι βλέπουν, καὶ τὰ αὐτιά, διότι ἀκούουν. 91 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 13,17-30

17 Άληθινὰ δὲ σᾶς λέγω, ὅτι πολλοὶ προφῆτες καὶ εὐσεβεῖς ἔπιθύμησαν νὰ ίδούν αὐτά, πού βλέπετε, ἀλλὰ δὲν εἶδαν, καὶ ν’ άκούσουν αὐτά, ποὺ ἀκούετε, ἀλλὰ δὲν ἄκουσαν».

Ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ οπορέως

18 «Σεῖς λοιπὸν μάθετε τὴν ἔννοια τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως.

19 Ἀπὸ καθένα, ποὺ ἀκούει τὸ λόγο γιὰ τὴ βασι- λεία καὶ δὲν καταλαβαίνει, ἔρχεται ὁ Πονηρὸς καὶ παίρνει τὸ σπαρμένο στὴν ψυχή του. Αὐτὸ σημαίνει ὁ σπόρος, πού σπάρΘη- κε στὸ δρόμο.

20 Ὁ δὲ σπόρος, ποὺ σπάρθηκε στὸ πετρῶδες ἔδαφος, ἀναφέρεται σ’ ἐκεῖνον, ποὺ ἀκούει τὸ λόγο καὶ άμέσως τὸν δέχεται καὶ τὸν λαμβάνει μὲ χαρά·

21 ὅμως δὲν ἔχει ρίζα μέσα του, ἁλλ’ εἶναι προσωρινός, καὶ ὅταν συμβῇ Θλῖψι ἢ δι- ωγμὸς ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου, ἁμέσως κλονίζεται.

22 Ὁ δὲ σπόρος, ποὺ σπάρθηκε στὰ άγκάθια, ἀναφέρεται σ’ ἐκεῖνον, πού άκσύει τὸ λόγο, ἀλλ’ἢ (ὐπερβολική) μέριμνα γιὰ τὴ ζωή αὐτὴ καὶ ἠ άπόλαυσι τοῦ πλούτου καταπνίγει τὸ λόγο, καὶ ἔτσι ἀποβαίνει ἄκαρπος.

23 Ὁ δὲ σπόρος, πού σπάρθηκε στὸ καλὸ ἔδαφος, ἀναφέρεται σ’ ἐκεῖνον, πού άκούει τὸ λόγο καὶ ἐννοεῖ, καὶ αὐτὸς βεβαίως καρποφορεῖ καὶ ἁποδίδει ἄλλος μὲν έκατό, ἄλλος δὲ ἑξήντα, καὶ ἄλλος τριάντα».

Ἠ παραβολὴ τῶν ζιζανίων

24 Ἅλλη παραβολὴ τοὺς δίδαξε λέγοντας· «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔγινε ὁμοία μὲ ἄνθρωπο, ποὺ ἔσπειρε καλὸ σπόρο στὸν ἀγρό του.

25 Ἀλλ’ ὅταν οἱ ἄνθρωποι κοιμῶνταν, ἦλθε ὁ ἐχθρός του καὶ ἔσπειρε ζιζάνια μέσα στὸ σιτάρι καὶ ἔφυγε.

26 Ὅταν δὲ βλάστησε τὸ χορτάρι καὶ σχημάτισε καρπό, τότε (ἀπὸ τὸν καρπὸ) ἔγιναν φανερὰ καὶτὰ ζιζάνια.

27 Οἱ δὲ δοῦλοι τοῦ οίκο- δεσπότη πὴγαν καὶ τοῦ εἶπαν- ”Κύριε, δὲν ἔσπειρες καλὸ σπόρο στὸν άγρό σου, Ἀπὸ πού ἔχει τὰ ζιζάνια;”.

28 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· ’Ἄνθρωπος ἐχθρὸς ἔκανε τοῦτο”. Τότε οἱ δοῦλοι τοῦ εἶπαν· ”Θέλεις λοιπὸν νὰ πᾶμε νὰ τὰ μαζέψωμε;”.

29 Ἀλλ’ αὐτὸς εἶπε· ”’Ὀχι, μήπως μαζεύοντας τὰ ζιζάνια ξερριζώσετε μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ τὸ σιτάρι.

30 Άφήσετε ν’ αὐξάνωνται καὶτὰ δύο μαζὶ μέχρι τὸ Θερισμό. Καὶ τὸν καιρὸ τοῦ Θερισμοῦ θὰ εἰπῶ στοὺς θεριστάς- Μαζέψετε πρῶτα τὰ ζιζάνια καὶ δέσετέ τα σὲ δεμάτια, γιὰ νὰ τὰ κατακαύσετε, τὸ δὲ σιτάρι συγκεντρώσετε στὴν ἀποθήκη μου”». 93 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1331413

Ή παραβολὴ τοῦ κόκκου σινάπεως

31 Ἄλλη παραβολὴ τοὺς δίδαξε λέγοντας· «Ἠ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ κόκκο σιναπιοῦ, τὸν ὸποῖο πῆρε ἂνθρω- πος καὶ ἔσπειρε στὸν άγρό του.

32 Αὐτὸς εἶναι μὲν μικρότερος ἀπ’ ὅλους τοὺς σπόρους, ἁλλ’ ὅταν ἁναπτυχθῇ, ξεπερνάει ὅλα τὰ λαχανικὰ καὶ γίνεται ὸλόκληρο δένδρο, ὥστε νὰ έρχωνται τὰ πετεινὰ τοῦ ούρανοῦ καὶ νὰ κάθωνται στὰ κλαδιά του».

Ἠ παραβολὴ τῆς ζύμης

3 3 ’Άλλη παραβολὴ εἶπε σ ’ αὐτούς· «Ἠ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ προζύμι, ποὺ πῆρε γυναῖκα καὶτὸ ἔβαλε μέσα σὲ τρία σάτα ὰλεύρι (ποσότητα μεγάλη), καὶ ζυμώθηκε (δέχθηκε δηλαδὴ τήν ἑπίδρασι τοῦ προζυμιοῦ) ὅλο τὸ ἁλεύρι».

Προφητεία γιὰ τὴ χρῆσι παραβολῶν ἀπὸ τὸ Μεσσία

34 Ὅλα αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὰ πλήθη μὲ παραβολές, καὶ χωρὶς παραβολὴ δὲν τοὺς εἷπε τίποτε,

35 καὶ ἔτσι ἐκπληρώθη κε τὸ λεχθὲν διὰ τοῦ προφήτου, ὁ ὁποῖος εἶπε· θὰ ὁμιλήσω μὲ παρα- βολές, θὰ εἰπῶ ἁλήθειες μυστικὲς ἀπὸ τὴν ἁρχὴ τοῦ κόσμου.

Ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων

36 Τότε ἄφησε τὰ πλήθη καὶ ἦλθε στὸ οπίτι του (τὸ σπίτι ὅπου ἔμενε, ὄχι βεβαίως ἰδιόκτητο). Καὶ προσῆλθαν σ’ αὐτὸν οἱ μαθηταί του καὶ εἶπαν· «Ἐξήγησέ μας τὴν παραβολὴ τῶν ζι- ζανίων τοῦ ἀγροῦ».

37 Αὐτὸς δὲ τότε τοὺς εἷπε· «Ἐκεῖνος, ποὺ σπέρνει τὸν καλὸ οπόρο, εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

38 Ὁ δὲ ἀγρὸς εἶναι ὁ κόσμος. Ὁ δὲ καλός σπόρος εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς βασιλείας (τοῦ Θεοῦ). Τὰ δὲ ζιζάνια εἶναι οἱ ἄνθρωποι τοῦ κακοῦ.

39 Ὁ δὲ ἐχθρός, ποὺ τὰ ἔσπειρε, εἶναι ὁ Διάβολος. Ὁ δὲ Θερισμὸς εἶναι ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου. Καὶ οἱ Θερισταὶ εἶναι ἄγγελοι.

40 Ὅπως δὲ μαζεύονται τὰ ζιζάνια καὶ καίονται μὲ φωτιά, ἔτσι Θὰ συμβῇ κατὰ τὴ συντέλεια αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

41 Θ ’ ἀποστείλῃ ό Υἱὸς τοῦ ανθρώπου τοὺς ἀγγέλους του, καὶ θὰ μαζέψουν ἀπὸ τὸ βασίλειό του ὅλους τοὺς σκανδαλοποιοὺς καὶ τοὺς παραβάτες τοῦ νόμου,

42 καὶ θὰ τοὺς ρίξουν στὸ πύρινο καμίνι (στήν Κόλα- σι). Ἐκεῖ θὰ κλαῖνε καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια.

43 Τότε οἱ εὐσε- βεῖς Θ ’ ἁκτινοβολοῦν ὅπως ὁ ἥλιος στὴ βασιλεία τοῦ (οὐρανίου) πατέρα τους. ’Ὀποιος ἔχει αότιὰ γιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ». 95 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 13,44-55

Ἠ παραβολὴ τοῦ κρυμμένου Θησαυροῦ

44 «Πάλι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιὰζει μὲ Θησαυρὸ κρυμμένο στὸν άγρό, τὸν ὁποῖο βρῆκε ἄνθρωπος καὶ ἀπέκρυ- ψε. Καὶ ἀπὸ τὴ χαρά του πηγαίνει καὶ πωλεῖ ὅλα, ὅσα ἔχει, καὶ ἀγοράζει τὸν ὰγρὸ ἐκεῖνο».

Ἠ παραβολὴ τοῦ πολυτίμου μαργαρίτῃ

45 «Πάλι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ ἂνθρωπο ἔμπορο, ποὺ ζητεῖ πολύτιμα μαργαριτάρια, 46 καὶ ὅταν βρῆκε ἕνα πολύτιμο μαργαριτάρι, πῆγε καὶ πώλησε ὅλα, ὅσα εἶχε, καὶ τὸ ἁγόρασε».

Ἠ παραβολὴ τῆς σαγήνης

47 «Πάλι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ δίχτυ, ποὺ ρίχτηκε στὴ Θάλασσα καὶ μάζεψε ψάρια ἀπὸ κὰθε εἶδος.

48 Καὶ ὅταν γέμισε, τὸ ἁνέβασαν στὴν ἀκτή, καὶ κάθησαν καὶ μάζεψαν τὰ καλὰ ψάρία σὲ ἀγγεῖα, τὰ δὲ ἄχρηστα καὶ ἑπιβλαβῆ τὰ πέτα- ξαν.

49 Ἔτσι θὰ συμβῇ κατὰ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. θὰ βγοῦν οἱ ἄγγελοι καὶ θὰ-ξεχωρίσουν τοὺς κακοὺς ἀπὸ τοὺς καλούς,

50 καὶ θὰ τοὺς ρίξουν στὸ πύρινο καμίνι (στήν Κόλασι). Ἐκεῖ Θὰ κλαῖνε καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια».

Ὸ γνώστης τοῦ μωσαῖκοῦ νόμου καὶ τῆς χριστιανικής διδασκαλίας

51 Τοὺς ρωτάει ὁ Ἰησοῦς· «Καταλάβατε ὅλα αὐτός». Τοῦ ἀπα- ντοῦν- «Ναί, Κύριε».

52 Τότε αὐτὸς τοὺς εἶπε· «ΓΗ αὐτὸ κάθε γραμματεύς (διδάσκαλος τοῦ μωσαϊκού νόμου), πού διδάχθηκε γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (τή μεσσιακή βασιλεία), εἶναι ὅμοι- ος μὲ ἄνθρωπο οἰκοδεσπότη, ὁ ὁποῖος βγάζει ἀπὸ τὸ Θησαυρο- φυλάκιό του καινούργιους θησαυροὺς καὶ παλαιούς».

Ὀ Ἰησοῦς περιφρονεῖται στὴν πατρίδα του

53 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς τελείωσε τὶς παραβολὲς αὐτές, ἀναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ,

54 καὶ ἦλθε στὴν πατρίδα του, καὶ τοὺς δίδασκε στὴ συναγωγή τους, ὥστε νὰ ἑκπλήσσωνται καὶ νὰ λέγουν· «Ἀπὸ πού σ’ αὐτὸν αὐτὴ ἡ σοφία καὶ τὰ θαύματα,

55 Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ ξυλουργοῦ; Δὲν ὀνομάζεται ἡ μητέρα του Μαριὰμ καὶ οἱ ἀδῦτφοί του Ἰάκωβος καὶ Ἰωσής καὶ Σίμων καὶ Ἰούδας 97 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1356 - 14,14

56 Καὶ οἱ άδελφές του δὲν εἶναι ὅλες στὸν τόπο μας καὶ γνωστέςῖ Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν σ’ αὑτὸν ὅλα αὐτὰ τὰ Θαυμαστὰ φαινόμεναῖ».

57 Καὶ κλονίζονταν καὶ άμφέβαλλαν γι’ αὐτόν. Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν ὑπάρχει προφήτης χωρὶς ἐκτίμησι, παρὰ στὴν πατρίδα του καὶ στὸ σπίτι του».

58 Καὶ δὲν ἔκανε ἐκεῖ πολλὰ θαύματα λόγῳ τῆς ἀπιστίας τους.

Κεφάλαιο 14

Ἠ παρρησία καὶὴ άποκεφάλισι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ

1 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης ἄκουσε τὴ φήμη τοῦ Ἰησοῦ

2 καὶ εἶπε στοὺς αὺλικούς του· «Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής. Αὐτὸς άναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, καὶ γι’ αὐτὸ οἱ θαυματουργικὲς δυνάμεις ἐνεργοῦν δι’ αὐτοῦ».

3 Ὁ Ἡρῴδης, ὡς γνωστόν, ἓπιασε τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακὴ ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρῳδιάδος τῆς γυναῖκας τοῦ Φιλίππου τοῦ άδελφοῦ του.

4 Διὸτι ὁ Ἰωάννης τοῦ ἔλεγε· «Δὲν σου ἐπιτρέπεται νὰ συζῇς μ’ αὐτή».

5 Καὶ ἑνῴ ἤθελε νὰ τὸν φονεύσῃ, φοβήθηκε τὸ λαό, διότι τὸν θεωροῦσαν προφήτη.

6 Ἀλλ’ ὅταν ἐωρτάζονταν τὰ γενέθλια τοῦ Ἡρῴδη, χόρεψε ἡ θυγατέρα τῆς Ἡρῳδιάδος στὴν ἑορταστική αὐτὴ ὲκδήλωσι καὶ άρεσε στὸν Ἡρῴδη.

7 Γι’ αὐτὸ τῆς ὺποσχὲθηκε μὲ ὅρκο νὰ τῆς δώσῃ ὅ,τι θὰ τοῦ ζητήσῃ.

8 Καὶ αὐτή, κατόπιν συμβουλῆς τῆς μητέρας της, λέγει· «Δός μου ἐδῶ στὸ πιάτο τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ».

9 Λυπήθηκε δὲ ὁ βασιλεύς, ἁλλὰ γιὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνδαιτυμὸνες διέταξε νὰ δοθῇ (τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου).

10 Καὶ ἔστειλε καὶ ἁποκεφάλισε τὸν Ἰωάννη στή φυλακή.

11 Καὶ φέρθηκε τὸ κεφάλι του σὲ πιάτο, καὶ δόθηκε στὸ κορίτσι, καὶ τὸ ἔφερε στὴ μητέρα της.

12 Καὶ πῆγαν οἱ μα- θηταί του καὶ πήραν τὸ σῶμα καὶ τὸ ἐ’θαψαν. Ἔπειτα πῆγαν καὶ ἀνήγγειλαν τὸ συμβὰν στὸν Ἰησοῦ.

Ό Ἰησοῦς σπλαγχνίζεται τὸ λαὸ καὶ θεραπεύει τοὺς ἀσθενεῖς

13 Ὅταν δὲ τὸ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, άναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ μὲ πλοῖο γιὰ ἔρημο τόπο μόνος. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἄκουσαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, τὸν ἁκολούθησαν πεζοπορώντας ἀπὸ τὶς πόλεις.

14 Βγήκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶδε πολὺ λαό, καὶ τοὺς σπλαγχνίσθηκε, καὶ θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους των. 99 κΑτΑ ΜΑΤΘΑΙοΝ 14,15-31

Τὸ Θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν

15 Ὅταν δὲ πλησίαζε νὰ βραδυάση, προσῆλθαν σ’ αὑτὸν οἱ μαθηταί του καὶ εἶπαν- «Ὸ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ ἡ ὥρα ἤδη περασμένη. Δῶσε διαταγή νὰ φύγουν τὰ πλήθη, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ χωριὰ καίν’ ἀγοράσουν τρόφιμα νὰ φᾶνε».

16 Ἀλλ’ ὁ Ἰη- σοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν χρειάζεται νὰ φύγουν. Δῶστε τους ὲσεῖς νὰ φᾶνε».

17 Ἀλλ’ αὐτοὶ τοῦ λέγουν- «Δὲν έχουμε έδῶ παρὰ πέντε ψωμιὰ καὶδύο ψάρια».

18 Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Φέρτε μου αὐτὰ έδῶ».

19 Καὶ ἀφοῦ διέταξε τὰ πλήθη νὰ ξαπλώσουν στὰ χορτάρια, πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, ὔψωσε τὰ μὰτια του στὸν οὺρανὸ καὶ εὐλόγησε, καὶ ἔκοψε καὶ έδωσε στοὺς μαθητὰς τὰ ψωμιόι, καὶ οἱ μαθηταὶ στὰ πλήθη.

20 Καὶ έφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν, καὶ σήκωσαν τὸ περίσσευμα ἀπὸ τὰ κομμάτια δώδε- κα κοφίνια πλήρη.

21 Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ έφαγαν, ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες, έκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.

Ὸ Ἰησοῦς περιπατεῖ πάνω στὴ λίμνη

22 Άμέσως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἁναγκασε τοὺς μαθητάς του νὰ μποῦν στὸ πλοῖο καὶ νὰ πᾶνε πρωτύτερα ἀπ’ αὑτὸν στὸ ἀπέναντι μέρος, γιὰ νὰ διαλύσῃ ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πλήθη.

23 Καὶ ἀφοῦ διέλυσε τὰ πλήθη, άνέβηκε στὸ ὅρος γιὰ νὰ προσευχηθῇ μόνος. Καὶ ὅταν βράδυασε, ἦταν ἐκεῖ μόνος.

24 Τὸ δὲ πλοῖο ήδη βρισκόταν στὸ μέσο τῆς λίμνης καὶ πάλευε μὲ τὰ κύματα, διότι ὸ ἄνεμος ἦταν ἁντίθετος.

25 Κατὰ τὴν τετάρτη δὲ βάρδια τῆς νύχτας (ὥρα 3-6) πῆγε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατώντας πάνω στὴ λίμνη.

26 Καὶ ὅταν οἱ μαθηταὶ τὸν εἶδαν νὰ περιπατ ι ᾗ πάνω στὴ λίμνη, ταράχθηκαν νομίζοντας ὅτι εἶναι φάντασμα, καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους έβγαλαν κραυγή.

27 Άμέσως δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς μίλησε λέγοντας, «Ἔχετε θάρροςί Ἐγὼ εἶμαι. Μὴ φοβεῖσθε».

Ἡ ὁλιγοπιστία τοῦ Πέτρου

28 Τότε ὁ Πέτρος τοῦ μίλησε καὶ εἶπε· «Κύριε, ἐὰν εἶσαι σύ, διάταξέ με νὰ έλθω σὲ σένα (περιπατοῦντας) πάνω στὰ νερά».

29 Αὐτὸς δὲ εἷπε· «Ἕλα». Τότε ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περιπάτησε πάνω οτὰ νερά, γιὰ νὰ πάῃ στὸν Ἰησοῦ.

30 Ἀλλὰ βλέποντας τὸν ἅνεμο ίσχυρὸ φοβήθηκε, καὶ ἀρχίζοντας νὰ βυθίζεται φώναξε δυνατὰ καὶ εἶπε· «Κύριε, σῶσε μεί».

31 Άμέσως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ λέγει· «Ὀλιγόπιστεί Γιατί φοβήθηκες». ΗΠ, ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1432 - 15,12

32 Καὶ ὅταν μπῆκαν στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος. 33 Καὶ ὅσοι ἦταν στὸ πλοῖο ἦλθαν καὶ τὸν προσκύνησαν λέγοντας· «Ἀληθινὰ εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

Θεραπεῖες στὴ Γεννησαρέτ

34 Ἔτσι, ἀφοῦ διαπεραιώθηκαν, ἦλθαν στὴν περιοχή τῆς Γεννησαρέτ.

35 Καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἐκείνου τὸν άντιλήφθηκαν, ἔστειλαν μήνυμα σ’ όλη τὴν περιοχή έκείνη, καὶ έφεραν σ’ αὺτὸν ὅλους τοὺς ἀρρώστους,

36 καὶ τὸν παρακα- λοῦσαν νὰ άγγίξουν ἔστω τὴν ἄκρη μόνο ἀπὸ τὸ ένδυμά του. Καὶ ὅσοι άγγιξαν, θεραπεύθηκαν τελείως.

Κεφάλαιο 15

Παραδόσεις ἀνθρώπων εἰς βάρος ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ

1 Τότε πλησιάζουν τὸν Ἰησοῦ οἱ γραμματεῖς καὶ Φαρι- σαῖοι ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ λέγουν-

2 «Γ ιατί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουν τὴν παράδοσι τῶν παλαιοτέρων; Διότι δὲν νίπτουν τὰ χέρια τους, ὅταν τρώγουν».

3 Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε σ’ αὐτούς· «Γιατί καὶ σεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολή τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας;

4 Διότι ὁ Θεὸς ἔδωσε έντολή λέγοντας· Νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, καί, Ὅποιος κακολογεῖ πατέρα ἢ μητέρα έξάπαντος νὰ Θανατώνεται.

5 Ἀλλὰ σεῖς λέγετε· «Ἐὰν κανεὶς πῇ στὸν πατέρα ἢ οτή μητέρα, ”Αὐτό, ποὺ θὰ λάμβανες ὡς βοήθημα ἀπὸ μένα, τὸ άφιερώνω στὸ Θεό”, τότε ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ὺποχρέωσι νὰ τιμήσῃ (μὲ προσφορὰ βοηθήματος) τὸν πατέρα του ἢ τὴ μητέρα του».

6 Ἔτσι ἁκυρώσατε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας.

7 Ὑποκριταίέ Καλῶς προφήτευσε γιὰ σὰς ὁ Ἡσαΐας λέγο- ντας,

8 Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ πλησιάζει μὲ -τὸ στόμα τους καὶ μὲ τιμᾷ μὲ τὰ χείλη, ἐνῷ ἡ καρδιά τους πολὺ ἀπέχει ἀπὸ μένα.

9 Ναί, ψευδῶς μὲ σέβονται, ἀφοῦ ἀκολουθοῦν διδασκαλίες, ποὺ εἶναι έντολὲς ἀνθρώπων.

Τί μολύνει ἠθικῶς τὸν ἄνθρωπο

10 Τότε προσκάλεσε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς εἷπε- «Προσέχετε καὶ καταλάβετε (αὐτὸ ποὺ θὰ εἰπῶ).

11 Δὲν μολύνει τόν ἄνθρωπο αὐτὸ ποὺ μπαίνει στὸ στόμα, ἀλλ’ αὐτὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα, αὐτὸ μολύνει τὸν ἄνθρωπο».

12 Τότε πλησίασαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ εἶπαν· «Ξέρεις, ὅτι οἱ Φαρι- σαῖοι σκανδαλίσθηκαν, όταν ἄκουσαν τί εἶπες». 103 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 15,13-29

13 Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Κάθε φυτεία, ποὺ δὲν φύτευσε ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος, θὰ ξερριζωθῇ.

14 Άφήστε τους. Εἶναι τυφλοὶ ὁδηγοὶ τυφλῶν. Ἐὰν δὲ τυφλὸς ὁδηγῇ τυφλό, καὶ οἱ δύο θὰ πέσουν σὲ λάκκο».

15 Ὁ δὲ Πέτρος πήρε τὸ λόγο καὶ τοῦ εἷπε· «Ἔξήγησέ μας τὸν αίνιγματικὸ αὐτὸ λόγο».

16 Ό δὲ Ἰησοῦς εἶπε· «Άκόμη καὶ σεῖς δὲν καταλαβαίνετε,

17 Άκόμη δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι κάθε τι, ποὺ μπαίνει στὸ στόμα, προχωρεῖ στήν κοιλιὰ καὶ ἁποβάλλεται στὸ ἁποχωρητήριο,

18 Ἐνῷ έκεῖνα, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα, βγαίνουν ἀπὸ τὴν ψυχή, καὶ ἐκεῖνα μολύνουν τὸν ἄνθρωπο.

19 Διότι ἀπὸ τὴν ψυχὴ βγαίνουν πο- νηρὲς σκέψεις, φόνοι, μοιχεῖες, πορνεῖες, κλοπές, ψευδομαρ- τυρίες, βλασφημίες.

20 Αὺτὰ εἶναι έκεῖνα ποὺ μολύνουν τὸν ἄνθρωπο. Τὸ δὲ νὰ φάγῃ κανεὶς μὲ ἅπλυτα χέρια, αὐτὸ δὲν μολύνει τὸν ἄνθρωπο».

Ἡ πίστι τῆς Χαναναίας καὶ ἡ θεραπεία τῆς θυγατέρας της

21 Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἰησοῦς βγῆκε ἀπ’ έκεῖ, ἁναχώρησε γιὰ τὰ μέρη τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος.

22 Καὶ ίδοὺ μία γυναῖκα Χα- ναναία βγήκε ἀπὸ τὴν περιοχὴ έκείνη καὶ τοῦ φώναζε δυνατὰ λέγοντας· «Ἐλέησέ με (λυπήσου με καὶ βοήθησέ με), Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ. Ἡ θυγατέρα μου δαιμονίζεται καὶ βασανίζεται φρικτὰ».

23 Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τῆς ἁποκρίθηκε λέξι. Τότε πλησίασαν οἱ μα- θηταί του καὶ τὸν παρακαλοῦσαν λέγοντας· «Κάνε τὸ αἴτημά της γιὰ νὰ φύγῃ, διότι μᾶς ἀκολουθεῖ φωνάζοντας».

24 Ἀλλ’ αὐτὸς ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Δὲν στάλθηκα, παρὰ στὰ πρόβατα τὰ χαμένα τοῦ Ἱσραηλιτικοῦ ἔθνους».

25 Αὐτὴ δὲ ἦλθε καὶ τὸν προσκύνησε λέγοντας· «Κύριε, βοήθησέ με».

26 Ἀλλ’ αὐτὸς ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίξω στὰ σκυλάκια».

27 Αὐτὴ δὲ εἶπε· «Ναί, Κύριε. Ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλάκια τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους».

28 Τότε ἀποκρίθηκε ό Ἰησοῦς καὶ εἶπε σ’ αὐτή· «Ὦ γυναῖκα, εἶναι μεγάλη ἡ πίστι σουί ’Άς γίνῃ σὲ σένα ὅπως θέλεις». Καὶ θεραπεύτηκε ἡ θυγατέρα της ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη.

Θεραπεῖες διαφόρων ἀσθενῶν

29 Ἀφοῦ δὲ ἔφυγεν ἀπ’ έκεῖ ὁ Ἰησοῦς, ἦλθε κοντὰ στὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας. Καὶ ἀφοῦ ἁνέβηκε στὸ ὅρος, καθόταν έκεῖ. 105 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1530 - 16,4

30 Καὶ ἦλθαν πρὸς αὐτὸν πλήθη πολλὰ ἔχοντας μαζί τους κουτσούς, τυφλούς, κωφαλάλους, κουλοὺς καὶ ἄλλους πολλούς, καὶ τοὺς ἔρριξαν στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, καὶ τοὺς θεράπευσε,

31 ὥστε νὰ κυριευθοῦν τὰ πλήθη ἀπὸ θαυμασμὸ βλέποντας κω- φοὺς νὰ ἁκούουν, ἀλάλους νὰ μιλοῦν, κουλοὺς νὰ γίνωνται ὑγιεῖς, κουτσοὺς νὰ περιπατοῦν καὶ τυφλοὺς νὰ βλὲῖιουν. Καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ.

Τὸ Θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν τετρακισχιλίων ἀνδρῶν

32 Ὁ δὲ Ἰησοῦς κάλεσε κοντὰ τοὺς μαθητάς του καὶ εἶπε· «Σπλαγχνίζομαι τὸ λαό, διότι τρεῖς ήμέρες τώρα παραμένουν κοντά μου καὶ δὲν ἔχουν τί νὰ φᾶνε. Καὶ νὰ τοὺς ἀφήσω νὰ φύγουν νηοτικοὶ δὲν Θέλω, μήπως στὸ δρόμο παραλύσουν».

33 Τοῦ λέγουν δὲ οἱ μαθηταί του· «Ἀπὸ ποῦ νὰ βροῦμε ἑδῶ οτήν ἔρημιὰ τόσα ψωμιὰ, ὥστε νὰ χορτάσωμε τόσο λαό,».

34 Ό δὲ Ἰησοῦς τοὺς λέγει· «Πόσα ψωμιὰ ἔχετε». Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν- «Ἑπτά, καὶ λίγα ψαρόικια».

35 Τότε διέταξε τὰ πλήθη νὰ ξαπλώσουν στὸ ἔδαφος.

36 Καὶ ἀφοῦ πήρε τὰ ἑπτὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια, ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχή, καὶ ἔκοψε καὶ ἔδωσε στοὺς μαθητάς του, οἱ δὲ μαθηταὶ στὰ πλήθη.

37 Καὶ ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν, καὶ σήκωσαν τὸ περίσσευμα ἀπὸ τὰ κομμάτια ἔπτὰ καλὰθια πλήρη.

38 Αὐτοὶ δέ, ποὺ ἔφαγαν, ήταν τέσσερες χιλιάδες ἄνδρες, ἐκτὸς γυναικῶν καὶ παιδιῶν.

39 Άφού δὲ διέλυ- σε τὰ πλήθη, μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ἦλθε στὴν περιοχή Μαγδαλά.

Κεφάλαιο 16

Οἱ Ἰουδαῖοι προκαλοῦν τὸν Ἰησοῦ νὰ δείξῃ σημεῖο

1 Ἣλθαν δὲ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι, καὶ προ- καλώντας τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς δείξῃ ἔνα σημεῖο (θαῦμα) ἀπὸ τὸν οὐρανό.

2 Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Ὅταν βραδυόισῃ, λέγετε· ”Καλοκαιρία αὕριο, διότι κοκκινίζει ὸ ουρανός”.

3 Καὶ τὸ πρωί (λέγετε)· ”Σήμερα θὰ εἶναι κακοκαιρία, διότι ὁ οὐρανὸς κοκκινίζει καὶ εἶναι συννεφιασμένος”. Ὑποκρι- ταίί Τήν μὲν ὅψι τοῦ οὐρανοῦ γνωρίζετε νὰ ἑρμηνεύετε, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν (ποὺ ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε) δὲν δύνασθε νὰ καταλάβετε,

4 Γενεὰ πονηρή καὶ μοιχαλίδα (ποὺ δὲν εἶναι πιστή στὸν οὺράνιο Νυμφίο) ἔπιμόνως ζητεῖ σημεῖο, ἀλλὰ σημεῖο δὲν θὰ τῆς δοθῇ, παρὰ τὸ σημεῖο τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου». Καὶ τοὺς ἅφησε καὶ ἔφυγε. 107 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 16,5-20

Προσέχετε ἀπὸ τὴν κακὴ ζύμη

5 Ὅταν δὲ οἱ μαθηταὶ πῆγαν στὸ ἀπέναντι τῆς λίμνης μέρος, λησμόνησαν νὰ πάρουν (μαζί τους) ψωμιά.

6 Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Ν’ άνοίγετε τὰ μάτια σας καὶ νὰ προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων».

7 Ἀλλ’ αὐτοὶ συζητοῦσαν μεταξύ τους καὶ έλεγαν· «Δὲν πήραμε ψωμιά».

8 Ἀντιληφθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἷπε· «Γιατί συζητεῖτε μεταξύ σας, ὀλιγόπιστοι, ὅτι δὲν πήρατε ψωμιά;

9 Άκόμη δὲν ἐννοεῖτε, οὔτε ἐνθυμεῖσθε τοὺς πέντε ἄρτους, ποὺ ’έφαγαν οἱ πέντε χιλιάδες ἄνδρες, καὶ πόσα κοφίνια περίσσευμα πήρατε;

10 Οὔτε τοὺς ἑπτὰ ἄρτους, ποὺ έφαγαν οἱ τέσσερες χιλιάδες ἄνδρες, καὶ πόσα καλάθια πήρατε;

11 Πῶς δὲν καταλαβαίνετε, ὅτι δὲν ἐννοοῦσα άρτο, ὅταν σᾶς εἶπα νὰ προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρι- σαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίωνῖ»

12 Τότε κατάλαβαν, ὅτι δὲν ἑννοοῦσε νὰ προσέχουν ἀπὸ τὸ προζύμι τοῦ ἄρτου, ἁλλ’ ἀπὸ τή διδασκαλία τῶν Φαρισαίων καὶτῶν Σαδδουκαίων.

Ἡ ὁμολογία τοῦ Πέτρου καὶ τὸ ἁκατάλυτο τῆς Ἐκκλησίας

13 Ὅταν δὲ ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στά μέρη τῆς Καισαρείας τοῦ Φιλίππου, ρωτοῦσε τοὺς μαθητάς του λέγοντας· «Ποιός λέγουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι εἶμαι ἐγὼ ὁ Υἱὸς τοῦ άνθρώπουῖ».

14 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν- «Ἅλλοι μὲν λέγουν, ὅτι εἷσαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιοτής, ἄλλοι δὲ ὁ Ἠλίας, καὶ ἄλλοι ὁ Ἱερεμίας ἢ ἕνας (ἄλλος) ἀπὸ τοὺς προφῆτες».

15 Λέγει σ’ αὐτούς· «Καὶ σεῖς ποιός λέγετε, ὅτι εἶμαιῖ».

16 Άποκρίθηκε τότε ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε· «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ (τοῦ ἀληθινοῦ ».

17 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε τότε· «Μακάριος εἶσαι, Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, διότι δὲν σοῦ ἔκανε άτιοκάλυψι ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὁ Πατέρας μου ό οὐράνιος.

18 Καὶ ἐγὼ δὲλέγω σὲ σένα, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Πέτρος, καὶ πάνω σ’ αὐτὴ τὴν πέτρα (τὸ βράχο τῆς πίστεως ποὺ ὡμολόγη- σες) θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου, καὶ ὁ ᾅδης δὲν θὰ ὑπε- ρισχύσῃ αὐτῆς.

19 Καὶ θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὅ,τι θὰ δέσῃς πάνω οτή γῆ, θὰ εἶναι δεμένο οτοὺς οὐρανούς, καὶ ὅ,τι θὰ λύσῃς πάνω οτή γῆ, θὰ εἶναι λυμένο στοὺς οὐρανούς»,

20 Τότε διέταξε τοὺς μαθητάς του νὰ μὴν ποῦν σὲ κανένα, ὅτι αυτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ Χριστός (ὸ Μεσσίας)1. 109 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 16,21 - 173

Ὁ Ἰησοῦς προλέγει τὸ πάθος καὶ τὴν άνάστασί του

21 Ἀπὸ τότε ἅρχισε ὁ Ἰησοῦς νὰ λέγῃ σαφῶς στοὺς μαθητάς του, ὅτι πρόκειται νὸι πάῃ στὸι Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ πάθῃ πολλὰ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ νὰ θανατωθῇ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα νὰ ἁναστηθῇ.

22 Τότε ὸ Πέτρος τὸν πῆρε ίδιαιτέρως καὶ άρχισε νὸι τὸν έπιπλήττῃ λέγο- ντας· «Μή γένοιτο, Κύριεέ Νὰ μὴ σοῦ συμβῇ αὑτό».

23 Αὐτὸς δὲ γύρισε καὶ εἶπε στὸν Πέτρο· «Φύγε ἀπὸ μπρσστά μου, άντιρ- ρησίαέ Εἶσαι έμπόδιό μου, διότι δὲν φρονεῖς τὰ ἀρεστὰ στὸ Θεό, ἀλλὰ τὰ ἀρεστὰ στοὺς ἀνθρώπους».

Οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Ἰησοῦ σηκώνουν σταυρό

24 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στοὺς μαθητάς του· «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ, ἂς ἁπαρνηθῇ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἂς σηκώσῃ τὸ σταυρό του, καὶ ἔτσι ἂς μέ ἀκολουθῇ.

25 Διότι, ὅποιος θὰ έπιδιώκῃ νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του (ἀποφεύγοντας τὸ μαρτύριο), θὰ τὸν χάσῃ. Ἐνῷ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ θυσιάσῃ τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρι μου, θὰ τὸν σώσῃ.

26 Τί δὲ ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδίσῃ ὅλο τὸν κόσμο, ἀλλὰ χάσῃ τὸν ἑαυτό του; Ἥ τί δύναται νὰ δώσῃ ὁ ἄνθρωπος ὡς άντίτιμο γιὰ τὸν ἑαυτό τους

27 Διότι ὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει νὰ ἔλθῃ μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα του μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους του, καὶ τότε θ’ άποδώσῃ στὸν καθένα σύμφωνα μὲ ὸ,τι ἔπραξε.

28 Ὰληθινὰ σᾶς λέγω, ὑπάρχουν μερι- κσὶ ἀπ’ αὐτούς, ποὺ εἶναι έδῶ, σί ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως ὅτου δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται μὲ τὴ βασιλική του δύναμι (συντρίβοντας τὸν Ἰουδαϊσμὸ κατὰ τὴν ἄλωσι τῆς Ἰερουσαλὴμ τὸ 70 μ.Χ καὶ ἐπιβάλλοντας τὸ κράτος του μὲ τήν κατίσχυσι τῆς Ἐκκλησίας)».

Κεφάλαιο 17

Ἡ μεταμόρφωσι τοῦ Ἰησοῦ

17 Μετὰ έξι δὲ ἠμέρες ὁ Ἰησοῦς παραλαμβάνει τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἱάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν ἀδελφό του, καὶ τοὺς άνεβάζει σ’ ἕνα ὺψηλὸ ὅρος ἰδιαιτέρως.

2 Καὶ μεταμορφώθηκε μπροστά τους, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε ὅπως ὁ ἥλιος, καὶ τὰ ένδύματά του έγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς.

3 Καὶ ἰδοὺ έμφανίσθη- καν σ’ αὐτοὺς ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, καὶ συνωμιλοὺσαν μαζί του. 111 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 17,4ν15

4 Ὁ δὲ Πέτρος ἔλαβε τὸ λόγο καὶ εἶπε στὸν Ἰησοῦ· «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ μείνωμε έδῶ. ’Άν θέλῃς, νὰ κάνωμε έδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ, καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία».

5 Ἐνῷ ἀκόμη αὐτὸς μιλοῦσε, ἰδοὺ ἕνα φωτεινὸ σύννεφο τοὺς σκέπασε, καὶ ίδοὺ μία φωνὴ ἀπὸ τὸ σύννεφο, ἡ ὁποία ἔλεγε. Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξα1 (καὶ κατέστησα Μεσσία, Χριστό)· σ’ αὐτὸν νὰ ὑπακούετε.

6 Ὅταν δὲ ἄκουσαν οἱ μαθηταί, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπό τους οτή γῆ, διότι φοβήθηκαν πάρα πολύ.

7 Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς πλησίασε, τοὺς άγγιξε, καὶ εἷπε· «Σηκωθῆτε καὶ μὴ φοβεῖσθε».

8 Σήκωσαν τότε τὰ μάτια τους καὶ δὲν εἶδαν κανένα, παρὰ τὸν Ίησοῦ μόνο.

9 Καὶ ὅταν κατέβαιναν ἀπὸ τὸ ὄρος, ὁ Ἰησοῦς τοὺς έδωσε έντολή λέγοντας. «Νὰ μὴ πῆτε σὲ κανένα αὐτὸ ποὺ ε’ίδατε, ἕως ὅτου ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου άναστηθῇ ἐκ νεκρῶν».

Ἐρώτησι τῶν μαθητῶν γιὰ τὸν Ἠλία καὶ ἁπάντησι τοῦ Ἰησοῦ

10 Οἱ δὲ μαθηταί του τοῦ ὺπέβαλαν τὸ ἑξῆς ἐρώτημα· «Γιατί ἄραγε οἱ γραμματεῖς λέγουν, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθῃ πρῶτα ὸ Ἠλίας».

11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπαντῶντας τοὺς εἷπε· «Ό Ἠλίας βε- βαίως ἔρχεται πρῶτα καὶ θὰ τὰ τακτοποιήσῃ ὅλα (Ἀλλ’ ἀφοῦ ό Ἠλίας τὰ τακτοποιεῖ ὅλα, δὲν ἀκολουθεῖ πάθος τοῦ Μεσσία, Συνεπῶς ὁ Ἠλίας ἔρχεται πρῶτα κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία, όχι κατὰ τὴν πρώτη, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Μεσσίας ὑφίσταται πάθος).

12 Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Ἠλίας ἤδη ἦλθε καὶ δὲν τὸν άναγνώρισαν, ἀλλὰ τοῦ έκαναν ὅσα Θέλησαν. Ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει νὰ πάθῃ ἀπ’ αὐτούς».

13 Τότε κατάλα- βαν οἱ μαθηταί, ὅτι τοὺς μίλησε γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή (Καίτοι οἱ Ἰουδαῖοι μιλοῦσαν μὲ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Ἠλία καὶ τὸν άνέμεναν, ὅταν ἦλθε ἕνας ἄλλος Ἠλίας, ὁ ἸωάιΝης ὁ Βαπτιστής, τὸν κακοποίησαν, ὅπως κατόπιν καὶ αὐτὸν τὸν Μεσσία).

Θεραπεία σεληνιαζομένου παιδιοῦ

14 Καὶ όταν ἔφθασαν στὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἦλθε σ’ αὑτὸν κάποιος άνθρωπος, ποὺ γονάτισε μπροοτά του

15 καὶ έλεγε· «Κύριε, ἐλέησε (λυπήσοι) καὶ σῶσε) τὸν υίό μου, διότι σεληνιάζε- ται καὶ ὑποφέρει φοβερά. Πολλὲς δὲ φορὲς πέφτει οτή φωτιὰ καί πολλὲς στὸ νερό. 113 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 17,16 - 18,1

16 Καὶ τὸν 1ε’φερα στοὺς μαθητάς σου, ἀλλὰ δὲν μπὸρεσαν νὸι τὸν Θεραπεύσουν».

17 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τότε· «Ὦ γενεὰ ἄπι- στη καὶ διεοτραμμένηί Ἕως πότε Θὸι εῖμαι μαζί σαςς Ἕως πότε θὸι σᾶς ἀνέχωμαις Φέρτε μου αὑτὸν έδῶ».

18 Καὶ στρεφόμενος πρὸς αὺτὸν ἔδωσεν αὑοτηρὸ παράγγελμα ὁ Ἰησοῦς καὶ βγῆκε ἀπ’ αὐτὸν τὸ δαιμόνιο καὶ Θεραπεύτηκε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη.

19 Τότε πῆγαν οἱ μαθηταὶ στὸν Ἰησοῦ ίδιαιτέρως καὶτοῦ εἶπαν( Γ ιατι ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ βγάλωμε (τὸ δαιμόνιο)ς)).

20 Ὁ δὲ Ιησοῦς τοὺς εἶπε «Λόγῳ τῆς ἀπιστίας σας. Ἀληθινὰ δὲ σᾶς λέγω, ἂν ἔχετε πίστι (Θερμὴ καὶ δυνατὴ) σὰν τὸ σπόρο τοῦ σιναπιοῦ, Θὸι είπῆτε σ αὐτὸ τὸ ὅρος· ’Μετατοπίσου ἀπὸ ἑδῶ έκεῖ”, καὶ θὰ μετατοπισθῇ. Καὶ τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἁδύνατο σὲ σᾶς.

21 Αὑτοῦ δὲ τοῦ ε’ίδους τὰ δαιμόνια δὲν βγαίνουν, παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ μὲ νηστεία».

Δεύτερη πρόρρησι τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως

22 Ἐνῲ δὲ περιώδευαν στὴ Γαλιλαία, τοὺς εἷπε ὁ Ἰησοῦς· «Μέλλει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὸι παραδοθῇ σὲ χέρια ἀνθρώπων.

23 Καὶ θὰ τὸν Θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἠμέρα θὸι ἁναστηΘῇ». Καὶ λυπήθηκαν πάρα πολύ.

Ὸ Ἰησοῦς πληρώνει φόρο

24 Ὅταν δὲ ἦλθαν στὴν Καπερναούμ, πῆγαν στὸν Πέτρο οἱ είσπράκτορες τοῦ φόρου τῶν διδράχμων (γιὰ τὸ ναὸ), καὶ εἶπαν· «Ὸ διδάσκαλός σας δὲν πληρώνει τὸ φόρο τῶν διδράχμωνς».

25 Λέγει (ὸ Πέτρος)·( «Ναί (πληρώνει))). Καὶ ὅταν μπῆκε στὸ οπίτι, τὸν πρόλαβε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε( (Τί νομίζεις, Σίμωνς Οι βα- σιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ ποίους είσπράττουν δασμοὺς“ η φόρος Ἀπὸ τὰ παιδιά τους ἢ ἀπὸ τοὺς ξένουςς»,

26 Τοῦ λέγει ὁ Πέτρος·(( (Ἀπὸ τοὺς ξένους». Τοῦ εἶπε (τότε) ὁ Ἰησοῦς· «Συνεπῶς τὰ παιδιὰ ἐξαι- ροῦνται.

27 Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ τοὺς σκανδαλίσωμε, πήγαινε στή λίμνη καὶ ρίξε ὰγκίστρι καὶ πάρε τὸ πρῶτο ψάρι, ποὺ θα βγόιλῃς, καὶ ἄνοιξε τὸ στόμα του, καὶ θὰ βρῇς μέσα του ἕνα τετράδραχ- μο. Πάρ’ το καὶ δῶσ’ το σ’ αὐτοὺς γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα».

Κεφάλαιο 18

Ποιός εἶναι ἀνώτερος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν

18Ἐκείνη τὴν ὥρα πλησίασαν οἱ μαθηταὶ τὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπαν· ((Ποιὸς ἆραγε εἶναι μεγαλύτερος οτή βασιλεία τῶν ουρανωνς». 115 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 18,2-14

2 Τότε προσκάλεσε ὁ Ἰησοῦς ἕνα παιδὶ καὶτὸ ἔστη σε μπροστά τους

3 καὶ εἶπε· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, ἐὰν δὲν γυρίσετε πίσω καὶ δὲν γίνετε σὰν τὰ παιδιά, δὲν θὰ μπῆτε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

4 ’Ὀποιος λοιπὸν θὰ γίνῃ ταπεινὸς σὰν αὐτὸ τὸ παιδί, αὐτὸς εἶναι ὸ μεγαλύτερος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

5 Καὶ ὅποιος θὰ τιμήσῃ ἕνα τέτοιο παιδὶ γιὰ τ ’ ὄνομά μου, έμένα τιμᾷ».

Περὶ σκανδάλων, σκανδαλοποιὼν καὶ σκανδαλιζομένων

6 «Καὶ ὅποιος θὰ σκανδαλίσῃ ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μικρούς ποὺ πιστεύουν σ’ ἐμένα, συμφέρει σ’ αὐτὸν νὰ κρεμασθῇ στὸν τράχηλό του μυλόπετρα, ποὺ τὴν γυρίζει ὁ ὄνος, καὶ νὰ καταπο- ντισθῇ στὸ βάθος τῆς θαλάσσης.

7 Ἀλλοίμονο στὸν κόσμο ἀπὸ τὰ σκάνδαλα. Εἶναι βεβαίως ὲπόμενο νὰ ἔρχωνται τὰ σκάνδαλα. Ἀλλ’ ὰλλοίμονο στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸν ὸποῖο ἔρχεται τὸ σκάνδαλο.

8 Ἐὰν δὲ τὸ χέρι σου ἢ τὸ πόδι σου σὲ σκανδαλίζῃ, ἁπόκοψέ τα καὶ πέταξέ τα. Σὲ συμφέρει νὰ εἰσέλθῃς στὴ ζωὴ (τὴν αἰώνια ζωὴ) κουτσὸς ἢ κουλός, παρὰ ἔχοντας δύο χέρια ἢ δύο πόδια νὰ ριχτῇς στὴν αἰώνια φωτιόι (στήν Κόλασι).

9 Καὶ ἐὰν ὸ ὀφθαλμός σου σὲ σκανδαλίζῃ, βγόιλ’ τον καὶ πέταξέ τον. Σὲ συμφέρει νὰ μπῇς στὴ ζωή μονόφθαλμος, παρὰ ἔχοντας δύο ὀφθαλμοὺς νὰ ριχτῇς στὴν πύρινη γέεννα (στήν Κόλασι). (Μὲ πρόσωπα δηλαδή, τιοὺ μᾶς σκανδαλίζουν, ὅσο χρήσιμα καὶ προ- σφιλῆ καὶ ἂν εἶναι, συμφέρει νὰ διακόπτωμε σχέσεις γιὰ νὰ μή κολασθοῦμε)».

«Μή καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν»

10 «Προσέχετε νὰ μὴ καταφρονήσετε κανένα ἀπὸ τοὺς μι- κροὺς αὐτούς. Διὸτι σᾶς βεβαιώνω, ὅτι οἱ ἄγγελοί τους στοὺς οὐρανοὺς συνεχῶς βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Πατέρα μου τοῦ ουρανιου».

Ἡ παραβολὴ τοῦ χαμένου προβάτου

11 «Ὀ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε γιὰ νὰ σώσῃ τὸ χαμένο.

12 Τί νομίζετε, Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος ἔχῃ ἑκατὸ πρόβατα καὶ χαθῇ ἕνα ἀπ’ αὐτά, δὲν θ’ ἁφήσῃ τὰ ἑνενήντα ἐννιὰ πάνω στὰ βουνὰ καὶ δὲν θὰ πάῃ νὰ ἁναζητήσῃ τὸ χαμένο,

13 Καὶ ἂν συμβῇ νὸι τὸ βρῂ, ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι χαίρει γι’ αὐτὸ περισσότερο, παρὰ γιὰ τὰ ἐνενήντα έννιά, ποὺ δὲν χάθηκαν.

14 Ἔτσι δὲν θέλει ὁ πατέρα σας ὁ οὐράνιος νὸι χαθῇ ἕνας ἀπὸ τοὺς μικροὺς τουτους». 117 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 18,15-26

«Ἐὰν ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου... ἐ’λεγξον..»

15 «Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ σὲ σε’να ὁ ἀδελφός σου, πήγαινε καὶ έλεγξέ τον ἰδιαιτέρως. Ἅν σὲ ἀκούσῃ, κέρδισες τὸν ἀδελφά σου.

16 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν σὲ ἀκούσῃ, παράλαβε μαζί σου έναῆ δύο άκόμη, γιὰ νὰ βεβαιωθῃ κάθε πρᾶγμα (τῆς κρινομένης ὑποθέσεως) ἀπὸ τὸ στόμα δύο μαρτύρων ἢ τριῶν.

17 Ἀλλ’ ἐὰν δὲν τοὺς ἀκούσῃ, άνάφερε τὴν ύπόθεσι στὴν ἐκκλησία (οτή Θρησκευτική σύναξι). Καὶ ἐὰν δὲν ἀκούσῃ καὶ τὴν ἐκκλησία, νὰ τὸν Θεωρῄς σὰν τὸν εἰδωλολάτρη καὶ τὸν τελώνῃ».

Ἠ ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν ἁμαρτίας

18 «Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅσα θὰ δέσετε στὴ γῆ, θὰ εἶναι δεμένα (καὶ) στὸν οὐρανὸ, καὶ ὅσα θὰ λύσετε στὴ γῆ, θὰ εἶναι λυμένα (καὶ) στὸν ούρανό».

Ἠ δύναμι δύο ἢ τριῶν πιστῶν μαζί

19 «Άληθινὰ σᾶς λέγω πάλι, ὅτι, ἐὰν δύο ἀπὸ σᾶς συμ- φωνήσουν πάνω οτή γῆ γιὰ ὸποιοδήποτε πρᾶγμα, ποὺ θὰ ζητήσουν, θα γίνῃ σ’ αὐτούς ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν ούράνιο.

20 Ὅπου δὲ εἶναι δύο ἢ τρεῖς σύγκεντρωμένοι οτὸ ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι ἀνάμεσά τους».

Συγχώρησι τοῦ ἀδελφοῦ ἀπεριορίστως

21 Τότε ὁ Πέτρος τὸν πλησίασε καὶ εἶπε· «Κύριε, πόσες φορὲς θά ἁμαρτήσῃ σὲ μένα ὁ ἀδελφός μου καὶ θὰ τὸν συγχωρήσω, Ἕως ἑπτὰ φορέςρ),

22 Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δέν σοῦ λέγω ἔως ἑπτὰ φορές, ἀλλ’ ἕως ὲβδομήντα φορὲς ἑπτά (άπεριορίοτως δη- λαδή)».

Ἡ παραβολὴ τῶν κακοῦ δούλου

23 «Γι’ αύτὸ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔγινε ὁμοία μὲ ἐ’να άνθρωπο βασιλέα, ποὺ Θέλησε νὰ κάνῃ λογαριασμὸ μὲ τοὺς δούλους του.

24 Καὶ ὅταν ἀρχισε νὰ κάνῃ λογαριασμό, τοῦ έφε- ραν ἕνα ὀφειλέτη δέκα χιλιάδων ταλάντων (ποσοῦ ἀστρονομι- κοῦ).

25 Καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ έξοφλήσῃ, διέταξε ὁ κύριός του νὰ πωληθῂ αύτὸς καὶ ἡ γυναῖκα του καὶτὰ παιδιά καὶ ὅλα ὅσα εἶχε, καὶ νὰ ἐξοφληθῂ τὸ χρέος.

26 Τότε ἔπεσε ὁ δοῦλος καί τὸν προσκυνοῦσε λέγοντας· ”Κύριε, κάνε ὺπομονή γιὰ μένα, καὶ ὅλα θὰ σοῦ τὰ έξοφλήσω”. 119 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1827 - 19,6

27 Ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου αἰσθάνθηκε τότε εὐσπλαγχνία καὶ τὸν ἄφησε ἐλεύθερο, ἀλλὰ καὶτοῦ χάρισε τὸ δάνειο.

28 Ἀλλ’ ὅταν βγῆκε ἔξω ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, βρῆκε ἕνα ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὤφειλε ἑκατὸ δηνάρια (μικρὸ συγκριτικὰ ποσό). Καὶ τὸν ’έπιασε καὶ τὸν ἕπνιγε λέγοντας· ’Ἕξόφλησέ μου ὅ,τι ὁφείλεις”.

29 Ἔπεσε τότε ὁ σύνδουλός του στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας· ”Κάνε ὑπομονὴ γιὰ μένα, καὶ θὰ σ’ έξοφλήσω”.

30 Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε, ἀλλὰ πήγε καὶ τὸν ἔρριξε στὴ φυλακή, ἔως ὅτου ἑξοφλήσῃ τὸ χρέος.

31 Ὅταν δὲ οἱ συνδουλοί του εἶδαν τὰ συμβάντα, ἀγανάκτη- σαν πάρα πολύ, καὶ πῆγαν καὶ άνέφεραν στὸν κύριό τους ὅλα ὅσα συνέβησαν.

32 Τότε τὸν κάλεσε ὁ κύριός του καὶτοῦ λέγει· ”Δοῦλε κακέ, ὅλο έκεῖνο τὸ χρέος σοῦ χάρισα, ἐπειδὴ μὲ πα- ρακάλεσες.

33 Δὲν ἔπρεπε καὶσὺ νὰ λυπηθῇς καὶ νὰ κάνῃς ἔλεος στὸ σύνδουλό σου, ὅπως καὶ ἐγὼ λυπήθηκα καὶ ἔκανα ἔλεος σὲ σένα;”.

34 Ὠργίσθηκε δὲ ὁ κύριός του καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς δεσμοφύλακες, έως ὅτου τοῦ έξοφλήσῃ ὅλο τὸ χρέος.

35 Ἔτσι καὶ ὁ Πατέρας μου ὁ ἐπουράνιος θὰ κάνῃ σὲ σᾶς, ἐὰν δὲ) συγ- χωρήσετε καθένας στὸν άδελφὸ του ἀπὸ τὶς καρδιές σας τὰ πα- ραπτώματά τους».

Κεφάλαιο 19

Μετάβασι στὴν Ἰουδαία καὶ Θεραπεία ἀσθενῶν

19Ὅταν δὲ τελείωσε ὁ Ἰησοῦς αὐτοὺς τοὺς λόγους, άνα- χώρησε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία καὶ ἦλθε στὴν περιοχὴ τῆς Ἰου- δαίας πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη.

2 Καὶ τὸν άκολούθησαν πλήθη πολλά, καὶ τοὺς θεράπευσε ἐκεῖ.

Περὶ γάμου, διαζυγίου καὶ άγαμίας

3 Καὶ ἦλθαν σ’ αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι, γιὰ νὰ τὸν δο- κιμάσουν μὲ σκσπὸ δόλιο, καὶ τοῦ εἶπαν· «Ἆραγε ἐπιτρέπεται στὸν άνθρωπο νὰ χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του γιὰ ὸποιαδήπο- τε αἱτίαῖ».

4 Αὐτὸς δὲ τοὺς ἁπάντησε- «Δὲν διαβάσατε, ὅτι ὸ Δημιουργὸς ἀπὸ τὴν ἁρχὴ τοὺς ἔκανε άρσενικὸ καὶ θηλυκὸ

5 καὶ εἶπε (διὰ τοῦ Ἀδάμ), ’Τι’ αὐτὸ θ’ άφήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα καὶ θὰ προσκολληθῇ στή γυναῖκα του, καὶ θὰ γίνουν σί δύο μία σάρκα (ἕνα σῶμα)”;

6 Ὥστε δὲν εἶναι πλέον δύο, ἀλλὰ μία σάρκα (ἕνα σῶμα). Ἐκεῖνο λοιπόν, ποὺ ὁ Θεὸς ἔζευξε μὲ τὸ ἄλλο, ἄνθρωπος νὰ μὴ χωρίζῃ». 12]. ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 19,7-20

7 Τοῦ λέγουν· «Ἀλλὰ γιατί ὁ Μωυσῆς έδωσε ἐντολή νὰ δίνῃ ὸ ἄνδρας ἔγγραφο διαζυγίου καὶ νὰ τὴ χωρίζῃς»

8 Τοὺς λέγει· «Ὁ Μωυσῆς βεβαίως σᾶς ἐπέτρεψε νὰ χωρίζετε τὶς γυναῖκες σας λόγῳ τῆς σκληροκαρδίας σας, ἐνῷ ἀπὸ τὴν άρχή δὲν ἦταν έτσι.

9 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι ὅποιος θὰ χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του ὅχι γιά άνηθικότητα, καὶ θὰ νυμφευθῇ ἄλλη, διαπράττει μοιχεία. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ νυμφευθῇ χωρισμένῃ, διαταράττει μοι- χεία».

10 Τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί του· «Ἐὰν ἔτσι ἔχῃ τὸ πρᾶγμα τῆς σχέσεως τοῦ ἀνδρὸς μὲ τὴ γυναῖκα, δὲν συμφέρει νὰ ἔρχε- ται κανεὶς σὲ γάμο».

11 Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· «Δὲν εἶναι ὅλοι σὲ Θέσι νὰ δεχθοῦν αὐτὸ τὸ λόγο (γιὰ τὴν άγαμία), ἀλλ’ έκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔχει δοθῇ.

12 Ὑπάρχουν δέ εύνοῦχοι (άνίκανοι γιὰ γάμο), ποὺ γεννήθηκαν ἔτσι ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας. Καὶ ὑπάρχουν εὐνοῦχοι, ποὺ εύνουχίσθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ύπάρχουν εὐνοῦχοι, ποὺ οἱ ἴδιοι εὐνούχισαν τοὺς ἑαυτούς των (μὲ αύστηρή ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ γάμο) γιὰ τὴ βα- σιλεία τῶν ούρανῶν. Ὅποιος μπορεῖ νὰ τὸ δεχθῇ, ἂς τὸ δεχθῇ».

Ὀ Ἰησοῦς εύλογεῖ τὰ παιδιά

13 Τότε ἔφεραν σ’ αὑτὸν παιδιά, γιὰ νὰ τὰ εύλογήσῃ θέτο- ντας ἐπάνω τους τὰ χέρια, καὶ νὰ προσευχηθῇ. Ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ τοὺς έπέπληξαν.

14 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως εἶπε· «Άφῆοτε τὰ παιδιὰ καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε νὰ ἔλθουν πρὸς έμένα. Διὸτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι γι’ αὐτούς, ποὺ εἶναι σὰν αὑτά».

15 Καὶ ἀφοῦ τὰ εύλόγησε Θέτοντας ἐπάνω τους τὰ χέρια, ἀναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ.

Πλούσιος νέος ἐρωτᾷ πῶς κληρονομεῖται ἡ αἰώνια ζωή

16 Καὶ ἰδοὺ κάποιος τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκα- λε ἀγαθέ, τί ὰγαθὸ νὰ κάνω γιὰ νὰ ἐ’χω ζωὴ αἱώνιαῖ».

17 Αύτὸς δὲ τοῦ εἶπε. «Γιατί μὲ λέγεις άγαθό (ἀφοῦ μὲ Θεω- ρεῖς ἁπλῶς ἄνθρωπο), Κανεὶς δὲν εἶναι ἁγαθός, παρὰ ἕνας, ὁ Θεὸς. Ἅν Θέλῃς δὲ νὰ μπῃς στὴν (αἰώνια) ζωή, τήρησε τὶς έντολές».

18 Τοῦ λέγει· «Ποιέςῖ», Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· «Τὸ νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευ- δομαρτυρήσῃς,

19 νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, καὶ ν’ ἀγαπᾷς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου».

20 Τοῦ λέγει ὁ νέος· «Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία. Σὲ τί άκὸμη ὑστερῶῖ». 123 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 1921 - 20,5

21 Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Ἅν θέλῃς νὰ εἷσαι τέλειος, πήγαι- νε πώλησε τὰ ὑπάρχοπά σου καὶ δῶσε σὲ πτωχούς, καὶ θὰ ἔχῃς Θησαυρὸ στὸν οὐρανό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς».

22 Ἀλλ’ όταν ὁ νέος ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, ἔφυγε λυπημένος, διότι εἶχε μεγάλη περιουσία.

Δυσκόλως πλούσιος εἰσέρχεται στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν

23 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε στοὺς μαθητάς του· «Άληθινά σᾶς λέγω, ὅτι δυσκόλως πλούσιος θά μπῇ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

24 Προχωρῶ δὲ καὶ σᾶς λέγω· Εἶναι εὐκολώτερο καμήλα νά περάσῃ ἀπὸ τρύπα βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπῇ στὴ βασι- λεία τοῦ Θεοῦ».

25 Στό ἄκουσμα δὲ τέτοιου λόγου οἱ μαθηταί του αἰσθάνθηκαν πολὺ μεγάλη ἔκπληξι καὶ ἔλεγαν· «Ποιός τότε δύναται νὰ σωθῇς».

26 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς κοίταξε ἑκφραστικά καὶ τοὺς εἶπε. «Τοῦτο στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀδύνατο, ἀλλὰ στὸ Θεὸ εἶναι ὅλα δυνατά».

Ὸ μισθὸς τῶν ἀκολούθων τοῦ Ἰησοῦ

27 Τότε ὁ Πέτρος πῆρε τὸ λόγο καὶ τοῦ εἶπε. «Ἰδοὺ ἐμεῖς τὰ ἀφήσαμε ὅλα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε. Τί λοιπὸν θά συμβῇ σ’ έμᾶςρ).

28 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε. «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι σεῖς, ποὺ μὲ ἀκολουθήσατε, στὸν καινούργιο κόσμο, ὅταν καθήσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πάνω στὸν ἔνδοξο θρόνο του, θά καθήσετε καὶ σεῖς πάνω σὲ δώδεκα θρόνους, καὶ θά κρίνετε τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ.

29 Καὶ καθένας, ποὺ ἀφησε σπίτια ἢ ἀδελ- φοὺς ἢ ἀδελφὲς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς γιά τ’ ὄνομά μου, θά λάβῃ ἐκατονταπλάσια, καὶ θὰ κληρο- νομήσῃ ζωὴ αίώνια.

30 Πολλοὶ δὲ πρῶτοι θά γίνουν τελευταῖοι, καὶ τελευταῖοι θά γίνουν πρῶτοι».

Κεφάλαιο 20

Ἠ παραβολὴ τῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος

2 Ο «Διότιή βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ νοικοκύρη, ποὺ μόλις ξημέρωσε βγῆκε νὰ προσλάβῃ μὲ μισθὸ ἔργάτες γιὰ τ’ ἀμπέλι του.

2 Καὶ ἀφοϋ συμφώνησε μὲ τοὺς ὲργάτες νὰ τοὺς πληρώνῃ ἔνα δηνάριο ἠμερομίσθιο, τοὺς ἔστειλε στ’ ἀμπέλι του.

3 Καὶ ὅταν βγῆκε γύρω στὶς ἐννιά τὸ πρωί, εἶδε ἀλλους νὰ εἶναι ἀνεργοι στὴν ἀγορά.

4 Καὶ σ’ ἐκείνους εἶπε· ”Πηγαίνετε καὶ σεῖς στὸ ἀμπέλι, καὶ ὅ,τι θά εἶναι δίκαιο, θὰ σᾶς δώσω”.

5 Καὶ αὐτοὶ πήγαν. Πάλι βγῆ κε γύρω στὶς δώδεκα καὶ στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔκανε τὸ ἵδιο. 125 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 20,6-21

6 Γύρω δὲ στὶς πέντε τὸ ἀπὸγευμα βγῆκε καὶ βρῆκε ἄλλους νὰ εἶναι ἅνεργοι καὶ τοὺς λέγει· ”Γιατί εἶσθε έδῶ ὅλη τὴν ἡμέρα ἆνερ- γοι;”.

7 Τοῦ λέγουν· ”Διότι κανεὶς δὲν μᾶς προσἔλαβε γιὰ ἑργασία”. Τοὺς λέγει· ”Πηγαίνετε καὶ σεῖς στὸ ἁμπέλι, καὶ ὅ,τι θὰ εἶναι δίκαιο, θὰ λάβετε”.

8 Ὅταν δὲ βράδυασε, λέγει ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀμπε- λιοῦ οτὸ διαχειριστή του· ”Κάλεσε τοὺς έργάτες καὶ πλήρωσέ τους τὸ μισθό, ἁρχίζοντας ἀπὸ τοὺς τελευταίους μέχρι τοὺς πρώτους”.

9 Ὅταν δὲ ἦλθαν ἐκεῖνοι, ποὺ έπιασαν ἐργασία γύρω στὶς πέντε τὸ ἀπόγευμα, ἔλαβαν ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα δηνάριο.

10 Καὶ ὅταν ἦλθαν οἱ πρῶτοι, νόμισαν, ὅτι θὰ πάρουν περισσότερα, ἀλλὰ έλα- βαν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἕνα δηνάριο.

11 Καὶ ὅταν τὸ ἔλαβαν, σχολία- σαν τὸ νοικοκύρη

12 λέγοντας· ”Αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι έργάσθη- καν μία ὥρα, καὶ ὅμως τοὺς ε’ξίσωσες μὲ μᾶς, ποὺ βαστάξαμε τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα”.

13 Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἷπε σ’ ἕνα ἀπ’ αὐτούς· ”Φίλε, δὲν σὲ ἀδικῶ. Ἕνα δηνάριο δὲν συμφώνησες μαζί μου,·

14 Πάρε τὸ δικὸ σου καὶ φύγε. Θέλω δὲ σ’ αὑτὸν τὸν τελευταῖο νὰ δώσω ὅπως καὶ σὲ σένα

15 ’Ἠ δὲν έχω τὸ δικαίωμα νὰ κάνω ὅ,τι Θέλω μὲ τὰ δικά μου, ἐπειδὴ ὸ ὀφθαλμός σου εἶναι φθονερός, διότι ἐγὼ εἶμαι γενναιόδωρος;”.

16 Ἔτσι θὰ γίνουν οἱ τελευταῖοι πρῶτοι, καὶ οἱ πρῶτοι τελευταῖοι Πολλοὶ δὲ εἶναι καλεσμένοι, ἀλλ’ ὀλίγοι ἐκλεκτοί».

Τρίτη πρόρρησι τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως

17 Άνεβαίνοντας δὲ στὰ Ἰεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς παρἔλαβε τοὺς δώδεκα μαθητὰς ίδιαιτέρως στὸ δρὸμο καὶ τοὺς εἷπε·

18 «Ἰδοὺ ἁνεβαίνουμε στὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ πα- ραδοθῇ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς καὶ θὰ τὸν κατα- δικάσουν σὲ θάνατο,

19 καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς ἐθνικούς (εἰδωλολάτρες), γιὰ νὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ νὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ νὰ τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἁναοτηθῇ».

Α’ίτημα γιὰ πρωτοκαθεδρίες

20 Τότε προσῆλθε σ’ αὑτὸν ἡ μητέρα τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβε- δαίου μαζὶ μὲ τοὺς υἱούς της, καὶ προσκύνησε καὶ ζήτησε νὰ τῆς κάνῃ κάποια χάρι.

21 Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· «Τί θέλεις». Τοῦ λέγει· «Δῶσε διαταγή, ὅταν θ’ ἀναλάβῃς τὴ βασιλεία σου, νὰ καθήσουν οἱ δύο αὐτοὶ υἱοί μου ιε’νας ἀπ’ τὰ δεξιά σου, καὶ ένας ἀπ’ τὰ ἀριστερά σου». 127 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 20,22 - 21,2

22 Άποκρίθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητεῖτε. Δύνασθε νὰ πιῆτε τὸ πσῖήρῖ, τὸ ὸποῖο θὰ πιῶ ἐγώ, ἢ νὰ βα- πτισθῆτε μὲ τὸ βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῶ έγώῖ». Τοῦ λέγουν- «Δυνάμεθα».

23 Τότε τοὺς λέγει· «Τὸ μὲν ποτήρι μου θὰ πιήτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἐγὼ θὰ βαπτισθῶ, θὰ βαπτισθῆτε. Τις Θέσεις ὅμως ἀπ’ τὰ δεξιά μου καὶ ἀπ’ τὰ ἀρι- στερά μου δὲν ἐξαρτᾶι-αι ἀπὸ μένα νὰ τὶς δώσω, ἀλλὰ θὰ δο- θοῦν σ’ αὐτούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουν ὁρισθῇ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου.

24 Ὅταν δὲ ἄκουσαν οἱ δέκα (ἄλλοι μαθηταὶ) άγανάκτησαν ἐξ αἰτίας τῶν δύο ἀδελφῶν.

25 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς κάλεσε κοντά του καὶ εἷπε· «Ξέρετε, ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν ἁσκοῦν ἀπόλυ- τη κυριαρχία ἐπάνω σ’ αὐτά, καὶ οἱ μεγάλοι καταδυναστεύουν σας θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος, πρέπει νὰ εἶναι ὑπηρέτης σας,

27 καὶ ὅποιος μεταξύ σας θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος σας,

28 ὅπως ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε γιὰ νὰ ὺπη ρετηθῇ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὺπηρετήσῃ, καὶ νὰ δώσῃ τὴ ζωή του σὰν λύτρο γιὰ πολλούς (γιὰ ὅλους δηλαδή)».

Θεραπεία δύο τυφλῶν στὴν Ἱεριχώ

29 Ἑνῷ δὲ έβγαιναν ἀπ’ τὴν Ἱεριχώ, τὸν άκολούθησε λαὸς πολύς.

30 Καὶ ἰδοὺ δύο τυφλοί, ποὺ κάθονταν στὸ δρόμο, ὅταν ἄκουσαν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς περνάει, φώναξαν δυνατὰ λέγο- ντας· «Λυπήσου μας καὶ κάνε ἔλεος, Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ».

31 Τὸ δὲ πλῆθος τοὺς ἐπέπληξε γιὰ νὰ σιωπήσουν. Ἀλλ’ αὐτοὶ φώναζαν περισσότερο καὶ ἔλεγαν- «Λυπήσου μας καὶ κάνε ἔλεος, Κύριε, Υἱὲ Δαβίδ».

32 Τότε οταμάτησε ὁ Ἰησοῦς, τοὺς φώναξε καὶ εἶπε· «Τί Θέλετε νὰ σᾶς κάνωῖ».

33 Τοῦ λέγουν· «Κύριε, ν’ ὰνοιχθοῦν τὰ μάτια μας».

34 Σπλαγχνίσθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ ἅγγιξε τὰ μάτια τους, καὶ άμέσως τὰ μάτια τους εἶδαν τὸ φῶς, καὶ τὸν ἁκολούθησαν.

Κεφάλαιο 21

Ὸ βασιλεὺς Χριστὸς ε’πὶ πώλου ὅνουέ

2 1 Καὶ ὅταν πλησίασαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦλθαν στή Βηθσφαγῆ, κοντὰ στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπέστειλε δύο μαθητὰς

2 λέγοντας σ’ αὐτούς· «Πηγαίνετε στὸ ἀπέναντι σας χωριὸ καὶ ἁμέσως θὰ βρῆτε μία ὅνο δεμένη καὶ ἕνα πουλάρι μαζί της. Λύσετε, καὶ φέρετε σὲ μένα. 129 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 21,3-17

3 Καὶ ἂν κανεὶς σᾶς πῇ τίποτε, θὰ τοῦ πῆτε, ’Ὀ Κύριος τὰ χρειάζεται, καὶ θὰ τὰ ἐπιστρέψῃ ἁμέσως”».

4 Μὲ ὅλο δὲ αὐτό, που έγινε, έκπληρώθηκε ὁ λόγος ποὺ ἐλέχθη διὰ μέσου τοῦ προφήτου·

5 Νὰ εἰπῆτε στὴ Θυγατέρα Σιών (Ἰερουσαλήμ), Ἰδοὺ ὁ Βασιλεὺς σου ἔρχεται σὲ σένα τα- πεινὸς καὶ καθισμένος πάνω σ’ ἕνα ὅνο, μάλιστα πουλάρι, ἁρσενικὸ τέκνο ὄνου.

6 Πῆγαν δὲ οἱ μαθηταί, καὶ ἀφοῦ ἔκαναν ὅπως τοὺς διέταξε ὁ Ἰησοῦς,

7 ἔφεραν τὴν ὅνο καὶ τὸ πουλόιρι, καὶ ἔθεσαν ἐπάνω τους τὰ ἐνδύματα τους, καὶ κάθησε ἐπάνω σ’ αὑτά (δηλαδὴ στὰ ἐνδύματα).

Ἡ Θριαμβευτικὴ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα

8 Οἱ δὲ περισσότεροι ἀπὸ τὸ πλῆθος ἔστρωσαν τὰ ἐνδύματα τους στὸ δρόμο, ἄλλοι δὲ έκοβαν κλάδους ἀπὸ τὰ δένδρα καὶ ἔστρωναν στὸ δρόμο,

9 Τὰ δὲ πλήθη, ποὺ προπορευονταν καὶ ἀκολουθοῦσαν, φώναζαν δυνατὰ λέγοντας· Δόξα στὸν Υὶὸ Δαβίδέ Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου. Δόξα στὸν Ὕψιστοέ

10 Καὶ ὅταν μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα, σείσθηκε ὅλη ή πόλι καὶ ἔλεγε· «Ποιός εἶναι αὐτὸς».

11 Τὰ δὲ πλήθη ἔλεγαν- «Αὺτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ προφήτης ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλι- λαία ».

Ἠ ἑκδίωξι τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν περίβολο τοῦ ναοῦ

12 Μπήκε δὲ ὁ Ἰησοῦς στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ έδιωξε ὅλους, ὅσοι πωλοῦσαν καὶ ὅσοι ἁγόραζαν σ’ αὐτὸ τὸ χῶρο, καὶ τὰ τραπέζια τῶν ἁργυραμοιβῶν ἀνέτρεψε, καθὼς καὶ τὰ καθίσματα τῶν πωλητῶν τῶν περιστεριῶν.

13 Καὶ τοὺς εἶπε· «Εἶναι γραμμένο, Ὁ οἶκος μου θὰ εἶναι οἶκος προσευχῆς· ἁλλὰ σεῖς τὸν κάνατε σπήλαιο λῃστῶν».

14 Ἦλθαν δὲ σ’ αὑτὸν κου- τσοὶ καὶ τυφλοὶ στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ καὶ τοὺς θεράπευσε.

15 Ὅταν δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς εἶδαν τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, καὶ τὰ παιδιὰ νὰ φωνάζουν δυνατὰ στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ καὶ να λέγουν, «Δόξα στὸν Υἱὸ Δαβίδ», ἀγανάκτη- σαν

16 καὶτοῦ εἶπαν· «Ἀκοῦς τί λένε αὐτοῖς». Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς λέγει· «Ναίέ Δὲν διαβάσατε ποτέ, ’Ἅπὸ τὸ στόμα παιδιῶν, ποὺ εἶναι νήπια καὶ θηλὰζουν, ἔβγαλες τέλειον ὕμνο”;».

17 Καὶ τοὺςιᾶφησε καὶ βγῆκε ἐ’ξω ἀπὸ τὴν πόλι, στὴ Βηθανία, καὶ δια- νυκτερευσε ἐκεῖ. 131 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 21,18-30

Ὁ Χριστὸς ξεραίνει τὴν ἅκαρπη συκιά. Ἡ δύναμι τῆς πίστεως

18 Καὶ τὸ πρωὶ ἐπιστρέφοντας στὴν πόλι πείνασε.

19 Καὶ ὅταν εἶδε μία ουκιὰ στὸ δρόμο, ἦλθε σ’ αὐτή, ἀλλὰ δὲν βρῆκε τίποτε σ’ αὐτή, παρὰ φύλλα μόνο, καὶ λέγει σ’ αὐτή- «Νὰ μὴ γίνῃ πλέον ἀπὸ σένα καρπὸς ποτέ». Καὶ ξεράθηκε αὐτοστιγμεὶ ἡ συ- κιά.

20 Καὶ ὅταν τὸ εἶδαν οἱ μαθηταί, Θαύμασαν καὶ εἶπαν· «Πῶς αὺτοστιγμεὶ ξεράθηκε ἡ συκιάῖ»,

21 Άποκρίθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, ἂν ἔχετε πίστι καὶ δὲν άμφιβάλετε, ὅχι μὸνο τὸ Θαῦμα τῆς ουκιᾶς θὰ κάνετε, άλλά, καὶ ἂν ἀκόμη πῆτε σ’ αὐτὸ τὸ ὅρος, ”Σήκω καὶ πέσε στὴ θάλασσα’, θὰ γίνῃ.

22 Καὶ ὅλα, ὅσα θὰ ζητήσετε στὴν προσευχὴ μὲ πίστι, θὰ τὰ λάβετε».

Ἐρώτησι Ἰουδαίων γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀντερώτησι τοῦ Ἰησοῦ

23 Καὶ ὅταν ἦλθε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ, τὸν πλησία- σαν, καθ’ ὂν χρόνον δίδασκε, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ καὶ εἶπαν «Μὲ ποιά ἐξουσία κάνεις αὑτά, καὶ ποιός σοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐξουσίας».

24 Άποκρίθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Θὰ σᾶς ρωτήσω καὶ ἐγὼ γιὰ ἕνα πρᾶγμα, καὶ ἂν μοῦ άπαντήσετε γι’ αὐτό, καὶ ἐγὼ θὰ σάς πῶ μὲ ποιά ἐξουσία κάνω αὐτά.

25 Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἀπὸ ποῦ ἦταν, ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους». Αὐτοὶ δὲ συζητοῦσαν μεταξύ τους καὶ ἔλεγαν· «Ἐὰν ποῦμε, ”Ἀπὸ τὸ Θεὸ”, θὰ μᾶς πῇ, ”Γιατί τότε δὲν πι- στεύσατε σ’ αὐτόν;”.

26 Ἐὰν δὲ ποῦμε, ”Ἀπὸ τοὺς ἁνθρώπους”, φοβούμεθα τὸ λαό. Διότι ὅλοι θεωροῦν τὸν Ἰωάννη προφήτη».

27 Ἔτσι άποκρίθηκαν στὸν Ἰησοῦ καὶ εἶπαν· «Δὲν ξέρουμε». Τοὺς εἶπε καὶ αὐτὸς· «Οὔτε ἐγὼ σᾶς λέγω μὲ ποιά ἐξουσία κάνω αὑτά».

Ἡ παραβολὴ τῶν δύο υἱῶν

28 «Τί δὲ νομίζετε (γι’ αὐτὸ ποῦ θὰ σᾶς πῶ); Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς, καὶ πῆγε στὸν πρῶτο καὶ εἷπε· ”Παιδί μου, πήγαινε σήμερα νὰ έργασθῇς στὸ ἁμπέλι μου”.

29 Αὐτὸς δὲ άποκρίθηκε καὶ εἶπε· ”Δὲν Θέλω”. Ἀλλ’ ὕστερα μετανόησε καὶ πῆγε.

30 Ἐπίσης (ὸ πατέρας) πῆγε στὸν δεύτερο καὶ εἶπε τὸ ἵδιο. Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε· ”Μάλιστα, κύριε”, ἀλλὰ δὲν πήγε. 133 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 21,31-46

31 Ποιός ἀπὸ τοὺς δύο ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ πατέραῖ». Τοῦ λέγουν· «Ὁ πρῶτος». Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς «Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες προπορεύονται ἀπὸ σᾶς γιὰ τὴ βα- σιλεία τοῦ Θεοῦ.

32 Διότι ἦλθε ὁ Ἰωάννης πρὸς ἐσᾶς βαδίζοντας δρὸμο ἁγιωσύνης, καὶ ὅμως δὲν πιστεύσατε σ’ αύτόν, ἐνῷ οί τελῶνες καὶ οἱ πόρνες πίστευσαν ο· αὐτόν. Σεῖς ἐπίσης, ἂν καὶ εἴδατε (τὸ παράδειγμα τῶν τελωνῶν καὶ τῶν πορνῶν), οὔτε ὕστερα μετανοήσατε γιὰ νὰ πιστεύσετε σ’ αὐτόν».

“Η παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν τοῦ ἀμπελῶνος

33 «Ἅλλη παραβολὴ ἁκούσετε·Ἦταν κὰποιος ἄνθρωπος νοι- κοκύρης, ὁ ὁποῖος φύτευσε ἀμπέλι, καὶτὸ περίφραξε, καὶ ἔσκαψε καὶ ἔκανε σ’ αὐτὸ πατητήρι, καὶ ἔκτισε πύργο, καὶ τὸ νοίκιασε σὲ γεωργούς, καὶ ἔφυγε σὲ ἄλλο τόπο.

34 Ὅταν δὲ πλησίασε ὁ καιρὸς τῆς ἐσοδείας, ἀπέστειλε τοὺς δούλους του πρὸς τοὺς γεωργούς, γιὰ νὰ πάρουν τὸ μερίδιό του ἀπὸ τοὺς καρπούς.

35 Ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ ἔπιασαν τοὺς δούλους του, καὶ ἄλλον μὲν κτύπησαν, ἄλλον δὲ φόνευσαν, καὶ ἄλλον λιθοβόλησαν.

36 Πάλι ἀπέστειλε ἄλλους δούλους, περισσοτέρους ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἀλλ’ ἔκαναν σ’ αὐτοὺς τὰ ἴδια.

37 Ὕστερα δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτούς τὸν υἱὸ του λέγοντας· ”Θὰ σεβασθοῦν τὸν υἱὸ μου”.

38 Ἀλλ’ οἱ γεωργοί, ὅταν εἶδαν τὸν υίό, εἶπαν μεταξύ τους· ”Αύτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. Ἐμπρὸς νὰ τὸν σκοτώσωμε, καινὰ ἁρπάξω- με τὴν κληρονομία του”.

39 Καὶ τὸν ἔπιασαν, καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ ὰμπέλι, καὶ τὸν σκότωσαν.

40 Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ ὁ ίδιοκτήτης τοῦ άμπελιοῦ, τί θὰ κάνῃ στοὺς γεωργοὺς ἐκείνους».

41 Τοῦ λέγουν· «Σὰν κακοὺς μὲ κακὸ τρόπο θὰ τοὺς ἐξοντώσῃ, καὶ τὸ ἀμπέλι θὰ ένοικιάσῃ σὲ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι θὰ τοῦ δώσουν τοὺς ὀφειλομένους καρποὺς στὸν καιρὸ τους».

42 Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δὲν διαβάσατε ποτὲ στὶς Γραφές, ’Ὃ λίθος, τὸν ὁποῖον ἀπέρριψαν οἱ οἰκοδόμοι, αὐτὸς ἔγινε ἀκρογω- νιαῖος λίθος· ἀπὸ τὸν Κύριο ἔγινε αὑτό, καὶ εἶναι θαυμαστὸ στὰ μὰτια μας”;

43 Γι’ αύτὸ σᾶς λέγω, ὅτι θ’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ σᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ δοθῇ σὲ ἔθνος, ποὺ κάνει τοὺς καρπούς της.

44 Ὅποιος δὲ πέσῃ ἐπάνω σ’ αύτὸ τὸ λίθο, θὰ συντριβῇ· καὶ σ’ ὅποιον θὰ πέσῃ ἐπάνω (αὐτὸς ὁ λίθος), θὰ τὸν Κάνῃ σκόνη».

45 Ὅταν δὲ ἄκουσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὶς παραβολές του, κατάλαβαν, ὅτι τὶς εἶπε γι’ αὐτούς.

46 Καὶ ένῲ ἤθελαν νὰ τὸν συλλάβουν, φοβήθηκαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἐπειδὴ τὸν θεωροῦσαν προφήτη.

135 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 22,1-].7

Κεφάλαιο 22

Ἠ παραβολὴ τῶν γάμων τοῦ υἱοῦ τοῦ βασιλέως

Ό δὲ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸ λόγο καὶ τούς μίλησε πάλι μὲ πα- 2 ραβολὲς λέγοντας·

2 «Ἠ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἔγινε ὁμοία μὲ ἄνθρωπο βασιλέα, ποὺ ἔκανε τὸ γάμο τοῦ υἱοῦ του.

3 Καὶ ἔστειλε τοὺς δούλους του, γιὰ νὰ εἱδσηοιήσουν τοὺς προσκεκλημένους νὰ ἔλθουν στὸ γάμο, ἀλλὰ δὲν ἠθελαν νὰ ἔλθουν.

4 Πάλι ἔστειλε ἄλλους δούλους λέγοντας· ”Νὰ εἰπήτε στοὺς προσκεκλημένους Ἰδοὺ ἔτοίμασα τὸ συμπόσιό μου, ἔχουν σφαγῆ οἱ ταῦροι μου καὶ τὰ Θρεφτάρια, καὶ εἶναι ὅλα ἔτοιμα. Ἐλᾶτε στὸ γάμο”.

5 Ἀλλ’ αὐτοὶ άδιαφόρησαν καὶ πῆγαν, ἄλλος μὲν στὸν άγρό του, ἄλλος δὲ στὴν ἔμπορική του ἔπιχείρησι.

6 Οἱ δὲ ὑπόλοιποι ἔπιασαν τοὺς δούλους του, καὶ τοὺς κακο- ποίησαν, καὶ τοὺς σκότωσαν.

7 Ὅταν δὲ πληροφορήθηκε ό βασιλεὺς ἐκεῖνος, ώργίσθηκε, καὶ ἔστειλε τὸ στρατό του καὶ ἑξωλόθρευσε ἐκείνους τοὺς φονεῖς, καὶ τὴν πόλι τους πυρπόλη- σε.

8 Τότε λέγει στούς δούλους του· ”Τὸ μὲν τραπέζι τοῦ γάμου εἶναι ἔτοιμο, οἱ δὲ προσκεκλημένοι δὲν ἦταν ἄξιοι.

9 Πηγαίνε- τε λοιπὸν κατὰ μῆκος τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους θὰ βρῆτε, καλέσετε στὸ γάμο”.

10 Τότε οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι βγῆκαν στοὺς δρόμους, καὶ συγκέντρωσαν ὅλους, ὅσους βρῆκαν, καὶ δυστυχεῖς καὶ εύτυ- χεῖς. Καὶ γέμισε ἡ αἴθουσα τοῦ γάμου ἀπὸ συνδαιτυμόνες.

11 Ὅταν δὲ μπῆκε ὁ βασιλεὺς γιὰ νὰ ἰδῇ τοὺς συνδαιτυμόνες, εἶδε ἐκεῖ ἔνα άνθρωπο, ποὺ δὲν ἦταν ντυμένος μὲ ἔνδυμα γάμου,

12 καὶ τοῦ λέγει· ”Φίλε, πῶς μπῆκες ἔδῶ μὴ ἔχοντας ἔνδυμα γάμου;”. Αύτὸς δὲ ἔμεινεν ἄναυδος.

13 Τότε ὁ βασιλεὺς εἶπε στὰ πρόσωπα, ποὺ διακονοῦσαν (στὸ γάμο)· ”Δέστε του πόδια καὶ χέρια, καὶ σηκῶστε τον καὶ πετάξτε τον ἔξω στὸ βαθύτερο σκοτάδι”. Ἐκεῖ θὰ κλαίῃ καὶ θὰ τρίζῃ τὰ δόντια (ἀπὸ τὸν πόνο).

14 Πολλοὶ δὲ εἶναι καλεσμένοι, ἁλλ’ όλίγοι εἶναι ἐκλεκτοί».

«Τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»

15 Τότε οἱ Φαρισαῖοι πῆγαν καὶ ἔκαναν σύσκεψι καὶ άποφάσισαν νὰ τὸν παγιδεύσσυν μὲ λόγο (σὲ συζήτησι).

16 Καὶ τού στέλνουν τοὺς μαθητάς τους μαζὶ μὲ τοὺς Ἡρῳδιανούς λέγοντας· «Διδάσκαλε, γνωρίζουμε, ὅτι λε’γεις τὴν ἀλήθεια, καὶ διδάσκεις ἀληθινὰ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν φοβᾶσαι κανένα, διότι δὲν λαμβάνεις ὑπ’ ὄψιν πρόσωπο ἀνθρώπων,

17 Πές μας λοιπόν, ποιά γνώμη ἔχεις, Ἐπιτρέπεται νὰ δίνωμε φόρο στὸν Καίσαρα ἢ ὅχι;», 137 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 22,18-37

18 Κατάλαβε δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πονηρία τους καὶ εἶπε· «Γιατί μὲ πειράζετε, ὑποκριταί,

19 Δεῖξτε μου τὸ νόμισμα τοῦ φόρου». Τότε αὐτοὶ τοῦ ἔφεραν ’όια δηνάριο.

20 Καὶ τοὺς λέγει· «Τίνος εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκὼν καὶὴ ὲπιγραφήρ).

21 Τοῦ λέγουν· «Τοῦ Καίσα- ρος». Τότε τοὺς λέγει· «Δῶστε λοιπὸν στὸν Καίσαρα ὅσα ὀφείλο- νται στὸν Καίσαρα, καὶ στὸ Θεὸ ὅσα όφείλονται στὸ Θεό».

22 Καὶ ὅταν ἄκουσαν, Θαύμασαν, καὶ τὸν ἂφησαν καὶ ἔφυγαν.

Ὁ Ἰησοῦς ἁποστομώνει τοὺς ἀρνητὰς τῆς ἀναστάσεως

23 Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἦλθαν σ’ αὑτὸν Σαδδουκαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασι, καὶ τὸν ρώτησαν

24 λέγοντας· «Διδάσκαλε, ὁ Μωυσῆς εἶπε· Ἐὰν κάποιος πεθάνῃ ἄτεκνος, νὰ νυμφευθῇ ὁ ἁδελφός του τὴ γυναῖκα του καὶ νὰ δημιουργήσῃ παιδὶ γιὰ τὸν ἁδελφό του.

25 Ἦταν δὲ σ’ ἐμᾶς ἑπτὰ ἀδελφοί. Καὶ ὁ πρῶτος, ἀφοῦ ἦλθε σὲ γάμο, πέθα- νε, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε τεκνοποιήσει, ἄφησε τὴ γυναῖκα του στὸν άδελφό του.

26 Ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τοῦ ἑβδόμου.

27 Ὕστερα δὲ ἀπ’ ὅλους πέθανε καὶ ἡ γυναῖκα.

28 Κατὰ τὴν ἀνάστασι, λοιπόν, τίνος ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ θὰ εἶναι γυ- ναῖκα, Διότι ὅλοι τὴν εἶχαν».

29 Ὁ δὲ Ἰησοῦς άποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Πλανᾶσθε, διότι δὲ γνωρίζετε τὶς Γραφὲς καὶ τὴ δύνα- μι τοῦ Θεοῦ.

30 Κατὰ τὴν ἀνάστασι βεβαίως οὔτε οἱ ἅνδρες ἔρχονται σὲ γάμο, οὔτε οἱ γυναῖκες δίνονται σὲ γάμο, ἀλλ’ εἶναι σὰν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ στὸν οὐρανό.

31 ιὈσο δὲ γιὰ τὴν ἀνάστα- σι τῶν νεκρῶν, δὲν διαβάσατε τί σᾶς εἶπε ὁ Θεὸς μ’ αὐτὸ τὸ λόγο του,

32 ’Ἕγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ίακώβ”; Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν (ε’κμηδενισμένων, ἀνυπάρκτων), ἁλλὰ ζώντων (ὺπαρκτῶν καὶ συνειδητῶν ὅντων)».

33 Ὅταν δὲ ἄκουσαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ἐκπλήσσονταν γιὰ τὴ διδασκαλία του.

Οί δύο μεγαλύτερες ἑντολές

34 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ὅταν ἄκουσαν, ὅτι άποστόμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, μαζεύτηκαν μαζί,

35 καὶ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, νο- μοδιδάσκαλος, ρώτησε δοκιμάζοντας αὑτὸν καὶ λέγοντας·

36 «Διδάσκαλε, ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐντολὴ στὸ νόμος».

37 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ν’ ἀγαπᾷς τὸν Κύριο τὸ Θεό σου μ’ ὅλη τήν καρδιά σου καὶ μ’ ὅλη τὴν ψυχή σου καὶ μ’ ὅλο τὸ νοῦ σου. 139 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 2238 - 23,10

38 Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολή.

39 Δεύτε- ρη δέ, ὁμοία μὲ αὐτή, εἶναι· Ν’ ἀγαπᾷς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου.

40 Σ’ αὐτὲς τὶς δύο έντολὲς στηρίζονται ὅλος ὸ νόμος καὶ οἱ προφῆτες (ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν)».

Ὁ Μεσσίας ἀπόγονος, ἀλλὰ καὶ Κύριος τοῦ Δαβίδί

41 Ὅταν δὲ ο“ι Φαρισαῖοι ἦταν συγκεντρωμένοι, ὁ Ἰησοῦς τοὺς ρώτησε

42 λέγοντας· «Τί νομίζετε γιὰ τὸ Μεσσία, Τίνος εἶναι ἀπόγονος». Τοῦ λέγουν- «Τοῦ Δαβίδ».

43 Τοὺς λέγει· «Ἀλλὰ πῶς ὁ Δαβὶδ μὲ τὴν ἔμπνευσι τοῦ Πνεύματος τὸν ὀνομάζει Κύριο, ὅταν λέγῃ,

44 ’Ἔῖπεν ὁ Κύριος στὸν Κυριό μου, κάθησε στὰ δεξιά μου ἔως ὅτου κάνω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν σου”;

45 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Δαβὶδ τὸν ὀνομάζει Κύριο, πῶς εἶναι ἀπόγονός τους».

46 Καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ λέξι, οὔτε τόλμησε κανεὶς ἀπ’ ἐκείνη τὴν ἡμέρα νὰ τοῦ ὑποβάλῃ πλέον ἐρώτησι.

Κεφάλαιο 23

Οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι παραδείγματα πρὸς ἀποφυγήν

2 3 Τότε ὁ Ἰησοῦς μίλησε στὰ πλήθη τοῦ λαοῦ καὶ στοὺς μα- Θητάς του

2 λέγοντας· «Πάνω στὴ διδασκαλική ἔδρα τοῦ Μωυσῆ κάθησαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι

3 ’Ὸλα δέ, ὅσα Θὰ σᾶς ποῦν νὰ τηρῆτε, νὰ τηρῆτε καὶ νὰ πράττετε, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἔργα τους νὰ μὴ πράττετε. Διότι λέγουν καὶ δὲν πράττουν.

4 Διότι δένουν βαρειὰ καὶ δυσβάστακτα φορτία καὶ τὰ φορτώνουν στοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ οἱ ’ίδιοι δὲν Θέλουν οὔτε μὲ τὸ δάκτυλὸ τους νὰ τὰ κινήσουν.

5 Ὄλα δὲτὰ ἔργα τους κάνουν γιὰ νὰ τοὺς δοῦν οἱ ἂνθρω- ποι. Κάνουν δὲ πλατειὰ τὰ φυλακτά τους, καὶ μεγάλα τὰ ἄκρα τῶν ἐνδυμάτων τους,

6 καὶ ἁγαποῦν τὴν πρώτη θέσι στὰ γεύμα- τα, καὶτὰ πρῶτα καθίσματα στὶς συναγωγές,

7 καὶ τοὺς εὐλα- βεῖς χαιρετισμοὺς στὶς άγορές, καὶ νὰ προσφωνοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους διδάσκαλε, διδάσκαλε.

8 Ἀλλὰ σεῖς νὰ μὴ δεχθῆτε τήν προσφώνησι διδάσκαλε. Διότι ἕνας εἶναι ὁ διδάσκαλός σας, ὁ Χριστός.ολοι δὲ σεῖς εἶσθε ἀδελφοί.

9 Καὶ πατέρα σας νὰ μήν ὁνομάσετε στὴ γῆ Διότι ἕνας εἶναι ὁ πατέρας σας, αὐτὸς ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς.

10 Οὔτε ἡγήτορες νὰ ὀνομασθῆτε. Διότι ἕνας εἶναι ὁ ἰδικός σας ἡγήτωρ, ὁ Χριστός. 141 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 23,11-24

11 Ὁ δὲ ἁνώτερος ἀπὸ σᾶς νὰ εἶναι ὑπηρέτης σας.

12 Ἐκεῖνος δέ, ποὺ θὰ ὑψώσῃ τὸν ἑαυτό του, θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ταπεινώσῃ τὸν ἑαυτό του, θὰ ὺψωθῇ».

Ταλανισμὸς τῶν γραμματέων καὶ τῶν Φαρισαίων

13 «Άλλοίμονο δὲ σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὺπο- κριταί, διότι κατατρώγετε τὶς περιουσίες τῶν χηρῶν, καὶ ὑπο- κριτικὰ κάνετε μεγάλες προσευχές. Γι’ αὐτὸ θὰ τιμωρηθῆτε πε- ρισσότερο.

14 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκρι- ταί, διότι κλείνετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους. Σεῖς βεβαίως δὲν μπαίνετε, ἀλλ’ οὔτε ἐκείνους, ποὺ θέλουν νὰ μποῦν, ἁφήνετε νὰ μποῦν.

15 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι περιέρχεσθε τὴ θάλασσα καὶ τὴν ξηρά, γιὰ νὰ κάνετε ἕνα προσήλυτο, καὶ ὅταν γίνῃ, τὸν κάνετε παιδὶ τῆς γεέννης (τῆς Κολάσεως), δύο φορὲς χειρότερο ἀπὸ σᾶς.

16 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ ὁποῖοι λέγετε· ’Ἕὰν κανεὶς όρκισθῇ στὸ ναό, αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε· ἀλλ’ ἐὰν ὁρκισθῇ οτὸ χρυσάφι τοῦ ναοῦ, αὐτὸς ὀφείλει (νὰ τηρήσῃ τὸν ὅρκο του)”.

17 Μωροὶ καὶ τυφλοίέ Τί εἶναι βεβαίως ἁνώτερο, τὸ χρυσόιφι ἢ ὸ ναός, ποὺ ἁγιάζει τὸ χρυσάφυ

18 Ἐπίσης λέγετε· ’Ἒὰν κανεὶς όρκισθῇ στὸ θυσιαστήριο, αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε· ἁλλ’ ἐὰν κανεὶς όρκισθῇ στὸ δῶρο, ποὺ εἶναι πάνω σ’ αὐτό, αὐτὸς ὀφείλει (νὰ τηρήσῃ τὸν ὅρκο του)”.

19 Μωροὶ καὶ τυφλοίὶ Τί εἶναι βεβαίως ἀνώτερο, τὸ δῶρο ἢ τὸ θυσιαστήριο, ποὺ ἁγιάζει τὸ δῶρα

20 Ἐκεῖνος δέ, ποὺ θὰ ὸρκισθῇ στὸ θυσιαστήριο, ὁρκίζεται σ’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλα, ὅσα βρίσκονται πάνω σ’ αὐτό.

21 Ἐπίσης ἐκεῖνος, ποὺ θα ὸρκισθῇ οτὸ ναό, ὁρκίζεται σ’ αὐτόν, ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκεῖνον (τὸ Θεό), ποὺ κατῴκησε σ’ αὐτόν.

22 Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ὁρκισθῂ οτὸν οὺρανό, ὸρκίζεται οτὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκεῖνον (τὸ Θεό), ποὺ κάθεται πάνω σ’ αὐτόν.

23 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκρι- ταί, διότι δίνετε (οτὸ ναὸ) τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ τὸν δυόσμο καὶ τὸ ἄνηθο καὶ τὸ κύμινο, ἀλλ’ ἀφήσατε τὰ σπουδαιότερα τοῦ νόμου, τὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὸ ἔλεος καὶ τὴ φιλανθρωπία. Καὶ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ κάνετε, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα νὰ μὴν ἁφήνετε.

24 Όδηγοὶ τυφλοί, ποὺ οτραγγίζετε τὸ κουνούπι (ἀπὸ τὸ κρασί), ἀλλὰ καταπίνετε τὴν καμήλαέ 143 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 23,25-37

25 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι καθαρίζετε τὸ ποτήρι καὶ τὸ πιάτο ώς περιέχον, πρᾶγμα έξωτερικό, ἐνῷ ἑσωτερικὰ, ώς περιεχόμενο, εἶναι γεμάτα ἀπὸ ἁρπαγὴ καὶ κακό (Τὸ έσωτερικὸ τοῦ ποτηριοῦ καὶ τοῦ πιάτου σημαίνει τὴν ψυχὴ τῶν ὑποκριτῶν, ποὺ ἦταν γεμάτη ἀπὸ ἁρπα- κτικη διάθεσι καὶ κακὸ γενικῶς).

26 Φαρισαῖε τυφλέέ Καθάρισε πρῶτα τὸ ποτήρι καὶ τὸ πιάτο έσωτερικά, ὡς περιεχόμενο, γιά νά γίνουν καὶ ἐξωτερικά, ώς περιέχον, καθαρά

27 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι ὁμοιάζετε μὲ ἀσβεστωμένους τάφους, οἱ ὁποῖοι ἑξωτερικά μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἀλλ’ ἐσωτερικά εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ κόκκα- λα νεκρῶν καὶ κάθε ἀκαθαρσία.

28 Ἔτσι καὶ σεῖς ἐξωτερικά μὲν φαίνεσθε στοὺς ἀνθρώπους εὐσεβεῖς, ἀλλ’ έσωτερικά εἶσθε γεμᾶτοι ἀπὸ ὺποκρισία καὶ ἀνομία 29 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι κτίζετε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν, καὶ κοσμεῖτε τὰ μνη- μεῖα τῶν ἁγίων,

30 καὶ λέγετε· ’Ἒάν ζούσαμε στὶς ἠμέρες τῶν πατέρων μας, δὲν θὰ ἤμεθα συνεργοί τους οτὸ φόνο τῶν προ- φητῶν”.

31 Ὥστε οἱ ἴδιοι μαρτυρεῖτε, ὅτι εἶσθε παιδιὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σκότωσαν τοὺς προφῆτες.

32 Λοιπόν, σεῖς συμπληρῶστε τὸ μέτρο (τῆς ἑγκληματικότητος) τῶν πατέρων σας. 33 Φίδια, τέκνα γεννημένα ἀπὸ όχιέςί Πῶς θ’ ἀποφύγετε τὴν τιμωρία τῆς γεέννης (τῆς Κολάσεως),

34 Γι’ αὐτό, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω σ’ ἑσάς προφῆτες καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς (τοὺς ἀποστόλους καὶ λοιποὺς ἀπεσταλμένους), ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς ἀλλους θά φονεύσετε καὶ θά σταυρώσετε, ἐπίσης ἀπ’ αὐτοὺς ἀλλους θά μαστιγώσετε στὶς συναγωγές σας καὶ θά καταδιώξετε ἀπὸ πόλι σὲ πόλι,

35 γιὰ νὰ πέσουν ἐπάνω σας οἱ τιμωρίες γιά κάθε αἷμα ἀθῴο, που χύνεται στὴ γῆ, ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ εὐσεβοῦς Ἅβελ μέχρι τὸ αἷμα τοῦ Ζαχαρίου τοῦ υἱοῦ τοῦ Βαραχίου, ποὺ φονεύσατε μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶτοῦ θυσιαστηρίου.

36 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θά ἔλθουν σ’ αὐτὸ τὸ γένος (τὸ Ἐβραϊκὸ) οἱ τι- μωρίες γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα».

Περιπαθής ἀποστροφὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν Ἰερουσαλήμ

37 «Ἰερουσαλήμ, Ἰερουσαλήμ, ποὺ φονεύεις τοὺς προφῆτες καὶ λιθοβολεῖς τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς έσέναί Πόσες φορὲς Θέλησα νὰ μαζέψω τὰ παιδιά σου, ὅπως ἡ ὄρνιθα μαζεύει τὰ πουλιά της κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες, ἀλλὰ δὲν θελήσατε, 145 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 23,Ξὸ - 24,14

38 Ἰδού, γιὰ λύπη σας όιφήνεται τὸ έθνος σας έρημο (άπροοτόιτευτο).

39 Καὶ σᾶς βεβαιώνω, δὲν θὰ μὲ ἰδῆτε (οτήν πρόνοιά μου) ἀπὸ τώρα ἕως ὅτου (μετανοήσετε καὶ) εἰπήτε, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου».

Κεφάλαιο 24

Πρόρρησι τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ

2 4 Ξεκίνησε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔφευγε ἀπὸ τὸ ναό. Τότε πλησία- σαν οἱ μαθηταί του γιὰ νὰ τοῦ δείξουν τὰ κτίρια τοῦ ναοῦ.

2 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν βλέπετε ὅλα αὐτά, Άληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν θὰ μείνῃ έδῶ λιθάρι πάνω σὲ λιθάρι, ἀλλὰ θὰ γκρε- μισθῇ».

Πρόρρησι γεγονότων πρὸ τοῦ τέλους τοῦ κόσμου

3 Καὶ ὅταν αὐτὸς καθόταν στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, τὸν πλησίασαν οἱ μαθηταὶ ἰδιαιτέρως καὶ εἶπαν- «Πές μας, πότε θὰ συμβοῦν αὑτά, καὶ ποιό θὰ εἶναι τὸ σημεῖο τῆς πα- ρουσίας σου καὶ τοῦ τέλους τοῦ κόσμουῖ».

4 Ἀποκρίθηκε δὲ ὸ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Προσέχετε νὰ μὴ σᾶς πλανήσῃ κα- νείς.

5 Διότι πολλοὶ θὰ έλθουν διεκδικώντας τὴν ἰδιότητά μου (ὼς Μεσσία) καὶ θὰ λέγουν, ’Ἕγὼ εἶμαι ὁ Χριστός (ό Μεσσίας)”, καὶ πολλοὺς θὰ πλανήσουν.

6 Μέλλετε δὲ ν’ ἀκούετε πολέμους καὶ εἰδήσεις γιὰ πολέμους. Προσέχετε νὰ μὴ ταράσσεσθε, διότι πρόκειται ὅλα νὰ γίνουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁκόμη τὸ τέλος.

7 θὰ ξεσηκωθῇ δὲ ἔθνος ἐναντίον ἔθνους καὶ βασίλειον έναντίον βασιλείου, καὶ θὰ ἔλθουν πεῖνες καὶ έπιδημίες καὶ σεισμοὶ σὲ διαφόρους τόπους.

8 Ὅλα δὲ αὐτὰ θὰ εἶναι ἁρχὴ δεινῶν καὶ πόνων.

9 Τότε θὰ σᾶς παραδώσουν γιὰ νὰ βασανισθῆτε, καὶ θὰ σᾶς θανατώσουν, καὶ θὰ μισῆσθε ἀπ’ ὅλα τὰ ἔθνη ἐξ αἰτίας μου.

10 Καὶ τότε θὰ κλονισθοῦν καὶ θ’ ἁποστατήσουν ἀπὸ τὴν πίστι πολλοί, καὶ θὰ καταδώσουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, καὶ θὰ μισήσουν ό ένας τὸν ἄλλο.

11 Καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆτες (ψευδοδιδάσκα- λοι) θὰ έμφανισθοῦν, καὶ πολλοὺς θὰ πλανήσουν.

12 Καὶ ἐπειδὴ θὰ πληθυνθῇ ἡ ἀνομία, θὰ ψυχρανθῇ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν.

13 Ὅποιος δὲ ὑπομείνῃ μέχρι τέλος, αὐτὸς θὰ σωθῇ.

14 Καὶ θὰ κη- ρυχθῇ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας (τοῦ Θεοῦ) σ’ ὅλη τήν οἰκουμένη, γιὰ νὰ εἶναι μαρτυρία γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ τότε Θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος». 147 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 24,15-30

Πρόρρησι τῆς καταστροφῆς τῆς Ἰερουσαλήμ

15 «Ὅταν δὲ ίδήτε τὸ σιχαμερὸ καὶ μισητὸ φαινόμενο, ποὺ προκαλεῖ ἐρήμωσι, γιὰ τὸ ὸποῖο μίλησε ὁ προφήτης Δα- νιήλ, νὰ εἶναι σὲ τόπο ἄγιο, -ὅποιος διαβάζει ἂς ἐννοήσῃ-,

16 τότε, ὅσοι θὰ εἶναι στὴν Ἰουδαία, ἂς φεύγουν στὰ ὅρη,

17 ὃποιος θὰ εἶναι στὴν ταράτσα, ἂς μὴ κατεβῇ γιὰ νὰ πάρῃ τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ σπίτι του,

18 καὶ δποιος θὰ εἶναι στὸν άγρό, ἂς μὴ γυρίσῃ πίσω γιὰ νὰ πάρῃ τὰ ἐνδύματα του.

19 Άλλοίμονο δὲ στὶς γυναῖκες, ποὺ θὰ ὲγκυμονοῦν καὶ θὰ Θηλάζουν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες.

20 Γι’ αὐτὸ νὰ προσεύχεσθε, νὰ μὴ συμβῇ ἡ δοκιμασία, ποὺ θὰ σᾶς ἀναγκάσῃ σὲ φυγή, τὸ χειμῶνα ἢ Σάββατο.

21 Θά εἶναι δὲ τότε Θλῖψι μεγάλη, τέτοια ποὺ δὲν ἔγινε ἀπ’ τὴν άρχή τοῦ κόσμου ἕως τώρα, οὔτε Θά γίνῃ.

22 Καὶ ἂν δὲν λιγόοτευαν οὶ ἠμέρες ἐκεῖνες, δὲν θὰ σῳζόταν κανεὶς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς θὰ λιγοστεύσουν οἱ ἡμέρες ἐκεῖνες».

Πρόρρησι γιὰ τὴν ἐμφάνισι ψευδοχρίστων καὶ ψευδοπροφητῶν

23 «Τότε, ἐὰν κανεὶς σᾶς πῇ, ”Νά, ὲδῶ εἶναι ὁ Χριστὸς (ὸ Μεσσίας)” ἢ ”ὲκεῖ”, νὰ μὴ πιστεύσετε.

24 Διότι θὰ ἐμφανισθοῦν ψευδόχριστοι (ψευδομεσσίες) καὶ ψευδαπροφήτες (ψευδο- διδάσκαλοι), καὶ θὰ κάνουν μεγάλα καὶ καταπληκτικὰ θαύματα, ὥστε νὰ πλανήσουν, ἂν θὰ εἶναι δυνοπό, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐκλε- κτούς.

25 Ἰδού, σᾶς τὰ προεῖπα

26 Ἐὰν λοιπὸν σᾶς ποῦν, ”Νά, εἶναι στὴν ἔρημο (ὁ Μεσσίας)”, νὰ μὴ βγῆτε (στήν ἔρημο). ”Νά, εἶναι στὰ ἰδιαίτερα δωμάτια”, νὰ μὴ πιστεύσετε.

27 Διότι, ὅπως ἡ ἀστραπὴ βγαίνει ἀπ’ τὴν ἀνατολὴ καὶ φαίνεται ὣς τὴ δύσι, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

28 Ὅπου δὲ θὰ εἶναιτὸ πτῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευθοῦν τὰ ὄρνεα».

Πρόρρησι περὶ συντελείας τοῦ κόσμου καὶ δευτέρας παρουσίας

29 «Μετὰ δὲ τὴ θλῖψι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, άμέσως ὁ ἤλιος Θὰ σκοτισθῇ καὶ ὴ σελήνη θὰ παύσῃ νὰ φέγγη, καὶ τὰ ἄστρα Θὰ πέσουν ἀπ’ τὸν οὐρανὸ καὶτὰ συστήματα τῶν ἄστρων τοῦ οὐρανοῦ θὰ καταρρεύσουν.

30 Καὶ τότε θὰ φανῇ στὸν οὐρανὸ τὸ σημεῖο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τότε θὰ θρηνήσουν ὅλες οὶ φυλὲς τῆς γῆς, καὶ θὰ ίδοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται πάνω οτὰ σύννεφα τοῦ ούρανοῦ μὲ δύναμι καὶ δόξα πολλή. 149 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 24,31-44

31 Καὶ Θ ’ ἀποστείλῃ τοὺς ἁγγῶους του μέ σάλπιγγα, ποὺ θὰ σαλπίζῃ δυνατά, καὶ θὰ συνάξουν τοὺς ἐκλεκτούς του ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης».

Τὸ παραβολικὸ μάθημα ἀπὸ τὴ συκιά

32 «Ἀπὸ δέ τὴ συκιὰ διδαχθήτε παραβολικά. Ὅταν πλέον ὁ κλάδος της γίνῃ ἁπαλὸς καὶ βγόιζῃ τὰ φύλλα, γνωρίζετε, ὅτιτὸ Θέρος εἶναι πλησίον.

33 Ἔτσι ἐπίσης σεῖς, ὅταν δῆτε ὅλα αὐτά (τὰ σημεῖα), νὰ ξέρετε, ὅτι κοντὰ εἶναι (τὸ τέλος), στὴν πόρτα.

34 Άληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν θὰ παρέλθῃ αὐτὸ τὸ γένος (τὸ ἁνθρώπινο γένος), ἕως ὅτου γίνουν ὅλα αὐτά (ὅσα προεῖπα).

35 Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, ἀλλὰ οἱ λόγοι μου δὲν θὰ παρέλθουν (ὁπωσδήποτε θὰ έκπληρωθοῦν)».

’Άγνωστος ὁ χρόνος τῆς δευτέρας παρουσίας Αίῳνίδιος ὁ έρχομὸς τοῦ Κυρίου. Ἀνάγκη ἐγρηγόρσεως

36 «Γιὰ τὴν ἡμέρα δέ ἐκείνη καὶ ὥρα (συγκεκριμένως καὶ ἀκριβῶς) κανεὶς δὲν γνωρίζει, οὔτε οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, παρὰ ὁ Πατέρας μου μόνος. 37 Ὅπως δέ ἦταν σί ἠμέρες τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἠ παρουσία τοῦ Υὶοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

38 Ὅπως δηλαδὴ κατὰ τὶς ἡμέρες έκεῖνες, πρὶν ἀπὸ τὸν κατακλυσμό, έτρωγαν καὶ έπιναν, νυμφεύονταν καὶ νύμφευαν, μέχρι τὴν ἡμέρα, ποὺ μπῆκε ὁ Νῶε στήν κιβωτό,

39 καὶ δὲν κατάλαβαν, ἔως ὅτου ἦλθε ὁ κατα- κλυσμὸς καὶ τοὺς σάρωσε ὅλους, ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

40 Τότε ἀπὸ τοὺς δύο ἄνδρες, ποὺ θὰ βρεθοῦν στὸν ἁγρό, ὁ ἕνας θὰ παραληφθῇ (γιὰ τὸν Παρὰδεισο) καὶὸ ἄλλος θὰ έγκαταλειφθῇ (γιὰ τὴν Κόλασι).

41 Ἀπὸ δύο γυ- ναῖκες, ποὺ θὰ αλέθουν στὸ μύλο, ἡ μία θὰ παραληφθῂ (γιὰ τὸν Παράδεισο) καὶ ἡ ἄλλη θὰ ἐγκαταλειφθῇ (γιὰ τὴν Κόλασι).

42 Άγρυπνεῖτε λοιπόν, διότι δὲν ξέρετε ποιά ὥρα θὰ ἔλθῃ ὸ Κύριός σας.

43 Ἐκεῖνο δέ νὰ ξέρετε, ὅτι, ἐὰν γνώριζε ὁ νοι- κοκύρης ποιά ὥρα τῆς νύκτας θὰ ἔλθῃ ὁ κλέπτης, θ’ ἀγρυ- πνοῦσε καὶ δὲν θ’ ᾶφηνε νὰ τοῦ διαρρήξῃ τὸ σπίτι του.

44 Γι’ αὐτὸ καὶ σεῖς (ποὺ γνωρίζετε, ὅτι ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἔλθῃ) νὰ ἑτοιμάζεσθε πάντοτε, διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ανθρώπου θὰ ἔλθῃ τὴν ὥρα, ποὺ δὲν περιμένετε». 151 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 24,45 - 25,12

Ὁ πιστὸς καὶ φρόνιμος δοῦλος

45 «Ποιός ἂραγε εἶναι ὁ ἐμπιστος καὶ συνετὸς δοῦλος, τὸν ὁποῖον ὁ κύριός του ἔκανε προϊστάμενο τῶν ἄλλων δούλων του, γιὰ νὰ τοὺς δίνῃ τὴν τροφὴ στὴν ὥρα της,

46 Εὑτυχὴς ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖσ, ὅταν ἔλθῃ ὁ κύριός του, θὰ βρῇ νὰ έκτελῇ τὴν ἐντολή του. 47 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ τὸν βάλῃ ὺπεύθυνο σ’ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του».

Ὸ κακὸς δοῦλος

48 «Ἐὰν ἀντιθέτως ἐκεῖνος ὁ δοῦλος, ὁ ὁποῖος εἶναι κακός, είπῇ μέσα του,”Θὰ ἁργήσῃ ὁ κύριός μου νὰ ἔλθῃ”,

49 καὶ ἁρχίσῃ νὰ κτυπάῃ τοὺς συνδούλους του, νὰ τρώγῃ δὲ καὶ νὰ πίνῃ μαζὶ μὲ τοὺς μεθύσους,

50 θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου σὲ ἡμέρα, ποὺ δὲν περιμένει, καὶ σὲ ὥρα, ποὺ δὲν γνωρίζει,

51 καὶ Θὰ τὸν σχίσῃ στὰ δύο, καὶ θὰ τὸν ρίξῃ στὸν τόπο τῆς τιμωρίας τῶν ὑποκριτῶν. Ἐκεῖ θὰ κλαίῃ καὶ θὰ τρίζῃ τὰ δόντια (ἀπὸ τὸν πόνο)».

Κεφάλαιο 25

Ἠ παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων

2 5«Τότε (κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία δηλαδὴ) ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θὰ ὸμοιάσῃ μὲ δέκα κοπέλες, ποὺ πῆραν τὰ λυχνάρια τους καὶ βγῆκαν νὰ προϋπαντήσουν τὸ νυμφίο.

2 Ἀπ’ αὑτὲς δὲ οἱ πέντε ἦταν συνετὲς καὶ οἱ πέντε ἀνόητες.

3 Οἱ ἁνόητες, ὅταν πῆραν τὰ λυχνὰρια τους, δὲν πῆραν μαζί τους λάδι,

4 ἐνῷ οἱ συνετὲς μαζὶ μὲ τὰ λυχνάρια τους πήραν λάδι στὰ δοχεῖα τους.

5 Καὶ ἐπειδὴ ἁργοῦσε ὁ νυμφίος, νύσταξαν ὅλες καὶ κοιμῶνταν.

6 Κατὰ δὲ τὰ μεσάνυκτα ἁκούσθηκε ἰσχυρὴ φωνή, ’Ἵδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, βγῆτε νὰ τὸν προϋπαντήσε- τε”.

7 Τότε σηκώθηκαν ὅλες οἱ κσπέλες ἑκεῖνες καὶ τακτοποίη- σαν τὰ λυχνάρια τους.

8 Οἱ δὲ άνόητες εἶπαν στὶς συνετές ”Δῶστε μας ἀπὸ τὸ λάδι σας, διότι τὰ λυχνάρια μας σβήνουν”.

9 Ἀλλ’ οἱ συνετὲς κοπέλες ἁποκρίθηκαν λέγοντας· ”Μήπως δὲν ἀρκέσῃ σὲ μᾶς καὶ σὲ σᾶς, γι’ αὐτὸ πηγαίνετε καλλίτε- ρα στοὺς πωλητὰς καὶ ἀγοράσετε γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας”.

10 Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὲς πήγαιναν γιὰ ν’ ἀγοράσουν, ἦλθε ὁ νυμφίος, καὶ οἱ έτοιμες μπῆκαν μαζί του στὴν αἴθουσα τοῦ γάμου, καὶ ἔκλεισε ἡ πόρτοι

11 Ὕστερα δὲ ἔρχονται καὶ οἱ ὑπόλοιπες κοπέλες καὶ λέγουν- ”Κύριε, κύριε, ἅνοιξέ μας”.

12 Ἀλλ’ αὐτὸς ὰποκρίθηκε καὶ εἶπε· ”Άληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν σᾶς γνωρίζω”. 153 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 25,13-29

13 Ν’ ἁγρυπνήτε λοιπόν, διότι δὲν ξέρετε τὴν ἡμέρα καὶ τήν ὥρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθῃ».

Ἠ παραβολὴ τῶν ταλάντων

14 «Ἠ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὁμοιάζει ἐπίσης μὲ τὸ ἑξῆς. Ἕνας ἄνθρωπος, προκειμένου νὰ φύγῃ γιὰ τὰ ξένα, κάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς παρέδωσε τὰ ὑπάρχοντά του.

15 Καὶ σ’ ἄλλον μὲν έδωσε πέντε τάλαντα, σ’ ἄλλον δὲ δύο, καὶ σ’ ἄλλον ἕνα, ἀναλόγως μὲ τὴν ἱκανότητα τοῦ καθενός. Καὶ ἔφυγε γιὰ τὰ ξένα ἁμέσως (γιὰ νὰ δώσῃ ἁρκετὸ χρὸνο νὰ έκμε- ταλλευθοῦν τὰ τάλαντα).

16 Ἐκεῖνος δέ, ποὺ πῆρε τὰ πέντε τάλαντα, πῆγε καὶ έργάσθηκε μ’ αὐτὰ καὶ κέρδισε ἄλλα πέντε τάλαντα.

17 Ὁμοίως καὶ ἐκεῖνος, ποὺ πῆρε τὰ δύο, κέρδισε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο.

18 Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ πῆρε τὸ ἕνα, πῆγε καὶ έσκαψε στὴ γῆ καὶ ἔχωσε τὸ χρῆμα τοῦ κυρίου του.

19 Μετὰ δὲ ἀπὸ πολὺ χρόνο ἦλθε ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ έκα- νε μαζί τους λογαριασμό.

20 Καὶ προσῆλθε ἐκεῖνος, ποὺ έλα- βε τὰ πέντε τάλαντα, καὶ τοῦ έφερε ἄλλα πέντε τάλαντα, καὶ εἶπε· ”Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ παρέδωσες. Κοίταξε, ἄλλα πέντε τάλαντα κέρδισα μ’ αὐτά”.

21 Τοῦ εἶπε ὁ κύριός του· ”Εὖγε, δοῦλε καλὲ καὶ φιλόπονεί Σὲ ὀλίγα ὺπήρξες φιλόπονος, πολλὰ Θὰ σοῦ ἐμπιστευθῶ. Πέρασε μέσα στὴ χαρὰ τοῦ κυρίου σου”.

22 Προσῆλθε δὲ καὶ ἐκεῖνος, που πῆρε τὰ δύο τάλαντα, καὶ εἶπε- ” Κύριε, δύο τάλαντα μοῦ παρέδωσες. Κοίταξε, ἄλλα δύο τάλαντα κέρδισα μ’ αὑτά”.

23 Τοῦ εἶπε ὁ κύριός του· ”Εὖγε, δοῦλε καλὲ καὶ φιλόπονεί Σὲ ὀλίγα ὑπῆρξες φιλόπονος, πολλὰ θὰ σοῦ έμπι- στευθῶ. Πέρασε μέσα στὴ χαρὰ τοῦ κυρίου σου”.

24 Προσῆλθε δὲ καὶ ἐκεῖνος, ποὺ εἶχε πάρει τὸ ἕνα τάλαντο, καὶ εἶπε· ”Κύριε, σὲ κατάλαβα ὅτι εἶσαι πλεονέκτης ἄνθρωπος, ποὺ Θερίζεις έκεῖ ποὺ δὲν ἔσπειρες, καὶ μαζεύεις ἀπ ’ ἐκεῖ ποὺ δὲν σκόρπισες σπόρο.

25 Γι’ αὐτὸ φοβήθηκα, καὶ πῆγα καὶ ἔκρυψα τὸ τάλαντό σου στὴ γῆ (γιὰ νὰ μὴ χαθῇ). Νά, ἔχεις τὸ χρῆμα σου”.

26 Τοῦ ἁποκρίθηκε δὲ ὁ κύριός του καὶ τοῦ εἶπε· ”Κακὲ δοῦλε καὶ ὁκνηρέί Ἤξερες, ὅτι Θερίζω ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔσπειρα, καὶ συνάγω ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ δὲν σκόρπισα σπόρο.

27 Γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καταθέσῃς τὸ χρῆμα μου στοὺς τραπεζῖτες, καὶ ὅταν ἐγὼ θὰ ἐπέστρεψα, θὰ ἔπαιρνα πίσω τὸ δικό μου μαζὶ μὲ τόκο.

28 Πάρτε λοιπὸν τὸ τάλαντο ἀπ’ αὐτόν, καὶ δῶστε το σ’ αὐτόν, ποὺ ἔχει τὰ δέκα τάλαντα.

29 Ναί, σὲ καθένα, ὁ ὁποῖος ἐ’χει, θὰ δοθῇ ὰκὸμη, ὥστε νὰ ἔχῃ καί περίσσευμα, ἐνῷ ἀπ’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει, καὶ αὐτό (τὸ λίγο), ποὺ ἔχει, θὰ ἀφαιρεθῇ. 155 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 25,30-46

30 Τόν ἀνάξιο δὲ δοῦλο πετάξετε ἔξω στὸ βαθύτερο σκοτάδι. Ἐκεῖ θά κλαίῃ καὶ θά τρίζῃ τὰ δόντια (ἀπὸ τὸν πόνο)”».

Μία εἰκὼν τῆς τελικῆς κρίσεως Χωρισμὸς τῶν προβάτων ἀπὸ τὰ ἐρίφια

31 «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴ δόξα του καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μαζί του, τότε θὰ καθήσῃ στὸν ένδοξο θρόνο του,

32 καὶ θα συναχθοῦν μπροστά του ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ θά χωρίσῃ τοὺς μὲν ἀπὸ τούς δέ, ὅπως ὁ βοσκὸς χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ γίδια,

33 καὶ θὰ θέσῃ τὰ μὲν πρόβατα οτὰ δεξιά του, τὰ δὲ γίδια οτά ἀριστερά

34 Τότε ὁ Βασιλεὺς θὰ είπῃ σ’ αὐτοὺς στὰ δεξιά του· ’Ἔλᾶτε σεῖς, οἱ εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, καὶ κληρονομήσετε τὴ βασιλεία, ποὺ έχει ἑτοιμαοθῆ γιὰ σᾶς ἀπ’ τήν ἀρχῆ τοῦ κόσμου (τῆς δημιουργίας).

35 Διότι πείνασα καὶ μοῦ δώσαῖε νὰ φάγω, δίψασα καὶ μὲ ποτίσαῖε, ξένος ἤμουν καὶ μὲ πήροπε στὸ σπίτι σας,

36 γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀσθένησα καὶ μὲ έπισκεφθήκατε, ἤμουν οτή φυλακὴ καὶ ἤλθατε νὰ μὲ ίδῆτε”.

37 Τότε οἱ εὐσεβεῖς θὰ τοῦ ἀποκριθοῦν λέγοντας· ”Κύριε, πότε σὲ εῖδαμε πεινασμένο καὶ σὲ θρέψαμε, ἤ διψασμένο καὶ σὲ ποτίσαμεῖ

38 Πότε ἐπίσης σὲ εἴδαμε ξένο καὶ σὲ πήραμε στὸ σπίτι μας, ἤ γυμνὸ καὶ σὲ ντύσαμε;

39 Πότε πάλι σὲ ε’ίδαμε ἀσθενῆ ἤ φυλα- κισμένο καὶ σὲ ἐπισκεφθήκαμε;”.

40 Ὁ δὲ Βασιλεὺς θ’ ἀποκριθῇ καὶ θὰ τοὺς πῃ· ’Ἄληθινὰ σᾶς λέγω, ἀφοῦ κάνατε αὐτὰ σὲ ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μικροὺς καὶ ἀσήμους ἀδελφούς μου, σὲ μένα τά κάνατε”.

41 Τότε θὰ είπῇ καὶ σ’ ἐκείνους, πού θά εἶναι στὰ ἀριστερά· ”Φύγετε ἀπὸ μένα σεῖς, οἱ καταραμένοι, καὶ πηγαίνετε στὸ πῦρ τὸ αίώνιο, πού ἔχει ἑτοιμασθῇ γιὰ τὸ Διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του.

42 Διότι πείνασα καὶ δὲν μοῦ δώσατε νὰ φάγω, δίψασα καὶ δὲν μὲ ποτίσατε,

43 ἤμουν ξένος καὶ δὲν μὲ πήρατε στὸ σπίτι σας, γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ντύσατε, ἀσθενὴς καὶ φυλακισμένος καὶ δὲν μ’ έπισκεφθήκατε”.

44 Τότε θὰ τοῦ ἀποκριθοῦν καὶ αὐτοὶ λέγοντας· ”Κύριε, πότε σὲ ε’ίδαμε πεινασμένο ἢ διψασμένο ἤ ξένο ἢ γυμνὸ ἤ ἀσθενῆ ἢ φυλακισμένο καὶ δὲν φροντίσαμε γιὰ σένα;”.

45 Θὰ ἀποκριθῇ δὲ σ’ αὐτοὺς λέγοντας· ’Ἅληθινά σᾶς λέγω, ἀφοῦ δὲν κάνατε αὐτὰ σὲ ένα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μικροὺς καὶ ἀσήμους, οὔτε σὲ μένα τὰ κάναῖε”.

46 Καὶ θά πᾶνε αὐτοὶ σὲ κόλασι αἰώνια, οἱ δὲ εὐσεβεῖς σὲ ζωὴ αἰώνια».

157 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῘΟΝ 26,1-16

Κεφάλαιο 26

Συνωμοσία κατὰ τοῦ Ἰησοῦ

Ζ Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς τελείωσε ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, εἷπε στοὺς μαθητάς του·

2 «Ξέρετε, ὅτι μετὰ δύο ἡμέρες ἔρχεται τὸ Πάσχα, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ανθρώπου θὰ παραδοθῇ γιὰ νὰ σταυρωθῇ».

3 Τότε μαζεύτηκαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμμα- τεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ οτὸ μέγαρο τοῦ ἀρχιερέως ὸ ὁποῖος ώνομαζόταν Καϊάφας,

4 καὶ αποφάσισαν νὰ πιάσουν μὲ δόλο καὶ νὰ θανατώσουν τὸν Ἰησοῦ.

5 Ἔλεγαν ὅμως, «Ὄχι κατὰ τήν ἑορτή, γιὰ νὰ μὴ ξεσηκωθῇ ὁ λαός».

Ἡ χρῖσι τοῦ Ἰησοῦ στὴ Βηθανία μὲ πολύτιμο μύρο

6 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἦταν στὴ Βηθανία στὸ σπίτι τοῦ Σίμω- νος τοῦ λεπροῦ,

7 προσῆλθε σ’ αὐτὸν μία γυναῖκα κρατώντας άλάβαστρο (άλαβάστρινο δοχεῖο) μὲ βαρύτιμο μύρο, καὶτὸ ἔχυ- νε ἀφθόνως στὸ κεφάλι του, καθὼς καθόταν στὸ τραπέζι καὶ ἔτρωγε.

8 Ὅταν δὲ εἶδαν οἱ μαθηταί του, ἁγανάκτησαν καὶ εἶπαν· «Γιατί αὐτὴ ἡ σπατάλη,

9 Διότι μποροῦσε αὐτὸ τὸ μύρο νὰ πω- ληΘῇ ἀντὶ μεγάλης τιμῆς καὶ νὰ δοθῇ (ὼς χρηματικῇ ἀξία) στοὺς πτωχούς».

10 Ὁ Ἰησοῦς δὲ άντιλήφθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Γιατί ἑνο- χλεῖτε τὴ γυναῖκα, (Δὲν πρέπει νὰ τὴν ἐνοχλῇτε). Διότι ἔκανε καλή πρᾶξι σ’ ἐμένα.

11 Τοὺς πτωχοὺς βεβαίως θὰ ἔχετε πάντοτε μαζί σας, ἀλλ’ ἐμένα δὲν θὰ ἔχετε πάντοτε.

12 Μὲ τὸ νὰ χύσῃ δὲ αὑτὴ στὸ σῶμα μου αὐτὸ τὸ μύρο, μὲ ἑτοίμασε ἔτσι γιὰ τὸν ἐνταφιασμό μου.

13 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅπου θὰ κηρυχθῇ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο σ’ ὅλο τὸν κόσμο, θ’ ἀναφέρεται καὶ αὑτό, ποὺ ἔκανε αὐτή, γιὰ νὰ διαιωνίζεταιή μνήμη της».

Ἠ προδοσία τοῦ ’Ἰούδα γιὰ τριάντα ἀργύρια

14 Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ ὀνομαζόμενος Ἰούδας ό Ἰσκαριώτης, πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς,

15 καὶ εἶπε· «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς τὸν παραδώσωῖ».

16 Αὐτοὶ δὲ τὸν πλήρωσαν τριάντα ἀργύρια. Καὶ ἀπὸ τότε ζητοῦσε εὐκαιρία νὰ τὸν παραδώσῃ. 159 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 26,17-31

Τελευταῖο Πάσχα. Πρόρρησι τῆς προδοσίας. Μυστικὸς Δεῖπνος

17 Κατὰ τὴν πρώτη δὲ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Άζύμων (τοῦ Πάσχα δηλαδή, ποὺ διαρκοῦσε ἑπτὰ ἠμέρες) προσῆλθαν οἱ μα- θηταὶ στὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ εἶπαν, «Ποῦ θέλεις νὰ σοῦ ἑτοιμάσω- με γιὰ τὸ πασχαλινὸ δεῖπνοῖ».

18 Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Πηγαίνετε οτήν πόλι στὸν τάδε, καὶ νὰ τοῦ είπήτε- Ὅ διδάσκαλος λέγει· Ό καιρὸς τοῦ πάθους μου εἶναι κοντά- οτὸ σπίτι σου θὰ ἑορτάσω τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς μου”».

19 Καὶ ἔκαναν οἱ μαθηταὶ ὅπως τοὺς διέταξε ὁ Ἰησοῦς καὶ ὲτοίμασαν τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο.

20 Ὅταν δὲ βράδυασε, καθόταν στὸ τραπέζι μαζὶ μὲ τοὺς δώδε- κα.

21 Καὶ ένῴ ἔτρωγαν, εἶπε· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἕνας ἀπὸ σᾶς θὰ μὲ παραδώση».

22 Λυπήθηκαν δὲ βαθύτατα καὶ ἅρχισαν καθένας ἀπ’ αὐτοὺς νὰ τοῦ λέγουν- «Μήπως εἶμαι ἐγώ, Κύριεῖ».

23 Ἐκεῖνος δὲ άποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Αὐτός, ποὺ βούτηξε μαζί μου στὸ πιάτο τὸ χέρι, αὐτὸς θὰ μὲ παραδώσῃ.

24 Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου βαδίζει βεβαίως πρὸς τὸ θάνατο ὅπως εἶναι γραμμένο γι’ αὐτόν. Ἀλλ’ ἄλλοίμονο στὸν άνθρωπο έκεῖνο, ποὺ θὰ πα- ραδώσῃ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου. Συνέφερε σ’ αὐτὸν νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ».

25 Μίλησε τότε ὁ Ἰούδας, ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε, καὶ εἷπε. «Μήπως εἶμαι έγώ, διδάσκαλε». Τοῦ λέγει· «Τὸ εἶπες σύ».

26 Ἐνῷ δὲ ἔτρωγαν, ὁ Ἰησοῦς πῆρε τὸν άρτο, καὶ άφοΰ ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχή, τὸν ἔκοψε καὶ τὸν μοίρασε στοὺς μα- θητὰς καὶ εἷπε· «Λάβετε φάγετε· αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου».

27 Ὕστερα πῆρε τὸ ποτήριο, καὶ ἀφοῦ ἔκανε εὐχαριστήρια προ- σευχή, τὸ ἔδωσε σ’ αὐτοὺς λέγοντας. «Πίετε ἀπ’ αὐτὸ ὅλοι,

28 διότι αὐτὸ εἶναιτὸ αἷμα μου, ποὺ ὲπικυρώνει τὴ νέα διαθήκη, ποὺ χύνεται γιὰ τοὺς πολλούς, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους.

29 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι δὲν θὰ πιῶ πλέον ἀπ’ αὐτὸ τὸ προϊὸν τοῦ κλήματος, ἕως τὴν ἡμέρα ἐκείνη (τὴν αἰώνια ἡμέρα), ποὺ θὰ τὸ πίνω μαζί σας καινούργιο στὴ βασιλεία τοῦ Πατέρα μου».

Μεγαλοστομία Πέτρου, πρόρρησι τριπλῆς άρνήσεώς του

30 Ἀφοῦ δὲ ὕμνησαν, βγήκαν γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

31 Τότε τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ὅλοι σεῖς θὰ κλονισθῆτε άπέναντί μου αὐτὴ τὴ νύκτα. Γι’ αὐτὸ εἶναι γραμμένο· Θὰ κτυπήσω τὸν ποιμένα, καὶ θὰ διασκορπισθοῦν τὰ πρόβατα τῆς ποιμνης. 16]. ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 26,32-46

32 Ἀλλὰ μετὰ τὴν άνάστασί μου Θά σᾶς περιμένω νὰ συνα- ντηθοῦμε στὴ Γαλιλαίαῖ».

33 Τότε ὁ Πέτρος πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε· «Ἄν ὅλοι κλονισθοῦν άπέναντί σου, ἐγὼ ὅμως ποτὲ δὲν Θὰ κλονισθῶ»,

34 Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Άληθινὰ σοῦ λέγω, ὅτι αὐτὴ τὴ νύκτα, προτοῦ λαλήσῃ ὁ πετεινός, θὰ μὲ άπαρνηθῇς τρεῖς φορές».

35 Τοῦ λέγει ὁ Πέτρος· «Καὶ ἂν ἀκόμη χρειασθῇ νὰ πεθάνω μαζί σου, δὲν θὰ σὲ άπαρνηθῶ». Τὸ ’ίδιο εἶπαν καὶ ὅλοι (οἱ ἄλλοι) μαθηταί.

Ἠ ὑπερτάτη ἀγωνία στὴ Γεθσημανῆ

36 Τότε ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται μαζί τους σ ’ ένα τόπο, ποὺ ὀνομάζε- ται Γεθσημανῆ, καὶ λέγει στοὺς μαθητάς· «Καθήσετε αὐτοῦ, γιὰ νά πάω νὰ προσευχηθῶ ἐκεῖ».

37 Καὶ ὰφοῦ πῆρε μαζί του τὸν Πέτρο καὶ τοὺς δύο υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου, άρχισε νὰ λυπῆται καὶ ν ’ άγω- νιᾷ.

38 Τότε λέγει σ“ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· «Τόσο λυπημένῃ εἶναι ἡ ψυχή μου, ποὺ κοντεύω ἀπὸ τὴ λύπη νὰ πεθάνω. Μείνετε έδῶ καὶ ἀγρυπνεῖτε μαζί μου».

39 Καὶ άφοῦ προχώρησε λίγο, ἔπε- σε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ προσευχόταν καὶ ἔλεγε· «Πατέρα μου, ἐὰν εἶναι δυνατό, ἂς φύγῃ ἀπὸ μπροστά μου τὸ ποτήρι αὐτό (τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρικοῦ Θανάτου). Ἀλλ’ (ἂς γίνῃ) ὅχι ὅπως θέλω ἐγώ, αλλ’ ὅπως Θέλεις ού».

40 Ἔρχεται κατόπιν πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς βρίσκει νὰ κοιμῶνται, καὶ λέγει στὸν Πέτρο- «Οὔτε μία ὥρα δὲν μπορέσατε νὰ άγρυπνήσετε μαζί μου,

41 Άγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ μὴν υποκύψετε σὲ πειρασμό. Τὸ πνεῦμα βεβαίως εἶναι πρόθυμο, ἁλλ’ ἡ σάρκα εἶναι άδύνατη».

42 Πάλι γιὰ δεύτερη φορὰ πῆγε καὶ προσευχήθη- κε λέγοντας· «Πατέρα μου, ἐὰν δὲν δύναται αὐτὸ τὸ ποτήρι νὰ φύγῃ ἀπὸ μπροστά μου χωρὶς νὰ τὸ πιῶ, ἂς γίνῃ τὸ Θέλημά σου».

43 Κατόπιν πῆγε καὶ τοὺς βρῆκε πάλι νὰ κοιμῶνται, διότι τὰ μάτια τους ἦταν βαρειὰ ἀπὸ νυσταγμό.

44 Τοὺς ἄφησε δέ, καὶ πῆγε πάλι καὶ προσευχήθηκε γιὰ τρίτη φορά, καὶ εἶπε τὰ αὐτὰ λόγια.

45 Τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς λέγει· «Κοιμᾶσθε ἀκόμη καὶ άναπαύεσθεέ Ἰδοὺ πλησίασε ἡ ὥρα, καὶ ὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται σὲ χέρια ἀσεβῶν.

46 Ση κωθῆτε νά προχωρήσωμε. Ἰδοὺ πλησίασε ὁ προδότης μου». χ63 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 26,47-62

Ἠ συλληψι τοῦ Ἰησοῦ

47 Καὶ ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, ἰδοὺ ὁ Ἰούδας ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ἔφθασε, καὶ μαζί του ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρια καὶ ρόπαλα, ποὺ τὸν εἶχαν στείλει οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ.

48 Ἔδωσε δὲ ὁ προδότης του σ’ αὐτοὺς (ἀναγνω- ριστικὸ) σημεῖο λέγοντας· «Ὅποιον θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι. Συλλάβετέ τον».

49 Καὶ ἀμέσως πλησίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ εἶπε· «Χαῖρε, διδάσκαλεί». Καὶ τὸν καταφίλησε.

50 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Φίλε, γιὰ ποιό σκοπὸ ἦλθες έδῶῖ». Τότε πλησίασαν καὶ συνέλαβαν τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν ἔδεσαν.

51 Ἀλλ’ ἰδοὺ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ, ἀπλωσε τὸ χέρι καὶ τράβηξε τὸ μαχαίρι καὶ κτύπησε τὸ δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ αὺτί

52 Τοῦ λέγει τότε ὁ Ἰησοῦς- «Γ ύρισε τὸ μαχαίρι σου στὴ θέσι του. Διότι ὅλοι, ὅσοι παίρνουν μαχαίρι, μὲ μαχαίρι θὰ πεθάνουν (ὅσοι δηλαδὴ κάνουν κακό, θὰ πάθουν κακό).

53 Ἥ νομίζεις ὅτι δὲν μπορῶ τώρα νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου καὶ νὰ μοῦ παρατάξῃ περισσότερες ἀπὸ δώδεκα λε- γεῶνες ἀγγέλων,

54 Ἀλλὰ πῶς θά ἑκπληρωθοῦν οἱ προφητεῖες τῆς Γραφῆς, ὅτι ἔτσι πρόκειται νὰ γίνῃῖ».

55 Έκείνη τὴν ὥρα ὁ Ἰησοῦς εἶπε στοὺς ὄχλους· «Καθὼς ἐναντίον λῃστοῦ βγήκατε μὲ μαχαίρια καὶ μὲ ρόπαλα νὰ μὲ συλλάβετε. Καθημερινῶς ἤμουν μαζί σας διδάσκοντας στὸ ναὸ καὶ δὲν μὲ συλλάβατε.

56 Ἀλλὰ μὲ ὅλο αὐτὸ, ποὺ ἔγινε, έκπληρώθηκαν οἱ προφητικὲς γραφές». Τότε ὅλοι οἱ μαθηταὶ τὸν έγκατέλειψαν καὶ έφυγαν.

Τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων καταδικάζει τὸν Ἰησοῦ σὲ Θάνατο

57 Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ συνέλαβαν τὸν Ἰησοῦ, τὸν έφεραν στὸν Καϊάφα τὸν ἀρχιερέα, ὅπου συγκεντρώθηκαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι

58 Ὁ δὲ Πέτρος τὸν άκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ μέχρι τὴν αὐλὴ τοῦ μεγάρου τοῦ ἀρχιερέως καὶ μπήκε μέσα καὶ καθόταν μαζὶ μὲ τοὺς ὺπηρέτες για νὰ ίδῇ τὸ τέλος.

59 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ ὅλο τὸ συνέδριο ζητοῦσαν ψευ- δομαρτυρία κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν,

60 ἀλλὰ δὲν βρῆκαν. Καὶ δὲν βρῆκαν, ἂν καὶ προσῆλθαν πολλοὶ ψευ- δομάρτυρες. Ὕστερα δὲ προσῆλθαν δύο ψευδομάρτυρες

61 καὶ εἶπαν· «Αὐτὸς εἶπε· Μπορῶ νὰ γκρεμίσω τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ τρεῖς ἠμέρες νὰ τὸν κτίσω».

62 Τότε σηκώθηκε ὁ ἀρχιερεὺς καὶ τοῦ εἶπε· «Δὲν ἔχεις τίποτε νὰ είπῇς, Τί εἶναι αὐτά, ποὺ σὲ κατηγο- ροῦν αὑτοίῖ». 165 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 26,63 - Ζ7,2

63 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς σιωποῦσε. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς τοῦ εἶπε τότε· «Στὸ ὄνομα τοῦ ζωντανοῦ (τοῦ ἀληθινοῦ) Θεοῦ ζητῶ ἀπὸ σένα νὰ μᾶς πῇς, ἐὰν σὺ είσαι ὁ Χριστός (ό Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

64 Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Τὸ εἶπες σύ. Σᾶς λε’γω δέ, ἀπὸ τώρα Θὰ βλέπετε τὸν Υὶὸ τοῦ ἀνθρώπου νὸι κάθεται στὸι δεξιὰ τῆς Δυνάμε- ως (τοῦ Παντοδυνόιμου) καὶ νὰ φέρεται πάνω στὰ σύννεφα τοῦ ούρανοῦ (ἀπὸ τώρα δηλαδή, ποὺ μὲ Θανατώνετε, θὰ βλέπετε τὸν Υίὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ δοξάζεται)».

65 Τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του (βγῆκε ἀπὸ τὰ ροῦχα του, ἁγανάκτησεί) καὶ εἶπε· «Βλασφήμησεὶ Τί μᾶς χρειάζονται πλέον μάρτυρεςῖ Ἰδοὺ τώρα ἀκούσαι-ε τὴ βλασφημία του.

66 Τί νομίζετεῖ». Αὐτοὶ ἀποκρίθηκαν καὶ εἶπαν- «Εἶναι ἄξιος Θανάτου».

67 Τότε ἔφτυσαν στὸ πρόσωπό του καὶ τὸν γρονΘοκόπησαν, ἄλλοι δὲ τὸν ρὰπισαν 68 λέγοντας, «Προφήτευσέ μας, Χριστέ, ποιός σὲ κἰῦπησεῖ».

Ἡ τριπλή ἄρνησι τοῦ Πέτρου καὶ ἡ μετάνοιά του

69 Ὁ δὲ Πέτρος καθόταν ἔξω στὴν αὐλή, καὶ τὸν πλησίασε μιὰ ὺπηρέτρια καὶ εἶπε. «Καὶ σὺ ἤσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸ Γαλι- λαῖο».

70 Ἀλλ’ αὐτὸς ἁρνήθηκε μπροστὰ σὲ ὅλους αὐτοὺς λε’γο- ντας· «Δὲν ξέρω τί λε’ς».

71 Ὅταν δὲ πήγαινε πρὸς τὴν αὑλόπορ- τα, τὸν εἶδε ἄλλη ὺπηρέτρια καὶ λέγει σ’ αὐτούς· «Ἐκεῖ ἦταν καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο».

72 Καὶ πάλι ἁρνήθη- κε μὲ ὅρκο λε’γοντας- «Δὲν ξέρω τὸν ἄνθρωπο».

73 Μετὰ δὲ ἀπὸ λίγο πλησίασαν ο“ι παρευρισκόμενοι καὶ εἶπαν στὸν Πέτρο- «Πράγματι καὶ σὺ ἀπ’ αὐτοὺς εἶσαι, διότι καὶ ἡ προφορά σου σὲ φανερώνει».

74 Τότε ἅρχισε νὸι όρκίζεται καινὰ όμνύῃ ἐπα- νειλημμένως λέγοντας· «Δὲν ξέρω τὸν ἄνθρωπο». Καὶ ἀμέσως ὸ πετεινὸς λάλησε.

75 Καὶ θυμήθηκε ὁ Πέτρος τὸ λόγο τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ τοῦ εἶχε εἰπεῖ· «Προτοῦ ὁ πετεινὸς λαλήσῃ, θὰ μὲ ἁπαρνηθῇς τρεῖς φορές». Καὶ βγῆκε ἔξω καὶ ἕκλαυσε πικρά.

Κεφάλαιο 27

Τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων παραδίδει τὸν Ἰησοῦ στὸν Πιλᾶτο

27Ὅταν δὲ ξημέρωσε, ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ συνεδρίασαν καὶ ἔλαβαν ἁπόφασι κατὰ τοῦ Ἰη- σοῦ γιὸι νὰ τὸν θανατώσουν.

2 Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν, τὸν ἔφε- ραν καὶ τὸν παρέδωσαν στὸν Πόντιο Πιλᾶτο τὸν ἡγεμόνα. 167 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27,3-17

Ὸ Ἰούδας μεταμελεῖται καὶ αῦτοκτονεῖ

3 Τότε ὁ Ἰούδας, ποὺ τὸν εἶχε παραδώσει, όταν εἶδε, ὅτι κα- ταδικάσθηκε, μεταμελήθηκε καὶ ἐπέστρεψε τὰ τριάντα ἀργύρια στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς πρεσβυτέρους

4 λέγοντας· «Ἀμάρτησα, διότι παρέδωσα αἷμα ἁθῷο». Ἀλλ’ αὐτοὶ εἶπαν· «Τί μᾶς ένδι- αφέρειῖ Δικό σου πρόβλημα».

5 Ἔρριξε τότε τὰ ἀργύρια στὸ ναό, καὶ ἀναχώρησε καὶ πῆγε καὶ ἀπαγχονίσθηκε.

Ὁ ἀγρὸς τοῦ κεραμέως ἀγρὸς αἵματος

ὃ Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς πήραν τὰ ἀργύρια καὶ εἶπαν- «Δὲν ἐπιτρέπε- ται νὰ τὰ βάλωμε στὸ ἱερὸ ταμεῖο, ἐπειδὴ εἶναι ἁντίτιμο αἵματος».

7 Ἀφοῦ δὲ ουσκέφθηκαν καὶ ἁποφάσισαν, ἁγόρασαν μ’ αὐτὰ τὸν άγρὸ τοῦ κεραμέως, γιὰ νὰ Θάπτωνται οἱ ξένοι.

8 Γι’ αὐτὸ ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ὀνομάζεται μέχρι σήμερα ἀγρὸς αἵματος.

9 Τότε εκτιληρώθηκε τὸ λεχθὲν διὰ τοῦ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου, ὁ ὁποῖος εἶπε· Καὶ πήραν τὰ τριάντα ἀργύρια, τὸ τίμημα τοῦ ἁνεκτιμήτου, τὸν ὁποῖον έκτίμησαν ἔται μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες,

10 καὶ τὰ ἔδωσαν γιὰ τὸν ὰγρὸ τοῦ κεραμέως, καθὼς μοῦ εἶπε ὁ Κύριος. ’

Ἠ Θαυμαστή σιωπὴ τοῦ Ἰησοῦ

11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς στάθηκε μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, καὶ τὸν ρώτησε ὁ ἡγεμὼν λέγοντας· «Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίωνρ). Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Τὸ λέγεις σύ» (Ὁ Ἰησοῦς παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι βασιλεὺς, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ βασιλεία).

12 Καὶ ἐνῷ τὸν κατηγοροῦσαν ο“ι ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι, δὲν ἀπάντησε τίποτε.

13 Τότε τοῦ λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Δὲν ἀκούεις πόσα σὲ κατη- γοροῦνῖ».

14 Ἀλλὰ δὲν τοῦ ἁποκρίθηκε οὔτε σ’ ἕνα λόγο, ὥστε νὰ καταπλήσσεται ὁ ἡγεμών.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀντὶ τοῦ Ἰησοῦ ζητοῦν νὰ έλευθερωθῇ ὸ Βαραββᾶς

15 Κατὰ τὴν ἑορτὴν δὲ (τοῦ Πάσχα) συνήθιζε ὁ ἡγεμὼν νὰ ἐλευθερώνῃ ἕνα φυλακισμένο πρὸς χάριν τοῦ λαοῦ, όποιον ἤθε- λαν.

16 Εἷχαν δὲ τότε ἕνα σεσημασμένο φυλακισμένο, ποὺ ώνο- μαζόταν Βαραββᾶς.

17 Καθὼς λοιπὸν ἦταν συγκεντρωμένοι, τοὺς εἶπε ὁ Πιλᾶτος· «Ποιόν θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσω, Τὸ Βα- βαββᾶ ἢ τὸν Ἰησοῦ τὸ λεγόμενο Χριοτό (Μεσσία);». 169 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27,18-30

18 Διότι ἤξερε, ὅτι ἀπὸ φθόνο τὸν παρέδωσαν (σ’ αὐτόν).

19 Ἐνῴ δὲ καθόταν στῆ δικαστική ἔδρα, ἡ γυναῖκα του τοῦ ἔστειλε αὐτὸ τὸ μήνυμα· «Νὰ μὴ κάνῃς κανένα κακὸ στὸν άθῷο ἐκεῖνο, διότι ἐξ αἰτίας του πολὺ ὑπέφερα σήμερα σὲ όνειρο».

20 Ἀλλ’ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους νὰ ζητήσουν τὸ Βαραββᾶ, τοῦ δὲ Ἰησοῦ νὰ ζητήσουν τὴ θανάτωσι.

21 Μίλησε πάλι ὁ ἡγεμὼν καὶ τοὺς εἶπε· «Ποιόν ἀπὸ τοὺς δύο θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσωῖ». Αὐτοὶ δὲ εἶπαν- «Τὸ Βαραββᾶ».

Οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦν νὰ σταυρωθῇ ὁ Ἰησοῦς

22 Τοὺς λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Τότε τί νὰ κάνω τὸν Ἰησοῦ τό λεγόμενο Χριστό (Μεσσία);». Τοῦ λέγουν ὅλοι· «Νὰ σταυρωθῇἕ».

23 Ὁ δὲ ἡγεμὼν εἶπε· «Ἀλλὰ τί κακό ἔκανεῖ». Αὐτοὶ δὲ περισσότε- ρο κραυγαζαν λέγοντας· «Νὰ σταυρωθῇἔ».

Ὁ Πιλᾶτος ἀπὸ δειλία ε’νδίδει στὴν ἁπαίτησι τῶν Ἰουδαίων

24 Ἀφοῦ δὲ εἶδε ὁ Πιλᾶτος, ὅτι δὲν κατορθώνει τίποτε, ἀλλὰ γίνεται μεγαλύτερος θόρυβος, πῆρε νερό καὶ ἔνιψε καλὰ τὰ χέρια ἐνώπιον τοῦ ὄχλου λέγοντας· «Εἶμαι ἀνεύθυνος γιὰ τὸ θάνατο αὐτοῦ τοῦ άθῴου· σεῖς θὰ ἔχετε τὴν εὐθύνη».

25 Άποκρίθηκε δὲ ὅλος ὁ λαὸς καὶ εἶπε· «Τὸ αἷμα του ἐπάνω μας καὶ ἐπάνω στὰ παιδιά μας».

26 Τότε ἁπελευθέρωσε γιὰ χάρι τους τὸ Βαραββᾶ, ἑνῲ τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ μαστίγωσε, παρέδωσε νὰ σταυρωθῇ.

Οἱ στρατιὼτες περιπαίζουν τὸν Ἰησοῦ ὡς βασιλέα τῶν Ἰουδαίων

27 Τότε οἱ στρατιῶτες τοῦ ἡγεμόνος, ἀφοῦ πῆραν καὶ ὼδήγησαν τὸν Ἰησοῦ στὸ πραιτώριο (στὸ παλάτι τοῦ ἡγεμόνος, συγκεκριμένως στὴν ἐσωτερική αὐλὴ τοῦ παλατιοῦ), μάζε- ψαν γύρω του όλη τὴ φρουρά.

28 Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, τὸν ἔντυσαν μὲ κόκκινο μανδύα (ὡς βασιλικὴ δῆθεν πορφύρα),

29 καὶ ἀφοῦ ἔπλεξαν στεφάνι ἀπὸ άγκάθια, τὸ ἔβαλαν πάνω στὸ κεφάλι του (ὼς βασιλικὸ δῆθεν στέμμα), καὶ στὸ δεξί του χέρι ἔδωσαν ἕνα καλάμι (ὼς βασιλικό δῆθεν σκῆπτρα), καὶ γονάτισαν μπροστά του καὶ τὸν περιέπαιζαν λε’γοντας· «Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίωνέ».

30 Καὶ ἀφοῦ τόν ἔφτυσαν, πῆραν τὸ καλάμι καὶ τὸν κτυποῦσαν στὸ κεφάλι του. 171 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑῙΟΝ 27,31-46

31 Καὶ ἀφοῦ τὸν περιέπαιξαν, τοῦ έβγαλαν τὸν μανδύα καὶ τὸν έντυσαν τὰ ροῦχα του, καὶ τὸν πῆραν γιὰ νὰ πᾶνε γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν.

Ὁ Ἰησοῦς ὀδηγεῖται στὸ Γ ολγοθᾶ καὶ σταυρώνεται ἐν μέσῳ δύο λῃστῶν

32 Ὅταν δὲ έβγαιναν (ἀπὸ τὴν πόλι), βρῆκαν ἕνα ἅνθρω- πο ἀπὸ τὴν Κυρήνη, ποὺ ώνομαζόταν Σίμων. Αὑτὸν ὰγγὰρευ- σαν γιὰ νὰ μεταφέρῃ τὸ σταυρό του.

33 Καὶ ἀφοῦ έφτασαν σ’ ἕνα τόπο ποὺ ὀνομάζεται Γολγοθᾶς, καὶ σὲ μετάφρασι ση- μαίνει, Κρανίου τόπος,

34 τοῦ έδωσαν νὰ πιῇ ξύδι ἁνάμικτο μὲ χολή, ἀλλὰ μόλις δοκίμασε, δὲν Θέλησε νὰ πιῇ.

35 Ὅταν δὲ τὸν οταύρωσαν, μοίρασαν μεταξύ τους μὲ κλῆρο τὰ ὲνδύματά του.

36 Καὶ κάθονταν έκεῖ καὶ τὸν φύλαγαν.

37 Πάνω δὲ ἀπὸ τὸ κεφάλι του τοποθέτησαν ἐπιγραφή, στὴν ὁποία ὡς αἰτία τῆς καταδίκης ἦταν γραμμένο, Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

38 Τότε οταυρώνονται μαζί του δύο λῃσταί, ὁ ένας ἀπ’ τὰ δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀπ’ τὰ ἀριστερά.

Οί Ἰουδαῖοι έμπαίζουν τὸν Ἐσταυρωμένσ

39 Οἱ δὲ περαοτικοὶ τὸν έβριζαν κουνώντας τὰ κεφάλια τους είρωνικὰ

40 καὶ λέγοντας· «Σὺ ποὺ θὰ γκρέμιζες τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν οίκοδομοῦσεςί Σῶσε τὸν ἑαυτό σου. Ἐὰν εἶσαι Υίὸς τοῦ Θεοῦ, κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρό».

41 Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντας μαζὶ μὲ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς πρε- σβυτέρους καὶ τοὺς Φαρισαίους, έλεγαν·

42 «Ἄλλους ἔσωσε, τὸν ἑαυτό του δὲν δύναται νὰ σώσῃ. Ἐὰν εἶναι βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἃς κατεβῇ τώρα ἀπὸ τὸ σταυρό, καὶ θὰ πιστεύσωμε σ’ αὐτόν.

43 Ἔμπιοτεύεται στὸ Θεό, ἂς τὸν σώσῃ τώρα, ἐὰν εὐαρεστῆται σ” αὐτόν· διότι εἷπε, Ἕῖμαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ”».

44 Τὸ ’ίδιο δὲ καὶ οἱ λῃσταί, ποὺ σταυρώθηκαν μαζί του, τὸν έβριζαν (Ὕστερα ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο λῃστὰς μετανόησε).

Ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ

45 Ἀπὸ ὥρα δὲ δώδεκα τὸ μεσημέρι ἕως ὥρα τρεῖς τὸ ἀπόγευμα ἔπεσε σκοτάδι σ’ ὅλη τὴ γῆ.

46 Γύρω δὲ οτὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα ὁ Ἰησοῦς φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη καὶ εἶπε- Ἠλί, Ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί; Δηλαδή, Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; 173 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27,47-61

47 Μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς παρευρίσκομένους ἐκεῖ, ὅταν τὸ ἄκουσαν, ἑλεγαν- «Τὸν Ἠλία φωνάζει αὑτός».

48 Καὶ ἁμέσως ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἔτρεξε, καὶ πῆρε ἕνα σφουγγάρι, καὶ τὸ γέμισε μὲ ξύδι, καί, ἀφοῦ τὸ στερέωσε στὴν ἄκρη ἀπὸ ἕνα καλάμι, προ- σπαθοῦσε νὰ τὸν ποτίσῃ.

49 Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι ἔλεγαν· «Ἅφησε νὰ δοῦμε, ἂν θὰ ἔλθῃ ὁ Ἠλίας νὰ τὸν σώσῃ».

50 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ πάλι φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη, παρέδωσε τὸ πνεῦμα.

Σημεῖα ἀκολουθοῦν στὸ θάνατο τοῦ Ἰησοῦ καὶ ὁ ἑκατόνταρχος πιστεύει

51 Καὶ ἰδοὺ τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ οχίσθηκε οτὰ δύο ἀπὸ πάνω ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ σείσθηκε, καὶ οἱ βράχοι σχίσθη- καν,

52 καὶτὰ μνήματα ἄνοιξαν καὶπολλὰ σώματα τῶν ἁγίων, ποὺ εἶχαν κοιμηθῆ, ἁναοτήθηκαν,

53 καί, ἀφοῦ βγῆκαν ἀπὸ τὰ μνήματα, μετὰ τὴν ἁνάοτασί του μπῆκαν στὴν ἁγία πόλι καὶ ἑμφανίσθηκαν σὲ πολλούς.

54 Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ στρα- τιῶτες, ποὺ φύλαγαν μαζί του τὸν Ἰησοῦ, ὅταν εἶδαν τὸ σεισμὸ καὶ τὰ ἄλλα συμβάντα, φοβήθηκαν πάρα πολύ, καὶ ἔλεγαν· «Πραγματικῶς αὐτὸς ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

Γυναῖκες παρακολουθοῦν τὸ δρᾶμα τοῦ Γολγοθᾶ

55 Ἦταν δὲ ἐκεῖ καὶ πολλὲς γυναῖκες, ποῦ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ μακριά, καὶ εἶχαν ἀκολουθήσει τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία καὶ τὸν ὑπηρετοῦσαν.

56 Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ἡ Μαρία ἡ Μα- γδαληνή, καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωσῆ, καὶ ἡ μητέρα τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου.

Ὸ Ἰωσὴφ ὁ Ὰριμαθαῖος ἑνταφιάζει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ

57 Άργὰ δὲ τὸ ἀπόγευμα παρουσιὰσθηκε ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ τὴν Άριμαθαία, ὀνομαζόμενος Ἰωσήφ, ποὺ καὶ αὐτὸς ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ.

58 Αὐτὸς πῆγε στὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Τότε ὁ Πιλᾶτος διέταξε νὰ δοθῇ τὸ σῶμα.

59 Καὶ ἀφοῦ ὁ Ἰωσὴφ ἐ’λαβε τὸ σῶμα, τὸ τύλιξε σ’ ἕνα καθαρὸ (ἁμεταχείριστο) σεντόνι,

60 καὶ τὸ ἔθεσε στὸ δικό του καινούργιο μνῆμα, ποὺ εἶχε λαξεύσει στὸ βράχο. Καί, ἀφοῦ κύλισε ἕνα μεγὰλο λίθο στὴν ε’ίσοδο τοῦ μνήματος (γιὰ νὰ τήν κλείσῃ), ἔφυγε.

61 Ἦταν δὲ ἐκεῖ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἠ ἄλλη Μαρία, οἱ ὁτιοῖες κάθονταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τάφο. 175 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 27,62 - 28,8

Ἡ σφράγισι καὶὴ φρούρησι τοῦ τάφου

62 Τὴν άλλη δὲ ἡμέρα, ἡ ὁποία εἶναι μετὰ τὴν Παρασκευή (δηλαδὴ τὸ Σάββατο), πῆγαν μαζὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι στὸν Πιλᾶτο

63 καὶ εἶπαν· «Κύριε, Θυμηθήκαμε, ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἷπε, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε, ”Μετὰ τρεῖς ἠμὲρες θὰ άνα- στηθῶ”.

64 Δῶσε λοιπὸν διαταγή ν’ άσφαλισθῇ ὁ τάφος ἕως τήν τρίτη ἡμέρα, μήπως ἔλθουν οἱ μαθηταί του τὴ νύκτα καὶ τὸν κλέψουν καὶ είποῦν στὸ λαό, ”ΆναστήΘηκε ἐκ νεκρῶν”, καὶ Θὰ εἶναι ἡ τελευταία πλάνη χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη».

65 Τοὺς εἶπε ὁ Πιλᾶτος· «Πάρετε φρουρά· πηγαίνετε καὶ άσφαλίσε- τε, ὅπως νομίζετε».

66 Καὶ αὐτοὶ πῆγαν καὶ διὰ τῆς φρουρᾶς ἁσφάλισαν τὸν τάφο, ἀφοῦ μάλιστα σφράγισαν (μὲ ταινία καὶ βουλοκέρι) τὸ λίθο.

Κεφάλαιο 28

Μυροφόρες ε’πισκέπτονται κενὸ τάφο καὶ ἅγγελος ἀγγέλλει τὴν ἀνάστασι τοῦ Ἰησοῦ

2 8Μετὰ δὲ τὴν άργία τοῦ Σαββάτου, τὰ ξημερώματα τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος (τῆς Κυριακῆς), πῆνε ἠ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ άλλη Μαρία, γιὰ νὰ ίδοῦν τὸν τάφο.

2 Καὶ ἰδοὺ ἓγινε σεισμὸς μεγάλος. Διότι ἅγγελος Κυρίου κατέβη- κε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πῆγε καὶ κύλισε τὸ λίθο ἀπὸ τὴν ε’ίσοδο τοῦ τάφου καὶ καθόταν ἐπάνω του.

3 Τὸ δὲ πρόσωπό του ἦταν σὰν ἀστραπή, καὶ τὸ ἔνδυμά του λευκὸ σὰν τὸ χιόνι

4 Καὶ ἀπὸ τὸ φόβο, ποὺ προκάλεσε, συγκλονίσθηκαν οἱ φύλακες καὶ ἐγι- ναν σὰν νεκροί.

5 Μίλησε δὲ ὁ ἅγγελος καὶ εἷπε στὶς γυναῖκες· «Μή φοβεῖσθε σεῖς. Διότι ξὲρω, ὅτι ζητεῖτε τὸν Ἰησοῦ τὸν ἐσταυ- ρωμέᾞο.

6 Δὲν εἶναι ἑδῶ, ἀλλ’ ἁναστήθηκε, καθὼς εἶπε. Ἐλᾶτε νὰ ίδήτε τὸν τόπο, ὅπου ἦταν ὁ Κύριος.

7 Καὶ πηγαίνετε γρηγο- ρα νὰ είπῆτε στοὺς μαθητάς του, ”ΆναστήΘηκε ἐκ νεκρῶν, καὶ ίδοὺ πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς νὰ σᾶς περιμένῃ στὴ Γαλιλαίαῖ, ἐκεῖ Θὰ τὸν ίδῆτε”. Ἰδοὺ σᾶς πληροφόρησα».

Ἔμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ στὶς μυροφόρες ·

8 Ἕφυγαν δὲ γρήγορα ἀπὸ τὸ μνῆμα μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη, καὶ ἕτρεξαν γιὰ νὰ φέρουν τὸ μήνυμα στοὺς μαθητάς του. ].77 ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 28,9-20

9 Καθὼς δὲ πήγαιναν γιὰ ν’ ἁναγγείλουν στοὺς μαθητάς του, ἰδοὺ ὁ Ἰησοῦς τὶς συνάντησε καὶ εἶπε· «Χαίρετεὶ». Αὺτὲς δὲ τὸν πλησίασαν καὶ ἔπιασαν τὰ πόδια του καὶ τὸν προσκύνησαν.

10 Τότε λέγει σ’ αὺτὲς ὁ Ἰησοῦς· «Μή φοβεῖσθεέ Πηγαίνετε νὰ είδοποιήσετε τοὺς ἀδελφούς μου, γιὰ νὰ πᾶνε στὴ Γαλιλαίαῖ, καὶ ἐκεῖ θὰ μὲ ἰδοῦν».

Οί Ἰουδαῖοι ἑξαγοράζουν τοὺς φρουροὺς τοῦ τάφου καὶ συκοφαντοῦν τὴν ἁνὰστασι

11 Ἐνῷ δὲ αὑτὲς βρίσκονταν στὸ δρόμο, ἰδοὺ μερικοὶ ἀπ’ τὴ φρουρὰ πῆγαν στὴν πόλι καὶ ἀνέφεραν στοὺς ἀρχιερεῖς ὅλα τὰ γεγονότα.

12 Καὶ ἀφοῦ (οἱ ἀρχιερεῖς) συνεδρίασαν μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ ἕλαβαν ἁπόφασι, ἔδωσαν ἁρκετὰ ἀργύρια οτοὺς στρατιῶτες

13 καὶ εἶπαν· «Νὰ είπῆτε, ’Όὶ μαθηταί του ἦλθαν τὴ νύκτα καὶ τὸν ἔκλεψαν, ὲνῷ ἐμεῖς κοιμὸμασταν”.

14 Καὶ ἂν φθάσῃ τοῦτο στα αὺτιὰ τοῦ ἡγεμόνος, ἑμεῖς θὰ τὸν καθη- συχάσωμε καὶ θὰ σᾶς ἁπαλλάξωμε ἀπὸ κάθε εὐθύνη».

15 Αὐτοὶ δέ, ἀφοῦ πήραν τὰ ἀργύρια, ἔκαναν ὅπως διδάχθηκαν. Καὶ δι- αδὸθηκε αὺτή ἡ φήμη στοὺς Ἰουδαίους μέχρι σήμερα.

Ὀ ἀναστὰς Κύριος δίνει στοὺς μαθητὰς παγκόσμια ἁποστολή

16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ πήγαν στὴ Γαλιλαίαῖ, οτὸ ὅρος δη- λαδή, ποὺ ὥρισε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς.

17 Καὶ ὅταν τὸν εἶδαν, τὸν προσκύνησαν, μερικοὶ δὲ φοβήθηκαν.

18 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς πλησίασε καὶ τοὺς μίλησε λέγοντας· «Μοῦ δόθηκε κάθε ἐξουσία στὸν οὐρανὸ καὶ οτή γῆ.

19 Πηγαίνετε καὶ κάνετε μαθητὰς (χρι- στιανοὺς) ὅλα τὰ ἔθνη μὲ τὸ νὰ τοὺς βαπτίζετε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶτοῦ Ἁγίου Πνεύματος,

20 μὲ τὸ νὰ τοὺς διδάσκετε νὰ τηροῦν ὅλα ὅσα σᾶς εἶπα (ἁλήθειες πίστεως καὶ ἐντολὲς ζωῆς). Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σας ὅλες τὶς ἠμέρες ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου». Ἀμήν.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛῙΟΝ

Κεφάλαιο 1

Ὰρχή τοῦ εὐαγγελίου ὁ πρόδρομος ’Ἰωάννης

1Άρχή τοῦ χαρμοσύνου μηνύματος γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υὶὸ τοῦ Θεοῦ (Αὐτὴ ἡ άρχή γίνεται μὲ τὸν πρόδρομο Ἰωάννη).

2 Σύμφωνα μὲ τὰ γραμμένα στοὺς προφῆτες (Μα- λαχία καὶ Ἠσαῖα), «Ἰδοὺ έγω ἀποστέλλω τὸν ἁγγελιαφόρο μου πρὶν ἀπὸ σένα, γιὰ νὰ προετοιμὰσῃ τὸ δρὸμο σου»,

3 «Φωνὴ ἑνός, ποὺ φωνάζει δυνατὰ στὴν ἔρημο, Ἑτοιμάσετε τήν ὸδὸ γιὰ νὰ διαβῇ ὁ Κύριος, ίσιάξετε τοὺς δρόμους του γιὰ νὰ περάσῃ»,

4 ἦλθε ὁ Ἰωάννης καὶ βάπτιζε στὴν έρημο καὶ κήρυτ- τε βάπτισμα μετανοίας γιὰ άφεσι τῶν ἁμαρτιῶν.

5 Καὶ έβγαιναν καὶ πήγαιναν πρὸς αύτὸν οἱ κάτοικοι ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ οἱ Ἰεροσολυμῖτες, καὶ βαπτίζονταν ὅλοι ἀπ’ αὑτὸν στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ, ἐξομολογούμενοι (συγχρόνως) τὶς ἁμαρτίες τους.

6 Φοροῦσε δὲ ὁ Ἰωάννης ἔνδυμα ἀπὸ τρίχες καμήλου καὶ ζώνη δερματίνη γύρω ἀπὸ τὴ μέση του, καὶ ἐ’τρωγε ἀκρίδες καὶ μέλι ἀπὸ άγρια μελίσσια.

7 Καὶ κήρυττε λέγοντας· «Μετὰ ἀπὸ μένα ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σκύψω καὶ νὰ λύσω τὸ λουρὶ ἀπὸ τὰ ὑποδήματά του.

8 Ἐγὼ μὲν σάς βάπτισα μὲ νερό, ἐνῷ αὐτὸς θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα Ἅγιο».

Ἠ βάπτισι τοῦ Ἰησοῦ

9 Ἐκεῖνες δὲ τὶς ἡμέρες ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη.

10 Καὶ καθὼς ἁμέσως ἔβγαινε ἀπ’ τὸ νερό, εἶδε νὰ σχίζωνται οὶ ούρανοί, καὶτὸ Πνεῦμα σὰν περιστέρι νὰ κατεβαίνῃ ἐπάνω του.

11 Καὶ φωνὴ ἦλθε ἀπὸ τοὺς ούρανούς, Σύ εἶσαι ὁ Υἱός μου ὸ ἀγαπητός, έσένα έξέλεξα1 (καὶ κατέστησα Μεσσία, Χριστὸ)».

Ό Σατανᾶς πειράζει τὸν Ἰησοῦ

12 Άμέσως δὲ τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδηγεῖ ἔξω στὴν ἕρημο.

13 Καὶ έκεῖ στὴν έρημο έμεινε σαράντα ἡμέρες, καὶ άντιμετώπιζε πειρασμοὺς ἀπὸ τὸ Σατανᾶ, Καὶ ζοῦσε μαζὶ μὲ τὰ Θηρία, ἀλλ’ οἱ ἄγγελοι τὸν ὑπηρετοῦσαν.

181 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 1,14-28

Ἠ ἁρχὴ τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ

14 Μετὰ δὲ τὴ φυλάκισι τοῦ Ἰωάννου ὁ Ἰησοῦς πῆγε στή Γαλιλαία καὶ κήρυττε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ

15 καὶ ἔλεγε· «Συμπληρώθηκε ὁ (ὡρισμένος) χρόνος καὶ ἔφθασεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε στὸ χαρμόσυνο μήνυμα».

Ἠ κλῆσι τῶν πρώτων μαθητῶν

16 Ἐνῷ δὲ περιπατοῦσε κοντὰ στὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας, εἶδε τὸ Σίμωνα καὶ τὸν Ἀνδρέα, τὸν άδελφὸ τοῦ Σίμωνος, να ρίχνουν τά δίκτυα στὴ λίμνη, διότι ἦταν ἁλιεῖς,

17 καὶ τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς- «Άκολουθήοτε με καὶ θὰ σᾶς κάνω νὰ γίνετε ἁλιεῖς ἀνθρώπων».

18 Άμέσως δὲ ἄφησαν τὰ δίκτυά τους καὶ τὸν άκολούθησαν.

19 Ἀφοῦ δὲ προχώρησε λίγο ἀπ’ ἐκεῖ, εἶδε τὸν Ἰάκωβο, τὸν υίὸ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἀδελφώ του, νὸι ἑτοιμάζουν καὶ αὐτοὶ μέσα στὸ πλοῖο τὰ δίκτυα,

20 καὶ άμέσως τοὺς κάλεσε. ’Άφησαν τότε τὸν πατέρα τους τὸ Ζεβεδαῖο οτὸ πλοῖο μὲ τοὺς μισθωτοὺς καὶ τὸν άκολούθησαν.

Κήρυγμα καὶ Θεραπεία δαιμονισμένου στὴν Καπερναούμ

21 Καὶ μπαίνουν στὴν Καπερναούμ, καὶ άμέσως τὸ Σάββα- το μπῆκε στὴ συναγωγὴ καὶ δίδασκε.

22 Καὶ (οί ἀκροαταί του) ἔμεναν κατάπληκτοι ἀπ’ τὴ διδασκαλία του. Διὸτι τοὺς δίδασκε ὼς αὺθεντία, καὶ ὄχι ὅπως οἱ γραμματεῖς.

23 Ἣταν δὲ στὴ συνα- γωγή τους κάποιος ἄνθρωπος μὲ πνεῦμα άκάθαρτο (δαιμόνιο), καὶ κραυγασε

24 λέγοντας· «Ἅ, τί κοινὸ ὑπάρχει άνάμεσα σὲ μᾶς καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ, Ἣλθες νὰ μᾶς καταστρέψῃς, Σὲ γνωρίζω ποιός εἶσαι, ὁ έκλεγμένος ἀπὸ τὸ Θεό».

25 Ὁ δὲ Ἰη- σοῦς ἐπέπληξε καὶ διέταξεν αὐτό (τὸ πνεῦμα τὸ άκάθαρτο) λέγο- ντας· «Πάψε νὰ μιλᾶς καὶ έβγα ἀπ’ αὐτόν».

26 Τὸ δὲ πνεῦμα τὸ άκάθαρτο, ἀφοῦ συνετάραξεν αὐτὸν καὶ έβγαλε δυνατή κραυγή, βγῆκε ἀπ’ αὐτόν.

27 Καὶ ὅλοι αἰσθάνθηκαν κατάπληξι καὶ δέος, ὥστε νὰ ουζητοῦν μεταξύ τους καὶ νὰ λέγουν· «Τί εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, Τί εἶναι αῦτή ἡ νέα διδασκαλία, Πῶς ἐξουσια- στικὰ διατάσσει καὶτὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, καὶ ὺπακούουν σ’ αὐτόνῖ».

28 Γρήγορα δὲ ἡ φήμη του διαδόΘηκε σ’ ὅλη τήν περιοχὴ τῆς Γαλιλαίας. 183 κΑτΑ ΜΑΡΚΟΝ ’ τες-44

Θεραπεία τῆς πεθερᾶς τοῦ Σίμωνος (Πέτρου) καὶ ἄλλων ἀσθενῶν

29 Καὶ ἀμέσως βγῆκαν ἀπ’ τὴ συναγωγὴ καὶ πῆγαν στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος καὶ τοῦ Ἀνδρέα μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη.

30 Ἡ δὲ πεθερὰ τοῦ Σίμωνος ἦταν κατάκοιτη μὲ πυ- ρετό. Καὶ ἁμέσως τοῦ ὁμιλοῦν γι’ αὐτή.

31 Καὶ ἀφοῦ πλησίασε, τὴν έπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴ σήκωσε, καὶ ἁμέσως τὴν ἄφησε ό πυρετός, καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς διακονῇ (νὰ τοὺς φροντίζῃ).

32 Ὅταν δὲ βράδυασε καὶ ἔδυσεν ὁ ἤλιος, έφερναν σ’ αὐτὸν ὅλους τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς δαιμονισμένους.

33 Καὶ ὅλοι οἱ κόποι- κοι τῆς πόλεως μαζεύτη καν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα (τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Σίμωνος Πέτρου).

34 Καὶ Θεράπευσε πολλοὺς, ποῦ ἦταν ἄρρω- στοι ἀπὸ πολλὲς ἁρρώστειες, καὶ έβγαλε πολλὰ δαιμόνια, καὶ δέν ἄφηνε τὰ δαιμόνια νὰ ὁμιλοῦν, διότι ἤξεραν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὅ Χριστός (ὁ Μεσσίας).

Προσευχή, κήρυγμα καὶ έκβολὲς δαιμονίων

35 Πολὺ δὲ πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν νύκτα, σηκώθηκε καὶ βγῆκε καὶ πήγε σ’ ένα έρημικὸ τόπο, καὶ ἐκεῖ προσευχόταν.

36 Ἀλλ’ ὁ Σίμων καὶ ὅσοι ἦταν μαζί του ἔτρεξαν κατόπιν του γιὰ νὰ τὸν βροῦν.

37 Καὶ ὅταν τὸν βρήκαν, τοῦ λέγουν- «Ὅλοι σὲ ζητοῦν».

38 Λέγει δὲ σ’ αὐτούς· «Ἂς πᾶμε στὶς κοντινὲς κω- μοπόλεις, γιὰ νὰ κηρύξω καὶ έκεῖ. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολή μου».

39 Κήρυπε λοιπὸν στὶς συναγωγές τους σ’ ὅλη τὴ Γαλι- λαία καὶ ἔβγαζε τὰ δαιμόνια.

Θεραπεία λεπροῦ καὶ συρροή πρὸς τὸν Ἰησοῦ στὴν έρημο

40 Ἔρχεται δὲ πρὸς αὑτὸν κότποιος λεπρός καὶ παρακαλεῖ αὐτόν, γονατίζοντας ένώπιον αὐτοῦ καὶ λέγοντας σ’ αὐτόν· «Ἐὰν Θέλῃς, δύνασαι νὰ μὲ καθαρίσῃς (ἀπ’ τὴ λέπρα)».

41 Ό δὲ Ἰησοῦς σπλαγχνίσθηκε καὶ ἃπλωσε τὸ χέρι καὶ τὸν ἂγγιξε καὶ τοῦ λέγει· «Θέλω, καθαρίσου (ἀπ’ τὴ λέπρα)».

42 Καὶ ὅταν εἶπε, ἀμέσως ἔφυγε ἀπ’ αὐτὸν ἡ λέπρα καὶ καθαρίσθηκε.

43 Καὶ μὲ αὺστηρὸ ὕφος ἀπευθυνόμενος σ ’ αὐτὸν τὸν ἔδιωξε ἀμέσως

44 καὶτοῦ λέγει· «Πρόσεχε νὰ μὴ πῇς σὲ κανένα τίποτε, ἀλλὰ πήγαινε καὶ δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα καὶ πρόσφερε γιὰ τὸν καθαρισμό σου (για τὴ Θεραπεία σου) αὐτά, ποὺ διέταξε ό Μωυσῆς, γιὰ νὰ σοῦ δώσουν βεβαίωσι (γιὰ τὴ Θεραπεία σου)». 185 κΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ι,ιί5’- 214

45 Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὅταν ἔφυγε, άρχισε νὸι διαλαλῇ πολλὰ καὶ νά διαδίδῃ τὸ γεγονός, ὥστε αὐτὸς (ὁ Ἰησοῦς) δὲν μποροῦσε πλέον νὸι μπῇ σὲ πόλι φανερά, ἀλλ’ ἔμενε ἔξω σὲ ἑρημικοὺς τόπους. Άλλὸι καὶ ἔτσι ἔρχονταν πρὸς αὐτὸν ἀπὸ παντοῦ.

Κεφάλαιο 2

Ἅφεσι ἁμαρτιῶν καὶ Θεραπεία παραλυτικοῦ

2 Μπῆκε δὲ πάλι στὴν Καπερναοὺμ έπειτα ἀπὸ μερικὲς ἠμέρες, καὶ ἁκούοτηκε ὅτι βρίοκεται σὲ κάποιο σπίτι.

2 Καὶ άμέσως μαζεύτη καν πολλοί, ὥστε νὰ μὴ τοὺς χωράῃ πλέον οὔτε ὁ χῶρος ἐ’ξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Καὶ κήρυττε σ’ αὐτοὺς τὸ λόγο.

3 Καὶ ἔρχο- νται πρὸς αὐτὸν φέροντας ένα παραλυτικό, ποὺ τὸν βάοταζαν τέσσερες.

4 Καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ φθάσουν σ’ αὐτὸν λόγῳ τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ, έβγαλαν τὴ στέγη πάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν, καί, ἀφοῦ ἔτσι ἔκαναν άνοιγμα, κατέβασαν τὸ κρεββάτι, πάνω στὸ ὁποῖο ἦταν κατάκοιτος ὁ παραλυτικός.

5 Βλέποντας δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστι τους λέγει στὸν παραλυτικό· «Παιδί μου, σου ἔχουν συγχωρηθῇ οἱ ἁμαρτίες σου».

6 Κάθονταν δὲ έκεῖ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ σκέπτο- νταν μέσα τους·

7 «Γιατί αὐτὸς ὁμιλεῖ ἔτσι καὶ έκστομίζει βλα- σφημίες, Ποιός δύναται νὰ συγχωρῇ άμαρτίες, παρὰ ἕνας, ὸ Θεὸς».

8 Ὁ δὲ Ἰησοῦς άμέσως γνώρισε μὲ έσωτερική ὑπερφυ- σική πληροφορία ὅτι σκέπτονται μέσα τους έτσι, καὶ τοὺς εἶπε· «Γιατί σκέπτεσθε μέσα σας αὑτά,

9 Τί εἶναι εὐκολώτερο, νὰ είπῶ στὸν παραλυτικό, ’Ἕχουν συγχωρηθῆ οἱ ἁμαρτίες σου”, ἢ νὰ είπῶ, ”Σήκω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ βάδιζε”;

10 Γιὰ νὰ μάθετε δέ, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ άνθρώπου έχει ἐξουσία νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες έπάνω οτή γῆ», -λέγει στὸν παραλυτικό-

11 «Σὲ σένα ἀπευθύνο- μαι- Σήκω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου».

12 Καὶ σηκώθηκε άμέσως καὶ πῆρε τὸ κρεββάτι καὶ ἀναχώρη- σε μπροοτὰ οτὰ μάτια ὅλων, ὥστε νὸι ἐκπλήσσωνται ὅλοι καὶ νὸι δοξάζουν τὸ Θεὸ λέγοντας· «Ποτὲ ὁὲν είδαμε τέτοια φαινόμενα».

Ἠ κλῆσι τοῦ Λευΐ (τοῦ Ματθαίου)

13 Μετὰ βγῆκε καὶ πῆγε πάλι κοντὰ στὴ λίμνη. Καὶ ὅλο τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ έρχόταν πρὸς αὐτόν, καὶ τοὺς δίδασκε.

14 Ἔπειτα, άναχωρώντας καὶ προχωρώντας ἀπ’ έκεῖ, εἶδε τὸ Λευῖ, τὸν υἱὸ τοῦ Ἁλφαίου, νὰ κάθεται στὸ τελωνεῖο, καὶ τοῦ λέγει· «Άκολούθα με». Καὶ σηκώθηκε καὶ τὸν άκολούθησε, 187 κΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ χιε-23

15 Μετά, ὅταν καθόταν στὸ τραπέζι στὸ σπίτι του, μαζί μὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς μαθητάς του κάθονταν στὸ τραπέζι καὶ πολ- λοὶ τελῶνες καὶ ἁμαρτωλοί. Διὸτι ἦταν πολλοὶ ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν άκολούθησαν.

16 Οἱ δὲ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ τρώγῃ μαζὶ μὲ τοὺς τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς, ἔλεγαν στοὺς μαθητάς του· «Γιατί τρώγει καὶ πίνει μαζί μὲ τοὺς τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς».

17 Ὅταν δὲ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, τοὺς λέγει· «Δὲν χρειάζονται οἱ ὑγιεῖς ίατρό, ἀλλ’ οἱ άσθενεῖς. Δὲν ἦλθα νὰ καλέσω ἁγίους, ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια».

Ἐξ ἀφορμῆς ἐρωτήματος γιὰ τὴ νηστεία

18 Ὅταν δὲ οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου καὶ τῶν Φαρισαίων νήστευαν, τότε ἦλθαν μερικοὶ καὶ τοῦ εἶπαν· «Γιοπί οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου καὶ οἱ μαθηταὶ τῶν Φαρισαίων νηστεύουν, ἐνῷ οἱ δικοί σου μαθηταὶ δὲν νηοτεύουνῖ»

19 Τοὺς εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς- «Μήπως εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι τοῦ γάμου νὰ νηστεύουν ὅσο χρὸνο ὁ Νυμφίος εἶναι μαζί τους ’Ὀσο χρόνο ἔχουν τὸ Νυμφίο μαζί τους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νηοτεύουν,

20 Θὰ ἔλθουν ὅμως ἠμέρες, πού θ’ ἀποσπασθῇ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θὰ θανατωθῇ ὁ Νυμφίος, ὁπότε θὰ νηστεύσουν έκεῖνες τὶς ἡμέρες.

21 Κανεὶς ἐπάνω σὲ παλαιὸ ἔνδυμα δὲν ράβει ὡς μπάλωμα καινούργιο τεμάχιο ὑφάσματος. Άλλιῶς, τὸ συμπλήρωμά του τὸ καινούργιο(τὸ μπάλωμα δηλαδή) τραβάει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸ παλαιὸ ἔνδυμα καὶ ἔτσι γίνεται χειρότερο σχίσιμο (Ὸ Ἰουδα- ϊσμὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ουμπίπτουν καὶ δὲν συμβιβάζο- νται, διότι ὁ πρῶτος πάλιωσε, ὅπως ἔνα ἔνδυμα, καὶ ὁ δεύτερος εἶναι καινούργιος).

22 Ἐπίσης, κανεὶς δὲν βάζει καινούργιο κρασὶ σέ παλαιὰ άσκιά. Άλλιῶς, τὸ κρασὶ τὸ καινούργιο σπάζει τὰ άσκιὰ καὶ ἔτσι τὸ κρασὶ χύνεται ἔξω, καὶτὰ άσκιὰ καταστρέφο- νται. Λοιπὸν νέο κρασὶ πρέπει νὰ μπαίνῃ σὲ καινούργια άσκιά» (Ὀσοι παραμένουν προσκολλημένοι στὸν Ἰουδαϊσμὸ εἶναι πα- λαιὰ ἁσκιά, ποὺ δὲν δύνανται νὰ βαστάσουν τὸ νέο κρασί, τὸ Χριστιανισμό. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀπαιτεῖ νέα άσκιά, ἀνθρώπους έλευθερωμένους ἀπὸ τὸν Ἱουδαϊσμό).

Τὸ Σάββατο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὄχι ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ Σάββατα

23 Συνέβη δὲτὸ Σάββατο νὰ περνάῃ ὁ Ἰησοῦς μέσα ἀπὸ τὰ σπαρτα. Καὶ άρχισαν ο“ι μαθηταί του, καθὼς βάδιζαν, νὰ μαδοῦν (νὰ κὸβουν) τὰ στάχυα. 189 κἈΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 224 - ἐξιι

24 Οἱ δὲ Φαρισαῖοι τοῦ έλεγαν- «Κοίταξε τί κάνουν τὸ Σάββα- το, κάτι ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται».

25 Ἀλλ’ αὐτὸς τοὺς εἶπε· «Δὲν διαβάσατε ποτὲ τί ἔκανε ὁ Δαβίδ, ὅταν εἶχε ἀνάγκη διότι πείνα- σε αὐτὸς καὶ οἱ σύντροφοί του,

26 Ὅτι μπῆκε δηλαδὴ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀρχιερεὺς ἦταν ὁ Ἀβιάθαρ, καὶ ἔφαγε τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ μόνο στοὺς ἱερεῖς νὰ φάγουν, καὶ έδωσε καὶ στοὺς συντρόφους του;».

27 Ἐπίσης τοὺς εἶπε· «Τὸ Σάββατο ἔγινε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅχι ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ Σάββατο.

28 Ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κύριος καὶ τοῦ Σαββὰτου».

Κεφάλαιο 3

Θεραπεία κατὰ τὸ Σάββατο

3 Μπῆκε δὲ πάλι στὴ συναγωγή. Ἦταν δὲ ἐκεῖ κάποιος ἅνθρω- πος, ποὺ εἶχε παράλυτο τὸ χέρι.

2 Καὶ τὸν παρατηροῦσαν νὰ ἰδοῦν ἂν θὰ τὸν θεραπεύσῃ τὸ Σάββατο γιὰ νὰ τὸν κατη- γορήσουν.

3 Λέγει δὲ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε παράλυτο τὸ χέρι· «Σήκω καὶ στάσου έδῶ μπροστόι».

4 Ἔπειτα λέγει σ’ αὐτούς· «Τί ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατο, νὰ κόινῃ κανεὶς καλὸ ἢ νὰ κάνῃ κακό, Νὰ σώσῃ ἄνθρωπο ἢ νὰ σκοτώσῃ,·». Ἀλλ’ αὐτοὶ σιωποῦσαν.

5 Τότε, ἀφοῦ περιέφερε τὸ βλέμμα του σ’ αὐτοὺς μὲ ὀργή, έντόνως ἁγανακτώντας γιὰ τὴν πώρωσι τῆς καρδιᾶς τους, λέγει στὸν ἃνθρωπο· «Ἅπλωσε τὸ χέρι σου». Καὶ ἅπλωσε καὶ ἀποκα- ταστὰθηκε τὸ χέρι του ὑγιές, ὅπως τὸ ἄλλο.

6 Βγῆκαν δὲ οἱ Φα- ρισαῖοι καὶ ἀμέσως μαζὶ μὲ τοὺς Ἡρῳδιανοὺς έκαναν συμβούλιο έναντίον του, γιὰ νὰ τὸν ἐξοντώσουν.

Συρροή πρὸς τὸν Ἰησοῦ, συνωστισμός, Θεραπεῖες ἀσθενῶν

7 Ὁ δὲ Ἰησοῦς μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του ἁναχώρησε κατευ- θυνόμενος πρὸς τὴ λίμνη. Καὶ τὸν ἁκολούθησε μεγάλο πλῆθος ἀπὸ τὴ Γαλιλαία.

8 Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ ἀπὸ τὰ Ἱε- ροσόλυμα καὶ ἀπὸ τὴν Ἰδουμαία καὶ ἀπὸ τὴν περιοχὴ πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνῃ καὶ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος πλῆθος μεγάλο, ὅταν ἄκουσαν ὅσα ἔκανε, ἦλθαν πρὸς αὐτόν,

9 Εἶπε τότε στοὺς μαθητάς του νὰ παραμένῃ έκεῖ ἕνα πλοιάριο γι’ αὐτόν, λόγῳ τοῦ πλήθους (γιὰ νὰ μπῇ σ’ αὐτό), γιὰ νὰ μή τὸν συνθλίβουν.

10 Διότι θεράπευσε πολλούς, ὥστε νὰ πέφτουν

11 Καὶ τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, ὅταν τὸν ἔβλεπαν, έπεφταν μπροστόι του καὶ κραύγαζαν λέγοντας· «Σύ είσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». 191 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ,ΞΩ-27

12 Ἀλλὰ μὲ πολλὴ αύστηρότητα τὰ διέτασσε νὰ μὴ φα- νερώνουν ποιός εἶναι.

Ἐκλογή, ἐξουσία καὶ ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων

13 Άναβαίνει δὲ οτὸ ὅρος καὶ προσκαλεῖ ἐκείνους, ποὺ αὐτὸς ἤθελε, καὶ ἦλθαν πρὸς αὐτόν.

14 Καὶ ἐξέλεξε δώδεκα, γιὰ νὰ εἶναι μαζί του καὶ γιὰ νὰ τοὺς οτέλνῃ νὰ κηρύττουν,

15 καὶ νὰ ἔχουν ἐξουσία νὰ θεραπεύουν τὶς ἀσθένειες καὶ νὰ βγάζουν τὰ δαιμόνια.

16 Ἐξέλεξε τὸ Σίμωνα καὶ τὸν ἐπωνόμασε Πέτρο·

17 καὶ τὸν Ἰάκωβο, τὸν υὶὸ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἀδελφὼ τοῦ Ἰακώβου, καὶ τοὺς ἐπωνόμασε Βοανεργές, ποὺ ση- μαίνει υίοὶ τῆς Βροντῆς·

18 καὶ τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸ Φίλιππο καὶ τὸ Βαρθολομαῖο καὶ τὸ Μαι-θαῖο καὶ τὸ Θωμᾶ καὶ τὸν Ἰάκωβο, τὸν υἱὸ τοῦ Άλφαίου, καὶ τὸ Θαδδαῖο καὶ τὸ Σίμωνα τὸν Κανανίτη

19 καὶ τὸν Ἰούδα τὸν Ἰσκαριώτη, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν πρόδωσε.

«Ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη (τρελλάθηκε)»ἔ

20 Καὶ ἔρχονται σὲ κάποιο οπίτι. Καὶ συρρέει πάλι λαὸς πολύς, ὥστε να μὴ μποροῦν οὔτε νὰ φάγουν.

21 Καὶ ὅταν ἄκου- σαν οἱ δικοί του, βγῆκαν γιὰ νὰ πᾶνε νὰ τὸν πάρουν καὶ νὰ τὸν περιορίσουν. Ἔλεγαν δέ, ὅτι ἔχασε τὰ λογικά του.

«Ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει...»ἔ Ὰπάντησι τοῦ Ἰησοῦ

22 Καὶ οἱ γραμματεῖς, ποὺ κατέβηκαν ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα, ἐλεγαν, ὅτι ἔχει με’σα του τὸν Βεελζεβούλ, καὶ ὅτι μὲ τη δύνα- μι τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμονίων βγάζει τὰ δαιμόνια.

23 Τότε τοὺς προσκάλεσε καὶ τοὺς ἐλεγε μὲ παραβολικοὺς λόγους (μὲ ἀνάλογα παραδείγματα) «Πῶς δύναται ὁ Σατανᾶς νὰ βγάζῃ τὸ Σατανᾶς

24 Ἂν δὲ ἕνα βασίλειο χωρισθῇ σὲ ἁντιμαχόμενα μέρη, δὲν δύναται τὸ βασίλειο ἐκεῖνο νὰ σταθῇ.

25 Ἐπίσης, ἂν μία οἰκογένεια χωρισθῇ σ’ αντιμαχόμενα μέρη, δὲν δύναται ἡ οἰκογένεια ἐκείνη νὰ σταθῇ.

26 Καὶ ὁ Σατανᾶς, ἂν ξεσηκώθηκε ἐναντίον τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ διχάσθηκε, δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ἀλλ’ ἡ ἐξουσία του τελείωσε.

27 Κανεὶς δὲν δύναται νὰ μπῇ οτὸ οτῖίτι τοῦ ἰσχυροῦ καὶ νὰ ὰρπάξῃ τὰ πράγματά του, ἐὰν πρῶτα δὲν δέσῃ τὸν ἱσχυρό. Μόνο τότε θὰ λεηλατήσῃ τὸ σιτίτι του». 193 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 3,Ζὸ - 4,6

Ἠ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

28 «Άληθινὰ σάς λέγω, ὅτι ὅλα τὰ ἁμαρτήματα θὰ συγ- χωρηθοῦν στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλες οἱ άσέβειές τους.

29 Ἀλλ’ ὅποιος Θ’ ἁσεβήσῃ στὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, δὲν Θά ἔχῃ συγχώρησι ποτέ, ἀλλ’ εἶναι ἔνοχος για αἰώνια τιμωρία».

30 Εἶπε αὐτὰ διότι ἔλεγαν· «Ἔχει πνεῦμα άκάθαρτο»(Βλασφημία, ἤτοι προσβολή, ἀσέβεια, κατὰ τοῦ Ἀγίου Πνεύματος εἶναι τοῦτο· τὸ νὰ βλέπῃ κανεὶς ὸλοφάνερη έκδήλωσι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Θεότητος, διὰ Θαύματος, ὅπως εἶναι ἡ έκβολή δαιμονίου, καὶ ὅμως νὰ μὴ πιστεύῃ, ἀλλὰ νὰ διαστρέφῃ τὴν ἔννοια τοῦ Θαύμα- τος. Τοῦτο σημαίνει πώρωσι καὶ διαστροφὴ τῆς συνειδήσεως καὶ άμετανοησία, γι’ αὐτὸ καὶ οὐδέποτε συγχωρεῖται).

Ἠ πνευματικὴ συγγένεια ἁνώτερη τῆς σαρκικής

31 ἝφΘασαν λοιπὸν ἡ μητέρα του καὶ οἱ ἀδελφοί του καὶ οταμάτησαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ ἔστειλαν καὶ τὸν φώνα- ξαν.

32 Καθόταν δὲ γύρω του πλῆθος. Καὶ τοῦ εἶπαν- «Ἰδοὺ ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω σὲ ζητοῦν».

33 Ἀλλὰ τοὺς άποκρίθηκε λέγοντας· «Ποιά εἶναι ἡ μητέρα μου ἢ ποιοί εἶναι οἱ αδελφοί μουῖ».

34 Καὶ ἀφοῦ περιέφερε τὸ βλέμμα του ὸλόγυρα σ’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κάθονταν γύρω του, λέγει· «Ἰδοὺ ἡ μητέρα μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου.

35 Ναί, ὅποιος θὰ κάνῃ τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς εἶναι ἁδελφός μου καὶ άδελφή μου καὶ μητέρα μου».

Κεφάλαιο 4

Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως

4Ἅρχισε δὲ πάλι νὰ διδάσκῃ πλησίον τῆς λίμνης. Καὶ μαζεύτη- κε κοντα του λαὸς πολύς, ὥστε άναγκάσθηκε νὰ μπῇ καὶ νά καθήσῃ στὸ πλοῖο μέσα οτή λίμνη. ’Ὀλος δέ ὁ λαὸς ἦταν στήν ξηρὰ στὴν ἀκτὴ τῆς λίμνης.

2 Καὶ τοὺς δίδασκε μὲ παραβολὲς πολλά, καὶ τοὺς έλεγε κατὰ τὴ διδασκαλία του·

3 «Προσέχετεέ Ἰδοὺ βγῆκε ὁ οπορεὺς για νὰ σπείρῃ.

4 Καὶ ένῷ ἔσπερνε, ἄλλοι μὲν σπόροι ἔπεσαν οτὸ δρόμο, καὶ ἦλθαν τὰ πετεινὰ καὶ τοὺς κατέφαγαν-

5 ἄλλοι δὲ έπεσαν στὸ πετρῶδες ἔδαφος, ὅπου δὲν ὑπῆρχε πολὺ χῶμα, καὶ άμέσως βλάστησαν, διότι δὲν εἶχαν βάθος χώματος,

6 καί, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, δέχτηκαν τὶς καυστικὲς άκτῖνες καί, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ρίζα (βα- Θειά ρίζα), ξεράθηκαν· 195 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 4,7-20

7 ἄλλοι δὲ σπόροι ἔπεσαν στὰ ἁγκάΘια καὶ ὑψώθηκαν γύρω τους τὰ ἁγκάθια καὶ τοὺς ἔπνιξαν, καὶ ἔτσι δὲν σχημάτι- σαν καρπὸ·

8 καὶ ἄλλοι σπόροι ἔπεσαν στῆ γῆ τὴν ἐκλεκτή καὶ σχημάτισαν καρπό, ποὺ μεγάλωνε καὶ αὐξανὸταν καὶ ἀπέδω- σε τριάντα καὶ ἔξήντα καὶ έκατό».

9 Ἐπίσης ἔλεγε σ’ αὐτούς· «Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».

Γιατὶ ὁ Ἰησοῦς ὁμιλεῖ μὲ παραβολές

10 Ὅταν δὲ βρέθηκε μόνος (χωρὶς τὸ μέγα πλῆθος τῶν ἀκροατῶν), αὐτοὶ ποὺ ἦταν κοντα του μαζὶ μὲ τοὺς δώδεκα τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν παραβολὴ (γιὰ τὴ σημασία τῆς παραβολῆς).

11 Καὶ τοὺς εἶπε· «Σὲ σᾶς δόθηκε τὸ προνόμιο νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὲνῲ σ’ ἐκείνους ποὺ μένουν ἔξω ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς πίστεως, ὅλα διδάσκονται μὲ παραβολές,

12 γιὰ νὰ βλέπουν, νὰ βλέπουν, ἀλλὰ νὰ μὴ βλέπουν, καὶ νὰ ἀκούουν, νὰ ἀκούουν, ἀλλὰ νὰ μὴ καταλαβαίνουν, γιὰ νὰ μὴν έπιστρέψουν καὶ τοὺς συγχωρηθοῦν τὰ ἁμαρτήματα».

Ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως

13 Λοιπὸν λέγει σ ’ αὐτούς (ποὺ ρώτησαν γιὰ τὸ νόημα τῆς πα- ραβολῆς τοῦ σπορέως)· «Δὲν καταλαβαίνετε τὴν παραβολὴ αὐτή] Καὶ πῶς θὰ καταλάβετε κάθε παραβολή (καὶ τὴ δυσκολώτερη δη- λαδή),

14 Ὁ οπορεὺς σπείρει τὸ λόγο,

15 Οἱ δὲ σπόροι, ποὺ ἔπε- σαν οτὸ δρόμο, ἀναφέρονται (ἔχουν ἐφαρμογή) σ’ αὐτούς, στοὺς ὁποίους σπέρνεται ὁ λόγος, ἀλλ’ ὅταν ἀκούσουν, ἁμέσως ἔρχεται ὁ Σατανᾶς καὶ παίρνει τὸ λόγο, ποὺ σπάρθη κε στὶς ψυχές τους.

16 Ἐπίσης δὲ οἱ σπόροι, ποὺ ἔπεσαν οτὰ πετρώδη μέρη, ἀναφέρο- νται σ’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν άκούσουν τὸ λόγο, ἁμέσως τὸν δέχονται μὲ ένθουσιασμό,

17 δὲν ἔχουν ὅμως ρίζα (βαθειὰ ρίζα) μέσα τους, ἀλλ’ ζωθουσιόιζονται προσωρινῶς. Ἔπειτα, ὅταν ἔλθῃ Θλῖψι ἢ διωγμὸς ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου, ἁμέσως κλονίζονται.

18 Οί δὲ σπόροι, ποὺ ἔπεσαν στὰ ἀγκάθια, ἀναφέρονται σ’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἁκούουν τὸ λόγο,

19 ἀλλ’ οἱ ὰγωνιώδεις φροντίδες αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ ἡ ἁπόλαυσι τοῦ πλούτου, καθὼς καὶ οἱ ἀπολαύσεις τῶν λοιπῶν πραγμάτων, μπαίνουν μέσα καὶ καταπνίγουν τὸ λόγο, καὶ ἔτσι ἀποβαίνει ἄκαρπος.

20 Καὶ οἱ σπόροι, ποὺ ἔπεσαν 0τή γῆ τὴν έκλεκτή, ἀναφέρονται σ’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀκούουν τὸ λόγο καὶ τὸν ἐγκολπώνονται, καὶ φέρουν καρπὸ τριάντα καὶ ἑξήντα καὶ ὲκατό». 197 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 4,21-34

Παραβολικοὶ λόγοι γιὰ τὸ λυχνάρι καὶ τὸ με’τρο

21 Ἐπίσης ἔλεγε σ’ αὺτούς· «Μήπως φέρνουν τὸ λυχνάρι γιὰ νά τοποθετηθῇ κάτω ἀπὸ τὸ μόδισ ἢ κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτκ Δὲν τὸ φέρνουν γιὰ νὰ τοποθετηθῇ πάνω στὸ λυχνοστάτή,

22 Ἔτσι δὲν ὑπάρχει τίποτε κρυφό, ποὺ δὲν θὰ φανερωθῇ, οὔτε ὑπῆρξε μυστικό, παρὰ γιὰ νὰ γίνῃ φανερό.

23 ’Ὀποιος ἔχει αὺτιὰ γιά νά ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ.

24 Τοὺς ἔλεγε ἁκόμη- «Νὰ δίνετε προσοχή σ’ ὅ,τι ἀκούετε (ἀπὸ μένα). Μὲ ὅ,τι με’τρο προσοχῆς προσέχετε, μὲ τὸ αὐτὸ μέτρο θὰ προσεχθῆτε, καὶ μὲ τὸ παραπάνω ἐσεῖς, ποὺ δίνετε σημασία σ’ αὐτὰ ποὺ ἀκούετε.

25 Διότι σ” αὐτόν, ποὺ ἔχει, θὰ δοθῇ, ὲνῷ ἀπ’ αὐτόν, ποὺ δὲν ἔχει, καὶ αὐτό, ποὺ ἔχει, θὰ ἀφαιρεθῇ».

Ἡ παραβολὴ τοῦ αὐτομάτως ἁναπτυσσομένου σπόρου

26 Ἑπὶσης ἔλεγε· «Ἔτσι εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἄνθρωπος, ποὺ ρίχνει τὸ σπόρο στὴ γῆ,

27 καὶ ἔπειτα κοιμᾶται καὶ σηκώνεται νύκτα καὶ ἡμέρα (χωρὶς νὰ κάνῃ τίποτε γιὰ τὴν ὰνάπτυξι τοῦ σπόρου), ὁ δὲ σπόρος βλαστάνει καὶ μεγαλώνει κατὰ τρόπο, ποὺ αὐτὸς δὲν ξέρει.

28 Διότι αὐτομάτως ἡ γῆ παράγει πρῶτα χόρτο, ἔπειτα στάχυ καὶ ἔπειτα πλήρη σῖτο μέσα στὸ στάχυ.

29 ιὈταν δὲ ὼριμάσῃ ὁ καρπός, ἁμέσως βάζει τὸ δρεπάνι, διότι ἔφθασεν ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ»,

Ἠ παραβολὴ τοῦ κόκκου σινάπεως

30 Ἔλεγεν άκόμη· «Μὲ τί νὰ παρομοιάσωμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Ἢ μὲ ποιά παραβολή νὰ τὴν παρσυσιάσωμε;

31 Ὁμοιάζει μὲ κόκκο σιναπιοῦ, ὁ ὁποῖος, όταν σπέρνεται στὴ γῆ, εἶναι μικρότερος ἀπ’ ὅλους τοὺς σπόρους τῆς γῆς.

32 Ἀλλ’ ὅταν σπαρθῇ, βλαστάνει, ὺψώνεται καὶ γίνεται μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα τὰ λαχανικά, καὶ κάνει κλαδιὰ μεγάλα, ὥστε στὸ σκιερὸ φύλλωμά του νὰ κάθωνται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ».

33 Μὲ πολλὲς δὲ τέτοιες παραβολὲς κήρυττε σ’ αὐτοὺς τὸ λόγο, συμφώνως πρὸς τὴν άντιληπτική τους δύναμι.

34 Χωρὶς δὲ παραβολή δὲν τοὺς κήρυττε τὸ λόγο. Ἰδιαιτέρως δὲ οτοὺς μαθητάς του ἐξήγοῦσε ὅλα. 199 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 4,35 - 5,11

Ὀ Ἰησοῦς καταπαύει τὴν τρικυμία

35 Καὶ ὅταν έκείνη τὴν ἡμέρα βράδυασε, λέγει σ’ αὐτούς (στοὺς μαθητάς του)· ((Ἂς περάσωμε ἀπέναντι».

36 Καὶ ἀφοῦ άφησαν τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, τὸν παίρνουν μαζί τους, ὅπως ἦταν, μέσα στὸ πλοῖο. Ἣταν δὲ καὶ ἄλλα πλοῖα (ποὺ έπλεαν) μαζί του.

37 Καὶ ξεσπᾷ μεγάλη άνεμοθύελλα, καὶ τὰ κύματα ὑψώνονταν καὶ εἰσέβαλλαν οτὸ πλοῖο, ὥστε αὐτὸ πλέον ἄρχι- σε νὰ βυθίζεται.

38 Αῦτὸς δὲ κοιμόταν στὴν πρύμνη γερμένος στὸ ἐπάνω μέρος τοῦ Θρανίου, ποὺ ἦταν ἐκεῖ. Καὶ τὸν ξυπνοῦν και τοῦ λέγουν-( «Διδάσκαλε, δὲν σὲ μέλει ποὺ χανόμαοτεῖ. »

39 Καὶ σηκώθηκε καὶ ἐπέπληξε τὸν άγεμο καὶ εἶπε στὴ Θάλασσα «Σιώπα, φιμώσουέ». Καὶ κὸπασε ὁ άνεμος καὶ ἔγινε γαλήνη μεγάλη.

40 Καὶ εἶπε σ’ αὐτούς’ ((Γιατί εἶσθε τόσο δειλοί, Πῶς δὲν έχετε πίστις».

41 Καὶ αἰσθάνθηκαν μεγάλο δέος καὶ έλεγαν με- ταξύ τους· ((Ποιός ἆραγε εἶναι αὑτός, ὥστε καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ Θάλασσα νὰ ὑπακούουν σ’ αῦτὸν;».

Κεφάλαιο 5

Ἠ Θεραπεία δαιμονισμένου στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν

5 Καὶ ἔφθασαν στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, στὴ χώρα τῶν Γεργεσηνῶν.

2 Καὶ ὅταν αὐτὸς βγήκε ἀπὸ τὸ πλοῖο, ἁμέσως τὸν συνάντησε ἕνας ἄνθρωπος μὲ πνεῦμα άκάθαρτο (δαιμόνιο), ποὺ έρχόταν ἀπὸ τὰ μνήματα,

3 καὶ κατοικοῦσε οτὰ μνήμα- τα, και οὔτε μὲ ἁλυσίδες δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν κρατήσῃ δεμένο,

4 διότι πολλὲς φορὲς τὸν εἶχαν δέσει μὲ σιδερένια δεσμὰ στὰ πόδια καὶ μὲ ἁλυσίδες στὰ χέρια, άλλ εἶχε σπάσει τὶς ἁλυσίδες καὶ εἶχε συντρίψει τὰ σιδερένια δεσμὰ τῶν ποδιῶν, καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δαμάσῃ.

5 Καὶ συνεχῶς νύκτα καὶ ἡμέρα ἦταν στὰ μνήματα καὶ στὰ βουνά, καὶ κραύγαζε καὶ κατέκοπτε τὸ σῶμα του μὲ πέτρες.

6 ιὈταν δὲ εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ μακριά, έτρεξε και τὸν προσκύνησε.

7 Καὶ έβγαλε κραυγὴ μεγάλη καὶ εἶπε( ((Τί θέλεις έσὺ σ’ έμένα, Ιησοῦ, Υιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, Στὸ” ονομα τοῦ Θεοῦ ζητῶ νὰ μὴ μὲ βασανίσῃς) ».

8 Διότι έλεγε σ’ αὐτά( (Πνεῦμα άκάθαρτο, νὰ βγῇς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο».

9 Τὸν ρωτοῦσε δέ· «Ποιό εἶναιτὸ ὄνομά σουῖ». Καὶ άποκρίθηκε λέγοντας· ((Λεγεὼν εἶναιτὸ ὄνομά μου, διότι ε’ίμεθα πολλοί».

10 Καὶ τὸν παρακαλοῦσε πολὺ νὰ μὴ τοὺς διώξῃ ἔξω ἀπὸ τὴ χώρα.

11 Ἣταν δὲ έκεῖ πλησίον τοῦ βουνοῦ μιὰ μεγάλη ἀγέλη χοίρων, ποὺ ἔβοσκε. 201 ’ κΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 512-28

12 Καὶ τὸν παρακάλεσαν ὅλοι οἱ δαίμονες λέγοντας· «Στεῖλε μας στοῦς χοίρους, γιὰ νὰ μποῦμε σ’ αὐτούς».

13 Καὶ τοὺς ἐπέτρεψεν ἁμέσως ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἀφοῦ βγηκαν τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, μπῆκαν στοὺς χοίρους. Καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων καὶ γκρεμίστηκε στὴ λίμνη. Ἦσαν δὲ περίπου δυὸ χι- λιάδες. Καὶ πνίγηκαν στὴ λίμνη.

14 Οἱ δὲ βοσκοὶ τῶν χοίρων ἔφυγαν καὶ διέδωσαν τὸ γεγονὸς στὴν πόλι καὶ στὰ χωριά. Καὶ οἱ κάτοικοι βγῆκαν γιὰ νὰ ἱδοῦν τί ἔγινε.

15 Καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦ, καὶ βλέπουν τὸν δαιμονισμένο, ποὺ εἶχε τὴ λεγεῶνα (τῶν δαιμόνων), νὰ κάθεται καὶ νὰ φορῇ ροῦχα καὶ νὰ εἶναι φρόνι- μος, καὶ φοβήθηκαν.

16 Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ εἶδαν, διηγήθηκαν σ’ αὐτοὺς τί συνέβη στὸν δαιμονισμένο καὶ στοὺς χοίρους.

17 Καὶ άρχισαν νὰ τὸν παρακαλοῦν (τὸν Ἰησοῦ) νὰ φύγῃ ἀπὸ τήν περιοχή τους.

18 Καὶ ὅταν ἔμπαινε στὸ πλοῖο, ὁ ἄλλοτε δαιμο- νισμένος τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν πάρῃ κοντα του.

19 Δὲν τὸν ἄφησε ὅμως νὰ ἀκολουθήσῃ, ἀλλὰ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε στὸ σπίτι σου στοὺς δικούς σου, καὶ διηγήσου σ’ αὐτοὺς ὅσα σοῦ ἔκανε ό Κύριος, μὲ τὰ ὁποῖα σοῦ ἔδειξε τὸ ἔλεός του».

20 Καὶ ἔφυγε καὶ ἅρχισε νὰ διακηρύττῃ στὴ Δεκάπολι ὅσα ἔκανε σ’ αὑτὸν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ὅλοι θαύμαζαν.

Ὸ Ἰησοῦς Θεραπεύει τὴν αἱμορροοῦσα καὶ ἁνασταίνει τὴν κόρη τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου

21 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς πέρασε μὲ τὸ πλοῖο πάλιν ἀπέναντι, συγκεντρώθηκε γύρω του λαὸς πολύς. Ἦταν δὲ κοντὰ στή λίμνη.

22 Τότε ἔρχεται ἕνας ἀπὸ τοὺς άρχισυναγώγους, ποὺ ώνομαζόταν Ἰάειρος, καὶ μόλις τὸν εἶδε (τὸν Ἰησοῦ) πέφτει στά πόδια του

23 καὶ τὸν παρακαλοῦσε πολὺ λέγοντας· «Ἠ κοροῦλα μου βρίσκεται στὰ τελευταῖα της. Ἕλα καὶ βάλε ἐπάνω της τὰ χέρια σου γιὰ νὰ γίνῃ καλὰ καὶ νὰ ζήσῃ».

24 Ἔτσι ὁ Ἰη- σοῦς πῆγε μαζί του. Τὸν άκολουθοῦσε δὲ λαὸς πολὺς καὶ τὸν συνέθλιβαν.

25 Μία δὲ γυναῖκα, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ αἰμορραγία δώδεκα ἔτη,

26 καὶ ταλαιπωρήΘηκε πολὺ ἀπὸ πολλοὺς ἰατρούς, καὶ δαπάνη- σε ὅλη τὴν περιουσία της, καὶ δὲν ώφελήθηκε τίποτε, ἀλλὰ μᾶλλον πῆγε στὸ χειρότερο,

27 ὅταν άκουσε γιὰ τὸν Ἰησοῦ, δι- ασχίζοντας τὸ πλῆθος ἔφθασε ἀπὸ πίσω, καὶ ἅγγιξε τὸ ἔνδυμά του.

28 Ἔλεγε δὲ μέσα της· «Ἐὰν καὶ μόνο άγγίξω τὰ ένδῦματά του, θὰ σωθῶ». 203 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 529 - 6,2

29 Άμέσως δὲ σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της καὶ κατάλαβε στὸ σῶμα της, ὅτι θεραπεύθηκε ἀπὸ τη βασανιστική ἀσθένεια,

30 Καὶ άμέσως ὁ Ἰησοῦς κατάλαβε, ὅτι βγῆκε δύναμι ἀπ’ αὐτόν, καὶ οτράφηκε πρὸς τὸ πλῆθος καὶ ἔλεγε «Ποιὸς ἅγγιξε τὰ ἐνδύματα μουῖ».

31 Οἱ δὲ μαθηταί του τοῦ ἔλεγαν· «Βλέπεις, ὅτι ὸ κόσμος σὲ συνθλίβει, καὶέν τούτοις λέγεις, ”Ποιὸς μὲ άγγιξε;”».

32 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς κοίταζε γύρω του γιὰ νὰ ἰδῇ τὴ γυναῖκα ποὺ ἔκανε αὐτό.

33 Ἡ δὲ γυναῖκα, φοβισμένη καὶ τρομαγμένη, ἐπειδὴ εἶχε συνείδησι τοῦ θαύματος ποὺ ἔῪινε σ’ αὐτή, ἦλθε καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε ὅλη τὴν ἀλήθεια.

34 Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε-ι «Κόρη μου, ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε. Φύγε ἥσυχη, καὶ νὰ εἶσαι γιὰ πάντα άπαλλαγμένη ἀπὸ τὴ βασανιστική ἀσθένειά σου».

35 Ἐνῷ άκὸμη αὐτὸς (ὸ Ἰησοῦς) μιλοῦσε, ἔρχονται ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ λέγουν· «Ἡ θυγατέρα σου πέθανε. Γιατί πλέον ἐνοχλεῖς τὸ διδάσκαλορ).

36 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς άμέσως, ὅταν ἄκουσε νὰ λέγεται αὐτὸς ὁ λόγος λζὟει στὸν άρχισυνάγωγο· «Μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε».

37 Καὶ δὲν ἄφησε κανένα νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, παρὰ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἁδελφὸ τοῦ Ἰακώβου.

38 Καὶ φθάνει στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυ- ναγώγου, καὶ βλέπει ταραχή, καὶ νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρηνολογοῦν δυνατά

39 Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ σπίτι, τοὺς λε’γει« «Γιατί ταράσσε- σθε καὶ κλαίετε, Τὸ παιδι δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται».

40 Τότε ἅρχισαν νὰ γελοῦν εἰς βάρος του. Αὐτὸς ὅμως, άφου έβγαλε ἔξω ὅλους, παίρνει μαζί του τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ καὶ τὴ μητέρα καὶ τοὺς μαθητὰς που ἦταν μαζί του (τοὺς τρεῖς), καὶ μπαίνει στὸ δωμάτιο ποὺ ῆταν ξαπλωμένο τὸ παιδί,

41 Καὶ ἀφοῦ ἕπιασε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ χέρι, τῆς λέγει· «Ταλιθᾶ, κοῦμι», ποὺ μεταφραζὸμενο σημαίνει· «Κορίτσι, σὲ διατάσσω, σήκω ἐπάνω».

42 Καὶ άμέσως σηκώθηκε τὸ κορίτσι καὶ περιπατοῦσε. Ὴταν δὲ δώδεκα ἐτῶν. Καὶ κυριεύθηκαν ἀπὸ ἔκπληξι μεγάλη.

43 Καὶ τοὺς διέταξε αὐστηρὰ νὰ μὴ τὸ μάθῃ κανείς. Καὶ εἶπε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ.

Κεφάλαιο 6

Ὸ Ἰησοῦς περιφρονεῖται στὴν πατρίδα του

6 Καὶ ἁναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πῆγε στὴν πατρίδα του. Καὶ τὸν ἀκολούθησαν οἱ μαθηταί του.

2 Καὶ ὅταν ἦλθε τὸ Σάββατο, ἅρχισε νὰ διδάσκῃ στὴ συναγωγή. Καὶ πολλοὶ ἀκούοντας άπο- ροῦσαν καὶ έλεγαν-< «Ἀπὸ ποῦ σ’ αυτὸν αὐτὰ τὰ πράγματα, Καὶ τί εἶναι αὐτὴ ἡ σοφία ποὺ τοῦ δόθηκε, Καὶ καταπληκτικὰ Θαύμα- τα γίνονται δι’ αὐτοῦί 205 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ’6,3-14

3 Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ξυλουργός, ὁ υίὸς τῆς Μαρίας, ἁδελφὸς δὲ τοῦ Ἰακώβου καὶτοῦ Ἰωσῆ καὶ τοῦ Ἰούδα καὶτοῦ Σίμωνος Καὶ οί ἁδελφές του δὲν μένουν έδῶ στὸν τόπο μας;». Καὶ κλονίζο- νταν καὶ ἁμφέβαλλαν γι’ αὐτόν.

4 Ἔλεγε δὲ σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς- «Δὲν ὑπάρχει προφήτης χωρὶς ἐκτίμησι παρὰ στὴν πατρίδα του καὶ στὸν κύκλο τῶν συγγενῶν του καὶ στὴν οἰκογένειόι του».

5 Ἔτσι ἐκεῖ δέη) μποροῦσε νὰ κάνῃ κανένα Θαῦμα, έκτὸς τοῦ ὅτι Θεράπευσε ὀλίγους ἀρρώστους Θέτοντας ὲπὰνω τους τὰ χέρια του.

6 Καὶ ἁποροῦσε γιὰ τὴν ἀπιστία τους. Καὶ περιώδευε τὰ γύρω χωριὰ καὶ δίδασκε.

Ἁποστολή στὸ κήρυγμα καὶ ἐξουσία τῶν δώδεκα ἀποστόλων

7 Καὶ καλεῖ τοὺς δώδεκα, καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς ἀποστέλλῃ δύο δύο, καὶ τοὺς ἔδωσε δύναμι νὰ έπιβόιλλωνται στὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα (καὶ νὰ τὰ βγάζουν).

Ἐντολή καὶ ὁδηγίες πρὸς τοὺς ἀποστόλους

8 Τοὺς έδωσε δὲ τὴν ἐντολὴ νὰ μὴ παίρνουν μαζί τους γιὰ τὸ δρόμο παρὰ μόνο ραβδί, οὔτε σακκίδιο, οὔτε ψωμί, οὔτε χάλκι- να νομίσματα οτή ζώνη τους,

9 νὰ φοροῦν δὲ σανδάλια, καὶ νὰ μή φοροῦν δεύτερο χιτῶνα.

10 Ἐπίσης τοὺς ἔλεγε· «Ὅπου Θὰ μπῆτε σὲ σπίτι, έκεῖ νὰ μένετε, ἕως ὅτου ἀναχωρήσετε ἀπὸ τὸ μέρος έκεῖνο.

11 Καὶ γιὰ ὅσους δὲν σᾶς δεχθοῦν καὶ δὲν σᾶς ἀκουσουν, όταν φεύγετε ἀπ’ έκεῖ νὰ τινάξετε καλὰ τὴ σκόνη κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας ο· ένδειξι διαμαρτυρίας ἐναντίον τους. Άληθινὰ σᾶς λέγω, ἐπιεικέστερα θὰ κριθοϋν τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως παρὰ ἡ πόλι ἐκείνη».

Δρᾶσι τῶν ἀποστόλων

12 Βγῆκαν δὲ οἱ δώδεκα σὲ περιοδεία καὶ κήρυτταν στοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουν,

13 καὶ έβγαζαν πολλὰ δαιμόνια, καὶ ἅλειφαν μέ λάδι καὶ Θεράπευαν πολλοὺς ἀρρώστους.

Ἠ παρρησία καὶὴ ἁποκεφὰλισι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ

14 ’Άκουσε δὲ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης (γιὰ τὸν Ἰησοῦ), διότι διαδόθηκε ἡ φήμη του, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιοτής ἁναοτήθηκε ἐκ νεκρῶν καὶ γι’ αὐτὸ ένεργοῦν οἱ Θαυματουρ- γικὲς δυνάμεις δι’ αὐτοῦ. 207 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 6,15-30

15 Ἄλλοι έλεγαν, ὅτι εἶναι ὁ Ἠλίας καὶ ἄλλοι έλεγαν, ὅτι εἶναι προφήτης, ὅπως ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς προφῆτες.

16 Ἀλλ’ ὅταν ἄκουσε ὁ Ἡρῴδης εἷπε· «Αὐτὸς εἶναι ὁ ’Ἰωάννης τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἁποκεφάλισα. Αὐτὸς άναστήθηκε ἐκ νεκρῶν».

17 Ὸ Ἡρῴδης πράγματι ἔστειλε καὶ συνἔλαβε τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν έδεσε καὶ τὸν φυλάκισε ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρῳδιάδος τῆς συζύγου τοῦ Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ του, διότι τὴ νυμφεύθηκε.

18 Ὁ Ἰωάννης δηλαδὴ ἔλεγε στὸν Ἡρῴδη· «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ έχῃς τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου».

19 Ἔτσι ἡ Ἡρῳδιὰς ἔτρεφε μῖσος ἐναντίον του καὶ ἤθελε νὰ τὸν σκοτώσῃ, ἀλλὰ δὲν μπο- ροῦσε.

20 Διότι ὁ Ἡρῴδης φοβόταν τὸν Ἰωάννη, ἐπειδὴ τὸν ἤξερε ὡς ἄνθρωπο ένάρετο καὶ ἅγιο, καὶ τὸν διατηροῦσε στή ζωή, καὶ ἄκουσε καὶ έφήρμοζε πολλά (ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἄκουσε), τὸν ἄκουε δὲ μὲ εὐχαρίστησι.

21 Καὶ ὅταν ἦλθε ἡμέρα ἑορτα- στικῆς έκδηλώσεως, ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἡρῴδης γιὰ τὰ γενέθλιά του ἔκανε δεῖπνο στοὺς πολιτικοὺς καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς ἄρχοντες καὶ τοὺς ἁριστοκράτες τῆς Γαλιλαίας,

22 καὶ μπῆκε ἡ θυγατέρα τῆς Ἡρῳδιάδος καὶ χόρεψε καὶ ἄρεσε στὸν Ἡρῴδη καὶ στοὺς συνδαιτυμόνες, ὁ βασιλεὺς εἶπε στὸ κορίτσι· «Ζήτησέ μου ὅ,τι θέλεις καὶ θὰ σοῦ τὸ δώσω».

23 ’Έκανε μάλιστα σ’ αὐτὴ αὐτὸ τὸν όρκο- «Θὰ σου δώσω ὅ,τι καὶ ἂν μου ζητήσῃς, μέχρι καὶ τὸ μισὸ βασίλειό μου».

24 Αὐτὴ τότε βγῆκε καὶ πῆγε καὶ εἶπε στή μητέρα της· «Τί νὰ ζητήσωῖ». Ἐκείνη δὲ εἶπε· «Τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιοτοῦ».

25 Τότε ἐπανῆλθε άμέσως βιαστικὰ στὸν βασιλέα καὶ ὑπέβαλε αὐτὸ τὸ αἴτημα· «Θέλω ἁμέσως νὰ μου δώσῃς σ’ ἕνα πιάτο τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτι- οτοῦ».

26 Καὶ ένῴ ὁ βασιλεὺς λυπήθηκε, ἐξ αἰτίας τῶν ὅρκων καὶ τῶν συνδαιτυμόνων δὲν θθιησε νὰ άθετήσῃ τὴν ὺπόσχεσί του πρὸς αὐτή.

27 Καὶ ἁμέσως ὁ βασιλεὺς ἔστειλε δήμιο καὶ διέταξε νὰ φέρῃ τὸ κεφάλι του.

28 Αὐτὸς δὲ πῆγε καὶ τὸν ἁπο- κεφάλισε στὴ φυλακή, καὶ ἔφερε τὸ κεφάλι του σὲ πιάτο, καὶ τὸ έδωσε οτὸ κορίτσι, καὶ τὸ κορίτσι τὸ έδωσε στὴ μητέρα της.

29 Καὶ όταν τὸ ἄκουσαν οἱ μαθηταί του, ἦλθαν καὶ πῆραν τὸ σῶμα του καὶ τὸ ένταφίασαν.

Ἠ συμπάθεια τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τοὺς ἀποστόλους καὶ τὸ λαό

30 Οἱ δὲ ἀπόστολοι ἐπέστρεψαν (ἀπὸ τὴν περιοδεία τους) στὸν Ἰησοῦ καὶ τοῦ ἁνέφεραν όλα, ὅσα έκαναν καὶ ὅσα δίδα- ξαν. 209 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 6,31-46

31 Καὶ εἶπε σ’ αὐτούς· «Έλᾶτε (μαζί μου) σεῖς μόνοι, χωρὶς τὸ πλῆθος, σὲ ερημικὸ τόπσ, καὶ ἁναπαυθήτε λίγο». Διότι ἦταν πολ- λοὶ αὐτοί, ποὺ πηγαινοέρχονταν, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εὐκαιροῦσαν οὔτε νὰ φᾶνε.

32 Ἔτσι έφυγαν σὲ ἐρημικὸ τόπο μὲ πλοῖο μόνοι.

33 Ἀλλ’ ὅταν έφευγαν, τοὺς εἶδαν καὶ τοὺς αναγνώρισαν πολλοί, καὶ ἀπ’ ὅλες τὶς γύρω πόλεις συνέρρευσαν πεζοπορώντας ἐκεῖ, μάλιστα ἔφθασαν πρωτύτερα ἀπ’ αὐτούς, καὶ συγκεντρώθη- καν κοντά του.

34 Ἔτσι, ὅταν βγῆκε ὁ Ἰησοῦς (στήν ξηρά), εἶδε πλῆθος πολὺ, καὶ τοὺς σπλαγχνίσθηκε, διότι ἦταν σὰν πρόβατα χωρὶς ποιμένα, καὶ ἅρχισε νὰ τοὺς διδάσκῃ πολλά.

Τὸ Θαῦμα τοῦ χορτασμοῢ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν

35 Καὶ ἀφοῦ πλέον πέρασε πολλὴ ὥρα, τὸν πλησίασαν οἱ μαθηταί του καὶτοῦ λέγουν· «Ὸ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ ἡ ὥρα εἶναι πλέον περασμένη.

36 Δῶσε ἐντολή γιὰ νὰ φύγουν αὐτοὶ καὶ νὰ πᾶνε στα γόρω χωριὰ καὶ στὶς κωμοπόλεις γιὰ ν’ άγοράσουν ψωμιά. Διότι δὲν ἔχουν τί νὰ φᾶνε.

37 Ἀλλ’ αὐτὸς ἁποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Δῶστε τους έσεῖς νὰ φᾶνε». Τοῦ λέγουν τότε· «Νὰ πᾶμε ν’ ἀγοράσωμε ψωμιὰ ἀξίας διακοσίων δηναρίων καὶ νὰ τοὺςδώσωμε νὰ φᾶνεῖ».

38 Αὐτὸς δὲ τσὺς λέγει· «Πόσα ψωμιὰ έχετε, Πηγαίνετε νὰ ἰδῆτε». Καὶ ἀφοῦ εἶδαν, τοῦ λένε- «Πέντε, καὶ δύο ψάρια».

39 Καὶ τοὺς διέταξε νὰ βάλουν ὅλους νὰ καθήσσυν γιὰ νὰ φᾶνε ὁμάδες ὁμάδες στὸ χλωρὸ χορτάρι.

40 Καὶ κάθη- σαν παρέες παρέες, ποὺ ὼμοίαζαν μὲ πρασιές, ἀνὰ ἑκατὸ καὶ ἁνὰ πενήντα ἄτομα.

41 Καὶ ἀφοῦ πῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια καὶ ὕψωσε τὰ μάτια του στὸν οὺρανό, εὐλόγησε, καὶ ἔκοψε σὲ κομμάτια τὰ ψωμιά, καὶ έδινε στοὺς μαθητάς, γιὰ νὰ τὰ παραθέσουν σ’ αὐτούς. Ἐπίσης μοίρασε σὲ ὅλους τὰ δύο ψάρια.

42 Καὶ έφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν.

43 Σή κωσαν μάλιστα δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα ἀπὸ κομμάτια ἀπὸ τὰ ψωμιὰ καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια.

44 Αὺτοὶ δέ, ποὺ ’έφαγαν τὰ ψωμιά, ἦταν πέντε χιλιάδες ἄνδρες.

Ὀ Ἰησοῦς περιπατεῖ πάνω στὴ λίμνη

45 Άμέσως δὲ ἁναγκασε τοὺς μαθητάς του νὰ μπσῦν στὸ πλοῖο καὶ νὰ πᾶνε πρωτύτερα ἀπ’ αὐτὸν στὸ ἀπέναντι μέρος πρὸς τὴ Βηθσαϊδὰ, γιὰ νὰ διαλύσῃ ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πλήθη.

46 Καὶ ἁφού τοὺς ἁποχαιρέτισε, πῆγε στὸ ὅρος γιὰ νὰ προσευχηθῇ. 211 κΑτΑ ΜΑΡΚΟΝ ε’,ιύ ἡ 7,4

47 Καὶ ὅταν βράδυασε, τὸ πλοῖο βρισκόταν στὸ με’σο τῆς λίμνης, καὶ αὐτὸς μόνος στὴν ξηρά.

48 Καὶ ἐπειδὴ τοὺς εἶδε νὰ βασανίζωνται στὴν κωπηλασία, διότι ὁ ἄνεμος ἦταν ἀντίθε- τος σ’ αὐτούς, γι’ αὐτὸ κατὰ τὴν τετάρτη περίπου βάρδια τῆς νύκτας ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς περιπατοῦντας πάνω στὴ λίμνη, καὶ πήγαινε νὰ τοὺς προσπεράσῃ.

49 Ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ τὸν εἶδαν νὰ περιπατῇ πάνω στὴ λίμνη, νόμισαν ὅτι εἶναι φάντασμα καὶ ἔβγαλαν κραυγὴ τρόμου.

50 Ὅλοι δὲ τὸν εἶδαν καὶ ταράχτηκαν. Ἀλλ’ αὐτὸς ἁμέσως τοὺς μίλησε καὶ τοὺς εἶπε· «Ἔχετε θάρροςί Ἐγὼ εἶμαι. Μὴ φοβεῖσθεί».

51 Καὶ ἀνέβηκε στὸ πλοῖσ πρὸς αὐτούς, καὶ κόπασε ὁ ἄνεμος. Καὶ τὸ ἑσωτερικό τους κυριεύθη- κε σὲ πάρα πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ ἔκπληξι καὶ θαυμασμό.

52 Διότι δὲν εἶχαν συνειδητοποιήσει τὸ θαῦμα μετὰ ψωμιά, ἀλλ’ ἡ διάνοια τους ἦταν (ἁκόμη) παχυλή καὶ βραδυκίνητη.

Θεραπεῖες στὴ Γεννησαρέτ

53 Ἔτσι, ἀφοῦ διαπεραιώθηκαν, ἦλθαν στὴν περιοχὴ τῆς Γεννησαρὲτ καὶ ἀγκυροβόλησαν.

54 Ὅταν δὲ βγῆκαν ἀπὸ τὸ πλοῖο, ἀμέσως τὸν ἀναγνώρισαν,

55 καὶ ἔτρεξαν γύρω σ’ ὅλη τὴν περιοχὴ ἐκείνη, καὶ ἀρχισαν νὰ περιφέρουν τοὺς ἀρρώστους πάνω σὲ κρεββάτια ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἀλλο, ἐκεῖ ὅπου ἀκου- αν ὅτι βρίσκεται.

56 Καὶ ὅπου ἔμπαινε σὲ κωμοπόλεις ἢ πόλεις ἢ χωριά, τοποθετοῦσαν τοὺς ἀσθενεῖς στὶς ἀγορὲς καὶ τὸν πα- ρακαλοῦσαν νὰ ἀγγίξουν ἔστω τὴν ἀκρη τοῦ ἐνδύματός του. Καὶ ὅσοι τὸν ἀγγιζαν, θεραπεύονταν.

Κεφάλαιο 7

Παραδόσεις ἀνθρώπων εἰς βάρος ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ

7 Μαζεύονται δὲ γόρω του οἱ Φαρισαῖοι καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα.

2 Καὶ ὅταν εἶδαν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς μαθητάς του νὰ τρῶνε ψωμὶ μὲ χέρια ἀκάθαρτα, δηλαδὴ ἀπλυτα, τοὺς κατέκριναν.

3 Διότι οἱ Φαρι- σαῖοι καὶ ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ἐὰν δὲν πλύνουν πολὺ καλὰ τὰ χέρια, τρίβοντας μὲ τὴν πυγμὴ τοῦ ἑνὸς τὴν παλάμη καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ ἄλλου, δὲν τρῶγε, κρατώντας τὴν παράδοσι τῶν παλαιοτέρων.

4 Ἐπίσης, ὅταν ἑπιστρέφουν ἀπὸ τὴν ἀγορά, δὲν τρῶγε, ἐὰν δὲν ὺποβληθοῦν σὲ κάθαρσι. Εἶναι καὶ ἄλλα πολλά, ποὺ παρέλαβαν γιὰ νὰ τηροῦν, καθάρσεις ποτηριῶν καὶ μεγαλυτέρων ἀγγείων καὶ χαλκίνων σκευῶν καὶ κρεββατιῶν. 213 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ φ 7,5-20

5 Τὸν ρωτοῦν λοιπὸν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς· «Γιατί οἱ μαθηταί σου δὲν βαδίζουν σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι τῶν πα- λαιοτέρων, ἀλλὰ τρῶνε μὲ ὅτπλυτα χέριας».

6 Αὐτὸς δὲ ἀποκρίθη- κε καὶ τοὺς εἶπε· «Καλὰ προφήτευσε ὁ Ἡσαΐας γιὰ σᾶς τοὺς ὑπο- κριτὰς σύμφωνα μὲ τὸ γραμμένο, Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾷ μὲ τὰ χείλη, ἐνῷ ἡ καρδιὰ του πολὺ ἀπέχει ἀπὸ μένα.

7 Ναί, ψεύτικα μὲ σέβονται, ἀφοῦ ἀκολουθοῦν διδασκαλίες, ποὺ εἶναι έντολὲς ἀνθρώπων.

8 Ναί, άφήσατε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ κρατεῖτε τὴν παράδοσι τῶν ἀνθρώπων, καθάρσεις ἀγγείων καὶ ποτηριῶν, Καὶ πολλὰ ἄλλα κάνετε παρόμοια μ’ αὐτά».

9 Τοὺς έλεγε ἐπίσης· « “ Ωραῖα κάνετε, παραβαίνοντας τὴν έντολή τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τηρήσετε τὴ δική σας παράδοσιί

10 Ὁ Μω- υσῆς, ὅπως ξέρετε, εἶπε, Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου, καί, Ὅποιος κακολογεῖ τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα, έξάπα- ντος νὰ Θανατῶνεται.

11 Ἀλλὰ σεῖς λέγετε, Ἐὰν κάποιος πῇ στὸν πατέρα ἢ στὴ μητέρα ”κορβᾶν”, ποὺ σημαίνει, ”αι’)τὸ ποὺ θὰ λάμβανες ὡς βοήθημα ἀπὸ μένα τὸ ἀφιερώνω οτὸ Θεό”,

12 τότε τὸν θεωρεῖτε δεσμευμένο καὶ δὲν τὸν άφήνετε πλέον νὰ κάνῃ τίποτε γιὰ τὸν πατέρα του ἢ τὴ μητέρα του,

13 ἁκυρώνο- ντας ἔτσι τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας ποὺ διδάξατέ. Καὶ πολλὰ ἄλλα κάνετε παρόμοια μ’ αὐτὸ».

14 Τότε άπευθύνθηκε πρὸς ὅλο τὸ λαὸ καὶ τοὺς εἶπε- «Άκοῦοτε με, ὅλοι, καὶ καταλάβετε.

15 Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἰσάγεται σ’ αὐτὸν (διὰ τῆς τροφῆς) καὶ δύναται νὰ τὸν κάνῃ (ἠθικῶς) ἁκάθαρτο, ἁλλ’ αὐτὰ ποὺ βγαίνουν μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, αὐτὰ τὸν κάνουν (ἠθικῶς) ὰκάθαρτο.

16 Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».

Τί μολύνει ἠθικῶς τὸν ἄνθρωπο

17 Ὅταν δὲ μετὰ τὴν ὁμιλία του πρὸς τὸ λαὸ μπήκε σ’ ἕνα σπίτι, οἱ μαθηταί του τὸν ρωτοῦσαν γιὰ τὸν παραβολικὸ λόγο.

18 Καὶ τοὺς λέγει· «Καὶ σεῖς εἶσθε ἁνίκανοι νὰ καταλάβετε; Άκόμη δὲν καταλαβαίνετε, ὅτι κάθε τι, ποὺ μπαίνει ἀπ’ ἔξω στὸν ἂνθρωπο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸν μολύνῃ (ἠθικῶς);

19 Διότι δὲν μπαίνει στὴν ψυχή του, ἀλλὰ στὴν κοιλιά. Άποβάλλεται μάλι- στα (κατὰ τὸ περιττὸ καὶ ἁκάθαρτο μέρος) οτὸ ἀποχωρητήριο, ἀφήνοντας ἔτσι καθαρές ὅλες τὶς τροφὲς (ποὺ κράτησε ὁ ὀργα- νισμός)».

20 Ἐπίσης ἔλεγε· «Ἐκεῖνο, ποὺ βγαίνει μέσα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, έκεῖνο κὰνει ἁκάθαρτο τὸν ἄνθρωπο. 215 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 7,21-36

21-22 Διότι μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων βγαίνουν οὶ κακὲς σκέψεις, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι, κλσπές, πλεονεξίες, πονηρίες, δόλος, ἀκολασία, φθόνος, διαβολὴ καὶ συκοφαντία, ὑπερηφάνεια, ἀφροσύνη.

23 Ὄλα αὐτὰ τὰ κακὰ βγαίνουν ἀπὸ μέσα καὶ κάνουν τὸν άνθρωπο ἁκάθαρτο».

Ή Συροφοινίκισσα (Χαναναία) καὶ θεραπεία τῆς θυγατέρας της

24 Σηκώθηκε δὲ ἀπὸ τόν τόπο έκεῖνο καὶ πῆγε σι-ἠν περιοχὴ τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος, Καὶ μπῆκε σ’ ἕνα σπίτι καὶ δὲν ἤθε- λε νὰ τὸ μάθῃ κανείς, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ διαφύγῃ τὴν προ- σοχή.

25 Διότι μία γυναῖκα, τῆς ὁποίας τὸ κορίτσι εἶχε πνεῦμα άκάθαρτο (δαιμόνιο), ὅταν ἄκουσε γι’ αὐτόν, ἦλθε καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του.

26 Αὐτὴ δὲ ἡ γυναῖκα ἦταν εἰδωλολάτρισσα, καὶ στήν καταγωγὴ Συροφοινίκισσα. Καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ βγάλῃ τὸ δαιμόνιο ἀπὸ τὴ θυγατέρα της.

27 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε- «Ἅφησε πρῶτα νὰ χορτάσουν τὰ τέκνα (δηλαδὴ οἱ Ίσραηλῖτες). Διότι δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρῃ κανεὶς τὸ ψωμὶ τῶν τέκνων καὶ νά τὸ ρίξῃ στὰ σκυλάκια».

28 Αὑτή δὲ άποκρίθηκε καὶ λέγει σ’ αὐτόν· «Ναί, Κύριεί Ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλάκια τρώγουν ἀπὸ τὰ ψίχουλα τῶν παιδιῶν, ποὺ πέφτουν κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι».

29 Τότε τῆς εἷπε· «Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο πήγαινε· τὸ δαιμόνιο ἔχει βγεῖ ἀπὸ τὴ Θυγατέρα σου».

30 Καὶ ὅταν πῆγε οτὸ σπίτι της, βρῆκε τὸ παιδὶ νὰ εἶναι ξαπλωμένο στὸ κρεββάτι (ἤσυχο) καὶτὸ δαιμόνιο νὰ έχῃ βγεῖ.

Θεραπεία κωφαλάλου

31 Πάλι δὲ (ὸ Ἰησοῦς), ἀφοῦ ἔφυγε ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος, ἦλθε πρὸς τὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας διὰ μέσου τῆς περιοχῆς τῆς Δεκαπόλεως.

32 Καὶ φέρνουν σ’ αὐτὸν ἕνα κωφάλαλο καὶ τὸν παρακαλοῦν νὰ Θέσῃ ἐπάνω του τὸ χέρι.

33 Καὶ άφοῦ τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ πλῆθος ίδιαιτέρως, ἔβαλε τὰ δάκτυλά του στὰ αὐτιά τοῦ κωφαλάλου, καὶ ἀφοῦ έφτυσε, μὲ τὸ σάλιο οτὸ δάχτυλο άγγιξε τὴ γλῶσσα του,

34 ὔψωσε δὲ στὸν οὐρανὸ τὰ μάτια καὶ οτέναξε καὶ λέγει σ’ αὐτόν· «Ἐφφαθάί», ποὺ σημαίνει, «Ἅνοιξεί».

35 Καὶ άμέσως ἄνοιξαν τὰ αὺτιά του καὶ λύθηκε ἡ δεμένη γλῶσσα του καὶ μιλοῦσε κανονικά.

36 Καὶ τοὺς διέταξε νὰ μὴ τὸ εἰποῦν σὲ κανένα. Ἀλλ’ όσο αὐτὸς τοὺς διέτασσε, τόσο περισσότερο τὸ διακή ρυπαν. 217 κΑτΑ ΜΑΡΚΟΝ 7,Ξῖ - 8,15

37 Καὶ πάρα πολὺ ἑκπλήσσονταν καὶ ἔλεγαν- «Ὅλα τὰ ἔκανε καλά. Καὶ τοὺς κωφοὺς κάνει νὰ ἁκούουν, καὶ τοὺς βωβοὺς νὰ μιλοῦν».

Κεφάλαιο 8

Τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν τετρακισχιλίων ἀνδρῶν

8Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, ἐπειδὴ πάλι ἦταν πολὺς λαὸς καὶ δὲν εἶχαν τί νὰ φᾶνε, ὁ Ἰησοῦς κάλεσε τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς λέγει·

2 «Σπλαγχνίζομαι τὸ λαό, διότι τρεῖς ἠμέρες τώρα εἶναι μαζί μου καὶ δὲν ἔχουν τί νὰ φᾶνε.

3 Καὶ ἂν τοὺς ἀφήσω νὰ φύγουν νηστικοὶ γιὰ τὰ σπίτια τους, θὰ παραλύσουν οτὸ δρόμο. Μερικοὶ μάλιστα ἀπ’ αὐτοὺς ἔχουν ἔλθει ἀπὸ μακριά».

4 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ μαθηταί του· «Ἀπὸ ποῦ θὰ μπορέσῃ κανεὶς νὰ τοὺς χορτάσῃ μὲ ψωμιὰ έδῶ οτήν ἔρημοῖ».

5 Τοὺς ρώτησε τότε· «Πόσα ψωμιὰ ἔχετεῖ». Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· «Ἑπτά».

6 Πρόσταξε τότε τὸ λαὸ νὰ καθήσουν οτὸ ἔδαφος. Καὶ ἀφοῦ πῆρε τὰ ἑπτὰ ψωμιόι, ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχή, ἔκοψε καὶ ἔδινε στοὺς μαθητάς του γιὰ νὰ τὰ παραθέτουν. Καὶ τὰ παρέθεσαν οτὸ πλῆθος.

7 Εἶχαν καὶ λίγα ψαράκια Ἀφοῦ δὲ εὐλόγησε καὶ αὐτά, εἶπε νὰ παραθέσουν καὶ αὐτὰ.

8 ’Ἐφαγαν δὲ καὶ χόρτασαν. Σήκωσαν μάλιοτα ἑπτὰ καλάθια περισσεύματα ἀπὸ τὰ κομμάτια.

9 Ἦταν δὲ περίπου τέσσερες χιλιάδες. Ἔπειτα τοὺς ἅφησε νὰ φύγουν.

10 Καὶ ἀμέσως μπῆκε στὸ πλοῖο μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του καὶ ἦλθε οτὰ μέρη ΔαλμουναΘά.

Οί Φαρισαῖοι προκαλοῦν τὸν Ἰησοῦ νὰ δείξῃ σημεῖο

11 Καὶ βγῆκαν οἱ Φαρισαῖοι καὶ ἅρχισαν νὰ ουζητοῦν μαζί του. Καὶ τοῦ ζητοῦσαν σημεῖο (Θαῦμα) ἀπὸ τὸν ούρανό, δο- κιμάζοντας αὐτόν.

12 Άναστέναξε δὲ βαθειὰ καὶ λέγει· «Γιατί αὺτή ἡ γενεὰ ζη- τεῖ σημεῖα ΆληΘινὰ σᾶς λέγω, δὲν θὰ δοθῇ σ’ αὐτὴ τὴ γενεὰ σημεῖο».

13 Καὶ τοὺς ἅφησε καὶ μπήκε στὸ πλοῖο καὶ πήγε πάλι ἀπέναντι.

Προσέχετε ἀπὸ τὴν κακὴ ζύμη

14 Λησμόνησαν δὲ (οἱ μαθηταὶ) νὰ πάρουν ψωμιά. Καὶ δὲν εἶχαν μαζί τους στὸ πλοῖο παρὰ ἔνα ψωμί

15 Καὶ τοὺς έφιοτοῦσε τὴν προσοχή λέγοντας· «Άνοίξετε τὰ μὰτια σας καὶ προσέχετε ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων καὶ τὸ προζύμι τοῦ Ἠρῲδη». 219 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ἱ8,16-30

16 Συζητοῦσαν δὲ μεταξύ τους λέγοντας· «ψωμιὰ δὲν έχου- με».

17 Άντιληφθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς λέγει σ’ αὐτούς· «Γιατί συζητεῖτε, ὅτι δὲν ἔχετε ψωμιά; Άκόμη δὲν ἐννοεῖτε καὶ δὲν καταλαβαίνει-εῖ Άκόμη ἡ ψυχή σας εἶναι σὲ κατάστασι σκληρύνσεως καὶ σκοτισμοῦ,

18 Ἐνῷ ἔχετε μάτια, δὲν βλέπετε, καὶ ἐνῷ ἔχετε αὐτιά, δὲν άκούετεῖ Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε

19 ποὺ ἔκοψα τὰ πέντε ψωμιὰ γιὰ τοὺς πέντε χιλιάδες ἄνδρες, καὶ πόσα κοφίνια γεμᾶτα ἀπὸ κομμάτια σηκώσα- τες». Τοῦ λέγουν· «Δώδεκα».

20 Ὅταν δὲ έκοψα τὰ ἑπτὰ ψωμιὰ γιὰ τοὺς τέσσερες χιλιάδες ἄνδρες, πόσα κοφίνια γεμᾶτα ἀπὸ κομμάτια σηκώσατερ). Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· «Ἑπτά».

21 Τότε τοὺς λέγει’ «Άκόμη δὲν καταλαβαίνετε (ὅτι δὲν σᾶς μίλησα γιὰ ὺλικὸ προζύμι, άλλὰ γιὰ τὴν κακὴ ὲπίδρασι τῶν Φαρισαίων καὶ τοῦ Ἡρῴδηκ».

Θαῦμα σταδιακῆς Θεραπείας τυφλοῦ

22 Πηγαίνει κατόπιν στὴ Βηθσαϊδὰ καὶ τοῦ φέρνουν ἕνα τυφλὸ καὶ τὸν παρακαλοῦν νὰ τὸν άγγίξῃ.

23 Τότε ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν τυφλὸ καὶ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, καὶ ἀφοῦ έφτυσε στὰ μάτια του, έθεσε τὰ χέρια του ἐπάνω του καὶ τὸν ρωτοῦσε, ἐὰν βλέπῃ τίποτε.

24 Καὶ ἐκεῖνος κοίταξε καὶ εἶπε· «Βλέπω τοὺς ἀνθρώπους νὰ περιπατοῦν, ἀλλὰ τοὺς βλέπω ὼς δένδρα».

25 Ἔπειτα πάλι έθεσε τὰ χέρια του στὰ μάτια του καὶ τοῦ έδωσε τὸ φῶς του, καὶ ἔτσι άποκαταστάθηκε ἡ ὅρασί του, καὶ τοὺς εἶδε ὅλους καθαρά.

26 Καὶ τὸν ἔστειλε στὸ σπίτι του λέγοντας· «Οὔτε στὸ χωριὸ νὰ μπῇς, οὔτε σὲ κανένα κάτοικο τοῦ χωριοῦ νὰ ὸμιλήσῃς (γιὰ τὸ θαῦμα)».

Ἠ ὁμολογία τοῦ Πέτρου

27 Καὶ ἁναχώρησε ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταί του γιὰ τὰ χω- ριὰ τῆς Καισαρείας τοῦ Φιλίππου. Καὶ στὸ δρόμο ρωτοῦσε τοὺς μαθητάς του λέγοντας σ’ αὐτούς· «Ποιός λέγουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι;».

28 Αὐτοὶ δὲ άποκρίθηκαν· «Ἅλλοι λέγουν ὅτι εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, καὶ ἄλλοι ὁ Ἠλίας, καὶ ἄλλοι ἕνας (ἄλλος) ἀπὸ τοὺς προφῆτες».

29 Τότε αὐτὸς τοὺς λέγει· «Καὶ σεῖς ποιός λέγετε ὅτι εἶμαιῖ». Άποκρίθηκε δὲ ὁ Πέτρος καὶ τοῦ λέγει· «Σὺ εἷσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας)».

30 Τοὺς διέταξε δέ, νὰ μὴν ὁμιλοῦν σὲ κανένα γι’ αὐτόν (ὅτι δηλαδὴ εἶναι ὁ Μεσσίας). 22], ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 8,31 - 9,2

Ὸ Ἰησοῦς προλέγει τὸ πάθος καὶ τὴν ἁνάστασί του

31 Καὶ ἀρχισε νὰ τοὺς λέγῃ, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νὰ πάθῃ πολλά, μάλιστα ν’ ἀποδοκιμασθῇ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ νὰ θανατωθῇ, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρες νὰ ἀναοτηθῇ.

32 Καὶ έλεγε αὐτὸ τὸ λόγο μὲ θάρρος (χωρὶς κανένα φόβο γιὰ τὰ πάθη καὶ τὸ θάνατο). Τότε ὁ Πέτρος τὸν πῇρε ίδιαιτέρως καὶ άρχισε νά τὸν έπιπλήττῃ.

33 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ γύρισε καὶ εἶδε τοὺς μα- θητάς του, ἐπέπληξε τὸν Πέτρο λέγοντας· «Φύγε ἀπὸ μπροοτά μου, ἀντιρρησίαί Διότι δὲν φρονεῖς τὰ ἀρεστὰ στὸ Θεό, ἀλλά τὰ ἀρεστὰ στοὺς ἀνθρώπους».

Οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Ἰησοῦ σηκώνουν σταυρό

34 Τότε προσκάλεσε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ μαζὶ μὲ τοὺς μα- θητάς του καὶ τοὺς εἶπε· «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθῇ, ἂς ἀπαρ- νηθῇ τὸν ἑαυτό του καὶ ἂς σηκώσῇ τὸ σταυρό του, καὶ ἔτσι ἂς μὲ ἀκολουθῇ.

35 Διότι, ὅποιος θά έπιδιώκῃ νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του (ἀποφεύγοντας τὸ μαρτύριο), θὰ τὸν χάσῇ. Άντιθέτως, ὅποιος θὰ θυσιάσῃ τὸν ἑαυτό του γιὰ μένα καὶτὸ εὐαγγέλιο, αὐτὸς θὰ τὸν σώσῃ.

36 Τί δὲ ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδίσῇ ὁλόκλη- ρο τὸν κόσμο, ἀλλὰ χάσῃ τὸν ἑαυτό του,

37 Ἢ τί δύναται νὰ δώσῃ ὁ ἄνθρωπος ὡς άντίτιμο γιὰ τὸν ἑαυτό του,

38 Ὅποιος βεβαίως ἐντραπῇ γιὰ μένα καὶ τοὺς λόγους μου σ’ αὐτὴ τὴ γενεὰ τὴ μοιχαλίδα (τήν άπιστη στὸν οὐράνιο Νυμφίο) καὶ ὰμαρτωλή, καὶὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θά έντραπῇ γι· αὑτὸν όταν θά ἔλθῃ μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους».

Κεφάλαιο 9

9Τοὺς ϋεγε ἀκόμη· «Άληθινά σᾶς λ’ψω, ὅτι εἶναι μερικοὶ ἀπ’ αὐτούς, ποὺ βρίσκονται έδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θά γευθοῦν θάνατο μέχρι νὰ ίδοῦν τη βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχῃ ἔλθει δυ- ναμικὰ καὶ άποτελεσματικά (μὲ δύναμι ἐπιβολῆς, πρᾶγμα ποὺ συνέβη τὸ 70 μ.Χ. μὲ τὴν ἄλωσι τῆς Ἰερουσαλήμ, τη συντριβή τοῦ Ἰουδαίσμοῦ καὶ τὴν κατίσχυσι τῆς Ἐκκλησίας)».

Ἡ μεταμόρφωσι τοῦ Ἰησοῦ

2 Μετὰ έξι δὲ ἠμέρες ὁ Ἰησοῦς παραλαμβάνει τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ίάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνεβάζει σ’ ἕνα ὺψηλὸ βουνὸ ίδιαιτέρως μόνους. Καὶ μεταμορφώθηκε μπροοτά τους. 223 κΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ἢ 9347

3 Καὶ τὰ ἐνδύματα του ἔγιναν ἁστραφτερά, ὁλόλευκα σὰν τὸ χιόνι, τόοο λευκὰ ὅσο κανένας βαφέας στὴ γῆ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὰ λευκόινῃ.

4 Καὶ ἐμφανίσθηκε α’ αὐτοὺς ὁ Ἠλίας μαζὶ μὲ τὸ Μωυσῆ, καὶ συνωμιλοῦσαν μὲ τὸν Ἰησοῦ.

5 Τότε δὲ ὁ Πέτρος λέγει στὸν Ἰησοῦ· «Διδάσκαλε, εἶναι καλὸ νὰ μείνωμε ἐδῶ. Καὶ νὰ κάνωμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα καὶ μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία.

6 Δὲν ἤξερε δὲ τί νὰ είπῇ, διότι εἶχαν κυριευθή ἀπὸ φὸβο (ποὺ παρέλυε τὴ σκέψι).

7 Ἦλθε δὲ σύννεφο καὶ τοὺς σκέπασε, καὶ ἀπὸ τὸ σύννεφο ἦλθε φωνὴ ποὺ ἔλεγε· Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἁγαπητόςῖ· σ’ αὺτὸν νὰ ὑπακούετε.

8 Καὶ ξαφ- νικά, ὅταν κοίταξαν γύρω τους, δὲν εἶδαν πλέον κανένα, ἀλλὰ μόνο τὸν Ἰησοῦ μαζί τους.

Ἐρώτησι τῶν μαθητῶν γιὰ τὸν Ἠλία καὶ ἀπάντησι τοῦ Ἰησοῦ

9 Ὅταν δὲ κατέβαιναν ἀπὸ τὸ ὅρος, τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μή διηγηθοῦν σὲ κανένα αὐτὰ ποὺ εἶδαν, παρὰ ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἁναστηθῇ ἐκ νεκρῶν.

10 Καὶ τήρησαν τὴν ἐντολή, καὶ μεταξύ τους συζητοῦσαν τί σημαίνει τὸ ν’ ἁναστηθῇ ἐκ νεκρῶν.

11 Τὸν ρωτοῦσαν δὲ λέγοντας· «Γιατί οἱ γραμματεῖς λέγουν, ὅτι πρῶτα (πρὶν ἀπὸ τὸ Μεσσία) πρόκειται νὰ ἔλθῃ ὁ Ἠλίαςς».

12 Αῦτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ό Ἠλίας βεβαίως ἔρχεται πρῶτα καὶ τὰ τακτοποιεῖ ὅλα. Ἀλλὰ (ὰφοῦ τὰ τακτο- ποιεῖ ὅλα) πῶς εἶναι γραμμένο γιὰ τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ πάθῃ πολλὰ καὶ νὰ θανατωθῇῖ (Άρα ὁ Ἠλίας ἔρχεται πρῶτα ἀπὸ τὸ Μεσσία στὴ δευτέρα παρουσία, ὄχι στὴν πρώτη).

13 Ἐν τούτοις σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἔχει θθει ὁ Ἠλίας (ἕνας ἄλλος Ἠλίας, ὁ πρόδρομος Ἰωάννης), καὶ τοῦ ἔκαναν ὅσα θέλησαν, καθὼς εἶναι γραμμένο γι’ αὐτὸν (στὸ βιβλίο τοῦ Θεοῦ στὸν οῦρανό)».

Θεραπεία δαιμονιζομένου κωφαλάλου παιδιοῦ

14 Ὅταν δὲ ἔφθασε ἐκεῖ, ποὺ ἦταν ο“ι (ἄλλοι) μαθηταί, εἶδε πλῆθος μεγάλο γύρω ἀπ’ αὐτούς, καὶ γραμματεῖς νὰ συζητοῦν μ’ αὐτούς.

15 Καὶ ἁμέσως ὅλος ὁ λαός, ὅταν τὸν εἶδε, θαμβώθη- κε, καὶ ἐτρεχαν καὶ τὸν χαιρέτιζαν.

16 Ρώτησε δὲ τοὺς γραμ- ματεῖς· «Τί συζητεῖτε μ’ αὐτούς».

17 Τότε μίλησε ἕνας ἀπὸ τὸ πλῆθος καὶ εἶπε· «Διδάσκαλε, ἐφερα τὸν υἰό μου οὲ σε’να, ποὺ ἐ’χει πνεῦμα (δαιμόνιο), ποὺ τοῦ ἁφῄρεσε τὴ λαλιά. 225 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ἲ ατε-32

18 Καὶ ὅπου τὸν πιάσῃ, τὸν ρίχνει κάτω καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξεραίνεται. Καὶ εἶπα στοὺς μαθητάς σου νὰ τὸ βγάλουν, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν».

19 Αὐτὸς δὲ ἀποκρινόμενος σ’ αὑτὸν λέγει· «Ὦ γενεὰ ἅπιστη, ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σαςς Ἕως πότε θὰ σᾶς ὰνέχωμαις Φέρτε τον σὲ μένα».

20 Καὶ τὸν έφεραν σ’ αὐτόν. Καὶ ὅταν τὸ πνεῦμα (τὸ δαιμόνιο) τὸν εἶδε, ἀμέσως τὸν τάραξε (τὸν δαιμονισμένο) μὲ σπασμούς, καὶ έπεσε οτή γῆ καὶ κυλιόταν καὶ ἄφριζε.

21 Ρώτησε δὲ (ὸ Ἰησοῦς) τὸν πατέρα του· «Ἀπὸ πότε τοῦ συμβαίνει αὑτόῖ». Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία (ἀπὸ μικρὸ παιδί)».

22 Πολλὲς δὲ φορὲς τὸν έρριξε καὶ στὴ φωτιὰ καὶ στὰ νερά, γιὰ νὰ τὸν Θανατώσῃ. Ἀλλ’ ἂν μπορῇς νὰ κάνῃς κατι, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».

23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε τὸ ἂν δύνασαι νὰ πιστεύσῃς, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει.

24 Άμέσως τότε ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ φώναξε δυνατὰ καὶ εἶπε μὲ δάκρυα· «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθησε στὴν ἀπιστία μου».

25 Ὅταν δὲ εἶδε ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ἔτρεχε καὶ συγκεντρωνόταν πλῆθος, πρόοταξε τὸ πνεῦμα τὸ ἁκάθαρτο λέγοντας σ’ αὑτό· «Πνεῦμα ἄλαλο καὶ κωφό, ἐγὼ σὲ διατάσσω· νὰ βγῇς ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ ξαναμπῇς σ’ αὐτόν».

26 Καὶ ἀφοῦ έβγαλε κραυγὴ καὶ τὸν συντάραξε πολύ, βγῆκε, καὶ έγινε σὰν νεκρός, ὥστε πολλοὶ νὰ λέγουν, ὅτι πέθανε.

27 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τὸν έπιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν σήκωσε καὶ ἀνωρθώθη- κε.

28 Καὶ ὅταν αὐτὸς (ὸ Ἰησοῦς) μπῆκε σὲ κάποιο σπίτι, τὸν ρώτησαν οἱ μαθηταί του ἰδιαιτέρως· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ βγόιλωμεῖ».

29 Καὶ τοὺς ἁπάντησε «Αὐτὸ τὸ εἶδος (τῶν δαιμόνων) δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βγῇ μὲ τίποτε, παρὰ μὲ προσευχὴ και νηοτεια».

Δεύτερη πρόρρησι τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως

30 Ἀφοῦ δὲ ἔφυγαν ἀπ’ ἐκεῖ, πορεύονταν διὰ μέσου τῆς Γα- λιλαίας καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ μάθῃ κανείς.

31 Μιλοῦσε δὲ στοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς ἔλεγε, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου σὲ λίγο Θὰ παραδοθῇ σὲ χέρια ἀνθρώπων, καὶ θὰ τὸν Θανατώσουν, καὶ τήν τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ θάνατο Θ’ ἁναστηΘῇ.

32 Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν καταλὰβαιναν αὐτὸ τὸ λόγο, καὶ ὼστὸσο δίσταζαν νὰ τὸν ρωτησουν. 227 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 9,33-46

Ποιός εἶναι ἁνώτερος

33 Καὶ ἔφθασε στὴν Καπερναούμ. Καὶ ὅταν ἦλθε οτὸ σπίτι, τοὺς ρώτησε «Τί συζητούσατε στὸ δρόμο μεταξύ σαςς».

34 Ἀλλ’ αὐτοὶ σιωποῦσαν. Διὸτι στὸ δρὸμο συζήτησαν, ποιὸς (με- ταξύ τους) εἶναι ἀνώτερος.

35 Κάθησε τότε καὶ φώναξε τοὺς δώδεκα καὶ τοὺς λέγει· «Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι τελευταῖος ἀπ’ ὅλους καὶ ὑπηρέτης ὅλων».

36 Ὕστερα πῆρε ένα παιδὶ καὶ τὸ ἔστησε μπροοτά τους καὶ τὸ ἁγκάλιασε καὶ τοὺς εἶπε·

37 «Ὅποιος θὰ τιμήσῃ ένα τέτοιο παιδὶ στὸ ὄνομά μου (γιὰ μένα), έμένα τιμᾷ. Καὶ ὅποιος θὰ τιμήσῃ έμένα, δὲν τιμᾷ ἐμένα, ἁλλ’ αὑτὸν ποὺ μὲ ἀπέστειλε».

Ὅποιος δὲν εἶναι ἐναντίον σας εἶναι μαζί σας

38 Ἕλαβε τὸ λὸγο ὁ Ἰωάννης καὶτοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, εἴδα- με κάποιον να βγάζῃ δαιμόνια μὲ τὸ ὄνομα σου, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀκολουθεῖ, καὶ τὸν έμποδίσαμε, ἀκριβῶς διότι δὲν μᾶς ἀκολου- θεῖ».

39 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· «Μή τὸν ἐμποδίζετε. Διὸτι δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ θὰ κάνῃ θαῦμα μὲ τὸ ὄνομα μου καὶ θὰ μπορέσῃ γρήγορα νὰ μὲ κακολογήσῃ.

40 Ὅποιος δὲ δὲν εἶναι ἐναντίον σας, εἶναι μὲ τὸ μέρος σας.

41 Καὶ ὅποιος θα σᾶς ποτίσῃ ἕνα ποτήρι νερὸ στὸ ὄνομά μου, διότι δηλαδὴ εἶσθε τοῦ Χριστοῦ, ἀληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν θὰ χάσῃ τὸ μισθό του».

Περὶ σκανδαλοποιῶν καὶ σκανδαλιζομένων

42 «Καὶ ὅποιος θὰ σκανδαλίσῃ ἕνα ἀπὸ τοὺς μικροὺς τούτους ποὺ πιστεύουν σ’ έμένα, συμφέρει σ’ αὐτὸν μᾶλλον να κρεμασθῇ γύρω ἀπὸ τὸ λαιμὸ του μία μυλόπετρα καὶ νὰ ριφθῇ στή θάλασσα.

43 Καὶ ἂν σὲ σκανδαλίζῃ τὸ χέρι σου, ἀπὸκοψέ το. Σὲ συμφέρει νὰ εἰσέλθῃς στὴ ζωὴ κουλὸς, παρὰ ἔχοντας τὰ δύο χέρια νὰ πᾶς στὴ γέεννα, στὴ φωτιὰ τὴν ἅσβεστη (στήν Κόλασι),

44 ὅπου τὸ σκουλήκι, ποὺ θα τοὺς τρώγῃ, δὲν πε- θαίνει, καὶ ἡ φωτιὰ δὲν σβήνει.

45 Καὶ ἂν τὸ πόδι σου σὲ σκαν- δαλίζῃ, ἁπόκοψέ το. Σὲ συμφέρει νὰ εἰσέλθῃς στὴ ζωή κουτσός, παρὰ ἔχοντας τὰ δύο πόδια νὰ ριφθῇς στὴ γέεννα, στὴ φωτιὰ τὴν ἅσβεοτη (στήν Κόλασι),

46 ὅπου τὸ σκουλήκι, ποὺ θὰ τοὺς τρώγῃ, δὲν πεθαίνει, καὶὴ φωτιὰ δὲν σβήνει. 229 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 9,47 - 1Ο,].0

47 Καὶ ἂν τὸ μάτι σου σὲ σκανδαλίζῃ, βγάλε το. Σὲ συμφέρει νὰ εἰσέλθῃς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μονόφθαλμος, παρὰ ἔχοντας τοὺς δύο ὀφθαλμοὺς νὰ πᾶς στὴν πόρινη γέεννα (στήν Κόλασι),

48 ὅπου τὸ σκσυλήκι, ποὺ θὰ τοὺς τρώγῃ, δὲν πεθαίνει, καὶ ἡ φωτιὰ δὲν σβήνει (Μὲ πρόσωπα δηλαδή, ποὺ μᾶς σκανδαλίζουν, ὅσο χρήσιμα καὶ προσφιλῆ καὶ ἂν εἶναι, συμφέρει νὰ διακόπτω- με σχέσεις γιὰ νὰ μὴ κσλασθοῦμε)».

Ὰλάτισμα γιὰ τὴν ἀποφυγὴ σήψεως καὶ ρίψεως στή φωτιά

49 «Κάθε δὲ ἄνθρωπος ἐξ αἰτίας τῆς φωτιᾶς (τῆς Κολάσε- ως) πρέπει νὰ άλατισθῇ (γιὰ νὰ μὴ πάθῃ σῆψι καὶ πεταχθῇ στή φωτιά), ὅπως κάθε θυσιαζόμενο ζῷο πρέπει νὰ ἁλατισθῇ καλά.

50 Χρήσιμο εἶναιτὸ ἁλάτι. Ἀλλ’ ἂν τὸ άλάτι χάσῃ τὴν άλμύρα του, μὲ τί θὰ τὸ κάνετε νὰ τὴν άποκτήσῃ πάλι; Νὰ ἔχετε στοὺς ἑαυτούς σας ὰλάτι (άρετές), καὶ ἔτσι νὰ ἔχετε φιλικὲς σχέσεις με- ταξύ σας (άλλιῶς, ἂν ἀπὸ τὶς μεταξύ σας σχέσεις κινδυνεύετε νὰ χάσετε τὶς ἁρετὲς καὶ νὰ ὺποστήτε ἠθικὴ σῆψι, διακόψετε τὶς σχέσεις)».

Κεφάλαιο 10

Περὶ γάμου καὶ διαζυγίου

1οΣηκώθηκε δὲ ἀπ’ έκεῖ (ὸ Ἰησοῦς) καὶ ἦλθε στὴν περι- οχή τῆς Ἰουδαίας περνώντας ἀπὸ τὴν περιοχὴ πέρα ἀπὸ τὸν Ἱορδάνη. Καὶ συρρέουν πάλι πλήθη πρὸς αὐτόν. Καὶ ὅπως συνήθιζε, πάλι τοὺς δίδασκε.

2 Καὶ προσῆλθαν οἱ Φαρι- σαῖοι καὶ τὸν ρωτσῦσαν, δοκιμάζοντας αὑτὸν, ἂν ἐπιτρέπεται στὸν ἄνδρα νὰ χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του.

3 Αὐτὸς δὲ άποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Τί σᾶς διέταξε ὁ Μωυσῆςς».

4 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· «Ὀ Μωυσῆς ἐπέτρεψε νὰ γράψῃ (ὁ ἄνδρας καὶ νὰ δώσῃ) βεβαίωσι διαζυγίου καὶ τότε νὰ τὴν χωρίσῃ»,

5 Τότε δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε- «Ἐξ αἰτίας τῆς σκληροκαρδίας σας (ὸ Μωυσῆς) ἔγραψε γιὰ σᾶς αὑτὴ τὴν ἐντολή.

6 Ἀπὸ τὴν άρχή ὅμως, κατὰ τὴ δημιουργία, ὸ Θεὸς τοὺς δημιούργησε ἄνδρα (ένα ἄνδρα) καὶ γυναῖκα (μία γυ- ναῖκα).

7 Γι’ αὐτὸ θ’ άφήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν πατέρα του καὶ τή μητέρα καὶ θὰ προσκολληθῇ στὴ γυναῖκα του,

8 καὶ θὰ γίνουν οἱ δύο μία σάρκα (ἕνα σῶμα). ’Ὠστε δὲν εἶναι πλέον δύο, ἀλλὰ μία σάρκα (ἕνα σῶμα).

9 Ἐκεῖνο λοιπόν, ποὺ ὁ Θεὸς ἔζευξε μὲ τὸ ἄλλο, ἄνθρωπος νὰ μὴ τὸ χωρίζῃ.

10 Πάλι δὲ στὸ σπίτι γιὰ τὸ αὐτὸ θέμα τὸν ρώτησαν οἱ μαθηταί του 231 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 1Ο,11-22

11 καὶ τοὺς λέγει· «Ὅποιος θα χωρίσῃ τὴ γυναῖκα του καὶ θὰ πάρῃ ἄλλη, διαπρὰττει μοιχεία ἐξ αἰτίας της1.12 Ἐπίσης, ἂν γυναῖκα χωρίσῃ τὸν ἄνδρα της καὶ πάρῃ ἄλλον, διαπράττει μοι- χεια».

Ὀ Ἰησοῦς ευλογεῖ τὰ παιδιά

13 Τοῦ ἔφερναν δὲ παιδιά, γιὰ νὰ θέσῃ ἐπάνω τους τὰ χέρια του (καὶ ἔτσι νὰ τὰ εὐλογήσῃ), ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ ἐπέπλητ- ταν αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔφερναν.

14 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως, ὅταν τὸ εἶδε, ἁγανάκτησε καὶ τοὺς εἶπε· «Άφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ ἔρχωνται πρὸς ἑμένα, καὶ μὴ τὰ ἐμποδίζετε. Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι γι’ αὐτούς, ποὺ εἶναι σὰν αὑτά.

15 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅποιος δὲν δεχθῇ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ σὰν παιδί, δὲν θὰ μπῃ σ’ αὐτή».

16 Καὶ ἀφοῦ τὰ ὰγκάλιασε, τὰ εὐλογοῦσε μὲ ὅλη τὴν καρδιόι του, Θέτοντας ἐπάνω τους τὰ χέρια του.

Πλούσιος ἐρωτᾷ πῶς κληρονομεῖται ἡ αἰώνια ζωή

17 Καθὼς δὲ ἔβγαινε (ἀπὸ τὸ σπίτι) γιὰ νὰ φύγῃ, ἔτρεξε κὰποιος καὶ γονάτισε μπροστά του καὶ τὸν ρωτοῦσε «Διδάσκα- λε ἀγαθέ, τί νὰ κόινω γιὰ νὰ κληρονομήσω ζωὴ αἰώνιαῖ».

18 Ὀ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε «Γιατί μὲ λέγεις ὰγαθὸ (ὰφοῦ μὲ Θεωρεῖς ἁπλῶς ἄνθρωπο), Κανεὶς δὲν εἶναι ἁγαθός, παρὰ ἕνας, ὁ Θεὸς.

19 Τὶς ἐντολὲς γνωρίζεις. Νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ μὴ στερήσῃς τὸν ἄλλο ἀπὸ ὅ,τι τοῦ ἀνήκει, νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα.

20 Αὐτὸς δὲ τότε τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, ὅλα αὐτὰ τὰ τήρησα ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία».

21 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ τὸν κοίταξε, τὸν συμπάθησε καὶ τοῦ εἶπε· «Ἕνα σοῦ λείπει. Ἂν Θέλῃς νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε ὅσα ἔχεις καὶ δῶσε σὲ πτωχούς, καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸ στὸν οὐρανέ), καὶ ἔλα νὰ μὲ ἁκο- λουθήσῃς, σηκώνοντας τὸ σταυρό σου».

22 Ἀλλ’ αὐτός, ὅταν ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, ἔγινε σκυθρωπὸς καὶ ἔφυγε λυπημένος, διότι εἶχε μεγάλῃ περιουσία. 233 κΑτΑ ΜΑΡΚΟΝ 102334

Δυσκόλως πλούσιος εἰσέρχεται στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ

23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς περιέφερε τὸ βλέμμα του στοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς εἶπε· «Πόσο δύσκολο εἶναι αὐτοί, ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα, νὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦἔ».

24 Οἱ δὲ μαθηταὶ ἑκπλήσσονταν ἀπὸ τὰ λόγια του. Ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλι μίλησε καὶ τοὺς λέγει· «Παιδιά μου, πόσο δύσκολο εἶναι αὐτοί, ποὺ ἔχουν τήν πεποίθησί τους στὰ χρήματα, νὰ μποῦν οτή βασιλεία τοῦ ΘεοῦΙ

25 Εἶναι εὐκολώτερο καμήλα νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν τρύπα βελόνας, παρὰ πλούσιος νὰ μπῇ οτή βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

26 Αὐτοὶ δὲ έκπλήσσονταν περισσότερο καὶ ὓεγαν μεταξύ τους- «Τότε ποιός δύναται νὰ σωθῇ».

27 Τοὺς κοίταξε ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγει· «Στοὺς ἀνθρώπους (αὐτὸ) εἶναι άδύνοπο, ἀλλ’ ὄχι οτὸ Θεό. Ὅλα δὲ στὸ Θεὸ εἶναι δυνατά».

Ὸ μισθὸς τῶν ἀκολούθων τοῦ Ἰησοῦ

28 Ὁ Πέτρος άρχισε νὰ τοῦ λέγῃ· «Ἰδοὺ ἐμεῖς τὰ ἁφήσαμε ὅλα καὶ σὲ άκολουθήσαμε».

29 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἷπε τότε- «Άληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ ἄφησε σπίτι ἢ ἀδελφοὺς ἢ άδελφὲς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ χωράφια γιὰ μένα καὶ γιὰ τὸ εὐαγγέλιο,

30 καὶ δὲν θὰ λάβῃ ὲκατονταπλάσια τώρα, στὸν παρόντα καιρό, σπίτια καὶ ἀδελφοὺς καὶ άδελφὲς καὶ πατέρα καὶ μητέρα καὶ τέκνα καὶ χωράφια, μάλιστα ἐν με’σῳ διωγμῶν, οτὸ μέλλοντα δὲ καιρὸ ζωὴ αἰώνια.

31 Πολλοὶ δὲ πρῶτοι θὰ γίνουν τῦιευταῖοι, καὶ τελευταῖοι θὰ γίνουν πρῶτοι».

Τρίτη πρόρρησι τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως

32 Βάδιζαν δὲ τὸ δρόμο, ποὺ ἀνέβαινε στὰ Ἱεροσόλυμα. Καὶ ὁ Ἰησοῦς πρσπορευόταν ἀπ’ αὐτούς. Καὶ Θαμπώνονταν (ἀπὸ τὴ λάμψι τῆς μορφῆς του), καὶ άκολουθώντας αἰοθάνονταν δέος. Καὶ ὰφοῦ πάλι πῆρε τοὺς δώδεκα ίδιαιτέρως, άρχισε νὰ τοὺς λέγῃ ὅσα ἔμελλαν νὰ τοῦ συμβοῦν·

33 «Ἰδού, άνεβαίνουμε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῇ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς, καὶ θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ Θάνατο, καὶ θὰ τὸν πα- ραδώσουν στοὺς ἐθνικούς (στοὺς εἰδωλολάτρες),

34 καὶ θὰ τὸν έμπαίξουν, καὶ θὰ τὸν μαοτιγώσουν, καὶ θὰ τὸν φτύσουν, καὶ Θὰ τὸν Θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ άναοτηθῇ». 235 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 1Ο,35-5Ο

Α’ίτη μα γιὰ πρωτοκαθεδρίες

35 Τὸν πλησιάζουν τότε ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τοῦ λέγουν· «Διδάσκαλε, Θέλουμε, αὐτὸ ποὺ θὰ ζητήσωμε, νὰ μᾶς τὸ κάνῃς».

36 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Τί Θέλετε νά σᾶς κάνω;».

37 Καὶ αὐτοὶ τοῦ εἶπαν· «Ὅταν θ’ ἀναλάβῃς τήν ένδοξη βασιλεία σου, δῶσε τὸ δικαίωμα νὰ καθήσωμε ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιά σου καὶ ἕνας ἀπὸ τὰ ἀριστερά σου».

38 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητεῖτε. Δύνασθε νὰ πιῆτε τὸ ποτήριο, τὸ ὁποῖο θὰ πιῶ ἐγώ, καὶ νὰ βαπτισθῆτε μὲ τὸ βάπτισμα, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτισθῶ ἑγώῖ».

39 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν· «Δυνάμεθα». Τότε ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Τὸ μὲν ποτήριο, ποὺ θὰ πιῶ ἐγώ, θά πιῆτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα, ποὺ Θά βαπτισθῶ ἐγώ, θὰ βαπτισθῆτε.

40 Ἀλλὰ τὶς Θέσεις ἀπὸ τὰ δεξιά μου καὶ ἀπὸ τὰ ἀριστερά μου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μένα νὰ δώσω, ἀλλὰ Θά δοθοῦν σ’ αὐτούς, γιά τοὺς ὁποίους ἔχουν ὁρισθῇ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου».

41 ’Ὀταν δὲ ἄκουσαν οἱ δέκα (ἄλλοι μαθηταί), ἀρχισαν ν’ ἀγανακτοῦν ἐξ αἰτίας τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Ἰωάννου.

42 Ὸ δὲ Ἰησοῦς τοὺς κάλεσε καὶ τοὺς λέγει· «Ξέρετε, ὅτι ἐκεῖνοι, που ἀρέσκονται νὰ κυβερνοῦν τὰ έθνη, ἀσκοῦν ἀπόλυτη κυριαρχία έπάνω τους, καὶ οἱ μεγάλοι ἀξιωματοῦχοι τους τὰ καταδυνα- στεύουν.

43 Σὲ σᾶς ὅμως δὲν πρέπει νὰ συμβῇ ἔτσι. Ἀλλ’ ὅποιος Θέλει νὰ γίνῃ μεγάλος μεταξύ σας, πρέπει νὰ εἶναι ὑπηρέτης σας,

44 καὶ ὅποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ γίνῃ πρῶτος, πρέπει νὰ γίνῃ δοῦλος ὅλων.

45 Καὶ ὁ Υἱὸς δὲ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ υπη- ρετηθῂ, ἀλλὰ νὰ ὺπηρετήσῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴ ζωή του σὰν λύτρο γιά πολλούς (γιά ὅλους δηλαδή)».

Ἠ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου

46 Καὶ ἔρχονται στὴν Ἰεριχώ. Καὶ ὅταν έβγαινε ἀπὸ τὴν Ἰε- ριχὼ αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταί του καὶ λαὸς πολύς, ὁ τυφλὸς Βαρτι- μαῖος, ὁ υίὸς τοῦ Τιμαίου, καΘὸταν οτὸ δρόμο καὶ ζητοῦσε ἐλεη- μοσύνη,

47 Καὶ ὅταν ἀκουσε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος περνάει, ἀρχισε νὰ φωνάζῃ δυνατὰ καὶ νὰ λέγῃ· «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαβίδ, σπλαγχνίσου με»,

48 Πολλοὶ δὲ τὸν έπέπλητ-ταν γιὰ νὰ σιωπήσῃ. Ἀλλ’ αὐτὸς φώναζε πολὺ περισσότερο- «Υἱὲ Δαβίδ, σπλαγχνίσου με».

49 Τότε σταμάτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Φωνάξετέ τον». Καὶ φωνάζουν τὸν τυφλὸ λέγοντας σ’ αὐτόν· «Ἔχε Θάρρος, σήκω, σὲ καλεῖ».

50 Αὐτὸς δὲ πέταξε τὸ πανωφὸρι του, πετάχτη κε έπάνω καὶ πῆγε στὸν Ἰησοῦ. 237 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 10,5,1 - 11,13

51 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ μίλησε καὶ εἶπε· «Τί Θέλεις νὰ σού κάνω;». Ὁ δὲ τυφλὸς τοῦ εἷπε· «Διδάσκαλε, ν’ άῖιοκτήσω τὴν ὅροισι».

52 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τού εἷπε· «Πήγαινε. Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε». Καὶ ἁμέσως εἶδε τὸ φῶς, καὶ άκολούθησε τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία του.

Κεφάλαιο 11

Ὁ βασιλεὺς Χριστὸς ἐπὶ πώλου ὅνουί

1 1Ὅταν δὲ πλησίασαν στὴν Ἰερουσαλήμ, στὴ Βηθσφαγή καὶ στή Βηθανία, κοντὰ στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του

2 λέγοντας σ’ αὐτούς· «Πηγαίνετε στὸ άπέναντί σας χωριὸ καὶ άμέσως φθάνοντας στὴν εἴσοδό του θὰ βρῆτε ἔνα πουλάρι δεμένο, στὸ ὁποῖο κανεὶς ἄνθρωπος δὲν ἔχει καθήσει. Νὰ τὸ λύσετε καὶ νὰ τὸ φέρετε.

3 Καὶ ὅταν κάποιος σάς πῇ, ”Γιατί τὸ κάνετε αύτὸ;”, νὰ εἰπῆτε, ὅτι ὁ Κύριος τὸ χρειάζε- ται, καὶ ἁμέσως θὰ τὸ στείλῃ πάλι έδῶ».

4 Πῆγαν δὲ καὶ βρήκαν τὸ πουλάρι δεμένο κοντὰ στὴν εἴσοδο ἔξω στὸ δρόμο, καὶ τὸ θυσαν.

5 Μερικοὶ δὲ ἀπ’ αὐτούς, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, τοὺς εἶπαν· «Τί κάνετε αύτοῦ; Γιατί λύετε τὸ πουλάρι; (Τί θὰ κάνετε καὶ λύετε τὸ πουλάρι;)».

6 Αὐτοὶ δὲ τοὺς ἁπάντησαν ὅπως τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐκεῖνοι τοὺς άφησαν.

7 Καὶ ἔφεραν τὸ πουλάρι στὸν Ἰησοῦ, καὶ ἔβαλαν ἐπάνω του τὰ ἐνδύματα τους, καὶ κάθησε ἐπάνω του,

Ἡ θριαμβευτική ε’ίσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα

8 Πολλοὶ δὲ ἔστρωσαν τὰ ένδύματά τους στὸ δρόμο, καὶ άλλοι ἔκοβαν κλάδους ἀπὸ τὰ δένδρα καὶ τοὺς ἔστρωναν στὸ δρόμο.

9 Καὶ ἐκεῖνοι πού προπορεύονταν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ άκο- λουθοῦσαν φώναζαν δυνατὰ καὶ ἔλεγαν- «Δόξαί Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.

10 Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ πατέρα μας Δαβίδ, ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Δόξα στὸν Ὕψιστοί».

11 Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ πῆγε στὸν ἱερὸ περίβολο τοῦ ναοῦ. Καὶ άῳοῦ κοίταξε γύρω του τὰ πάντα, ἐπειδὴ ἦταν πλέον ἀργά, βγῆκε καὶ πῆγε στὴ Βηθανία μαζὶ μὲ τοὺς δώδεκα.

’0 Χριστὸς ξεραίνει τὴν ἅκαρπη συκιά

12 Τὴν άλλη δὲ ἡμέρα, ὅταν βγῆκαν ἀπὸ τὴ Βηθανία, πείνασε.

13 Καὶ ὅταν ἀπὸ μακριὰ εἶδε μιὰ συκιά μὲ φύλλα, κατευθύνθη- κε πρὸς αύτήν, μήπως βρῇ τίποτε σ’ αὐτή. Ἀλλ’ ὅταν ἔφθασε σ’ αύτή, δὲν βρῆκε τίποτε, παρὰ φύλλα. Δὲν ἦταν δὲ ὁ καιρός, ποὺ ὼριμάζουν τὰ σῦκα (Δὲν βρῆκε δηλαδὴ οὔτε άνώριμα σῦκα). 239 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Δ11,14-27

14 Καὶ τότε εἶπε ο’ αύτή· «Ποτὲ πλέον κανεὶς νὰ μὴ φάγῃ καρπὸ ἀπὸ σένα», Καὶ ἅκουαν οἱ μαθηταί του.

Ἡ ἑκδίωξι τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν περίβολα τοῦ ναοῦ

15 Καὶ ὅταν ἦλθαν πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὸν ἰερὸ περίβολο τοῦ ναοῦ καὶ άρχισε νὰ διώχνῃ ὅσους πω- λοῦσαν καὶ άγὸραζαν στὸν ἰερὸ αὐτὸ περίβολο, καὶτὰ τραπέζια τῶν άργυραμοιβῶν ἀνέτρεψε, καθὼς καὶτὰ καθίσματα τῶν πω- λητῶν τῶν περιστεριῶν.

16 Καὶ δὲν άφηνε νὰ μεταφέρῃ κανεὶς διὰ μέσου τοῦ ἱεροῦ περιβόλου τοῦ ναοῦ κανένα πρᾶγμα.

17 Καὶ τοὺς δίδασκε λέγοντας· «Δὲν λέγει ἡ Γραφή, ’Ὃ οἶκος μου Θὰ εἶναι οἶκος προσευχῆς γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη”; Ἀλλὰ σεῖς τὸν κάνατε ”σπήλαιο λῃστῶν”».

18 Ἅκουσαν δὲ ο“ι γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ άρχι- ερεῖς, καὶ ζητοῦσαν τρόπο νὰ τὸν Θανατώσουν. Διὸτι τὸν φο- βοῦνταν, ἐπειδὴ ὅλος ὁ λαὸς ἦταν κατάπληκτος ἀπὸ τὴ διδα- σκαλία του.

19 Ὅταν δὲ βράδυασε, βγήκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι.

Ἡ δύναμι τῆς πίστεως

20 Καὶ περνώντας τὸ πρωὶ εἶδαν τὴ συκιὰ τελείως ξε- ραμμένη.

21 Καὶ Θυμήθηκε ὁ Πέτρος καὶ τοῦ λέγει· «Διδάσκαλε, κοίταξεί Ἡ συκιά, ποὺ καταράστηκες, ξεράθηκε».

22 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τότε· «Νὰ ἔχετε πίστι στὸ Θεό.

23 Άληθινὰ δὲ σάς λέγω, ὅτι, καὶ δὲν ἀμφιβάλῃ μέσα του, ἀλλὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὅσα λέγει γίνο- νται, θὰ τοῦ γίνῃ αὐτὸ ποὺ θὰ είπῇ.

24 Γι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, ὅλα ὅσα ζητεῖτε ὅταν προσεύχεσθε, νὰ πιστεύετε ὅτι θὰ τὰ λάβετε, καὶ θὰ σάς δοθοῦν.

25 Καὶ ὅταν στέκεσθε καὶ προσεύχεσθε, νὰ ουγχωρήτε ἐὰν ἐ’χετε κάτι ἐναντίον κάποιου, γιὰ νὰ σᾶς συγ- χωρήσῃ τὶς άμαρτίες σας καὶὸ πατέρας σας ὁ οὐράνιος.

26 Ἐὰν δὲ ἑσεῖς δὲν συγχωρῆτε, οὔτε ὁ πατέρας σας θὰ συγχωρήσῃ τὶς άμαρτίες σας».

Ἐρώτησι Ἰουδαίων γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀντερώτησι τοῦ Ἰησοῦ

27 Ἔρχονται δὲ πάλι στὰ Ἰεροσόλυμα. Καὶ ἐνῷ περιπατοῦσε στὸν ίερὸ περίβολο τοῦ ναοῦ, ἔρχονται σ’ αὑτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι 241 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 11,28 ἢ 12,11

28 καὶ τοῦ λέγουν- «Μὲ ποιά ἐξουσία κὰνεις αὐτάῖ Ἢ ποιός σοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία αὐτὴ γιὰ νὰ κὰνῃς αὐτός».

29 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἁποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Θὰ σᾶς κάνω καὶ ἐγὼ μιὰ ἐρώτησι, καὶ δῶστε μου ἁπάντησι, καὶ τότε θὰ σᾶς πῶ μὲ ποιά ἐξουσία κάνω αὐτὰ

30 Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν ἀπὸ τὸ Θεό ἢ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους Άπαντῆστε μου».

31 Συζητοῦσαν δὲ μεταξύ τους λέγοντας· «Ἂν ποῦμε, ’Ἅπό τὸ Θεό”, θὰ εἱπῇ- ’Τιατί λοιπὸν δὲν τὸν πιστεύσατε;”.

32 Νὰ ποῦμε τότε, ’Ἅπὸ τοὺς ἁνθρώπους”;» -Φοβοῦνταν τὸ λαό, διότι ὅλοι πίστευαν, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἦταν προφήτης.

33 Γι’ αὐτὸ ἁπάντησαν στὸν Ἰησοῦ· «Δὲν ξέρουμε». Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Οὔτε ἐγὼ σᾶς λέγω μὲ ποιά ἐξουσία κάνω αυτα».

Κεφάλαιο 12

Ἡ παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν τοῦ ἀμπελῶνος

1 2 Καὶ ἅρχισε μὲ παραβολὲς νὰ τοὺς λέγῃ· «Ἕνας ἄνθρωπος φύτευσε ἁμπέλι, καὶ τὸ περίφραξε, καὶ ἔσκαψε καὶ ἔκανε στέρνα κάτω ἀπὸ τὸ πατητήρι, καὶ ἔκτισε πύργο, καὶτὸ νοίκιασε σὲ γεωργούς, καὶ ἔφυγε σὲ ἄλλο τόπο.

2 Καὶ ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, ἔστειλε στοὺς γεωργοὺς ἔνα δοῦλο, γιὰ νὰ λάβῃ τὸ μερίδιό του ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ ἁμπελιοῦ.

3 Ἀλλ’ αὐτοὶ τὸν ἔπιασαν καὶ τὸν κτύπησαν καὶ τὸν ἔστειλαν πίσω μὲ ἁδειανὰ χέρια.

4 Καὶ πάλι ἔστειλε σ’ αὐτοὺς ἄλλο δοῦλο. Καὶ ἐκεῖνο τὸν κτύπησαν μὲ λιθάρια στὸ κεφάλι καὶ τὸν ἔστειλαν πίσω κακοποιημένο καὶ προσβεβλημένο.

5 Καὶ πάλι ἔστειλε ἄλλο δοῦλο. Καὶ ἐκεῖνο τὸν σκότωσαν. Καὶ πολλοὺς ἄλλους κακοποίησαν, ἄλλους μὲν κτυπώντας καὶ ἄλλους σκοτώνοντας.

6 Ἕχοντας δὲ ἀκόμη ἔνα υἱό, μονογενῆ καὶ προσφιλῆ σ’ αὐτόν, τὸν ἔστειλε στὸ τέλος καὶ αὑτὸν λέγοντας· ”Θὰ σεβασθοῦν τὸν υἱό μου”.

7 Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ γεωργοί, μόλις τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται, εἶπαν μεταξύ τους· ’Ἀυτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. Ἐμπρὸς νὰ τὸν σκοτώσωμε, καὶ ἡ κληρο- νομία θὰ περιϋθῃ σὲ μᾶς”.

8 Καὶ τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν σκότω- σαν καὶ τὸν πέταξαν ἔξω ἀπὸ τὸ ἁμπέλι.

9 Ἔπειτα ἀπ’ αὐτὴ τή συμπεριφορὰ τί θὰ κάνῃ ὁ ίδιοκτήτης τοῦ ἁμπελιοῦῖ». «Θὰ ἔλθῃ (εἶπαν μερικοὶ) καὶ θὰ ἐξολοθρεύσῃ τοὺς γεωργοὺς αὐτούς, καὶ τὸ άμπὲλι θὰ δώσῃ σὲ ἄλλους»,

10 «Οὔτε αὐτὸ τὸ λόγο τῆς Γραφῆς (εἶπε ὁ Ἰησοῦς) δὲν διαβάσατε Ὁ λίθος, ποὺ ἀπέρρι- ψαν οἱ οἰκοδόμοι, αὐτὸς ἔγινε ἁκρογωνιαῖος λίθος.

11 Ἀπὸ τὸν Κύριο ἔγινε αὑτό, καὶ εἶναι θαυμαστὸ στὰ μάτια μας». 243 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 12,12-25

12 Ζητοῦσαν δὲ νὰ τὸν συλλάβουν, διότι κατάλαβαν, ὅτι γι’ αὐτοὺς εἶπε τὴν παραβολή, ἀλλὰ φοβήθηκαν τὸ λαὸ καὶ τὸν άφησαν νὰ φύγῃ.

«Τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»

13 Άποστέλλουν δὲ σ’ αὑτὸν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς Ἠρῳδιανούς γιὰ νὰ τὸν παγιδεύσουν μὲ λόγο.

14 Αὐτοὶ δὲ ἦλθανκαὶ τοῦ λέγων’ «Διδάσκαλε, γνωρίζουμε, ὅτι λέγεις τήν ἀλήθεια, καὶ δὲν φοβᾶσαι κανένα, διότι δὲν λαμβάνεις ὑπ’ ὄψιν πρόσωπον ἀνθρώπων, ἁλλὰ διδάσκεις τὸ δρὸμο τοῦ Θεοῦ άλη- θινά. Πές μας λοιπόν· Ἐπιτρὲπεται νὰ δίνωμε φόρο στὸν Καίσαρα ἢ ὅχι; Νὰ δώσωμε ἢ νὰ μὴ δώσωμεῖ».

15 Ἀλλ’ αὐτὸς, γνωρίζο- ντας τὴν ὺποκρισία τους, τοὺς εἶπε· «Γιατί μὲ πειράζετε Φέρετέ μου ἕνα δηνάριο γιὰ να ἰδῶ».

16 Καὶ ἐφεραν. Καὶ τοὺς λέγει· «Τίνος εἶναι ἡ εἰκὼν αὐτὴ καὶ ἡ ἑπιγραφήῖ». Καὶ τοῦ εἶπαν· «Τοῦ Καίσαρος»,

17 Τότε δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δῶστε στὸν Καίσα- ρα ὅσα ὁφείλονται στὸν Καίσαρα, καὶ στὸ Θεὸ ὅσα ὁφείλονται στὸ Θεό». Καὶ τὸν Θαύμασαν.

Ὁ Ἰησοῦς ἁποστομώνει τοὺς ἁρνητὰς τῆς ἀναστάσεως

18 Ἐπίσης ἔρχονται σ’ αὑτὸν Σαδδουκαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζο- νται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασι, καὶ τὸν ρωτοῦν-

19 «Διδάσκα- λε, ὁ Μωυσῆς μᾶς ἄφησε γραπτὴ ἐντολή, ἐὰν κάποιου πεθάνῃ ὸ ἀδελφὸς καὶ άφήσῃ γυναῖκα χωρὶς νὰ άφήσῃ τέκνα, νὰ λάβῃ ὁ ἀδελφός του τὴ γυναῖκα του γιὰ νὰ δη μιουργήσῃ ἀπὸγονο για τὸν άδελφὸ του.

20 Ἦταν λοιπὸν ἑπτὰ αδελφοί. Καὶ ὁ πρῶτος πῆρε μιὰ γυναῖκα καὶ πέΘανε χωρὶς νὰ ἁφήσῃ άπόγονο.

21 Τήν πῆρε καὶ ὁ δεύτερος καὶ πέθανε χωρὶς καὶ αὐτὸς νὰ άφήσῃ άῖῖόγονο. Ὁμοίως καὶ ὁ τρίτος.

22 Τήν πῆραν καὶ οἱ ἑπτὰ χωρὶς νὰ ἁφήσουν ἀπὸγονο. Τελευταία ἀπ’ ὅλους πέθανε καὶὴ γυναῖκα

23 Κατὰ τὴν ἀνάστασιλοιπὸν, ὅταν θὰ ἁναστηθοῦν, ποίου άῖῖ ’ αὐτοὺς θὰ εἶναι γυναῖκας Διότι καὶ οἱ ἑπτὰ τὴν εἶχαν γυναῖκα».

24 Άποκρίθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Δὲν πλανᾶσθε γι’ αὺτό, γιὰ τὸ ὅτι δηλαδὴ δὲν γνωρίζετε τὶς Γραφὲς οὔτε τὴ δύναμι τοῦ Θεοΐκ

25 Ὅταν βε- βαίως άναστηθοῦν ἐκ νεκρῶν, οὔτε οἱ ἄνδρες θὰ λαμβάνσυν σε γάμο οὔτε οἱ γυναῖκες θὰ δίνωνται σὲ γάμο, ἀλλὰ Θά εἶναι ὅπως οἱ ἄγγελοι, ποὺ ζοῦν στοὺς οὐρανούς. 245 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 12,26-37

26 ’Ὀσο δὲ γιὰ τοὺς νεκρούς, ὅτι δηλαδὴ θ’ ἀναστηθοῦν, δὲν διαβάσοπε στὸ βιβλίο τοῦ Μωυσῆ, ἐκεῖ ποὺ γίνεται λόγος γιὰ τὴ βάτο, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε, ’Ἔγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὸ Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶὸ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ”;

27 Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν (ἀνυπάρκτων), ἀλλὰ ζώντων (ὺπαρκτῶν). Σεῖς βεβαίως πολὺ πλανᾶσθε».

Οἱ δύο μεγαλὺτερες ἑντσλές

28 Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς που τοὺς ἄκουσε νὰ ου- ζητοῦν καὶ εἶδε, ὅτι τοὺς άπάντησε σωστά, πλησίασε καὶ τὸν ρώτησε· «Ποιά ἐντολὴ εἶναι πρώτη, ἁνώτερη ὅλων;».

29 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ άποκρίθηκε· «Ἐντολή πρώτη, άνώτερη ὅλων, εἶναι αὐτή, Ἄκουε, Ἰσραήλί Ὁ Κύριος ὁ Θεός μας εἶναι ἕνας Κύριος,

30 Καὶ ν’ ἀγαπᾷς τὸν Κύριο τὸ Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχή σου καὶ μὲ ὅλη τὴ διάνοιά σου καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμί σου. Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ εἶναι πρώτη.

31 Καὶ δεύτερη ὁμοία εἶναι αὐτή, Ν ’ ἀγαπᾷς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου. Ἅλλη ἑντολή μεγαλύτερη ἀπ’ αὐτὲς δὲν εἶναι».

32 Τοῦ εἶπε τότε ὁ γραμματεύς· «Σωοτά, διδάσκαλεέ Εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ εἶπες, ὅτι (ὸ Κύριος ὁ Θεὸς) εἶναι ἕνας, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἐκτὸς αὐτοῦ,

33 καὶ τὸ ν’ ἀγαπᾷ κανεὶς αὐτὸν μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλη τὴ διάνοια καὶ μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ μὲ ὅλη τὴ δυνάμι, καὶ τὸ ν’ άγαπᾷ τὸν πλησίον σὰν τὸν ἑαυτό του εἶναι άνώτερο ὅλων τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ τῶν Θυσιῶν».

34 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε, ὅτι μίλησε συνετά, τοῦ εἶπε· «Δὲν εἶσαι μακριὰ ἀπὸ τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἀπὸ τότε κανεὶς πλέον δὲν τολμοῦσε νὰ τοῦ ὑποβάλῃ ἐρωτήσεις.

Ὸ Μεσσίας ἀπόγονος, ἁλλὰ καὶ Κύριος τοῦ Δαβίδί

35 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸ λόγσ καὶ ρώτησε διδάσκοντας στὸν ίερὸ περίβολο τοῦ ναοῦ· «Πῶς οἱ γραμματεῖς λε’γουν, ὅτι ὸ Χριστὸς (ὸ Μεσσίας) εἶναι ἀπόγονος τοῦ Δαβίδῖ

36 Διότι ὁ ’ίδιος ὸ Δαβὶδ εἶπε μὲ ἔμπνευσι τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου· Λέγει ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου· Κάθησε στᾶ δεξιά μου, ἕως ὅτου κὰνω τοὺς ἐχθρούς σου ὺποπόδιο τῶν ποδιὼν σου.

37 Ἀφοῦ λοιπὸν ὸ ἴδιος ὁ Δαβὶδ τὸν ὀνομάζει Κύριο, πῶς εἶναι ἀπόγονός του;». Καὶ ὁ πολὺς λαὸς τὸν ἄκουε εὐχαρίστως. 247 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 1238 - 13,5

Ἠ ματαιοδοξία καὶ ἡ ὑποκρισία τῶν γραμματέων

38 Ὲπίσης τοὺς ἔλεγε κατὰ τὴ διδασκαλία του· «Νὰ προσέχε- τε ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, που τοὺς άρέσει νὰ κυκλοφοροῦν μὲ έντυπωσιακὲς στολές, καὶ νὰ τοὺς χαιρετίζουν μὲ εὐλάβεια στὶς άγορές,

39 καὶ νὰ κάθωνται στὰ πρῶτα καθίσματα στίς συνα- γωγές, καὶ στὶς πρῶτες θέσεις στὰ συμπόσια.

40 Εἶναι αὐτοὶ ποὺ κατατρώγουν τὶς περιουσίες τῶν χηρῶν καὶ ὺποκριτικὰ κάνουν μεγάλες προσευχέςί Αὐτοὶ θὰ τιμωρηθοῦν περισσότερο».

Τὸ δίλεπτο τῆς πτωχῆς χήρας ἡ μεγαλύτερη προσφορὰί

41 Κάθησε δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀπέναντι στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ ναοῦ καὶ παρατηροῦσε πῶς ὁ λαὸς έρριχνε κέρματα οτὸ Θησαυ- ροφυλάκιο. Καὶ πολλοὶ πλούσιοι έρριχναν πολλά.

42 Ἦλθε δὲ καὶ μία πτωχὴ χήρα καὶ ἔρριξε δύο λεπτά, δηλαδὴ ἕνα κοδράντη.

43 Τότε άπευθύνθηκε στοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς εἶπε· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ πτωχὴ χήρα ἔρριξε περισσότερο ἀπ’ ὅλους αὐτοὺς που ρίχνουν στὸ θησαυροφυλάκιο.

44 Διὸτι ὅλοι έρρι- ξαν ἀπ’ τὸ περίσσευμα τους, ἐνῷ αὐτὴ έρριξε ἀπ’ τὸ ὑστέρημά της ὅλα ὅσα εἶχε, ὅλη τὴν περιουσία της».

Κεφάλαιο 13

Πρόρρησι τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ

1 3 Καθὼς δὲ (ὁ Ἰησοῦς) έβγαινε ἀπὸ τὸν ἱερὸ περίβολο τοῦ ναοῦ, ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του τοῦ λέγει· «Διδάσκαλε, κοίταξε πὸσο ἐκλεκτοὶ λίθοι καὶ πὸσο μεγαλοπρεπῆ κτίριαί».

2 Ὸ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε τότε· «Βλέπεις αὐτὰ τὰ μεγάλα κτίριαῖ Δὲν θὰ μείνῃ έδῶ λίθος πάνω σὲ λίθο, ἀλλὰ θὰ γκρεμισθῇ».

Πρόρρησι γεγονότων πρὸ τοῦ τέλους τοῦ κόσμου Συμβουλαὶ καὶ προτροπαί

3 Καὶ ὅταν καθὸταν στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ναὸ, ὁ Πέτρος καὶ ὅ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἀνδρέας τὸν ρώτησαν ἱδιαιτέρως·

4 «Πές μας, πότε θὰ γίνουν αὐτά, καὶ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ προαγγελτικὸ σημεῖο, ὅταν πρόκειται νὰ συμβοῦν ὅλα αὐτός».

5 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἁπαντώντας ἅρχισε νὰ τοὺς λέγῃ· «Προσέχετε μήπως σᾶς πλανήσῃ κανείς. 249 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 13,6-20

6 Διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν διεκδικώντας τὴν ίδιότητά μου καὶ Θὰ λέγουν, ’Ἐγὼ εἶμαι (ὁ Μεσσίας)”, καὶ πολλοὺς θὰ πλανήσουν.

7 Ὅταν δὲ θ’ ἀκούετε πολέμους καὶ εἰδήσεις γιὰ πολέμους, νὰ μή ταράσσεσθε. Διότι πρόκειται νὰ γίνουν (αὐτὰ), ἀλλὰ δὲν εἶναι ὰκόμη τὸ τέλος.

8 θὰ ξεσηκωθῇ δὲ ἔθνος ἐναντίον ἔθνους καὶ βασίλειο ἐναντίον βασιλείου, καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ σὲ διαφόρους τόπους καὶ θὰ συμβοῦν πεῖνες καὶ ἁναστατώσεις.

9 Αὐτὰ θὰ εἶναι ἁρχὴ δεινῶν καὶ πόνων. Νὰ προσέχετε δὲ σεῖς τοὺς ἑαυτούς σας. Διότι θὰ σᾶς πα- ραδώσουν σὲ συνέδρια, καὶ στὶς συναγωγές τους θὰ σᾶς δείρουν, καὶ μπροστὰ σὲ ἡγεμόνες καὶ βασιλεῖς θὰ σταθῆτε ὡς κατηγο- ρούμενοι ἐξ αἰτίας μου, γιὰ νὰ δώσετε σ’ αὐτοὺς μαρτυρία (γιὰ μένα).

10 Καὶ προτοῦ ἔλθῃ τὸ τέλος, πρόκειται νὰ ’κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιο σὲ ὅλα τὰ ἔθνη.

11 Ὅταν δὲ σᾶς όδηγοῦν γιὰ νὰ σᾶς παραδώσουν (στὶς άρχὲς καὶ ἐξουσίες), νὰ μὴ φροντίζετε προηγουμένως γιὰ τὸ τί θὰ εἰπῇτε, οὔτε κᾶν νὰ σκέπτεσθε προηγουμένως, ἀλλ’ ὅ,τι σᾶς δοθῇ ἐκείνη τὴν ὥρα, αὐτὸ νὰ λέγετε. Διότι δὲν εἶσθε σεῖς ποὺ ὁμιλεῖτε, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο.

12 θὰ παραδώσῃ δέ ἁδελφὸς ἁδελφὸ σὲ θαναιο καὶ πατέρας τέκνο, καὶ θὰ ὲπαναοτατήσουν τέκνα ἐναντίον γονέων καὶ θὰ τοὺς θανατώσουν.

13 Καὶ θὰ μισῇσθε ἀπ’ ὅλους γιὰ τὸ ὄνομά μου. Καὶ ὅποιος θὰ ὑπομείνῃ μέχρι τέλος, αὐτὸς θὰ σωθῇ».

Πρόρρησι τῆς καταστροφῆς τῆς Ἰερουσαλήμ

14 «Ὅταν δὲ ίδῆτε τὸ σιχαμερὸ καὶ μισητὸ φαινόμενο ποὺ προκαλεῖ έρήμωσι, γιὰ τὸ όποῖο μίλησε ὁ Δανιήλ ὁ προφήτης, νὰ εἶναι ὅπου δὲν πρέπει, -ὁ ἁναγνώστης ἂς έννοήσῃ-, τότε, ὅσοι θὰ εἶναι στὴν Ἰουδαία, ἂς φεύγουν οτὰ ὅρη,

15 καὶ ὅποιος θὰ εἶναι στήν ταράτσα, ἂς μὴ κατεβῇ καὶ ἂς μὴ μπῇ στὸ σπίτι γιὰ νὰ πάρῃ κόπι ἀπὸ τὸ σπίτι του,

16 καὶ ὅποιος θὰ εἶναι στὸν ἁγρό, ἂς μή γυρίσῃ πίσω γιὰ νὰ πάρῃ τὸ πανωφόρι του.

17 Άλλοίμονο δὲ στὶς γυναῖκες ποὺ θὰ έγκυμονοϋν καὶ θὰ θηλάζουν έκεῖνες τὶς ἠμέρες.

18 Νὰ προσεύχεσθε δέ, γιὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ δοκιμασία, ποὺ θα σᾶς ἀναγκάσῃ σὲ φυγή, τὸ χειμῶνα.

19 Διότι τὶς ἠμέρες έκεῖνες θὰ εἶναι τέτοια θλῖψι ποὺ δὲν ἔγινε ἀπ’ τὴν ἁρχὴ τοῦ κόσμου ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς ἔως τώρα, καὶ οὔτε θὰ γίνῃ.

20 Καὶ ἂν δὲν λιγόστευε ὁ Κύριος τὶς ἠμέρες έκεῖνες, δὲν θὰ σῳζόταν κανεὶς ἄνθρωπος. Ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἐκλεκτούς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξε, λιγόοτευσε τὶς ἠμέρες έκεῖνες». 251 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 132133

Πρόρρησι γιὰ τὴν ε’μφάνισι ψευδοχρίστων καὶ ψευδοπροφητῶν

21 «Τότε δέ, ἐὰν κανεὶς σᾶς πῄ, ”Νά, έδῶ εἶναι ὁ Χριστός (ὸ Μεσσίας), νά, ἐκεῖ εἶναι”, νὰ μὴ πιστεύετε.

22 Διότι θὰ ἐμφανι- σΘοῦν ψευδόχριστοι (ψευδομεσσίες) καὶ ψευδοπροφήτες (ψευ- δοδιδάσκαλοι) καὶ θὰ κὰνουν μεγάλα καὶ καταπληκτικὰ Θαύμα- τα, για νὰ πλανήσουν, ἂν εἶναι δυνατόν, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλε- κτούς.

23 Γι’ αὐτὸ σεῖς προσέχετεί Ἰδού, σᾶς τὰ προεῖπα ὅλα».

Πρόρρησι περὶ συντελείας τοῦ κόσμου καὶ δευτέρας παρουσίας

24 «Ἑκεῖνες δὲ τἰς ἡμέρες, μετὰ τὴ Θλῖψι ἐκείνη, ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ, καὶ ἡ σελήνη θὰ παύσῃ νὰ φέγγῃ,

25 καὶτὰ ᾶστρα Θὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶτὰ συστήματα τῶν ἄστρων στοὺς οὐρανοὺς θὰ καταρρεύσουν.

26 Καὶ τότε θὰ ίδοῦν τὸν Υίὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται πάνω στὰ σύννεφα μὲ πολλὴ δύναμι καὶ δόξα.

27 Καὶ τότε θα οτείλῃ τοὺς ἀγγέλους του καὶ θὰ συνάξῃ τοὺς ἐκλεκτούς του ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος ἀπὸ τὸ ἕνα ἕως τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς γῆς καὶτοῦ οὐρανοῦ (ἀπὸ τὰ πέρα- τα τῆς οίκουμένηφ».

Τὸ παραβολικὸ μάθημα ἀπὸ τὴ ουκιά

28 «Ἀπὸ δὲ τὴ συκιὰ διδαχθῆτε παραβολικά. Ὅταν πλέον ὁ κλάδος της γίνῃ ἁπαλὸς καὶ βγάζῃ τὰ φύλλα, γνωρίζετε, ὅτιτὸ Θέρος εἶναι πλησίον.

29 Ἔτσι ἐπίσης σεῖς, ὅταν δῆτε νὰ γίνωνται αὑτά, νὰ ξέρετε, ὅτι κοντὰ εἶναι (τὸ τέλος), στὴν πόρτα.

30 Ἀλη- Θινὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ αὐτὸ τὸ γένος (τὸ ἁνΘρώπινο γένος), μέχρις ὅτου γίνουν ὅλα αὐτά.

31 Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ Θὰ παρέλθουν, ἁλλὰ οἱ λόγοι μου δὲν θὰ παρέλθουν (ὁπωσδήποτε Θὰ ἑκπληρωθοῦν)».

’Άγνωστος ὁ χρόνος τῆς δευτέρας παρουσίας Αίφνίδιος ὁ έρχομὸς τοῦ Κυρίου. Ἀνάγκη ἐγρηγόρσεως

32 «Γιὰ τὴν ἡμέρα δὲ ἐκείνη καὶ τὴν ὥρα (τῆς δευτέρας πα- ρουσίας) κανεὶς δὲν ξέρει, οὔτε οἱ ἄγγελοι στὸν οὺρανό, οὔτε ὁ Υἱὸς (ὼς ἄνθρωπος), παρὰ ὁ Πατέρας (ὡς Θεὸς).

33 Προσέχε- τε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθεί Διότι δὲν ξέρετε πότε εἶναι ὸ καιρός (τῆς δευτέρας παρουσίας). 253 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 1334 - 14,1Ο

34 Εἶναι ὅπως ἄνθρωπος ἀπόδημος, ποὺ ἄφησε τὸ σπίτι του, καὶ ἐξουσιοδὸτησε τοὺς δούλους του, καὶ ὥρισε σὲ καθένα τὸ ἕργο του, καὶ στὸ θυρωρὸ ἓδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀγρυπνῇ.

35 Άγρυπνεῖτε λοιπόνί Διότι δὲν ξέρετε πότε ὁ κύριος τοῦ σπιτιοῦ ἔρχεται, τὸ βραδυ ἢ τὰ μεσάνυχτα ἢ ὅταν λαλοῦν οἱ πετεινοὶ ἢ τὸ πρωί,

36 μήπως ἔλθῃ αἰφνιδίως καὶ σᾶς βρῇ νὰ κοιμᾶσθε.

37 Αῦτὰ δὲ ποὺ λέγω σὲ σᾶς, τὰ λέγω σὲ ὅλους. Άγρυπνεῖτεί».

Κεφάλαιο 14

Συνωμοσία κατὰ τοῦ Ἰησοῦ

14 Μετὰ δύο δὲ ἠμέρες ἦταν τὸ Πάσχα καὶ τὰ Ἅζυμα. Καὶ οῖ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς συζητοῦσαν πῶς νὰ τὸν πιὰσουν μὲ δόλο καὶ νὰ τὸν θανατώσουν.

2 Ἔλεγαν δέ· «Ὄχι κατὰ τὴν ἑορτή, γιὰ νὰ μὴ γίνῃ ἐξέγερσι τοῦ λαοῦ».

Ἡ χρῖσι τοῦ Ἰησοῦ στὴ Βηθανία μὲ πολύτιμο μύρο

3 Καὶ ὅταν ἦταν στὴ Βηθανία οτὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, τὴν ὥρα ποὺ εἶχε γείρει καὶ ἕτρωγε στὸ τραπέζι, ἦλθε πρὸς αὑτὸν μία γυναῖκα κρατώντας ἀλάβαστρο (εἶδος δοχείου) μὲ μύρο, ποὺ ἦταν νάρδος ὸλοκάθαρη πανάκριβη, καὶ ἔσπασε τὸ ἁλάβαστρο καὶ τὸ ἔχυνε ἀφθόνως στὸ κεφάλι του.

4 Ἦσαν δὲ μερικοί, ποὺ ἐξέφραζαν ἁνανόικτησι μεταξύ τους λέγοντας· «Γιατί ἕγινε αὺτή ἡ σπατάλη τοῦ μύρου,

5 Διότι θὰ μποροῦσε αὐτὸ τὸ μύρο νὰ πωληθῇ ἀντὶ τριακοσίων δηναρίων καὶ παραπάνω καὶ νὰ δοθῇ (ὼς χρηματική ἀξία) στοὺς πτωχούς». Καὶ τὴν ἐπέπλητ- ταν αὐστηρά.

6 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε. «Άφῆοτε την. Γιατί τὴν ἐνοχλεῖτε, (Δὲν πρέπει νὰ τὴν ἑνοχλῆτε). Διότι καλὴ πρᾶξι ἔκανε σ’ ἐμένα

7 Τοὺς πτωχοὺς βεβαίως πάντοτε θὰ ἔχετε μαζί σας, καί, ὅταν θὰ θέλετε, θὰ δύνασθε νὰ τοὺς εὐεργετήσετε. Ἐμένα ὅμως δὲν θὰ ἔχετε πάντοτε.

8 Αὐτὸ ποὺ θέλησε αὐτὴ (ποὺ ἦταν στὴν πρόθεσί της, ποὺ αἰοθάνθηκε μέσα της) ἔκανε, Ἀλειψε προκαταβολικὰ τὸ σῶμα μου μὲ μύρο, γιὰ νὰ τὸ ὲτοιμάσῃ γιὰ τὸν ἑνταφιασμὸ.

9 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅπου θὰ κηρυχθῇ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο σ’ ὅλο τὸν κόσμο, θ’ ἀναφέρεται καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανε αὐτή, γιὰ νὰ διαι- ωνίζεταιή μνήμη της».

Ἠ συμφωνία τῆς προδοσίας

10 Ὁ δὲ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, πήγε στοὺς ἀρχιερεῖς, γιὰ νὰ τὸν παραδώσῃ σ’ αὐτούς. 255 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14,11-25

11 Καὶ αὐτοί, ὅταν ἄκουσαν, χάρηκαν, καὶτοῦ ὑποσχέθηκαν νὰ τοῦ δώσουν ἀργύρια. Καὶ αὐτὸς ζητοῦσε εὐκαιρία νὸι τὸν πα- ραδώσῃ.

Τελευταῖο Πάσχα. Πρόρρησι τῆς προδοσίας. Μυστικὸς Δεῖπνος

12 Κατὰ τὴν πρώτη δὲ ἡμέρα τῶν Άζύμων, ὅταν έσφαζαν τὸν πασχαλινὸ ἁμνὸ, τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί του· «Ποῦ Θέλεις νά πᾶμε καὶ νὰ ὲτοιμάσωμε γιὰ νὰ φάγῃς τὸ πασχαλινὸ δεῖπνοῖ»

13 Τότε ἀποστέλλει δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του λέγοντας σ’ αὐτούς· «Πηγαίνετε στὴν πόλι, καὶ θὸι σᾶς συναντήσῃ ἄνθρωπος ποὺ Θὰ φέρῃ μιὰ στάμνα μὲ νερό. Άκολουθῆοτε τον,

14 καί, ὅπου μπῇ, νὰ είπήτε στὸν οἰκοδεσπότη· ’Ὁ Διδάσκαλος ρωτάει- Ποῦ εἶναιτὸ δωμάτιο γιὰ μένα, ὅπου θὰ φάγω μὲ τοὺς μαθητάς μου τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο·’.

15 Καὶ αὐτὸς θὰ σᾶς δείξῃ” ενα μεγάλο ἁνώγειο οτρωμένο, ὥστε νὰ εἶναι έτοιμο (γιὰ τὴν παράθεσι τοῦ δείπνου). Ἐκεῖ νὸι έτοιμάσετε γιὰ μᾶς».

16 Άναχώρησαν δὲ οἱ μαθηταί του καὶ πῆγαν στὴν πόλι καὶ τὰ βρῆκαν ὅπως τοὺς εἶπε, καὶ έτοίμασαν τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο.

17 Καὶ ὅταν βράδυασε, ἔρχεται μὲ τοὺς δώδεκα.

18 Καὶ τήν ὥρα, ποὺ ἦταν στὸ τραπέζι καὶ έτρωγαν, ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Άληθινά σᾶς λέγω, ὅτι ἕνας ἀπὸ σᾶς θὰ μέ προδώσῃ, ἕνας ποὺ τρώγει μαζί μου».

19 Ἐκεῖνοι δὲ ἄρχισαν νὸι λυποῦνται καὶ νὰ τοῦ λέγουν ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο· «Μήπως εἶμαι έγώρ). Καὶ ὁ ἄλλος· «Μήπως εἶμαι έγώ;».

20 Αὐτὸς δὲ άποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε· «Ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, αὐτὸς ποὺ βουτάει τὸ ψωμί του μαζί μου στὴν πιατέλα.

21 Ὁ Υἱὸς βεβαίως τοῦ ἀνθρώπου βαδίζει πρὸς τὸ Θάνατο, καθὼς εἶναι γι’ αὑτὸν γραμμένο. Ἀλλ’ ἄλλοίμονο στὸν άνθρωπο έκεῖνο, ποὺ θὰ προδώση τὸν Υἰὸ τοῦ ἀνθρώπου. Συνέφερε σ’ αὺτὸν νὰ μὴν εἶχε γεννηθῆ».

22 Καὶ ενῷ έτρωγαν, ὁ Ἰησοῦς πήρε ἄρτο, εύλὸγησε καὶ έκο- ψε κομμάτια καὶ τοὺς έδωσε λέγοντας «Λάβετε, φάγετε· αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου».

23 Ἐπίσης πήρε τὸ ποτήριο, ἔκανε εὐχα- ριστήρια προσευχὴ και τοὺς έδωσε, καὶ ἔπιαν άπ αὐτὸ ὅλοι.

24 Τοὺς εἶπε δέ· «Αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα μου, ποὺ έπικυρώνει τὴ νέα διαθήκη, ποὺ χύνεται γιὰ πολλούς (γιὰ ὅλους δηλαδή)

25 Άλη- Θινά σᾶς λέγω,” οτι δὲν Θὸι πιῶ πλέον ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ κλήμα- τος έως τὴν ἠμέρα ἐκείνη (τὴν αἰώνια ἡμέρα), ποὺ Θὸι τὸ πίνω καινούργιο στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». 257 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14,26-40

26 Ἀφοῦ δὲ έψαλαν, βγῆκαν γιὰ νὰ πᾶνε στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν.

Μεγαλοστομία Πέτρου, πρόρρησι τριπλῆς άρνήσεώς του

27 Καὶ τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ὄλοι θὰ κλονισθῆτε άπέναντί μου αὐτὴ τὴ νύκτα, γι’ αύτὸ εἶναι γραμμένο- θὰ κτυπήσω τὸν ποιμένα, καὶ θὰ διασκορπισθοῦν τὰ πρόβατα.

28 Μετὰ δὲ τήν άνάστασί μου θὰ σᾶς περιμένω καὶ θὰ συναντηθοῦμε στὴ Γαλι- λαίαῖ».

29 Τότε ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε· «Καὶ ἂν ὅλοι κλονισΘοῦν, ἐγὼ ὅμως ὅχι».

30 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει· «Άληθινὰ σσῦ λέγω, ὅτι έσὺ σήμερα, αὐτὴ τὴ νύκτα, προτοῦ νὰ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς δύο φορές, θὰ μὲ ἁπαρνηθῇς τρεῖς φορές».

31 Ἀλλ’ αὐτὸς ἁκόμη ἐντονώτερα ἔλεγε· «Καὶ ἂν χρειασθῇ να πεθάνω μαζί σου, δὲν Θὰ σὲ άπαρνηθῶ». Τὸ ἰ’δισ εἶπαν καὶ ὅλοι.

Ἠ ὑπερτάτη ἀγωνία στὴ Γεθσημανῆ

32 Ἕρχονται δὲ σ’ ἕνα τόπο, που ὀνομάζεται Γεθσημανῆ, καὶ λέγει στοὺς μαθητάς του· «Καθήσετε έδῶ, ἕως ὅτου προ- σευχηθῶ».

33 Καὶ παίρνει μαζί του τὸν Πέτρο, τὸν Ίάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, καὶ άρχισε νὰ συνταράσσεται καὶ ν ’ ἀγωνιᾷ.

34 Καὶ τοὺς λέγει· «Τόσο λυπημένη εἶναι ἡ ψυχή μου, ποὺ κοντεύω ἀπὸ τή λύπη νὰ πεθάνω. Μείνετε ἑδῶ καὶ ἀγρυπνεῖτε».

35 Καὶ άφού προχώρησε λίγσ, έπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ καὶ προσευχὸταν, γιὰ νὰ φύγῃ ἀπ’ αύτόν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἡ ὥρα (τῶν παθῶν καὶ τοῦ Θανάτου).

36 Ἔλεγε δέ· «Ἀββά, Πατέρα, ὅλα εἶναι δυ- νατὰ σὲ σένα. Άπομάκρυνε ἀπὸ μένα αὐτὸ τὸ πστήρι (τὸ πικρὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρικοῦ Θανάτου). Ἀλλ’ (ἃς γίνῃ) ὄχι ὅ,τι θέλω ἐγώ, ἀλλ’ ὅ,τι Θέλεις έσύ».

37 Ἔρχεται δὲ καὶ τοὺς βρίσκει νὰ κοιμῶνται, καὶ λέγει στὸν Πέτρο· «Σίμων, κοιμᾶσαι, Δὲν μπορέσα- τε ν’ άγρυπνήσετε μία ὥρα,

38 Άγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ μὴν ύπσκύψετε σὲ πειρασμὸ. Τὸ πνεῦμα βεβαίως εἶναι πρόθυμο, ἀλλ’ἢ σάρκα εἶναι άδύνατη».

39 Καὶ πάλι πῆγε καὶ προσευχήθηκε καὶ εἷπε τὸν ίδιο λὸγσ.

40 Καὶ ὅταν ἐπέστρεψε, τοὺς βρῆκε πάλι νὰ κοιμῶνται. Διότι τὰ μάτια τους ἦταν πολὺ βαρειὰ ἀπὸ τὸ νυσταγμὸ. Καὶ δὲν ἥξεραν τί νὰ τοῦ εἰποῦν γιὰ νὰ δικαιολογηθούν. 259 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14,41-56

41 Ἔρχεται δὲ γιὰ τρίτη φορὰ καὶ τοὺς λέγει· «Κοιμᾶσθε ἀκόμη καὶ ἀναπαύεσθεέ Άρκετό. Ἦλθεν ἡ ὥρα. Ἰδού, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται στὰ χέρια τῶν ἀσεβῶν.

42 Σηκωθῆτε, ἂς προχωρήσωμε. Ἰδού, πλησίασε αύτὸς ποὺ Θά μὲ παραδώσῃ».

Ἠ σύλληψι τοῦ Ἰησοῦ

43 Καὶ ἀμέσως, ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, καταφθάνει ὁ Ἰούδας ὸ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, καὶ μαζί του ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρια καὶ ρόπαλα, πού τοὺς εἶχαν στείλει οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι.

44 Ὁ δὲ προδότης του εἶχε δώσει σ’ αὐτοὺς (ἀναγνωριστικὸ) σημεῖο λέγοντας· «Ὄποιον Θά φιλήσω, αύτὸς εἶναι. Συλλάβετέ τον καὶ μεταφέρετέ τον μέ ἀσφάλεια».

45 Καὶ ἀφοῦ ἦλθε (ὸ προδότης), άμέσως τὸν πλησίασε καὶ λέγει· «Χαῖρε, διδάσκαλεέ». Καὶ τὸν και-αφὶλησε.

46 Αὐτοὶ τότε άπλωσαν ἐπάνω του τὰ χέρια τους καὶ τὸν συνέλα- βαν.

47 Κάποιος δὲ ἀπὸ τοὺς παρισταμένους τράβηξε τὸ μα- χαίρι καὶ κτύπησε τὸ δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ αύτί.

48 Ὁ δέ Ἰησοῦς μίλησε καὶ τοὺς εἶπε· «Καθὼς ἐναντίον λῃστοῦ βγήκατε μὲ μαχαίρια καὶ μέ ρόπαλα νὰ μὲ συλλάβετε.

49 Κάθε ἡμέρα ἤμουν μαζί σας καὶ δίδασκα στὸν ἱερὸ περίβο- λο τοῦ ναοῦ καὶ δὲν μὲ συλλάβατε. Ἀλλ’ ἔτσι έκπληρώθηκαν οἱ (προφητικὲς) Γραφές».

50 Τότε ὅλοι(οἰ μαθηταὶ) τὸν ἐγκατέλει- ψαν καὶ έφυγαν.

51 Καὶ κάποιος νέος τὸν άκολούθησε περιτυ- λιγμένος κατάσαρκα μὲ ἕνα σεντόνι. Καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ (ἄλλοι) νέοι,

52 ἀλλ’ ἐκεῖνος ἀφησε τὸ σεντόνι καὶ τοὺς ξέφυγε γυμνός.

Τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων καταδικάζει τὸν Ἰησοῦ σὲ Θάνατο

53 Καὶ ὼδήγησαν τὸν Ἰησοῦ στὸν ἀρχιερέα. Καὶ μαζεύονται καὶ συνεδριάζουν μαζί του ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.

54 Ὁ δὲ Πέτρος τὸν ἀκολούθησε ἀπὸ μακριὰ μέχρι μέσα στὴν αύλή τοῦ μεγάρου τοῦ ἀρχιερέως. Καὶ καθόταν ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ύπηρέτες καὶ ζεοταινόταν κοντά στή φωτιά.

55 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλο τὸ συνέδριο ζητοῦσαν μαρ- τυρία κατὰ τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν Θανατώσουν, ἀλλὰ δὲν ἔβρι- σκαν.

56 Πολλοὶ δὲ ψευδομαρτυροῦσαν ἐναντίον του, ἀλλ’ οἱ μαρτυρίες τους δὲν συνέπιπταν. 26], ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14,57-71

57 Ἔπειτα παρουσιάσθηκαν μερικοὶ καὶ ψευδομαρτυροῦσαν έναντίον του λέγοντας·

58 «Έμεῖς τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγῃ· Ἐγὼ θὰ γκρεμίσω αὐτὸ τὸ ναὸ τὸν χειροποίητο καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ οἰκοδομήσω ἄλλον, ἀχειροποίητο».

59 Ἀλλὰ (καίτοι κατέθεταν ἐπὶ τῇ βάσει λόγου τοῦ Ἰησοῦ) οὔτε ἔτσι ουνέπιπταν στὴ μαρ- τυρία τους (διότι διέστρεφαν τὸ λόγο τοὺ Ἰησοῦ καὶ ἔτσι οτήν ἑξέτασι κατ’ άντιπαράοτασιν περιέπιπταν σὲ ἀντιφάσεις).

60 Τότε ὁ ἀρχιερεὺς σηκώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ρώτησε τὸν Ἰη- σοῦ λέγοντας· «Δὲν έχεις τίποτε νὰ εἰπῇς Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ σὲ κατηγοροῦν αὐτοῦ».

61 Ἀλλ’ αὐτὸς σιωποῦσε, καὶ τίποτε δὲν άπάντησε. Πάλι ὁ ἀρχιερεὺς τὸν ρώτησε καὶ τοῦ εἶπε· «Σὺ εἶσαι ό Χριστός (ὸ Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Εὑλογητοῦ (τοῦ Θεοῦ);».

62 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· «Ἐγὼ εἶμαι. Καὶ θὰ βλέπετε τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ κάθεται στὰ δεξιὰ τῆς Δυνάμεως (τοῦ Πα- ντοδυνάμου) καὶ νὰ φέρεται πάνω στὰ ούννεφα τοῦ ούρανοῦ (Θὰ βλέπετε δηλαδὴ τὸν Υἰὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ δοξάζεται)».

63 Τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του (βγῆκε ἀπὸ τὰ ροῦχα του, ἁγανάκτησεέ) καὶ εἶπε· «Τί μᾶς χρειάζονται πλέον μάρτυ- ρες]

64 Ἀκούσατε βεβαίως τὴ βλασφημία. Τί νομίζετεῖ». ’Ὀλοι δὲ ἁποφάνθηκαν ἐναντίον του, ὅτι εἶναι άξιος Θανάτου.

65 Καὶ άρχισαν μερικοὶ νὰ τόν φτύνουν, καὶ νὰ σκεπάζουν τό πρόσωπό του, καὶ νὰ τὸν γρονθοκοποῦν, καὶ νὰ τοῦ λέγουν· «Προφήτευσέ μας, ποιός σὲ κτύπησεῖ». Καὶ οἱ ὺπηρέτες τὸν κτύπησαν μὲ ραπίσματα.

Ἡ τριπλή ἄρνησι τοῦ Πέτρου καὶ ἡ μετάνοιά του

66 Καὶ ἐνῷ ὁ Πέτρος ἦταν κάτω στὴν αὐλή, ἔρχεται μία ἀπὸ τὶς δοῦλες τοῦ ἀρχιερέως,

67 καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρο νὰ ζε- σταίνεται, τὸν κοίταξε καλὰ καὶ τοῦ λέγει· «Καὶ σὺ ἤσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζαρηνό».

68 Ἀλλ’ αὐτὸς ἁρνήθηκε λέγο- ντας· «Δὲν γνωρίζω καὶ δὲν καταλαβαίνω τί λὲς έσύ». Καὶ βγῆκε ἔξω στὸ προαύλιο, καὶὸ πετεινὸς λάλησε.

69 Καὶ ἡ δούλη, ὅταν τόν εἶδε, πάλι ἄρχισε νὰ λέγῃ στοὺς παρισταμένους· «Αὐτὸς ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι».

70 Ἀλλ’ αὐτὸς πάλι άρνιόταν. Καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο πάλι οἱ παριστάμενοι έλεγαν οτόν Πέτρο· «Άσφαλῶς εἶσαι ἀπ’ αὐτούς, διότι εἶσαι Γαλιλαῖος καὶ ἡ προφορά σου ὸμοιάζει».

71 Αὐτός δὲ άρχισε νὰ ὁρκίζεται καὶ νὰ ὀμνύῃ· «Δὲν ξέρω τὸν άνθρωπο αὑτό, γιὰ τὸν όποῖο μιλᾶτε». 263 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 14,72 - 15,13

72 Καὶ γιὰ δεύτερη φορὰ λάλησε ὁ πετεινός. Καὶ Θυμήθηκε ὸ Πέτρος τὸ λόγο, ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «Προτοῦ λαλήσῃ ὁ πε- τεινὸς δύο φορές, θὰ μὲ άπαρνηθῇς τρεῖς φορές», καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο οτή γῇ καὶ ἔκλαιε.

Κεφάλαιο 15

Τὸ συνέδρω τῶν Ἰουδαίων παραδίδει τὸν Ἰησοῦ ’ἴ στὸν Πιλᾶτο

1 Άμέσως δὲ τὸ πρωὶ οἱ ἀρχιερεῖς μαζὶ μὲ τοὺς πρε- σβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, ὅλο δὲ τὸ συνέδριο, ἔκα- ναν συμβούλιο, καὶ ἀφοῦ ἔδεσαν τὸν Ἰησοῦ, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν παρέδωσαν στὸν Πιλᾶτο.

Ἠ Θαυμαστή σιωπὴ τοῦ Ἰησοῦ

2 Καὶ τὸν ρώτησε ὁ Πιλᾶτος· «Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰου- δαίωνρ). Αὺτὸς δὲ ᾶπάντησε καὶ τοῦ εἶπε· «Τὸ λέγεις οὐ» (Ὸ Ἰη- σοῦς παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι βασιλεύς, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ βασι- λεία).

3 Οἱ ἀρχιερεῖς τότε έπέφεραν πολλὲς κατηγορίες ἐναντίον του, άλλ ’ αὐτὸς δὲν άποκρίθηκε τίποτε.

4 Ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλι τὸν ρώτησε λέγοντας· «Δὲν άηοκρίνεσαι τίποτε; Κοίταξε γιὰ πόσα σὲ κατηγοροῦν».

5 Ὁ δὲ Ἰησοῦς δὲν άποκρίθηκε πλέον τίποτε, ὥστε νὰ Θαυμάζῃ ὁ Πιλᾶτος.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀντὶ τοῦ Ἰησοῦ ζητοῦν νὰ ἐλευθερωθῇ ὸ Βαραββᾶς

6 ΚάΘε δὲ ὲορτή (τοῦ Πάσχα) άπελευθέρωνε γιὰ χάρι τους ἕνα φυλακισμένο, ὅποιον ζητοῦσαν.

7 Ἣταν δὲ φυλακισμένος κάποιος, ποὺ λεγόταν Βαραββᾶς, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους στασι- αστάς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐξέγερσι εἶχαν κάνει φόνο.

8 Καὶ ὸ ὅχλος μὲ κραυγὲς άρχισε νᾶ ζητῇ (νά κάνῃ ὁ Πιλᾶτος) ὅπως ἔκανε πάντοτε για χάρι τους.

9 Ὁ δὲ Πιλᾶτος τοὺς άποκρίθηκε λέγοντας· «Θέλετε ν’ ἀφήσω ἐλεύθερο γιὰ χάρι σας τὸ βασιλέα τῶν Ἰουδαίωνῖ».

10 Διὸτι ῆξερε, ὅτι ἀπὸ φθόνο τὸν εἶχαν πα- ραδώσει οἱ ἀρχιερεῖς.

11 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς διήγειραν τὸν ὅχλο νά προτιμήσουν ν’ άπελευθερώσῃ γιὰ χάρι τους τὸ Βαραββᾶ.

Οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦν νὰ σταυρωθῇ ὁ Ἰησοῦς

12 Ὁ δὲ Πιλᾶτος μίλησε πάλι καὶ τοὺς εἶπε· «Καὶ αὐτόν, ποὺ ὀνομάζετε βασιλέα τῶν Ἰουδαίων, τί Θέλετε νὰ κάνωῖ».

13 Παρὰ ταῦτα δὲ (παρὰ τὶς έπανειλημμένες προσπάθειες τοῦ Πιλάτου ὑπὲρ τοῦ Ἰησοῦ) αὐτοὶ κραύγασαν- «Σταύρωσέ τονέ». 265 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 15,14-28

14 Ὁ Πιλᾶτος τότε τοὺς ἔλεγε· «Ἀλλὰ τί κακὸ ἔκανε». Αὐτοὶ δὲ περισσότερο κραυγασαν- «Σταύρωσέ τονί».

15 Τό- τε ὁ Πιλᾶτος, θέλοντας νὰ ἰκανοποιήση τὸν ὅχλο, ἁπελευθέρωσε γιὰ χάρι τους τὸ Βαραββᾶ, καὶ τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν, παρέδωσε γιὰ νὰ σταυρωθῇ.

Οί στρατιῶτες περιπαίζουν τὸν Ἰησοῦ ὡς βασιλέα τῶν Ἰουδαίων

16 Οἱ δὲ οτρατιῶτες τὸν ὡδήγησαν στὸ έσωτερικὸ τῆς αὐλῆς, στὸ πραιτώριο δηλαδή, καὶ συγκεντρώνουν ὅλη τή φρουρά.

17 Καὶ τὸν ντύνουν μὲ κόκκινο μανδύα (ὡς βασι- λικὴ δῆθεν πορφύρα), καὶ ἀφοῦ έπλεξαν ἁκάνθινο στεφάνι τὸ ἔβαλαν οτὸ κεφάλι του (ὼς βασιλικὸ δῆθεν στέμμα),

18 καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν χαιρετοῦν λέγοντας· «Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίωνί».

19 Καὶ κτυποῦσαν τὸ κεφάλι του μὲ καλάμι, καὶ τὸν έφτυναν, καὶ γονοπίζοντας τὸν προσκυνοῦσαν.

Ὁ Ἰησοῦς ὁδηγεῖται στὸ Γολγοθᾶ καὶ σταυρώνεται ἐν μέσῳ δύο λῃστῶν

20 Καὶ ὅταν τὸν περιέπαιξαν, τοῦ έβγαλαν τὸν κόκκι- νο μανδύα καὶ τὸν έντυσαν μὲ τὰ δικά του ἐνδύματα καὶ τὸν έβγαλαν ἔξω (ἀπὸ τὴν πόλι), γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν.

21 Καὶ ὰγγαρεύουν κάποιον περαστικό, τὸ Σίμωνα τὸν Κυρηναῖο, που έρχόταν ἀπὸ τὴν ὕπαιθρο, τὸν πατέρα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Ρούφου, γιὰ νὰ μεταφέρῃ τὸ σταυρό του.

22 Καὶ τὸν φέρουν στὸν τόπο Γολγοθᾶ, ποὺ μεταφραζόμενο σημαίνει, τόπος Κρανίου,

23 καὶ τοῦ ἔδιναν νὰ πιῇ κρασὶ ἀνάμικτο μὲ σμύρνα (ὼς ἀναισθητικό). Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τὸ δέχτηκε.

24 Καὶ ἀφοῦ τὸν σταύρωσαν, μοίρασαν μεταξύ τους τὰ ένδύματά του ρίχνοντας κλῆρο γι’ αὑτά, γιὰ τὸ ποιός καὶ τί θὰ πάρῃ.

25 Ἦταν δὲ ὥρα έννέα τὸ πρωίῖ, ὅταν τὸν οταύρωσαν.

26 Καὶ ὼς αίτία τῆς καταδίκης του ἦταν γραμμένη ἡ ἐπιγραφή· Ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

27 Καὶ μαζί του σταυρώνουν δύο λῃστάς, ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀριστερά του.

28 Καὶ έκπληρώθηκε τὸ Γραφικὸ χωρίο, ποὺ λέγει’ Καὶ μεταξὺ τῶν ἀνόμων (τῶν έγκληματιὼν) ὺπολογίσθηκε. 267 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 15,29-41

Οἱ Ἰουδαῖοι ε’μπαίζουν τὸν Ἐσταυρωμένο

29 Οἱ δὲ περαστικοὶ τὸν ἔβριζαν κουνώντας τὰ κεφάλια τους καὶ λέγοντας· «Οῦά, σὺ ποὺ θὰ γκρέμιζες τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν οἱκοδομοῦσεςί

30 Σῶσε τὸν ἑαυτό σου καί κατέβα ἀπὸ τὸ σταυρό».

31 Ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς μαζὶ μὲ τοὺς γραμματεῖς ἐμπαίζοντας έλεγαν μεταξύ τους· «Ἄλλους έσωσε, τὸν ἑαυτό του δὲν δύναται νὰ σώσῃ.

32 Ὁ Μεσσίας, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἂς κατεβῇ τώρα ἀπὸ τὸ σταυρό, για νὰ ἰδοῦμε καὶ νὰ πιοτέύσωμε σ’ αὐτόν». Άκόμη καὶ οἱ σταυρωμένοι μαζί του τὸν ἔβριζαν (Ἀλλ’ ὁ ἕνας κατόπιν μετανόησε).

Θάνατος τοῦ Ἰησοῦ καὶ σχίσιμο τοῦ παραπετάσματος τοῦ ναοῦ

33 Ὅταν δὲ ἦλθε ὥρα δώδεκα τὸ μεσημέρι, έπεσε σκοτάδι σ’ ὅλη τὴ γῆ ἕως ὥρα τρεῖς τὸ ἁπόγευμα.

34 Καὶ τὴν ὥρα τρεῖς τὸ ἀπόγευμα ὁ Ἰησοῦς φώναξε μὲ φωνὴ μεγάλη λέγοντας- Ἐλωί Ἐλωί, λιμᾶ σαβαχθανί, Αὐτὸ μεταφραζόμενο σημαίνει· Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ έγκατέλειψες,

35 Μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους, όταν ἄκουσαν, έλεγαν- «Κοίταξε, τὸν Ἠλία φωνάζει».

36 Ἕτρεξε τότε ένας, καὶ γέμισε ἕνα σφουγγάρι μὲ ξύδι, τὸ στερέωσε στὴν ἄκρη ἀπὸ ένα καλάμι καὶ τὸν πότιζε λέγοντας· «Άφῆστε νὰ ἰδοῦμε, ἂν θὰ ἔλθῃ ὁ Ἠλίας νὰ τὸν κα- τεβόισῃ (ἀπὸ τὸ οταυρό)».

37 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἔβγαλε φωνὴ μεγάλη, ἐξέπνευσε.

38 Καὶ τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίσθηκε στὰ δύο ἀπὸ πάνω ἕως κάτω.

Ὸ ἑκατόνταρχος πιστεύει

39 ’Ὀταν δὲ εἶδε ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἦταν ἁπέναντί του, ότι ἐξέπνευσε ἀφοῦ φώναξε τόσο δυνατά, εἶπε· «Πραγματικῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

Γυναῖκες παρακολουθοῦν τὸ δρᾶμα τοῦ Γολγοθᾶ

40 Ἦταν δὲ καὶ γυναῖκες ποὺ παρακολουθοῦσαν ἀπὸ μα- κριά, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ τοῦ Ἰωσῆ, καὶὴ Σαλώμη,

41 οἱ ὁποῖες, καὶ όταν (ό Ἰησοῦς) ἦταν στὴ Γαλιλαία, τὸν ἀκολουθοῦσαν καὶ τὸν ὑπηρετοῦσαν, καθώς καὶ πολλές ἅλλες, οἱ όποῖες ἁνέβηκαν μαζί του στὰ Ἱεροσόλυμα. 269 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 15,42 - 16,8

Ὁ Ἰωσὴφ ὁ Άριμαθαῖος ἑνταφιάζει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ

42 Άργὰ δὲ πλέον τὸ ἁπόγευμα, ἐπειδὴ ἦταν Παρασκευή, παραμονή τοῦ Σαββάτου,

43 ἦλθε ὁ Ἰωσήφ, ποὺ και-αγόταν ἀπὸ τὴν Άριμαθαία, σεμνὸς1 βουλευτής (μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου), ποὺ καὶ αὐτὸς περίμενε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ τόλμησε καὶ ἐπισκέφθηκε τὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τσῦ Ἰησοῦ.

44 Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐξεπλάγη, διότι ἀπέθανε γρήγορα, καὶ κάλεσε τὸν ὲκατόνταρχσ καὶ τὸν ρώτησε ἐὰν ἀπέθανε ἀπὸ ὥρα.

45 Καὶ ὅταν ἔμαθε ἀπὸ τὸν ὲκατόνταρχο, δώρισε τὸ σῶμα στὸν Ἰωσήφ.

46 Καὶ ἀφοῦ ἁγόρασε σεντόνι καὶ τὸν κατέβασε (ἀπὸ τὸ σταυρό), τὸν τύλιξε στὸ σεντόνι καὶ τὸν ἔθεσε σὲ μνῆμα, ποὺ ἦταν λαξευμένο σὲ βράχο, καὶ κύλισε ἕνα λίθο στὴν εἵσοδο τοῦ μνήματος.

47 Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν ποῦ ἑνταφιάζεται.

Κεφάλαιο 16

Μυροφόρες ἑπισκέπτονται κενὸ τὰφο καὶ ἅγγελος ἀγγέλλει τὴν ἀνάστασι τοῦ Ἰησοῦ

16Καὶ ἁφσῦ πέρασε τὸ Σάββατο (ἡμέρα ἀργίας), ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἁγόρασαν ἀρώματα γιὰ νὰ πᾶνε καὶ νὰ τὸν ἁλείψσυν.

2 Καὶ πολὺ πρωί, τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος (τήν Κυ- ριακή), μόλις ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος κάτω ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα (μόλις ἄρχισε τὸ λυκαυγές), ἔρχονται στὸ μνῆμα.

3 Ἕλεγαν δὲ μεταξύ τους· «Πσιός θ’ ἁποκυλίσῃ γιὰ μᾶς τὸ λίθο ἀπ’ τὴν είσοδσ τοῦ μνήματος».

4 Ἀλλὰ μόλις κοίταξαν, βλὲπσυν, ὅτι ὁ λίθος εἶχεν ἁποκυλισθῆ. Ἣταν δὲ πάρα πολὺ μεγάλος.

5 Καὶ ἀφοῦ μπῆκαν στὸ μνῆμα, εἶδαν ἕνα νέο νὰ κάθεται στα δεξιὰ ντυμένος μὲ λευκὴ στολή, καὶ τρόμαξαν.

6 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Μή τρομάζετεέ Τὸν Ἰησοῦ ζητεῖτε τὸ Ναζαρηνὸ τὸν ἑσταυρωμένο. Άναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδῶ. Νὰ ὁ τόπος ὅπου τὸν ἑνταφίασαν.

7 Πηγαίνετε δὲ νὰ είπῆτε στσυς μαθητάς του, καὶ μάλιστα στὸν Πέτρσ· Πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς καὶ σᾶς περιμένει στὴ Γ αλιλαίαῖ, ἐκεῖ θὰ τὸν δῆτε, ὅπως σᾶς εἶπε».

8 Βγήκαν δὲ καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ ἦταν συγκλσνισμένες καὶ ἐκστατικές (κατόπιληκτες). Καὶ δὲν εἶπαν τίποτε σὲ κανένα, διότι φοβοῦνταν. 27]. ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 16,9-20

Ἐμφανίσεις τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ

9 Ἀφοῦ δὲ ἁναστήθηκε πρωὶ τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος (τήν Κυριακή), ἑμφανίσθηκε πρῶτα στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή, ἀπ’ τὴν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτὰ δαιμόνιοι

10 Ἑκείνη πῆγε καὶ τὸ ἀνήγγειλε στοὺς μαθητάς του, οἱ ὁποῖοι πενθοῦσαν καὶ ἔκλαι- αν.

11 Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζῇ καὶ τὸν εἶδε αὐτή, δὲν πίοτευσαν.

12 Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ φανερώθηκε μὲ διαφορεῖικὴ μορφὴ σὲ δύο ἀπ’ αὐτούς, ποὺ πήγαιναν σ’ ἕνα χωριό.

13 Καὶ ἐκεῖνοι πῆγαν καὶ τὸ ἀνήγγειλαν στοὺς ὑπολοίπους. Ἀλλ’ οὔτε σ’ ἐκείνους πίοτευσαν.

14 Ὕστερα φανερώθηκε στοὺς ἰδίους τοὺς ἕνδεκα, ὅταν ἔτρωγαν, καὶ τοὺς ἐπέπληξε γιὰ τὴν ἀπιστία τους καὶ τὴ σκληροκαρδία τους, διότι δὲν πίστευσαν σὲ πρόσωπα, ποὺ τὸν εἶδαν ἀναοτημένο (δὲν πίοτευσαν σὲ αὐτόπτες μάρτυρες).

Ὸ ἀναστὰς Κύριος δίνει στοὺς μαθητὰς παγκόσμια ἀποστολὴ

15 Ἔπειτα τοὺς εἶπε· «Πορευθῆτε σ’ ὅλο τὸν κόσμο καὶ κηρύξετε τὸ εὐαγγέλιο σ’ ὅλη τὴν ἁνθρωπὸτητα.

16 Ὅποιος Θὰ πιστεύσῃ καὶ θὰ βαπτισθῇ, θὰ σωθῇ. Ἐνῲ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν Θὰ πιστεύσῃ, θὰ καταδικασθῇ».

Στήν πίστι Θ’ ἀκολουθοῦν σημεῖα (Θαύματα)

17 «Σ’ ἐκείνους δέ, ποὺ θὰ πιοτεύσουν, Θ’ ἀκολουθοῦν αὐτὰ τὰ Θαύματα· Μὲ τὴ δύναμί μου θὰ βγάζουν δαιμόνια· θὰ ὁμι- λοῦν νέες γλῶσσες·

18 θὰ θανατώνουν φίδια· καὶ ἂν πιοῦν κάτι Θανατηφὸρο, δὲν θὰ τοὺς βλάψῃ· θὰ θέτουν τὰ χὲρια πάνω σὲ ἀρρώστους καὶ θὰ γίνωνται καλά».

Ὰνάληψι τοῦ Κυρίου καὶ παντοῦ κήρυξι καὶ βεβαίωσι

19 Ὁ μὲν Κύριος, ἀφοῦτὲίλῖῗέενὲναὺτούς, άναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.

20 Ἐκεῖνοι δὲ βγή καν καὶ κήρυξαν παντοῦ, καὶὸ Κύριος ἦταν συνεργός τους καὶ βεβαίωνε τὸ κήρυγμα μὲ τὰ θαύματα ποὺ τὸ ἀκολουθοῦσαν. Ἀμήνῖ.

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛῙΟΝ

Κεφάλαιο 1

Πρόλογος

Ἐπειδὴ πολλοὶ ἑπιχείρησαν νὰ συντάξουν διήγησι γιὰ τὰ γεγονότα, ποὺ συνέβησαν σ’ έμᾶς,

2 συμφώνως πρὸς ὅσα παρέδωσαν σ’ ἐμᾶς έκεῖνοι, ποὺ ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξαν αὺτόπτες καὶ διάκονοι τοῦ Λόγου,

3 φάνηκε καλό καὶ σ’ έμένα, που ἔχω πα- ρακολουθήσει ὅλα ἐξ ἀρχῆς μὲ ἀκρίβεια, νὰ τὰ γράψω σ’ έσένα μέ τὴ σειρά, έξοχώτατε Θεόφιλε,

4 γιὰ νὰ μάθῃς τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, γιὰ τὰ ὁποῖα εἶχες πληροφορίες.

Ὸ Ζαχαρίας καὶ ἡ Ἔλισάβετ

5 Κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Ἡρῴδῃ τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἦταν κάπριος ἱερεύς, ποὺ ώνομαζόταν Ζαχαρίας, ἀπὸ τὴν ἰε- ρατική τάξι τοῦ Άβιά. Καὶ ἡ γυναῖκα του ἦταν μία ἀπὸ τίς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, καὶ ωνομαζόταν Ἐλισάβετ.

6 ’Ἠταν δὲ καὶ οἱ δύο εὐσεβεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Βάδιζαν συμφώνως πρὸς ὅλες τὶς έντολὲς καὶτὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ εἶναι ἄμεμπτοι.

7 Ἀλλά δὲν εἶχαν τέκνο, διότι ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στεῖρα. Ἦταν δὲ καὶ οἱ δύο περασμένης ἡλικίας.

Ό εύαγγελισμὸς τοῦ Ζαχαρία

8 Ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ σειρά νὰ ἑφημερεύσῃ ἡ δική του (ἱε- ρατική) τάξι, καὶ τελοῦσε τὰ ἱερατικά του καθήκοντα πρὸς τό Θεό,

9 έξελέγη μὲ κλῆρο, ὅπως συνηθιζόταν οτὸ ἱερατεῖο, γιὰ νὰ είσθιθῃ στό ναὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Θυμιάσῃ.

10 Ὅλο δὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ προσευχόταν ἔξω (ἀπὸ τὸ ναό) κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θυμιάματος.

11 Φανερώθηκε δὲ σ’ αὐτὸν ἅγγελος Κυρίου, καὶ στεκόταν οτὰ δεξιὰ τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ Θυμιάματος.

12 Καὶ ταράχθηκε ὁ Ζαχαρίας ὅταν εἶδε, καὶ τόν κυρίευσε φόβος.

13 Τοῦ εἶπε δὲ ὁ άγγελος· «Μή φοβάσαι, Ζαχαρίαί Διότι είσα- κούσθηκε ἡ δέησί σου, καὶ ἡ γυναῖκα σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσῃ υίὸ καὶ θὰ τὸν όνομάσῃς Ἰωάννη.

14 Καὶ θὰ ἔχῃς χαρὰ καὶ άγαλλίασι. Καὶ πολλοὶ θὰ χαροῦν γιὰ τὴ γέννησί του.

15 Θὰ εἶναι δὲ μεγάλος μπροστὰ οτὰ μάτια τοῦ Κυρίου. Καὶ κρασὶ καὶ ἄλλα μεθυστικὰ ποτὰ δὲν θὰ πιῇ. Καὶ θὰ γεμίσῃ ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιο ἀκόμη ἀπὸ τὴν κοιλία τῆς μητέρας του.

16 Καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες θὰ ἐπιστρέψῃ στὸν Κύριο τὸ Θεό τους.

275 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1,17-30

17 Αὐτὸς δὲ θὰ προπορευθῇ ἀπ’ αὐτὸν (τὸν Κύριο τὸ Θεὸ) μὲ ίσχύ καὶ δύναμι Ἠλιού (τοῦ προφήτου Ἠλία δηλαδή), γιὰ νὰ ἐπιστρέψῃ καρδιὲς γονέων στὰ τέκνα, καὶ ἀπειθεῖς στὴ φρόνησι τῶν εὐσεβῶν, καὶ ἔτσι νὰ ὲτοιμάσῃ γιὰ τὸν Κύριο λαὸ μὲ προο- ρισμό».

Ἀπιστία τοῦ Ζαχαρία καὶ προσωρινή τιμωρία

18 Εῖπε δὲ ὁ Ζαχαρίας πρὸς τὸν ᾶγγελο· «Πῶς θὰ πεισθῶ γι’ αὐτό; Διότι ἐγὼ εἶμαι ἠλικιωμένος καὶ ἡ γυναῖκα μου ἐπίσης περασμένης ἡλικίας».

19 Καὶ ὁ ἄγγελος ἁποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε- «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, πού παρίσταμαι ένώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ ἀπέστειλε γιὰ νὰ μιλήσω σὲ σένα καὶ νὰ σοῦ ἁναγγείλω αὐτὰ τὰ εὐχάριστα.

20 Καὶ ἱδού θὰ εἶσαι βωβὸς καὶ δὲν θὰ μπορῇς νὰ μιλήσῃς μέχρι τὴν ἡμέρα, πού θὰ γίνουν αὐτά, ἐπειδὴ δέν πίοτευσες οτούς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκπληρωθούν στὸν καιρό τους».

21 Ὁ δὲ λαὸς περίμενε τὸ Ζαχαρία καὶ αποροῦσε, διότι ἔμενε πολλὴ ὥρα μέσα οτὸ ναό.

22 Καὶ ὅταν βγῆκε, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς μιλήσῃ, καὶ κατάλαβαν, ὅτι εἶχε δεῖ όπτασία μέσα στὸ ναό. Τοὺς ἔκανε δὲ νεύματα καὶ παρέμενε βωβός.

23 Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἠμέρες τῆς ἱερατικῆς ὑπηρεσίας του, πῆγε οτὸ οπίτι του.

24 Μετὰ δὲ ἀπὸ τὶς ἠμέρες αὐτὲς συνἔλαβεν ἡ Ἐλισάβετ ἡ γυναῖκα του, καὶ έκρυβε τὴν ἐγκυμοσύνη της ἐπὶ πέντε μῆνες, καὶ (ἔπειτα) ἔλεγε*

25 «Ἔτσι ἔκανε σὲ μένα ὁ Κύριος κατὰ τὶς ἠμέρες (τῆς περασμένης ἡλικίας μου), κατὰ τὶς ὸποῖες έπέβλεψε μὲ εὐμένεια, γιὰ ν’ ἁφαιρέσῃ τὴ ντροπή μου (γιὰ τήν ἁτεκνία μου) μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων».

Ὁ εὐαγγελισμὸς τῆς παρθένου Μαρίας

26 Κατὰ τὸν έκτο δὲ μῆνα (τῆς έγκυμοούνης τῆς Ἐλισάβετ) ὁ Θεὸς ἀπέστειλε τὸν ἅγγελο Γαβριὴλ σὲ μία πόλι τῆς Γαλιλαίας ὀνομαζομένη Ναζαρέτ,

27 πρὸς μία παρθένο μνηοτευμένη μὲ ἄνδρα όνομαζόμενο Ἰωσὴφ ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαβίδ, τὸ δὲ ὅνο- μα τῆς παρθένου ἦταν Μαριάμ.

28 Καὶ ὅταν ὁ ἄγγελος παρου- σιάοθηκε σ’ αὐτὴν εἶπε· Χαῖρε σύ, πού εἶσαι γεμάτη ἀπὸ χάριέ Ὸ Κύριος εἶναι μαζί σου Εὐλογημένη εἶσαι οὐ περισσότερο ἀπ όλες τὶς γυναῖκες.

29 Άλλ αὐτή, ὅταν εἶδε, ταράχθηκε πολὺ ἀπὸ τὸ λόγο του καὶ σκεπτόταν ἀπὸ ποῦ ἄραγε προέρχεται καὶ πού ἀποβλέπει ο χαιρετισμὸς αὐτός.

30 Ὁ δὲ ἅγγελος τῆς εἶπε «Μὴ φοβᾶσαι, Μαριάμί Διότι” ετυχες εὐνοίας ἀπὸ τὸ Θεό 277 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1,31-51

31 Καὶ ίδοὺ θὰ συλλάβῃς στὴν κοιλία καὶ θὰ γεννήσῃς υἱό, καὶ θὸι τὸν όνομάσῃς Ἰησοῦ.

32 Αὐτὸς θὰ εἶναι μέγας καὶ Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου θὰ όνομασθῇ. Καὶ θὰ τοῦ δώσῃ ὁ Κύριος ὁ Θεὸς τὸ θρόνο τοῦ Δαβὶδ τοῦ πατέρα του (τοῦ προγόνου του),

33 καὶ θὰ βασιλεύῃ στὸν οἶκο τοῦ Ἰακὼβ παντοτινά, καὶ τῆς βασιλείας του δὲν θὰ ὑπάρξῃ τέλος».

34 Εἱπε δὲ ἡ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἅγγε- λο· «Πῶς αὐτὸ θὰ συμβῇ σ’ έμένα, ἀφοῦ δὲν συνευρίσκομαι μὲ ἄνδρας».

35 Καὶ ὁ ἅγγελος τῆς ἁπάντησε- «Πνεῦμα Ἅγιο θὰ έλθῃ έπάνω σου καὶ δύναμι τοῦ Ὑψίστου θὰ σὲ έπισκιάσῃ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ἅγιο παιδί, ποὺ θὰ γεννηθῇ, θὰ εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ (ὄχι υἱὸς ἀνδρός).

36 Ἰδοὺ δέ ἠἘλισάβετ ἡ συγγωής σου ἔχει συλλάβει καὶ αὐτὴ υἰὸ στὰ γεράματά της, καὶ νὰ αὐτή, ποὺ τὴν έλεγαν στεῖρα, τώρα εἶναι στὸν ἔκτο μῆνα της.

37 Διότι δὲν εἶναι ἀδύνατο στὸ Θεὸ κανένα πρᾶγμα».

38 Ἡ δὲ Μαριάμ εἶπε· «Ἰδοὺ εἶμαι ἡ δούλη τοῦ Κυρίου. Ἂς γίνῃ σὲ μένα συμφώνως πρὸς τὸ λόγο σου». Καὶ έφυγε ἀπ’ αὐτὴν ὁ ἅγγελος.

Ἠ παρθένος Μαρία ἑπισκέπτεται τὴν Ἔλισὰβετ

39 Σηκώθηκε δὲ ἡ Μαριὰμ τὶς ἡμέρες αὺτὲς καὶ πήγε γρήγο- ρα στὴν όρεινή περιοχὴ σὲ μιὰ πόλι τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα.

40 Καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρία, καὶ χαιρέτισε τὴν Ἐλισάβετ.

41 Καὶ μόλις ἡ Ἐλισάβετ ἄκουσε τὸ χαιρετισμὸ τῆς Μαρίας, σκίρτη- σε τὸ βρέφος στὴν κοιλία της. Καὶ γέμισε ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιο ἠ Ἐλισόιβετ,

42 καὶ φώναξε μὲ φωνή μεγάλη καὶ εἶπε· «Εὐλογημένη εἶσαι σὺ περισσότερο ἀπ’ ὅλες τὶς γυναῖκες, καὶ εὐλογημένος εἶναι ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.

43 Καὶ πῶς μοῦ ἔγινε ἡ μεγάλη αὐτὴ τιμὴ νὸι έλθῃ πρὸς έμένα ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου

44 Ἰδοὺ δέ, μόλις ἡ φωνὴ τοῦ χαιρετισμοῦ σου ἔφθασε στὰ αὺτιόι μου, σκίρτησε τὸ βρέφος μὲ ἁγαλλίασι μέσα στὴν κοιλία μου.

45 Καὶ μακαρία εἶναι αὐτὴ ποὺ πίστευσε, ὅτι θὰ ἐκπληρω- θοῦν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου πρὸς αὐτήν».

Ὕμνος καὶ προφητεία τῆς παρθένου Μαρίας

46 Εἶπε δὲή Μαριάμ· «Δοξάζει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο

47 καὶ ξέσπασε τὸ πνεῦμα μου σὲ ὕμνο γιὰ τὸ Θεό τὸ σωτῆρα μου,

48 διότι πρόσεξε τὴν ταπεινὴ δούλη του. Καὶ ἰδοὺ ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές,

49 διότι ὁ Δυνατὸς ’έκανε μεγάλα πράγματα σ’ έμένα, καὶ δοξασμένο εἶναι τὸ όνομά του,

50 καὶ τό ἔλεός του ἐπεκτείνεται σὲ γενεὲς γενεῶν σὲ ὅσους τὸν σέβο- νται.

51 Κατίσχυσε μὲ τὴ δύναμί του, διασκόρπισε ὑπερηφάνους στὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς τους. 279 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1.,52-75

52 Γκρέμισε τυράννους ἀπὸ θρόνους καὶ ὕψωσε ταπεινούς.

53 Πεινασμένους γέμισε μὲ ἀγαθά, καὶ πλουσίους έδιωξε μὲ χέρια ἁδειανόι.

54 Βοήθησε τὸν Ἰσραὴλ τὸ δοῦλο του μὲ τὸ νὰ θυμηθῇ νὰ κάνῃ ἕλεος

55 στὸν Ἀβραὰμ καὶ στοὺς ἀπογόνους του παντοτινά, ὅπως εἶχεν ὺποσχεθῆ στοὺς πατέρες μας».

56 Ἔμεινε δὲ ἡ Μαριὰμ μαζί της (μαζὶ μὲ τὴν Ἐλισάβετ) περίπου τρεῖς μῆνες καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της.

Γέννησι, περιτομὴ καὶ ὄνομα τοῦ υίοῦ τοῦ Ζαχαρία

57 Συμπληρώθηκε δὲ στὴν Ἐλισάβετ ὁ χρόνος νὰ γεννήσῃ καὶ γέννησε υὶό.

58 Καὶ ἄκουσαν οἱ γείτονες καὶ οἱ συγγενεῖς της, ὅτι ὁ Κύριος ἔκανε μεγάλο έλεσς σ’ αὐτή, καὶ συμμετεῖχαν στή χαρά της.

59 Τήν ὀγδόη δὲ ἡμέρα ἦλθαν νὰ κάνουν περιῇ τομὴ στὸ παιδὶ καὶ έλεγαν νὰ τὸ ὸνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία.

60 Ἀλλ’ ἔλαβε τὸ λόγο ἡ μητέρα του καὶ εἶπε· «Ὄχι, ἀλλὰ θὰ ὸνσμασθῇ Ἰωάννης».

61 Τότε εἶπαν πρὸς αὐτήν· «Κανεὶς μεταξὺ τῶν συγγενῶν σου δὲν ὀνομάζεται μ’ αὐτὸ τὸ ὄνομα».

62 Ἕκαναν δὲ νεύμοπα στὸν πατέρα του γιὰ τὸ πῶς θὰ ἤθελε νὰ ὸνομασθῇ.

63 Τότε ζήτησε μιὰ μικρὴ πλάκα καὶ ἔγραψε τὶς λέξεις· «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὅνομά του». Καὶ ὅλοι ἀπόρησαν.

64 Άμέσως δὲ τὸ στόμα του ἄνοιξε καὶ ἡ γλῶσσα του λύθηκε καὶ μιλοῦσε δοξολογώντας τὸ Θεό.

65 Καὶ ὅλους τοὺς γύρω κατοίκους κατἔλαβε δέος, καὶ σ’ ὅλη τὴν ὀρεινὴ περιοχὴ τῆς Ἰουδαίας διαδίδονταν ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα.

66 Καὶ ὅλοι, ὅσοι ἄκουσαν, σκέπτονταν καὶ έλεγαν- «Τί ἄραγε θὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ παιδί;». Καὶ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦταν μαζί του.

Ὕμνος καὶ προφητεία τοῦ Ζαχαρία

67 Καὶ ὁ Ζαχαρίας ὁ πατέρας του γέμισε ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιο καὶ προφήτευσε λέγοντας·

68 «Ἀς εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος, ὸ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, διότι ένδιαφέρθηκε καὶ ἐτοίμασε λύτρωσι γιὰ τὸ λαό του,

69 καὶ ἔκανε γιὰ μᾶς νὰ προέλθῃ δύναμι σω- τηρίας ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ Δαβὶδ τοῦ δούλου του,

70 ὅπως εἶχεν ὺποσχεθῆ μὲ τὸ στόμα τῶν ἁγίων τῶν προφητῶν του ἀπὸ τήν ἀρχαία ἐποχή.

71 Ἑτοίμασε σωτηρία ἀπ’ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ἀπ’ ὅλους ὅσοι μᾶς μισοῦν,

72 γιὰ νὰ δείξῃ ἔλεος πρὸς τοὺς πατέρες μας καὶ νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἁγία ὺπόσχεσί του,

73 τὸν ὅρκο ποὺ ἔκανε στὸν Ἀβραὰμ τὸν πατέρα μας, ὥστε νὰ μᾶς ἀξιώσῃ,

74 ἀφοῦ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν μας, νὰ τὸν λατρεύωμε χωρὶς φόβο

75 μὲ ὅ,τι εἶναι εὐσέβεια καὶ ἀρετὴ ἐνώπιόν του ὅλες τὶς ἠμέρες τῆς ζωῆς μας.

28], ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 176 - 2,9

76 Καὶ σύ, παιδί, Θ’ ἁναγνωρισθῇς προφήτης τοῦ Ὑψίστου. Διότι θὰ εῖσαι πρόδρομος τσῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ὲτοιμόισῃς τοὺς δρόμους του (γιὰ νὰ διαβῇ),

77 γιὰ νὰ δώσῃς στὸ λαό του γνῶσι σωτηρίας, που ἑπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀφεσι τῶν ἁμαρτιῶν τους

78 λόγῳ τῆς ἐλεήμσνος καρδιᾶς τοῦ Θεοῦ μας, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας φάνηκε σὲ μᾶς ἥλιος, ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ούρανοῦ (ὅχι ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα),

79 γιὰ νὰ φωτίσῃ τοὺς κα- Θηλωμένους στὸ σκοτάδι καὶ στὸ ζόφο τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ ὁδηγήση τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τῆς σωτηρίαςῖ».

80 Τὸ δὲ παιδὶ μεγάλωνε καὶ δυνάμωνε στὸ πνεῦμα, καὶ ζοῦσε στοὺς έρημικσὺς τόπους ὣς τὴν ἠμέρα τῆς δημοσίας έμφανίσεώς του στὸν Ἰσραήλ.

Κεφάλαιο 2

Ἡ γέννησι τοῦ Χριστοῦ σὲ οταῦλο καὶὴ ἀνάκλισί του ’ σὲ φάτνηέ

2 Τὶς ἡμέρες δὲ ἑκεῖνες βγήκε διάταγμα ἀπὸ τὸν Καίσαρα Αὔγου- στο νὰ γίνῃ ἀπογραφὴ τῶν κατοίκων ὅλης τῆς οἰκουμένης.

2 Αυτή ἡ ἀπογραφὴ ἦταν ἡ πρώτη ποὺ έγινε, ὅταν ἡγεμὼν τῆς Συρίας ἦταν ὁ Κυρήνιος.

3 Καὶ πήγαιναν ὅλοι ν’ ἁπογραφοῦν, καθένας στὴ δική του πόλι.

4 Άνέβηκε δὲ καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, ἀπὸ τὴν πόλι Ναζαρέτ, στὴν Ἰουδαία, στὴν πόλι τοῦ Δαβίδ, ποὺ ὀνομάζεται Βηθλεέμ, έπειδή καταγόταν ἀπὸ τήν οίκσγένεια καὶ τὸ γένος τοῦ Δαβίδ,

5 γιὰ ν’ ἀπογραφῇ μαζὶ μὲ τή Μαριὰμ τὴ μνηστή του, ἡ ὁποία ἦταν ἔγκυος.

6 Ὅταν δὲ ἦταν ἐκεῖ, συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες νὰ γεννήσῃ.

7 Καὶ γέννησε τὸν υἰό της τὸν πρωτογέννητο καὶ έκλεκτό, καὶ τὸν σπαργάνωσε, καὶ τὸν ξόιπλωσε μέσα στὴ φάτνη (στὸ παχνί), διότι δὲν ὑπῆρχε γι’ αὐτοὺς τόπος γιὰ νὰ καταλύσουν.

Τὸ μήνυμα τοῦ ἀγγέλου πρὸς τοὺς ποιμένες τῆς Βηθλεέμ Ὸ ὕμνος τῶν ἀγγέλων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ...

8 Σ’ αὐτὴ δὲ τὴν περιοχὴ ὺπῆρχαν ποιμένες, ποὺ ἔμεναν στήν ὕπαιθρο καὶ φύλαγαν βάρδιες τὴ νύχτα γιὰ τὸ ποίμνιό τους.

9 Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε σ’ αὐτοὺς καὶ λάμψι Κυρίου έλαμψε γύρω τους καὶ κατατρόμαξαν. 283 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 2,1ο-24

10 Ὁ δὲ ἅγγελος τοὺς εἶπε· «Μή φοβεῖσθεί Διὸτι ίδοὺ σᾶς ἁναγγέλλω χαρὰ μεγάλη, ἡ ὁποία θὰ εἶναι γιὰ ὅλο τὸ λαό,

11 ὅτι γεννήθηκε σήμερα γιὰ σᾶς στὴν πὸλι τοῦ Δαβὶδ σωτήρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), ὁ Κύριος (ὸ Γιαχβέ).

12 Καὶ αὐτὸ εἶναιτὸ σημεῖο, μὲ τὸ ὸποῖο θὰ τὸν ἁναγνωρίσετε· Θὰ βρητε βρέφος σπαργανωμένο καὶ ξαπλωμένο μέσα σὲ φάτνη (παχνί)».

13 Καὶ ξαφνικὰ μαζὶ μὲ τὸν ἅγγελο παρουσιάσθηκε ἕνα πλῆθος ἀπὸ οὐράνιο στράτευμα ἀγγέλων, ποὺ δοξολο- γοῦσαν τὸ Θεὸ καὶ ἔλεγαν·

14 Δόξα στὸν ὕψιστο Θεό, καὶ στὴ γῆ εὐδοκίμησιῖ, στοὺς ἀνθρώπους εὐτυχία.

15 Ὅταν δὲ οἱ ἄγγελοι ἕφυγαν ἀπ’ αὐτοὺς στὸν οὐρανό, τότε οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπαν μεταξύ τους· «Ἂς πᾶμε λοιπὸν ὣς τὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂς δοῦμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ποὺ ἔγινε, καὶ ὁ Κύριος μᾶς γνωστοποίησε».

16 Καὶ πῆγαν γρήγορα, καὶ βρῆκαν τὴ Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶτὸ βρέφος ξαπλωμένο οτή φόπνη (στὸ παχνί).

17 Καὶ ὅταν εἶδαν, ἔκαναν γνωστὸ τὸ λόγο, ποὺ είπώθηκε σ’ αὐτοὺς (ἀπὸ τὸν ἄγγελο) γιὰ τοῦτο τὸ παιδί.

18 Καὶ ὅλοι, ὅσοι ἄκουσαν, θαύμασαν γιὰ ὅσα εἶπαν οἱ ποιμένες πρὸς αὐτούς.

19 Ἡ δὲ Μα- ριὰμ διατηροῦσε ὅλα αὐτὰ τὰ λόγιαῖ μέσα στὴν ψυχή της καὶτὰ συλλογιζὸταν.

20 Καὶ οἱ ποιμένες ἐπέστρεψαν δοξάζοντας καὶ ὺμνώντας τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα ποὺ ἄκουσαν καὶ εἶδαν, καθὼς εἶχαν είπωθή σ’ αὐτούς (ἀπὸ τὸν ἄγγελο).

Ἠ περιτομὴ καὶτὸ ὄνομα Ἰησοῦς

21 Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ὀκτὼ ἡμέρες για να γίνῃ ἠ περιτομὴ στὸ παιδί, τότε ὠνομάσθη κε Ἰησοῦς, ὅπως ὠνομάσθη- κε ἀπὸ τὸν ἅγγελο προτοῦ συλληφθῇ στὴν κοιλία (τῆς μητέρας του).

Ἠ παρουσίασι τοῦ Ἰησοῦ στὸ ναό

22 Ἐπίσης ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἠμέρες γιὰ τὸν καθα- ρισμὸ τους σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ, τὸν ἁνέβασαν στα Ἱεροσόλυμα, γιὰ να τὸν ἁφιερώσουν στὸν Κύριο,

23 ὅπως εἶναι γραμμένο στὸ νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι κάθε ἁρσενικό, ποὺ ἀνοίγει μήτρα (πρωτότοκο δηλαδή), Θ ’ ἁφιερώνεται στὸν Κύριο,

24 καὶ γιὰ νὰ προσφέρουν θυσία, ὅπως ἀναφέρεται στὸ νόμο τοῦ Κυρίου, ἕνα ζεῦγος τρυγόνια ἢ δύο μικρὰ περιστέρια.

285 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 225-39

Ὸ Συμεὼν ὑποδέχεται τὸ Θεῖο βρέφος, δοξολογεῖ καὶ προφητεύει

25 Καὶ ἰδοὺ στὰ Ἱεροσόλυμα ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ὀνο- μαζόμενος Συμεών, αὐτὸς δὲ ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἐνάρετος καὶ εὐλαβής, καὶ περίμενε τὴ σωτηρία τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα Ἅγιο ἦταν ἐπάνω του.

26 Καὶ τοῦ εἶχε άποκαλυφΘή ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ὅτι δὲν θὰ έβλεπε θάνατο προτοῦ ίδῇ τὸ Χριστὸ τοῦ Κυρίου.

27 Καὶ μὲ τὴν παρακίνησι τοῦ Πνεύματος ἦλθε στὸ ναό. Καὶ ὅτανοί γονεῖς έφεραν τὸ παιδὶ τὸν Ἰησοῦ στὸ ναό (συ- γκεκριμένως στὸν έξωτερικὸ χῶρο τοῦ ναοῦ), γιὰ νὰ κάνουν γι’ αὐτὸ ὅ,τι συνηθιζὸταν συμφώνως πρὸς τὸ νόμο,

28 τότε αὐτὸς (ὸ Συμεὼν) τὸν πῆρε στὴν ἁγκαλιά του καὶ δόξασε τὸ Θεὸ καὶ εἷπε·

29 «Τώρα, Δέσποτα, ἀπολύεις τὸ δοῦλο σου εὺτυ- χισμένο συμφώνως πρὸς τὸ λὸγο σου,

30 διότι τὰ μάτια μου εἶδαν τὸν σωτῆρα,

31 τὸν ὁποῖον ἑτοίμασες γιὰ ὅλους τοὺς λα- ούς,

32 φῶς γιὰ νὰ φωτίζῃ τοὺς έθνικοὺς (τοὺς εἰδωλολάτρες) καὶ γιὰ νὰ λαμπρύνῃ τὸ λαό σου τὸν Ἰσραήλ».

33 Καὶ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του θαῦμαζαν γιὰ ὅσα λέγο- νταν γι’ αὐτόν.

34 Καὶ ὁ Συμεὼν τοὺς εὐλόγησε καὶ εἶπε στή Μαριὰμ τὴ μητέρα του· «Ἰδοὺ αὐτὸς θὰ γίνῃ αίτία γιὰ ν ’ ἀπολε- σθοῦν καὶ νὰ σωθοῦν πολλοὶ στὸν Ἰσραήλ. Ἐπίσης θὰ εἶναι ση- μεῖσ (Θαῦμα) ποὺ θὰ ἀντιλέγεται (ἀπὸ τοὺς κακοπροαιρέτους),

35 ἀλλὰ καὶ τὴ δική σου ψυχὴ θὰ περάσῃ δίκοπο μαχαίρι. ’Ἐτσι Θ’ ἁποκαλυφθοῦν διαλογισμοὶ (μυστικὲς σκέψεις καὶ διαθέσεις) ἀπὸ πολλὲς ψυχές».

Ἡ προφῆτις Ἅννα δοξολογεῖ καὶ ὁμιλεῖ γιὰ τὸ Θεῖο βρέφος

36 Ὺπῆρχε ἐπίσης κόσιοια Ἅννα προφήτισσα, Θυγατέρα τοῦ Φανουήλ, ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἀσήρ. Αὐτὴ ἦταν πολὺ ἡλικιωμένη καὶ ἔζησε ἑπτὰ ἔτη μὲ ἄνδρα ἀφ’ ὅτου ὡς παρθένος ἦλθε σὲ γάμο.

37 Αὐτὴ έπίσης ἦταν όγδὸντα τέσσαρα έτη χήρα, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἁπομακρυνόταν ἀπὸ τὸ ναό, καὶ μὲ νηστεῖες καὶ δεήσεις (προ- σευχὲς) λάτρευε μέρα καὶ νύχτα τὸ Θεό,

38 Καὶ αὐτὴ τὴν ὥρα αὺτή παρουσιάσθη κε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Κύριο, καὶ μιλοῦσε γι’ αὐτὸν σὲ ὅλους ὅσοι περίμεναν λύτρωσι στὴν Ἰερουσαλήμ.

Ἐπιστροφή στὴ Ναζαρέτ

39 Ὅταν δὲ (ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Μαρία) έκαναν ὅλα, ὅσα ὁρίζει ῧέἓὲιὲςτ τοῦ Κυρίου, ἐπέστρεψαν στὴ Γαλιλαία στὴν πόλι τους 287 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 2,4Ο-52

40 Τὸ δὲ παιδὶ μεγάλωνε καὶ δυνάμωνε στὸ πνεῦμα καὶ γέμι- ζε ἀπὸ σοφία, καὶὴ χάρι τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐπάνω του.

Ὀ Ἰησοῦς δωδεκαετής στὸ ναὸ καταπλήττει τοὺς διδασκάλους

41 Καὶ πήγαινάν οἱ γονεῖς του κάθε χρόνο στὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ τὴν ὲορτή1 τοῦ Πάσχα.

42 Καὶ ὅταν (τὸ παιδὶ ὁ Ἰησοῦς) ἕγινε δώδεκα έτῶν, καὶ ἀνέβηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπως συνηθιζόταν γιὰ τὴν ἑορτή,

43 καὶ τελείωσαν τὶς ἠμέρες (τῆς ἑορτῆς), κατὰ τὴν ἐπιστροφή τους τὸ παιδὶ ὁ Ἰησοῦς ἔμεινε πίσω στὴν Ἰερου- σαλήμ, ὁ δὲ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του δὲν τὸ ἀντιλήφθηκαν.

44 Καὶ ἐπειδὴ νόμισαν ὅτι ἤταν στὴ συνοδία τῶν προσκυνητῶν, προχώρησαν μιᾶς ἡμέρας δρόμο καὶ ἔπειτα τὸν ἀναζητοῦσαν μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ τῶν γνωστῶν.

45 Καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸν βρῆκαν, ἐπέστρεψαν στὴν Ἰερουσαλὴμ ἀναζητώντας αὐτόν.

46 Μετὰ τρεῖς δὲ ἡμέρες τὸν βρῆκαν στὸ ναὸ νὰ κάθεται ἀνάμε- σα στοὺς διδασκάλους (τοὺς ραββίνους), καὶ νὰ τοὺς ἀκούῃ καὶ νὰ τοὺς ρωτάῃ.

47 ’Ὀλοι δέ, ὅσοι τὸν ἀκουαν, Θαύμαζαν καὶ ἀποροῦσαν γιὰ τὴ σοφία καὶ τὶς ἀπαντήσεις του.

48 Καὶ ὅταν (ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα του) τὸν εἶδαν, ἐξεπλάγησαν, καὶ ἠ μητέρα του τοῦ εἶπε· «Παιδί μου, γιατί μᾶς τὸ ἔκανες αὑτό, Ἰδοὺ ὁ πατέρας σου καὶ ἐγὼ σὲ ἀναζητούσαμε μὲ ὀδύνη».

49 Εἶπε δὲ σ’ αὐτούς· «Γιατί μὲ ἀναζητούσατε, Δὲν ξέρατε, ὅτι πρέπει νὰ εἶμαι στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μουρ).

50 Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν κατάλαβαν τὸ λὸγο ποὺ τοὺς εἶπε.

Ὸ Ἰησοῦς ζῇ στὴ Ναζαρὲτ με ὺποταγή στὸν Ἰωσὴφ καὶ τὴ μητέρα του

51 Ἔπειτα κατέβηκε μαζί τους καὶ ἦλθε στὴ Ναζαρὲτ καὶ ζοῦσε μὲ ὑπακοὴ σ’ αὐτούς. Καὶ ἡ μητέρα του διατηροῦσε ὅλα αὐτὰ τὰ λόγια2 μέσα στὴν ψυχή της.

52 Καὶ ὁ Ἰησοῦς πρὸκοπτε σὲ σοφία καὶ σὲ ἀνάπτυξι τοῦ σώματος καὶ σὲ ἀγάπη καὶ εὔνοια ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

289 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 3,1-13

Κεφάλαιο 3

Προφήτεία γιὰ τὸ προδρομικὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννου

Κατὰ τὸ δέκατο πέμπτο δὲ ἔτος τῆς διακυβερνήσεως τοῦ Καίσαρος Τιβερίου, ὅταν ἡγεμὼν τῆς Ἰουδαίας ἦταν ό Πόντιος Πιλᾶτος, καὶ τετράρχης τῆς Γαλιλαίας ὁ Ἡρῴδης, ὁ δὲ Φίλιππος ὁ ἁδελφός του ἦταν τετράρχης τῆς Ἰτουραίας καὶ τῆς Τραχωνίτιδος χώρας, καὶ ὁ Λυσανίας ἦταν τετράρχης τῆς Ἀβι- ληνῆς,

2 κατὰ τὴν άρχιερατεία τοῦ Ἅννα καὶτοῦ Καϊάφα, ἦλθε πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἸωάιΝη τὸν υίὸ τοῦ Ζαχαρία οτήν ἔρημο,

3 καὶ κατόπιν τούτου (ὸ Ἰωάννης) ἦλθε σ’ ὅλη τὴν πε- ριοχὴ τοῦ Ἰορδάνου καὶ κήρυττε βάπτισμα μετανοίας γιὰ άφεσι τῶν ἁμαρτιῶν,

4 καθὼς εἶναι γραμμένο οτὸ βιβλίο τῶν λόγων τοῦ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου ποὺ εἶπε· Φωνὴ ἑνός, ποὺ φωνάζει δυνατὰ στὴν ἕρημο, Ἑτοιμάσετε τὴν ὸδὸ γιὰ νὰ διαβῇ ὸ Κύριος, ίσιάξετε τοὺς δρόμους του γιὰ νὰ περάσῃ,

5 Κάθε φαράγγι θὰ γεμίσῃ μὲ χῶμα καὶ κάθε βουνὸ καὶ λόφος Θὰ χαμηλώσῃ (θὰ ίσοπεδωθῇ), καὶ τὰ στραβὰ θά γίνουν ’ίσια καὶ οἱ ἀνώμαλοι δρόμοι θὰ γίνουν ὸμαλοί.

6 Καὶ τότε κάθε ἄνθρωπος θὰ ἰδῇ τὴ σωτηρία, ποὺ προσφέρει ὁ Θεός.

Αὑστηρὸ ὲλεγκτικὸ κήρυγμα

7 Ἔλεγε δὲ οτὰ πλήθη, ποὺ ἔβγαιναν καὶ πήγαιναν γιὰ νά βαπτισθοῦν ἀπ’ αὐτόν· «Τέκνα γεννημένα ἀπὸ όχιέςί Ποιός σάς εἶπε, ὅτι θὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴ μέλλουσα ὀργή,

8 Κάνετε λοιπὸν ἔργα, ποὺ εἶναι καρποὶ μετανοίας, καὶ μὴν άρχίσετε νὰ λε’τε γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας, Πατέρα ἔχουμε τὸν Ἀβραάμ. Διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεὸς δύναται ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λίθους νὰ βγάλῃ τέκνα γιὰ τὸν Ἀβραάμ.

9 Ἤδη δὲ καὶτὸ τσεκούρι εἶναι κοντὰ στὴ ρίζα τῶν δένδρων· καὶ κάΘε δένδρο, ποὺ δὲν κάνει καρπὸ καλό, κόβεται σύρριζα καὶ ρίχνεται οτή φωτιά.

Κήρυγμα φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης

10 Τόν ρωτοῦσαν δὲ τὰ πλήθη λέγοντας· «Τί νὰ κάνωμε λοιπόνῖ».

11 Καὶ άπαντώντας τοὺς ἔλεγε· «Ὅποιος ἔχει δύο χιτῶνες, ἂς δώσῃ σ’ ἐκεῖνον που δὲν ἔχει, καὶ ὅποιος ἔχει τρόφι- μα, άς κάνῃ τὸ ἴδιο».

12 Ἦλθαν δὲ καὶ τελῶνες γιὰ νὰ βαπτι- σΘοῦν καὶ τοῦ εἶπαν- «Διδάσκαλε, τί νὰ κάνωμε».

13 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Νὰ μὴν είσπράτιετε τίποτε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι σᾶς ἔχουν διατάξει». 291 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 3,14-24

14 Τὸν ρωτοῦσαν δὲ καὶ στρατιωτικοὶ λέγοντας· «Καὶ ἑμεῖς τί νὰ κάνωμεῖ». Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Ἀπὸ κανένα νὰ μὴ πάρε- τε τίποτε παράνομα καὶ ἑκβιαοτικά, ἁλλὰ ν’ ἀρκῆσθε στὸ μισθό σας».

Κήρυγμα γιὰ τὴν ὑπεροχὴ καὶ τὸ ἔργα τοῦ Μεσσία

15 Ἐπειδὴ δὲ ὁ λαὸς εἶχε τὴ μεσσιακή προσδοκία καὶ ὅλοι σκέπτονταν μέσα τους γιὰ τὸν Ἰωάννη, μήπως αὐτὸς εἶναι ὸ Χριστός (ὸ Μεσσίας), μίλησε ὁ Ἰωάννης σὲ ὅλους λε’γοντας·

16 «Ἐγὼ μὲν σᾶς βαπτίζω μὲ νερό· ἀλλ’ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι άξιος νὰ λύσω τὸ λουρὶ τῶν ὑποδημάτων· αὐτὸς θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα Ἅγιο καὶ φωτιά.

17 Τὸ φτυάρι του εἶναι στὸ χέρι του, καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ άλῶνι του, καὶ θὰ συνάξῃ τὸ σιτάρι στὴν ἀποθήκη του, ενῷ τὸ άχυρο θὰ κατακαίῃ μὲ φωτιὰ ποὺ δὲν θὰ σβήνῃ».

18 Καὶ ἄλλα δὲ πολλὰ διδάσκοντας κήρυττε στὸ λαό.

Ὀ Ἡρώδης φυλακίζει τὸν Ἰωάννη ἐξ αἰτίας τοῦ ἐλέγχου του

19 Ὁ δὲ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης, ἐπειδὴ ἐλεγχόταν ἀπ’ αὑτὸν γιὰ τὴν Ἡρῳδιάδα τὴ γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ γιὰ ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ἔκανε ὁ Ἡρῴδης,

20 σ’ ὅλα αὐτὰ πρόσθεσε καὶτοῦτο, δηλαδὴ ἔκλεισε τὸν Ἰωάννη στὴ φυλακή.

Ἠ βάπτισι τοῦ Ἰησοῦ

21 Ὅταν δὲ βαπτίσθηκε ὅλος ὁ λαός, βαπτίσθηκε δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ προσευχὸταν, ἄνοιξε ὁ οὐρανὸς

22 καὶ κατέβηκε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μὲ σωματικὴ μορφὴ σὰν περιστέρι ἐπάνω του, καὶ ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ἔλεγε· Σὺ εἶσαι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐσένα ἐξέλεξα1 (καὶ κατέστησα Μεσσία, Χριστό).

Ἡ νομικὴ γενεαλογία τοῦ Ἰησοῦ

23 Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἦταν τριάντα ἐτῶν, στὴν άρχή τοῦ τριακοστοῦ ἔτους καὶ ἦταν, κατὰ τὸ νόμο, υἱὸς τοῦ Ἰωσήφ, υἱοῦ τοῦ Ὴλί,

24 υἱοῦ τοῦ Ματθάν, υἱοῦ τοῦ Λευΐ, υἱοῦ τοῦ Μελχί, υἱοῦ τοῦ Ἰωαννᾶ, υἱοῦ τοῦ Ἰωσήφ, 293 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 3,25 - 43

25 υἱοῦ τοῦ Ματταθίου, υἱοῦ τοῦ Ἀμώς, υἱοῦ τοῦ Ναούμ, υἱοῦ τοῦ Ἐσλίμ, υἱοῦ τοῦ Ναγγαί,

26 υἱοῦ τοῦ Μαάθ, υἱοῦ τοῦ Ματταθίου, υἱοῦ τοῦ Σεμεῦ, υἱοῦ τοῦ Ἰωσήχ, υἱοῦ τοῦ Ἰωδᾶ,

27 υἱοῦ τοῦ Ἰωαννάν, υἱοῦ τοῦ Ρησᾶ, υἱοῦ τοῦ Ζοροβάβῦι, υἱοῦ τοῦ Σαλαθιήλ, υἱοῦ τοῦ Νηρί,

28 υἱοῦ τοῦ Μελχί, υἱοῦ τοῦ Άδδί, υἱοῦ τοῦ Κωσάμ, υἱοῦ τοῦ Ἐλμωδάμ, υἱοῦ τοῦ ” Ηρ,

29 υἱοῦ τοῦ Ἰωσῆ, υἱοῦ τοῦ Ἐλιέζερ, υἱοῦ τοῦ Ἰωρείμ, υἱοῦ τοῦ Ματθάτ, υἱοῦ τοῦ Λευΐ,

30 υἱοῦ τοῦ Συμεών, υἱοῦ τοῦ Ἰούδα, υἱοῦ τοῦ Ἰωσήφ, υἱοῦ τοῦ Ἰωνᾶ, υἱοῦ τοῦ Ἐλιακείμ,

31 υἱοῦ τοῦ Μελεᾶ, υἱοῦ τοῦ Μαϊνάν, υἱοῦ τοῦ Ματταθά, υἱοῦ τοῦ Νάθαν, υἱοῦ τοῦ Δαβίδ,

32 υἱοῦ τοῦ Ἰεσσαί, υἱοῦ τοῦ Ὠβήδ, υἱοῦ τοῦ Βοόζ, υἱοῦ τοῦ Σαλμών, υἱοῦ τοῦ Ναασσών,

33 υἱοῦ τοῦ Ἀμιναδάβ, υἱοῦ τοῦ Άράμ, υἱοῦ τοῦ Ἰωράμ, υἱοῦ τοῦ Ἑσρώμ, υἱοῦ τοῦ Φαρές, υἱοῦ τοῦ Ἰούδα,

34 υἱοῦ τοῦ Ἰακώβ, υἱοῦ τοῦ Ἰσαάκ, υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ, υἱοῦ τοῦ Θάρα, υἱοῦ τοῦ Ναχώρ,

35 υἱοῦ τοῦ Σερούχ, υἱοῦ τοῦ Ραγαῦ, υἱοῦ τοῦ Φάλεκ, υἱοῦ τοῦ Ἔβερ, υἱοῦ τοῦ Σαλᾶ,

36 υἱοῦ τοῦ Καϊνάν, υἱοῦ τοῦ Ἀρφαξάδ, υἱοῦ τοῦ Σήμ, υἱοῦ τοῦ Νῶε, υἱοῦ τοῦ Λάμεχ,

37 υἱοῦ τοῦ Μαθουσάλα, υἱοῦ τοῦ ΙίΞνώχ, υἱοῦ τοῦ Ἰάρεδ, υἱοῦ τοῦ Μαλελεήλ, υἱοῦ τοῦ Καϊνάν,

38 υἱοῦ τοῦ Ἐνώς, υἱοῦ τοῦ Σήθ, υἱοῦ τοῦ Άδάμ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Κεφάλαιο 4

Ὁ Διάβολος πειράζει τὸν Ἰησοῦ

Ό Ἰησοῦς δέ, γεμᾶτος ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιο, ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸν ώδηγοῦσε στὴν έρημο,

2 ὅπου σαράντα ήμέρες πειραζόταν ἀπὸ τὸ Διάβολο, καὶ δὲν ἔφαγε τίποτε τὶς ήμέρες ἑκεῖνες. Καὶ ὅταν (οἱ ήμέρες) τελείωσαν, ύστερα πείνασε.

3 Τότε ὁ Διάβολος τοῦ εἶπε· «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δῶσε διαταγή σ’ αὐτὸ τὸ λίθο νὰ γίνῃ ἄρτος».

4 Ὁ δὲ Ἰη- σοῦς τοῦ άποκρίθηκε λέγοντας· «Εἶναι γραμμένο, ὅτι ὁ ἄνθρω- πος δὲν ζῇ μὲ άρτο μόνο, ἀλλὰ μὲ κάθε λόγο, ποῦ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ».

5 Ὕστερα ὁ Διάβολος τὸν άνέβασε σ’ ἕνα ψηλὸ βουνὸ καὶ τοῦ ἔδειξε ὅλα τὰ βασίλεια τῆς οἰκουμένης σὲ μιὰ στιγμή,

6 καὶ τοῦ εἶπε ὁ Διάβολος· «Σ’ έσένα θὰ δώσω τήν ἐξουσία πάνω σὲ ὅλα αύτὰ τὰ βασίλεια καὶ τὴ δόξα τους, διότι σ’ ἐμένα ἔχει παραδοθῇ, καὶ ὅπου θέλω τὴ δίνω.

7 Ἐὰν λοιπὸν έσὺ μὲ προσκυνήσῃς, ὅλη (ή ἐξουσία καὶ ἡ δόξα) θὰ εἶναι δική σου».

8 Ὁ δὲ Ἰησοῦς άπαντώντας τοῦ εἷπε· «Ἐξαφανίσου ἀπὸ μπροστά μου, Σατανᾶὶ Διότι εἶναι γραμμένο- Τὸν Κύριο τὸ Θεό σου νὰ προσκυνήσῃς καὶ αὑτὸν μόνο νὰ λατρεύσῃς». 295 κΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 43-Ζὲ

9 Ἐπίσης τὸν ὼδήγησε οτὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν ἔστησε στὸ ἅκρο τῆς στέγης τοῦ ναοῦ καὶτοῦ εἶπε· «Ἐὰν εἶσαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, πέσε ἀπ’ έδῶ κάτω,

10 διότι εἶναι γραμμένο, ὅτι θὰ δώσῃ ἐντολὴ στοὺς ἀγγέλους του γιὰ σένα γιὰ νὰ σὲ διαφυλάξουν,

11 καὶ ὅτι θὰ σὲ πιάσουν στὰ χέρια, γιὰ νὰ μὴ κτυπήσῃς τὸ πόδι σου σὲ πέτρα».

12 Πάλι ἁπαντώντας τοῦ εἷπε ὁ Ἰησοῦς- «Ἕχει λεχθῇ· Νὰ μὴ προκαλέσῃς τὸν Κύριο τὸ Θεό σου».

13 Καὶ ἀφοῦ τελείωσε κάθε πειρασμὸ ὁ Διάβολος, ἀπομακρύνθηκε ἀπ’ αὐτὸν πρὸς καιρόν.

Ὸ Ἰησοῦς στὴ Γαλιλαία

14 Ὁ δὲ Ἰησοῦς γεμᾶτος μὲ τὴ δύναμι τοῦ Πνεύματος ἐπέστρεψε στη Γαλιλαία. Καὶ φήμη διαδόθηκε γι’ αὐτὸν σ’ ὅλη τήν περιοχή.

15 Καὶ δίδασκε στὶς συναγωγές τους καὶ Θαυ- μαζόταν ἀπ’ ὅλους.

Ὸ Ἰησοῦς κηρύττει στὴν πατρίδα του Ναζαρέτ Θαυμάζεται καὶ καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς συμπατριὼτες τουί

16 Καὶ ἦλθε στὴ Ναζαρέτ, ὅπου εἶχε ἁνοπραφή, καὶ μπῆκε κατὰ τὴ συνήθειά του τὴν ἠμέρα τοῦ Σαββάτου στὴ συναγωγή, καὶ σηκώΘηκε νὰ ἀναγνώσῃ.

17 Καὶ τοῦ δόθηκε βιβλίο τοῦ προφήτου Ἠσαῖα, καὶ ἀφοῦ ξετύλιξε τὸ βιβλίο (ποὺ ἦταν τυλιγμένο σὲ σχῆμα κυλίνδρου), βρήκε τὸ μέρος ὅπου ἦταν γραμμένο·

18 Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου εἶναι ἐπάνω μου, διότι μὲ ἔχρισε. Μὲ ἀπέστει- λε νὰ φέρω χαρμόσυνο ἄγγελμα στοὺς πτωχούς, νὰ Θερα- πεύσω τοὺς πληγωμένους στὴν καρδιὰ (ὅσους ἔχουν ψυχικὰ τραύματα), ν ’ ἁναγγείλω στοὺς αἰχμαλώτους ἁπελευθέρωσι καὶ στοὺς τυφλοὺς ἀπόκτησι τῆς ὁράσεως, ν’ ἀποστείλω τοὺς ἀναπήρους ὑγιεῖς,

19 νΙ ἁναγγείλω εὐλογημένη έποχή τοῦ Κυρίου.

20 Ὕστερα τύλιξε τὸ βιβλίο καὶ τὸ ἔδωσε πάλι στὸν ὺπηρέτη (στὸν ὰρμόδιο, στὸν έπιμελητή) καὶ κάθησε. Καὶ ὅλων τὰ μάτια στὴ συναγωγὴ ἦταν προσηλωμένα σ’ αὐτόν.

21 Ἄρχι- σε τότε νὸι τοὺς λέγῃ· «Σήμερα ἑκπληρώθηκε ἡ Γραφικὴ αὐτὴ περικοπή στὰ αύτιά σας (διότι ἀκούσατε έμένα, ὁ ὁποῖος κατὰ τήν προφητική περικοπή εἶμαι ὁ χρισμένος καὶ ἀπεσταλμένος νὰ κηρύξω)».

22 Καὶ ὅλοι τὸν έπιδοκίμαζαν καὶ θαύμαζαν γιὰ τὰ χαριτωμένα λόγια, ποὺ έβγαιναν ἀπὸ τὸ στόμα του, καὶ έλεγαν· «Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ Ίωσήφῖ». 297 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 4,23-38

23 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Άσφαλῶς Θά μοῦ είπῆτε αὐτή τήν παροιμία, Ἰατρέ, Θεράπευσε τὸν ἑαυτό σου. Ὅσα άκούσαμε, ὅτι ἕγιναν στὴν Καπερναούμ, κάνε καὶ ὲδῶ στὴν πατρίδα σου».

24 Ἐπίσης εἷπε· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, κανεὶς προφήτης δὲν τιμᾶται στήν πατρίδα του.

25 Ἐπίσης ἀληθινὰ σᾶς λέγω, πολλὲς χήρες ἦταν οτὶς ἠμέρες τοῦ Ἠλιοὺ (τοῦ Ἠλία) στὸν Ἰσραήλ, ὅταν κλείσθηκε ὁ οὐρανὸς ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ἔξι μῆνες καὶ ἦλθε πεῖνα μεγάλη σὲ ὅλη τὴ χώρα,

26 ἀλλὰ σὲ καμμία ἀπ’ αὐτὲς δὲν ἔστειλε ὁ Θεὸς τὸν Ἠλία, παρὰ σὲ μία χήρα οτὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας.

27 Ἐπίσης πολλοὶ λεπροὶ ἦταν τὴν ἐποχή τοῦ προφήτου Ἐλισαίου στὸν Ἰσραήλ, άλλά κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν καθαρίσθηκε (ἀπὸ τή λέπρα), παρὰ ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος».

28 Ἐξωργίσθηκαν δὲ ὅλοι στή συναγωγὴ ἀκούοντας αὐτά,

29 καὶ σηκώΘηκαν καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι καὶ τὸν καταδίωξαν ὣς τὴν άκρη τοῦ βουνοῦ, πάνω στὸ ὸποῖο ἦταν κτισμένη ἡ πόλι τους, γιὰ νὰ τὸν ρίξουν στὸ γκρεμό.

30 Ἀλλ’ αὐτὸς πέρασε άνάμεσά τους καὶ ἔφυγε.

Θεραπεία δαιμονισμένου στὴν Καπερναούμ

31 Καὶ κατέβηκε στὴν Καπερναούμ, πόλι τῆς Γαλιλαίας, καὶ τοὺς δίδασκε τὰ Σάββατα.

32 Καὶ ἐκπλήσσονταν γιὰ τὴ διδασκαλία του, διότι μιλοῦσε μὲ αὐθεντία.

33 Καὶ στὴ συνα- γωγὴ ήταν κάποιος, που εἶχε άκάθαρτο δαιμονικὸ πνεῦμα, καὶ κραύγασε μὲ φωνὴ μεγάλη

34 λέγοντας· «Ἅ, τί κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ σὲ σενα, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ] ἫλΘες νὰ μᾶς καταοτρέψῃςὲ Σὲ γνωρίζω ποιός εἶσαι, ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ (ὁ ἐκλεγμένος ἀπὸ τὸ Θεό)».

35 Καὶ τὸ ἐπέπληξε ὁ Ἰησοῦς λέγο- ντας· «Νά σιωπήσῃς καὶ νὰ βγῇς ἀπ’ αὐτόν». Τότε τὸ δαιμόνιο τὸν ε”ρριξε κάτω ἐνώπιόν τους καὶ βγῆκε ἀπ’ αὑτὸν χωρὶς καθόλου νὰ τὸν βλάψῃ.

36 Καὶ ὅλοι αἰσθάνθηκαν κατάπληξι καὶ δέος, καὶ συνωμιλοῦσαν μεταξύ τους λε’γοντας- «Τί εἶναι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, Πῶς ὲξουσιαοτικὰ καὶ δυναμικά διατάσσει τὰ ἀκάθαρ- τα πνεύματα, καὶ ἐξέρχονταυ».

37 Καὶ ἡ φήμη του διαδιδόταν σὲ κάΘε τόπο τῆς περιοχῆς.

Θεραπεία τῆς πεθερᾶς τοῦ Σίμωνος καὶ ἄλλων ἀσθενῶν

38 Ὅταν δὲ ἔφυγε ἀπ’ τὴ συναγωγή, πῆγε στὸ οπίτι τοῦ Σίμωνος. Ἡ πεΘερὰ δὲ τοῦ Σίμωνος ὺπέφερε ἀπὸ μεγάλο πυρετὸ καὶ τὸν παρακάλεσαν γι’ αὐτή. 299 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 439 - 5,9

39 Καὶ ἀφοῦ στάθηκε ἀπὸ πάνω της, ἐπέπληξε τὸν πυρετὸ καὶ τὴν ᾶφησε, καὶ σηκώθηκε ἁμέσως καὶ τοὺς διακονοῦσε.

40 Καὶ ὅταν ὁ ἥλιος ἔδυε, ὅλοι ὅσοι εἶχαν ἀσθενεῖς ἀπὸ διάφο- ρα νοσήματα τοὺς έφεραν σ’ αὐτόν. Καὶ αὐτὸς ἔθετε πάνω σὲ καθένα ἀπ’ αὐτοὺς τὰ χέρια του καὶ τοὺς θεράπευσε.

41 Ἔβγαι- ναν δὲ καὶ δαιμόνια ἀπὸ πολλούς, ποὺ κραύγαζαν καὶ έλεγαν- «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ὸ Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Ἀλλὰ τὰ ἐπέπληττε καὶ δὲν τὰ ἄφηνε νὰ ὁμιλοῦν, διότι ἤξεραν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας).

Τὰ πλήθη ἁναζητοῦν τὸν Ἰησοῦ μέχρι τὴν ἔρημο

42 Ὅταν δὲ ξημέρωσε, ἔφυγε καὶ πῆγε σ’ ἕνα ἔρημο τόπο. Καὶ τὰ πλήθη τὸν ἀναζητοῦσαν καὶ πῆγαν έως ἐκεῖ καὶ τὸν κρα- τοῦσαν γιὰ νὰ μὴ φύγῃ ἀπ’ αὐτούς.

43 Ἀλλ’ αὐτὸς τοὺς εἶπε- «Πρέπει καὶ στὶς ἄλλες πόλεις νὰ κηρύξω τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἁποοτολή μου».

44 Καὶ κήρυττε στὶς συνα- γωγὲς τῆς Γαλιλαίας.

Κεφάλαιο 5

Θαυμαστὴ ἁλιεία καὶ κλῆσι τῶν πρώτων μαθητῶν

Καθὼς δὲ τὸ πλῆθος συνωστιζόταν καὶ έπεφτε ἐπάνω του γιὰ ν’ ἀκούῃ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς στεκόταν δίπλα οτή λίμνη Γεννησαρέτ,

2 εἶδε δύο πλοῖα, ποὺ ἦταν στὴν ἄκρη τῆς λίμνης. Οἱ δὲ ἁλιεῖς εἶχαν κατεβῆ ἀπ’ αὐτὰ καὶ εἶχαν πλύνει τὰ δίχτυα.

3 Ἀφοῦ δὲ μπῆκε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ πλοῖα, ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνος, τὸν παρακάλεσε νὰ τὸ τραβήξῃ λίγο ἀπὸ τὴν ξηρὰ πρὸς τὴ λίμνη. Καὶ ἀφοῦ κάθησε, δίδασκε ἀπὸ τὸ πλοῖο τὰ πλήθη.

4 Καὶ ὅταν ἔπαυσε νὰ ὁμιλῇ, εἷπε στὸ Σίμωνα· «Φέρε πάλι τὸ πλοῖο στὰ βαθειὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα σας γιὰ ψάρεμα».

5 Ὁ δὲ Σίμων τοῦ εἶπε τότε· «Διδάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε. Ἀλλὰ γιὰ τὸ λόγο σου θὰ ρίξω τὰ δίχτυα».

6 Καὶ ἀφοῦ τὸ έκαναν, ἓπιασαν πάρα πολλὰ ψάρια, καὶ τὰ δίχτυά τους ἅρχισαν νὰ σχίζωνται.

7 Καὶ μὲ νεύματα προσκάλεσαν τοὺς συνεταίρους, ποὺ ἦταν στὸ ἄλλο πλοῖο, γιὰ νὰ ἔλθουν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Καὶ ἦλθαν καὶ γέμισαν καὶτὰ δύο πλοῖα, ὥστε νὰ κινδυνεύουν νὰ βυθισθοῦν.

8 Ὅταν δὲ ὁ Σίμων Πέτρος εἶδε τί ἔγινε, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπε, «Νὰ βγῇς καὶ νὰ φύγῃς ἀπὸ μένα, Κύριε, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός».

9 Αὐτὸ εἶπε, διότι δέος κυρίευσε αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ὅλους, ὅσοι ἦταν μαζί του, γιὰ τὰ πολλὰ ψόιρια ποὺ ἔπιασαν, 301 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 5,10-22

10 ὁμοίως δὲ καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου, ποὺ ἦταν ουνέταιροι τοῦ Σίμωνος. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τὸ Σίμωνα· «Μή φοβᾶσαιί Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ ψα- ρεύῃς ἀνθρώπους».

11 Καὶ ἀφοῦ ἔφεραν τὰ πλοῖα στὴν ξηρά, άφησαν τὰ πάντα καὶ τὸν άκολούθησαν.

Θεραπεία λεπροῦ

12 Καὶ ὅταν ἦταν σὲ μία ἀπὸ τὶς πόλεις, ἰδοὺ ἕνας ἄνθρωπος γεμᾶτος ἀπὸ λέπρα Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσω- πο κατὰ γῆς καὶ τὸν παρακάλεσε λέγοντας· «Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαι νὰ μὲ καθαρίσῃς (ἀπὸ τὴ λέπρα)».

13 Τότε άπλωσε τὸ χέρι καὶ τὸν άγγιξε καὶ εἶπε· «Θέλω, καθαρίσου (ἀπὸ τὴ λέπρα)». Καὶ άμέσως ὴ λέπρα ἔφυγε άπ ’ αὐτόν.

14 Αὐτὸς δὲ (ὁ Ἰησοῦς) τοῦ έδωσε τὴν ἐντολή, «Νὰ μὴ τὸ είπῇς σὲ κανένα, ἀλλὰ πήγαινε καὶ δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα, καὶ πρόσφερε γιὰ τὸν καθαρισμό σου, ὅπως διέταξε ὁ Μωυσῆς, γιὰ νὰ σοῦ δώσουν βεβαίωσι (γιὰ τὴ Θεραπεία σου)».

15 Ἡ δὲ φήμη του διαδιδόταν περισσότερο, καὶ μαζεύονταν πλήθη τοῦ λαοῦ πολλά, γιὰ ν’ άκούουν καὶ νὰ τοὺς θεραπεύῃ ἀπὸ τὶς άσθένειές τους.

16 Αὐτὸς δὲ συχνὰ άπο- συρόταν σὲ ἐρήμους τόπους καὶ προσευχόταν.

Ἅφεσι ἁμαρτιῶν καὶ Θεραπεία παραλύτου

17 Μία δὲ ἡμέρα ποὺ αὐτὸς δίδασκε, κάθονταν ὡς άκροα- ταὶ Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι, ποὺ εἶχαν έλθει ἀπὸ κάθε χω- ριὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ. Καὶ δύναμι Κυρίου ἐνεργοῦσε γιὰ νὰ θεραπεύῃ τοὺς ἀρρώστους.

18 Καὶ ἰδοὺ μερικοὶ ἄνδρες μετέφεραν πάνω σὲ κρεββάτι ἕνα ἅνθρω- πο, ποὺ ἦταν παράλυτος, καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν βάλουν μέσα οτὸ σπίτι καὶ νὰ τὸν άποθέσουν ἐνώπιόν του.

19 Καὶ ἐπειδὴ λόγῳ τοῦ πλήθους δὲν βρῆκαν τρὸπο γιὰ νὰ τὸν περάσουν μέσα, ἀνέβη- καν στὴν ὀροφή και άνάμεσα ἀπὸ τὰ κεραμίδια τὸν κατέβασαν μαζι μὲ τὸ κρεββάτι στὸ μέσον μπροοτὰ στὸν ’.Ιησοῦ

20 Καὶ οταν εἶδε τὴν πίστι τους, τοῦ εἶπε( «’,Άνθρωπε σοῦ ἔχουν ουγχωρηθῆ οἱ άμαρτίες σου».

21 Οι δὲ γραμματεῖς καὶ οι Φαρισαῖοι ἄρχισαν νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ λέγουν μέσα τους· «Ποιός εἶναι αὑτός, ποὺ λέει βλάσφημα πράγματα Ποιός μπορεῖ νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες, παρὰ μόνον ὁ Θεὸς»)

22 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς κατάλαβε τὶς σκέψεις τους καὶ μίλησε καὶ τοὺς εἶπε «Τί σκέπτεσθε μέσα σας 303 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 5,23-36

23 Τί εἶναι εὐκολώτερο, νὰ είτῖῶ, ”Σοῦ ἔχουν συγχωρηθῇ οὶ άμαρτίες σου”, ἢ νὰ είπῶ, ”Σήκω καὶ περπάτα”;

24 Γ ιὰ νὰ μάθετε δέ, ὅτι ὁ Υὶὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες πάνω στὴ γίνῃ-εἰπε στὸν παράλυτο· «Σὲ σένα άπευθύνομαι· Σήκω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου».

25 Καὶ άμέσως σηκώθηκε μπροστά τους, πῆρε τὸ κρεββόπι του καὶ πῆγε στὸ σπίτι του δοξάζοντας τὸ Θεό.

26 Καὶ ὅλοι ἔμειναν κατάπληκτοι καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ καὶ κυριεύθηκαν ἀπὸ δέος, καὶ ἔλεγαν· «Άπίστευτα πράγματα εἴδαμε σήμερα».

Ἡ κλῆσι τοῦ Λευΐ (τοῦ Ματθαίου)

27 Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ (ὁ Ἰησοῦς) άναχώρησε καὶ (καθ’ ὁδὸν) εἶδε ἔνα τελώνη ὀνομαζόμενο Λευῖ, ποὺ καθόταν οτὸ τελω- νεῖο, καὶ τοῦ εἶπε· «Άκολούθησέ με».

28 Καὶ τὰ ἄφησε ὅλα καὶ σηκώθηκε καὶ τὸν άκολούθησε.

29 Καὶ τοῦ ἔκανε μεγάλη δεξίω- σι ὁ Λευῖς στὸ σπίτι του, καὶ ἦταν μεγάλο πλῆθος τελωνῶν καὶ ἄλλων μαζί τους στὸ τραπέζι.

30 Οἱ δὲ γραμματεῖς τους (οἱ νομοδιδάσκαλοί τους) καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν σχόλια στοὺς μαθητάς του λέγοντας. «Γιατί τρώγετε καὶ πίνετε μαζὶ μὲ τοὺς τελῶνες καὶ ἁμαρτωλούς».

31 Άποκρίθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἷπε· «Δὲν ἔχουν οἱ ὑγιεῖς ἀνάγκη ἀπὸ ἰατρὸ, ἀλλ’ οἱ άσθενεῖς.

32 Δὲν ἦλθα νὰ καλέσω ἁγίους, ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια».

Ἐξ ἀφορμῆς ἐρωτήματος γιὰ τὴ νηστεία

33 Τότε ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· «Γιατί οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου νηοτεύουν συχνὰ καὶ κάνουν προσευχές, ὁμοίως καὶ οἱ μα- θηταὶ τῶν Φαρισαίων, ὲνῷ οἱ δικοί σου μαθηταὶ τρώγουν καὶ πίνουνῖ».

34 Αὐτὸς δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Μήπως μπορεῖτε νὰ ἔπιβάλετε νηστεία στοὺς ἀνθρώπους τοῦ γάμου, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ Νυμφίος εἶναι μαζί τους,

35 θὰ ἔλθουν ὅμως ἠμέρες, ὅταν θ’ ἀποσπασθῇ ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Νυμφίος καὶ θὰ θανατωθῇ, καὶ τότε, ἑκεῖνες τὶς ἠμέρες, θὰ νηστεύσουν».

36 Τοὺς εἶπε δὲ καὶ μία παραβολή· «Κανεὶς δὲν βάζει μπάλωμα ἀπὸ ἔνδυμα και- νούργιο σὲ ἔνδυμα παλαιὸ. Άλλιῶς, καὶτὸ καινούργιο θὰ σχίσῃ (γιὰ νὰ λάβῃ τὸ μπάλωμα), καὶ μὲ τὸ παλαιὸ δὲν θὰ ταιριάσῃ τὸ μπάλωμα ποὺ θὰ ληφθῇ ἀπ’ τὸ καινούργιο (Ὸ Ἰουδαϊσμὸς καὶ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν συμπίπτουν καὶ δὲν συμβιβάζονται, διότι ὁ πρῶτος πάλιωσε, ὅπως ἕνα ἔνδυμα, καὶ ὁ δεύτερος εἶναι και- νούργιος). 305 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 5,37 - 6,8

37 Ἐπίσης κανεὶς δὲν βάζει κρασὶ νέο (μούστο) σὲ ἁσκιὰ παλαιὰ Άλλιῶς, τὸ κρασὶ τὸ νέο θὰ σπάσῃ τὰ ἁσκιά, καὶ ἔτσι καὶ αὐτὸ θὰ χυθῇ, καὶτὰ ἀσκιὰ θὰ καταοτραφοῦν.

38 Γι’ αὐτὸ κρασὶ νέο πρέπει νὰ βάζουν σὲ ἁσκιὰ καινούργια, ὁπότε καὶ τὰ δύο διατηροῦνται.

39 Ἐπίσης κανείς, ποὺ ἔπιε παλαιὸ κρασί, δὲν ἐπιθυμεῖ ἁμέσως νέο, ἀλλὰ λέγει’ Τὸ παλαιὸ (κρασὶ) εἶναι καλλίτε- ρο» (Ὅσοι παραμένουν προσκολλημένοι στὸν Ἰουδαϊσμὸ εἶναι παλαιὰ ἁσκιά, ποὺ δὲν δύνανται νὰ βαστάσουν τὸ νέο κρασί, τὸ Χριστιανισμὸ. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀπαιτεῖ νέα ἁσκιά, ἀνθρώπους ἐλευθερωμένους ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ. Ἀλλ’ οἱ φανατικοὶ Ἰουδαῖοι νομίζουν, ὅτι ὁ Ἰουδαϊσμὸς εἶναι καλλίτερος ἀπὸ τὸ Χριστιανισμὸ ὅπως τὸ παλαιὸ κρασὶ εἶναι καλλίτερο ἀπὸ τὸ νέο).

Κεφάλαιο 6

Ὄχι ἁπόλυτη καὶ σχολαστική τήρησι τοῦ Σαββάτου

6 Κατὰ δὲ τὸ δευτεροπρωτο Σόιββατο1 αὐτὸς (ὸ Ἰησοῦς) περ- νοῦσε με’σα ἀπὸ τὰ σπαρτα. Καὶ οἱ μαθηταί του μαδοῦσαν (ἔκοβαν) τὰ στάχυα, τὰ ἔτριβαν μὲ τὰ χέρια καὶ ἔτρωγαν.

2 Με- ρικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τοὺς εἶπαν· «Γ ιατί κὰνετε ὅ,τι δὲν ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατα».

3 Τοὺς ἁποκρίθηκε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἷπε· «Οὔτε αὐτὸ δὲν διαβάσατε, ποὺ ἔκανε ὁ Δαβίδ, ὅταν πείνασε αὐτὸς καὶ οἱ σύντροφοί του;

4 Ὅτι μπῆκε δηλαδὴ στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ πῆρε καὶ ἔφαγε καὶ ἔδωσε καὶ στοὺς συντρόφους του τοὺς ἄρτους τῆς προθέσε- ως, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φάγουν παρὰ μόνον οἱ ἱε- ρεῖςῖ».

5 Ἐπίσης τοὺς ἔλεγε· «Ὁ Υἱὸς τοῦ ανθρώπου εἶναι κύριος καὶ τοῦ Σαββάτου».

Θεραπεία κατὰ τὸ Σὰββατο

6 Καὶ ἄλλο δὲ Σάββατο αὐτὸς (ὁ Ἰησοῦς) μπῆκε στὴ συνα- γωγὴ καὶ δίδασκε. Καὶ ἦταν ἐκεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὸ δεξί του χέρι ἦταν παράλυτο.

7 Καὶ κοίταζαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φα- ρισαῖοι ἂν θὰ Θεραπεύσῃ τὸ Σάββατο, γιὰ νὰ βροῦν κατηγορία ε’ναντίον του.

8 Ἀλλ’ αὐτὸς γνώριζε τοὺς διαλογισμούς τους, καὶ εἶπε στὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ παράλυτο χέρι· «Σήκω καὶ στάσου ὲδῶ μπροοτά», Καὶ αὐτὸς σηκώθηκε καὶ στάθηκε. 307 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6,9-21

9 Εἰπε δέ ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτούς· «Σᾶς ἐρωτῶ· Τί ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατο, νὰ κὰνῃ κανεὶς καλὸ ἢ κακό; Νὰ σώσῃ ᾶνθρωπο ἢ νὰ σκοτώσῖῃ».

10 Καὶ ἀφοῦ περιέφερε τὸ βλέμμα σ’ ὅλους αὐτούς, εἶπε σ’ αὐτόν· «Ἅπλωσε τὸ χέρι σου». Καὶ αύτὸς τὸ ἔκανε, καὶ ἁποκαταστάθηκε τὸ χέρι του, ὥστε νὰ εἶναι ὅπως τὸ ἄλλο.

11 Αὐτοὶ δὲ ἐγιναν ἔξω φρενῶν, καὶ έκαναν μεταξύ τους συζητήσεις ἐπὶ συζητήσεων γιὰ τὸ τί θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν στὸν Ἰησοῦ.

Ἡ ἐκλογὴ καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων

12 Αύτὲς δὲ τὶς, ἡμέρες βγῆκε στὸ ὅρος γιὰ νὰ προσευχηθῇ, καὶ διανυκτέρευσε στὴν προσευχὴ πρὸς τὸ Θεό.

13 Καὶ ὅταν ξημέρωσε, κάλεσε κοντά του τοὺς μαθητάς του καὶ ἐξέλεξε ἀπ’ αὐτούς δώδεκα, τοὺς ὁποίους καὶ ὠνόμα- σε ἀποστόλους·

14 Τὸ Σίμωνα, τὸν ὁποῖο καὶ ὠνόμασε Πέτρο, καὶ τὸν Ἀνδρέα τὸν ἀδελφό του, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸ Φίλιππο καὶ τὸ Βαρθολομαῖο,

15 τὸ Ματθαῖο καὶ τὸ Θωμᾶ, τὸν Ἰάκωβο τὸν υὶὸ τοῦ Άλφαίου καὶ τὸ Σίμωνα τὸ λεγόμενο Ζηλωτή,

16 τὸν Ἰούδα τὸν υ“ιὸ τοῦ Ἰακώβου, καὶ τὸν Ἰούδα τὸν Ἰσκαριώτη, ὸ ὁποῖος καὶ ἔγινε προδότης.

Πλήθη συρρέουν πρὸς τὸν Ἰησοῦ

17 Κατέβηκε δὲ μαζί τους καὶ στάΘηκε σ’ ιένα τόπο πεδινό, ὅπου ἦταν πλῆθος ἀπὸ μαθητάς του καὶ μεγάλο πλῆθος τού λαοῦ ἀπ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ τὴν Ἰερουσαλὴμ καὶ τὶς παραλι- ακές πόλεις Τύρο καὶ Σιδῶνα,

18 οἱ ὁποῖοι ἦλθαν γιὰ νὰ τὸν ἁκούσουν καὶ νὰ Θεραπευθοῦν ἀπὸ τὶς ἁσΘένειές τους, καθὼς καὶ οἱ ἐνοχλούμενοι ἀπὸ πνεύματα ἀκάθαρτα, καὶ θεραπεύο- νταν.

19 Καὶ ὅλος ὁ λαὸς προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἁγγίξῃ, διότι δύναμι έβγαινε ἀπ’ αύτὸν καὶ Θεράπευε τοὺς πάντες.

Μακαρισμοὶ καὶ ταλανισμοί

20 Τότε αὐτὸς στράφηκε πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ ἐλεγε- «Εὐτυχεῖς εἶσθε σεῖς οἱ πτωχοί, διότι δική σας εἶναιή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

21 Εύτυχεῖς εἶσθε σείς, οἱ ὁποῖοι τώρα πεινᾶτε, διότι Θὰ χορτασετε. 309 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6,22-35 Ευτυχεῖς εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι τώρα κλαίετε, διότι θὰ γελάσε- τε.

22 Εὑτυχεῖς εἶσθε, ὅταν σᾶς μισήσουν οἱ ἂνθρωποι, καὶ όταν σᾶς ἀφορίσουν καὶ σᾶς χλευάσουν καὶ σᾶς δυσφημήσουν ἐξ αἰτίας τοῦ Υὶοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

23 Χαρῆτε ἐκείνη τὴν ἡμέρα καὶπηδήσετε ἀπὸ χαρά, διότι νά, ό μισθός σας θὰ εἶναι πολὺς στὸν οὐρανό. Τὰ ἴδια, ὡς γνωστόν, ἐκαναν οἱ πατέρες τους στοὺς προφῆτες.

24 Άντιθέτως ἀλλοίμονο σὲ σᾶς τοὺς πλουσίους, διότι ήδη ἔχετε λάβει ὅ,τι ἦταν ν’ ἀπολαύσετε.

25 Άλλοίμονο σὲ σᾶς τοὺς χορτάτους, διότι θὰ πεινάσετε. Άλλοίμσνο σὲ σᾶς, που τώρα γελᾶτε, διότι θὰ πενθήσετε καὶ Θά κλαύσετε.

26 Άλλσίμονο ὅταν σᾶς έπαινέσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι Τὰ ἴδια, ὼς γνωστόν, ἔκαναν στοὺς ψευδοπροφῆτες οἱ πατέρες τους».

Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας

27 «Λέγω δέ σὲ σᾶς, ποὺ μὲ ἀκοῦτε· Ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ κάνετε καλό σ’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς μισοῦν,

28 νὰ δίνετε εὺχές σ’ όσους έκστομίζουν ἐναντίον σας κατάρες, νὰ προσεύχεσθε γιὰ ὅσους σᾶς συμπεριφέρονται κακῶς.

29 Σ’ ὅποιον σὲ κτυπᾷ στὴ μία πλευρὰ τῆς σιαγόνος (στό ἕνα μάγουλο), πρόσφερε καὶ τὴν ἄλλη. Καὶ αὐτόν, ποὺ σοῦ παίρνει τὸ πανωφόρι, μὴ έμποδίσῃς νὰ σοῦ πάρῃ καὶτὸ πουκάμισο.

30 Καὶ σὲ καθένα, ποὺ σοῦ ζητεῖ, δίνε. Καὶ ἀπ’ αὐτόν, ποὺ παίρνει τὰ δικά σου, νὰ μὴ ζητῇς νὰ τὰ πάρῃς πίσω.

31 Καὶ καθὼς Θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι σὲ σᾶς, ἔτσι νὰ κάνετε καὶ σεῖς σ’ αὐτούς.

32 Ἐὰν δέ ἀγαπᾶτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀγα- ποῦν, ποιός μισθὸς ἀνήκει σὲ σᾶς, Διότι καὶ οἱ ἀσεβεῖς ἀγαποῦν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀγαπσῦν.

33 Καὶ ἐὰν εὐεργετήτε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς εὐεργε- τοῦν, ποιός μισθὸς ἀνήκει σὲ σᾶς, Διότι καὶ οἱ ἀσεβεῖς τὸ αὐτὸ πράττουν.

34 Καὶ ἐὰν δανείζετε σ’ ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε νὰ πάρετε πίσω, ποιός μισθὸς ἀνήκει σὲ σᾶς, Διότι καὶ ἀσεβεῖς δανείζουν σὲ ἀσεβεῖς γιὰ νὰ πάρουν πίσω τὰ αὐτὰ.

35 Ναί, ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, καὶ νὰ εὐεργετῆτε, καὶ νὰ δανείζετε, χωρὶς νὰ περιμένετε νὰ λάβετε πίσω τίπστε. Καὶ ἐτσι Θὰ εἶναι ὁ μισθός σας πολύς, καὶ θὰ εἶσθε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου, διότι αὐτὸς φέρεται μὲ καλωσύνη στοὺς ἀχαρίστους καὶ κακούς. 311 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6,36-46

36 Νὰ εἶσθε λοιπὸν σπλαγχνικοί ὅπως καὶ ὁ (οὐράνιος) πατέρας σας εἶναι σπλαγχνικός».

Μὴ κατακρίνετε

37 «Καὶ νὰ μὴ κατακρίνετε, καὶ δὲν θὰ κατακριθῆτε. Νὰ μὴ καταδικάζετε, καὶ δὲν θὰ καταδικασθῆτε. Νὰ συγχωρῆτε, καὶ Θὰ συγχωρηθῆτε.

38 Νὰ δίνετε, καὶ θὰ σᾶς δοθῇ. Δοχεῖο μετρήσεως σωστό, ποὺ τὸ περιεχόμενό του θὰ ἔχῃ συμπιεσθή καὶ κουνηθῆ καὶ θὰ ὺπερεκχειλίζῃ, θὰ δώσουν στὴν άγκαλιά σας. Τὸ μέτρο δηλαδή, ποὺ χρησιμοποιεῖτε γιὰ τοὺς ἄλλους, θὰ χρησιμοποι- ηθῇ γιὰ άνταπόδοσι σὲ σᾶς».

39 Ἑπίσης τοὺς μίλησε παραβο- λικῶς· «Μήπως δύναται τυφλὸς νὰ ὁδηγῇ τυφλό; Δὲν θά πέσουν καὶ οἱ δύο σὲ λάκκο;

40 Δὲν ὑπάρχει μαθητὴς άνώτερος ἀπὸ τὸ διδάσκαλό του. Καθένας δέ, ποὺ θὰ τελειοποιηθῇ, θὰ φθάσῃ τὸ διδάσκαλό του.

41 Γιατί δὲ τὴν άγκίδα, ποὺ εἶναι στὸ μάτι τοῦ άδελφοῦ σου, βλέπεις, τὸ δὲ δοκάρι, ποὺ εἶναι στὸ δικό σου μάτι, δὲν βλέπεις

42 Ἥ πῶς μπορεῖς νὰ λέγῃς στὸν άδελφό σου, ”Άδελφε’, ἄφησε νὰ βγάλω τὴν άγκίδα, ποὺ εἶναι στὸ μάτι σου”, ένῷ σὺ δὲν βλέπεις τὸ δοκάρι, ποὺ εἶναι στὸ δικό σου μάτι,· Ὑπο- κριτάέ Βγάλε πρῶτα τὸ δοκάρι ἀπὸ τὸ δικό σου μάτι, καὶ τότε Θὰ ἰδῇς καθαρὰ γιὰ νὰ βγάλῃς τὴν άγκίδα, ποὺ εἶναι στὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου».

Τὸ δένδρο γνωρίζεται ἀπὸ τὸν καρπό...

43 «Δὲν ὑπάρχει δὲ καλὸ δένδρο, ποὺ νὰ κάνῃ κακὸ καρπό, οὔτε κακὸ δένδρο, ποὺ νὰ κάνῃ καλὸ καρπό.

44 Γι’ αὐτὸ κάθε δένδρο άναγνωρίζεται (ὼς καλὸ ἢ κακὸ) ἀπὸ τὸν καρπό του. Ἐπίσης ἀπὸ άγκάθια δὲν μαζεύουν σῦκα, οὔτε ἀπὸ βάτα τρυ- γοῦν σταφύλια (Τ ὰ άγκάθια καὶ τὰ βάτα δὲν περιλαμβάνονται στὰ δένδρα).

45 Ὁ καλὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ καλὸ ἁπόθεμα τῆς ψυχῆς του βγάζει τὸ καλό, καὶὸ κακὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ κακὸ άπόθεμα τῆς ψυχῆς του βγάζει τὸ κακό. Διότι ἀπὸ τὸ περίσσευ- μα (τὸ ξεχείλισμα) τῆς ψυχῆς ὁμιλεῖ τὸ στόμα του».

Ὁ φρόνιμος καὶ ὁ μωρὸς οἰκοδόμος

46 «Γ ιατί δὲ μὲ προσφωνεῖτε, ”Κύριε, Κύριε”, καὶ δὲν κάνετε αὐτὰ ποὺ λέγω; 313 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 6,47 - 7,12

47 Καθένας, ποὺ ἔρχεται πρὸς έμένα καὶ άκούει τοὺς λόγους μου καὶ τοὺς ἐφαρμόζει, θὰ σᾶς δείξω μὲ ποιόν εἶναι ὅμοιος·

48 εἶναι ὅμοιος μὲ άνθρωπο ποὺ κτίζει σπίτι, καὶ ἔσκαψε βαθειὰ καὶ ἔθεσε θεμέλια πάνω στὸ βράχο. Καὶ ὅταν ’ἡινε πλημμύρα, τὸ ρεῦμα τοῦ νεροῦ ἔπεσε μὲ ὸρμή πάνω στὸ σπίτι ἐκεῖνο, ἀλλὰ δέν μπόρεσε νὰ τὸ γκρεμίσῃ, διότι εἶχε Θεμελιωθῆ πάνω στὸ βράχο.

49 Άντιθέτως ἐκεῖνος, ποὺ άκουσε καὶ δὲν ἐφάρμοσε, εἶναι ὅμοιος μὲ άνθρωπο ποὺ ἔκτισε σπίτι πάνω στὸ ἔδαφος χωρὶς θεμέλιο. Τὸ ρεῦμα τοῦ νεροῦ ἔπεσε πάνω του, καὶ άμέσως ἔπεσε, καὶ ἡ πτῶσι τοῦ σπιτιοῦ ἐκείνου ἦταν μεγάλη».

Κεφάλαιο 7

Ἠ πίστι ἑκατοντάρχου καὶὴ Θεραπεία τοῦ δούλου του

7 Ὅταν δὲ (ὸ Ἰησοῦς) τελείωσε ὅλα τὰ λόγια, ποὺ εἶχε νὰ είπῇ στὸ λαό, μπῆκε στὴν Καπερναούμ.

2 Κάποιου δὲ ἑκατοντάρχου δοῦλος, τὸν ὁποῖον έκτιμοῦσε, ἦταν ἀσθενὴς καὶ ἑτοιμοθάνα- τος.

3 Ὅταν δὲ ἄκουσε γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων μὲ τὴν παράκλησι νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ δοῦλο του.

4 Ἐκεῖνοι δὲ πῆγαν στὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν πα- ρακαλοῦσαν θερμὰ λέγοντας· «Άξίζει νὰ τοῦ κάνῃς αὑτό.

5 Διότι ἀγαπᾷ τὸ ἔθνος μας, καὶ τὴ συναγωγὴ αὐτὸς ἔκτισε για μᾶς».

6 Ὁ δὲ Ἰησοῦς πῆγε μαζί τους. Ἀλλ’ ὅταν πλέον δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὸ σπίτι, ὁ ἑκατόνταρχος ἔστειλε πρὸς αὐτὸν φίλους καὶτοῦ εἶπε· «Κύριε, νὰ μὴ ταλαιπωρῆσαι, διότι δὲν εἶμαι άξιος νὰ μπῇς στὸ σπίτι μου.

7 Γι’ αὐτὸ δὲν θεώρησα τὸν ἑαυτό μου άξιο οὔτε νά ἔλθω πρὸς ἐσένα. Ἀλλὰ δῶσε διαταγή μὲ λόγο, καὶ θὰ θεραπευθῆ ὸ δοῦλος μου.

8 Διότι ἐγὼ εἶμαι άνθρωπος ὑποτασσόμενος σὲ ἐξουσία, ἔχοντας ὅμως στὶς διαταγές μου στρατιῶτες, καὶ λέγω σὲ τοῦτον, ”Πήγαινε”, καὶ πηγαίνει, καὶ σ’ ἄλλον, ’”Ἐλα”, καὶ ἔρχε- ται, καὶ στὸ δοῦλο μου, ”Κάνε αὐτό”, καὶ τὸ κάνει».

9 Ὅταν δὲ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, τὸν θαύμασε καὶ στράφηκε πρὸς τὸ λαό, ποὺ τὸν άκολουθοῦσε, καὶ εἶπε· «Σᾶς λέγω, τόσο μεγάλη πίστι οὔτε στὸν Ἰσραὴλ δὲν βρῆκα».

10 Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν οἱ άπε- σταλμένοι οτὸ σπίτι, βρῆκαν τὸν ἀσθενῆ δοῦλο ὑγιῆ.

Ἠ ἀνάστασι τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν

11 Κατόπιν δὲ (ὁ Ἰησοῦς) πήγαινε σὲ μία πόλι ὀνομαζομένη Ναΐν. Καὶ πήγαιναν μαζί του άρκετοὶ μαθηταί του καὶ λαὸς πολύς.

12 Ὅταν δὲ πλησίασε στὴν πύλη τῆς πόλεως, ἰδοὺ γινόταν ἡ έκφορὰ ἑνὸς νεκροῦ, ποὺ ἦταν υἱὸς μονογενὴς οτή μητέρα του, αὐτῆ δὲ ἦταν χήρα, καὶ λαὸς πολὺς ἀπὸ τὴν πόλι τὴ συνώδευε. 315 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 7,13-27

13 Ὅταν δὲ ὁ Κύριος τὴν εἶδε, τὴ σπλαγχνίσθηκε καὶ τῆς εἶπε· «Μὴν κλαῖςί».

14 Ἔπειτα πλησίασε καὶ ἄγγιξε τὸ φέρετρο, αὐτοὶ δὲ ποὺ τὸ βάσταζαν σταμάτησαν, καὶ εἶπε. «Νεανίσκε, σὲ σένα ἁπευθύνομαι, σήκωέ».

15 Καὶ ἀνασηκώθηκε ὁ νεκρὸς καὶ άρχισε νὰ μιλάη, καὶ τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του.

16 Καὶ δέος κυρίευσε ὅλους, καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ λέγοντας, «Μεγάλος προφήτης έμφανίσθηκε σ’ έμᾶς», καί, «Ό Θεὸς ένδιαφέρθη- κε γιὰ τὸ λαό του».

17 Καὶ διαδόθηκε αὐτη ἡ φήμη γι’ αὐτὸν σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ σ’ ὅλα τὰ περίχωρα.

Ἐρώτημα γιὰ τὸν Ἐρχόμενο καὶ άπάντησι τοῦ Ἰησοῦ

18 Καὶ άνήγγειλαν στὸν Ἰωάννη οἱ μαθηταί του ὅλα αὑτά.

19 Τότε ὁ Ἰωάννης κάλεσε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του καὶ έστει- λε στὸν Ἰησοῦ λέγοντας· «Σὺ εἷσαι ὁ Ἑρχόμενος (ὸ Μεσσίας), ἢ πρέπει νὰ περιμένωμε ἄλλονῖ».

20 Ὅταν δὲ οἱ ἄνδρες πῆγαν σ’ αὐτόν, εἶπαν· «Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής μᾶς ἔστειλε σὲ σένα νὰ ρωτήσωμε· Σὺ εἷσαι ὁ Ἑρχόμενος (ό Μεσσίας), ἢ πρέπει να περιμένωμε ἅλλονῖ».

21. Αὺτή δὲ τὴν ὥρα (ὁ Ἰησοῦς) Θεράπευ- σε πολλοὺς ἀπὸ νόσους καὶ βασανιοτικὲς ἁσθένειες καὶ πονηρὰ πνεύματα, καὶ σὲ πολλοὺς τυφλοὺς χάρισε τὴν ὅρασι

22 Ἔπειτα ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε, «Νὰ πᾶτε καὶ ν’ ἀναφέρετε στὸν Ἰωάννη αὐτὰ ποὺ εἴδατε καὶ ἀκούσατε· Τυφλοὶ ἁποκτοῦν τήν ὅρασι καὶ κουτσοὶ περιπατοῦν, λεπροὶ καθαρίζονται (ἀπὸ τή λέπρα), κωφοὶ άκούουν, νεκροὶ άνασταίνονται, πτωχοὶ ἁκούουν χαρμόσυνα μηνύματα.

23 Καὶ εὐτυχὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν Θὰ κλονισθῇ άπέναντί μου»,

Ὸ Ἰησοῦς πλέκει τὸ έγκώμιο τοῦ Ἰωάννου

24 Ὅταν δὲ οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰωάννου ἁναχώρησαν, (ό Ἰη- σοῦς) ἄρχισε νὰ λέγῃ οτὰ πλήθη γιὰ τὸν Ἰωάννη· «Τί βγήκατε οτην ἔρημο νὰ ἰδήτε; Κανένα καλάμι, ποὺ τὸ σαλεύει ὁ ἄνεμος (Ὄχι βεβαίως).

25 Ἀλλὰ τί βγήκατε νὰ ἰδῆτε, Κανένα άνθρωπο ντυμένο μὲ πολυτελῆ ένδύματας Ἰδού, ὅσοι φοροῦν λαμπρὲς ἑνδυμασίες καὶ ζοῦν μὲ ἀπολαύσεις βρίσκονται στὰ ἀνάκτορα.

26 Ἀλλὰ τί βγήκατε νὰ ίδήτε; Προφήτη; Ναί, σᾶς λέγω, καὶ πε- ρισσότερο ἀπὸ προφήτη.

27 Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶναι γραμμένο· Ἰδοὺ ε’γὼ ἀποστέλλω τὸν ἁγγελιαφόρο μου πρωτύτερα ἀπὸ σένα, καὶ θὰ προετοιμὰσῃ τὸ δρόμο σου. 317 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 7,28-39

28 Σᾶς λέγω δέ, γυναῖκα δὲν γέννησε προφήτη κανένα με- γαλύτερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Ἐν τούτοις ὁ μικρότε- ρος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (στήν Ἐκκλησία) εἶναι μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτόν (ἐξ ἐπόψεως πνευματικῶν προνομίων).

29 Ὄλος δὲ ό λαός, ὅταν ἄκουσε (τὸν Ἰωάννη), καὶ αὐτοὶ οἱ τελῶνες, δόξασαν τὸ Θεὸ καὶ βαπτίσθη καν μὲ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου.

30 Ἀλλ’ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ νομοδιδάσκαλοι ἁρνήθηκαν στοὺς ἑαυτούς τους τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ μὴ βαπτισθοῦν ἀπ’ αὐτόν».

Ἁπόρριψι καὶ δικαίωσι τῆς σοφίας

31 «Μὲ τί λοιπὸν (κατόπιν τῆς ἀνωτέρω συμπεριφορᾶς τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν νομοδιδασκάλων) νὰ παρομοιὰσω τοὺς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς γενεᾶςς Μὲ τί εἶναι ὅμοιοι,

32 Εἶναι ὅμοιοι μὲ παιδιά, ποὺ κάθονται κατὰ ὁμάδα καὶ προσφωνοὺν οἱ παῖκτες τῆς μιᾶς ὁμάδος τοὺς παῖκτες τῆς ἄλλης ὁμάδος καὶ λέγουν μεταξύ τους· -Σᾶς παίξαμε χαρούμενα τραγούδια, καὶ δὲν χορέψατε. -Σᾶς τραγουδήσαμε μοιρολόγια, καὶ δὲν κλάψατε.

33 Ἦλθε δηλαδὴ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής χωρὶς νὰ τρώγῃ ψωμὶ καὶ χωρὶς νὰ πίνῃ κρασί, καὶ λέγετε, ”Δαιμόνιο έχει”.

34 Ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τρώγει καὶ πίνει, καὶ λέγε- τε, ’Ἲδοὺ ἄνθρωπος φαγᾶς καὶ οἰνοπότης φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν”.

35 Άλλ’ἡ σοφία δικαιώθηκε ἀπὸ ὅλα τὰ παι- διά της (”Ὀλοι οἱ συνετοὶ ἄνθρωποι ἁναγνώρισαν, ὅτι ἡ σοφία ἐνήργησε σωστὰ καὶ διὰ μέσου τοῦ Ἰωάννου καὶ διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἁνθρώπου)».

«Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολὺ»

36 Κάποιος δὲ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τὸν παρακαλοῦσε γιὰ νὰ φάγῃ μαζί του. Καὶ μπῆκε στὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου καὶ κάθησε στὸ τραπέζι.

37 Καὶ ἰδοὺ στὴν πόλι ζοῦσε μία γυναῖκα, ἠ ὁποία ἦταν ἁμαρτωλή. Καὶ ὅταν ἔμαθε, ὅτι τρώγει στὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου, έφερε ἕνα ἁλάβαστρο (εἶδος δοχείου) μὲ μύρο,

38 στάθηκε πίσω του κοντὰ στὰ πόδια του κλαίοντας, καὶ ἄρχισε νὰ βρέχῃ τὰ πόδια του μετὰ δάκρυα, καὶτὰ σκούπιζε μετὰ μαλ- λιά της, καὶ καταφιλοῦσε τὰ πόδια του, καὶτὰ ἄλειφε μὲ τὸ μύρο.

39 Ὅταν δὲ εἶδε ὁ Φαρισαῖος, ποὺ τὸν προσκάλεσε, εἶπε μέσα του· «Αὐτός, ἐὰν ἦταν προφήτης, θὰ γνώριζε ποιά καὶ ποιᾶς δι- αγωγῆς εἶναι ἡ γυναῖκα ποὺ τὸν ἁγνίζει, θὰ γνώριζε ὅτι εἶναι ὰμαρτωλή». 319 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 7,4Ο - 8,6

40 Μίλησε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· «Σίμων, ἔχω κάτι νὰ σοῦ εἰπῶ». Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Διδάσκαλε, λε’γε».

41 «Δύο χρεω- στοῦσαν σὲ κάποιο δανειστή. Ὁ ἕνας χρεωστοῦσε πεντακόσια δηνάρια, καὶ ὁ ἄλλος πενήντα.

42 Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν νὰ τὰ δώσουν πίσω, τὰ χάρισε καὶ στοὺς δύο. Λέγε, λοιπόν, ποιός ἀπ’ αὐτοὺς θὰ τὸν ἁγαπήσῃ περισσότεροῖ».

43 Άπαντώντας δὲ ὁ Σίμων εἶπε. «Νομίζω ἐκεῖνος, στὸν ὸποῖο χάρισε τὰ περισσότε- ρα». Καὶ αὐτὸς τοῦ εἶπε· « ’ Ορθὰ ἔκρινες».

44 Καὶ ἀφοῦ γύρισε πρὸς τὴ γυναῖκα, εἶπε στὸ Σίμωνα· «Βλέπεις αὐτὴ τὴ γυναῖκα, Μπήκα στὸ σπίτι σου, νερὸ δὲν μοῦ ἔδωσες γιὰ τὰ πόδια μου· αὐτὴ ὅμως μὲ τὰ δάκρυα ἔβρεξε τὰ πόδια μου καὶ μὲ τὰ μαλ- λιά της τὰ σκούπισε.

45 Φίλημα δὲν μοῦ ἔδωσες- αὐτὴ ὅμως, ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ ἦρθε μέσα, δὲν ἔπαυσε νὰ καταφιλῇ τὰ πόδια μου.

46 Μὲ λάδι δὲν ἄλειψες τὸ κεφάλι μου· αὐτὴ ὅμως μὲ μύρο ἅλειψε τὰ πόδια μου.

47 Ἐξ αἰτίας τούτου σοῦ λέγω· Ἕχουν συγχωρηθῇ οἱ ἁμαρτίες της οἱ πολλές, γι’ αὐτὸ ἁγάπησε πολύ· ἐκεῖνος δέ, στὸν ὁποῖο συγχωρεῖται λίγο, ὰγαπάει λίγο».

48 Εἶπε δὲ σ’ αὐτή· «Ἕχουν συγχωρηθῇ οἱ ἁμαρτίες σου».

49 Τότε ἄρχι- σαν οἱ συνδαιτυμόνες νὰ λε’νε μεταξύ τους· «Ποιὸς εἶναι αὑτός, ὥστε νὰ συγχωρῇ καὶ ἁμαρτίεςρ).

50 Εἶπε δὲ πρὸς τὴ γυναῖκα· «Ἠ πίστι σου σὲ ἔσωσε. Φύγε ἤσυχη».

Κεφάλαιο 8

Γυναῖκες ἀκόλουθοι καὶ διάκονοι τοῦ Ἰησοῦ

Στὸ ἑξῆς δὲ περιώδευε ἀπὸ πόλι σὲ πόλι καὶ ἀπὸ χωριὸ σὲ χω- ριὸ κηρύττοντας καὶ διδάσκοντας γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μαζί του δὲ ἦταν οἱ δώδεκα,

2 καὶ μερικὲς γυναῖκες, ποὺ εἶχαν Θεραπευθῆ ἀπὸ νοσήματα καὶ βάσανα καὶ πονηρὰ πνεύματα καὶ ἀσθένειες, ἡ Μαρία ἡ λεγομένη Μαγδαληνή, ἀπ’ τὴν ὁποία εἶχαν βγεῖ ἑπτὰ δαιμόνια,

3 καὶ ἠΊωάννα ἡ γυναῖκα τοῦ Χουζᾶ, διαχει- ριστοῦ στὸν οἶκο τοῦ Ἡρῴδη, κα“ι ἡ Σουσάννα, καὶ πολλὲς ἄλλες, οἱ ὁποῖες τὸν διακονοῦσαν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά τους.

Ἠ παραβολὴ τοῦ σπορὲως

4 Ἐνῲ δὲ λαὸς πολὺς συγκεντρωνόταν, καὶ ἀπὸ τὶς διάφορες πόλεις συνέρρεαν πρὸς αὐτόν, εἶπε μὲ παραβολή·

5 «Βγήκε ὁ σπορεὺς γιὰ νὰ σπείρῃ τὸ σπόρο του. Καὶ ὅταν ἔσπερνε, ἄλλοι μὲν σπόροι ἔπεσαν στὸ δρόμο, καὶ καταπατήθηκαν, καὶ τοὺς κατάφαγαν τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ.

6 ’Άλλοι δὲ ἔπεσαν στὸ πετρῶδες ἔδαφος, καὶ ἀφοῦ φύτρωσαν, ξεράθηκαν, διότι δὲν εἶχαν ὑγρασία. 321 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 8,7-17

7 Ἄλλοι δέ ἔπεσαν ἀνάμεσα οτὰ ἀγκάθια, καὶ φύτρωσαν μαζί τους τὰ ὰγκάθια καὶ τοὺς ἔπνιξαν τελείως.

8 Καὶ ἄλλοι ἔπεσαν στὸ ἔδαφος τὸ έκλεκτό, καὶ φύτρωσαν καὶ ἔκαναν καρπὸ έκατο- νταπλάσιο». Λέγοντας αὐτὰ φώναξε «Ὅποιος ἔχει αῦτιά γιὰ νά ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».

Γιατί ὁ Ἰησοῦς ὁμιλεῖ μέ παραβολές

9 Τὸν ρωτοῦσαν δέ οἱ μαθηταί του λέγοντας· «Τί σημαίνει ἡ παραβολὴ αὐτήῖ».

10 Αὐτὸς δέ εἶπε· «Σὲ σᾶς ἔχει δοθῆ τὸ προνόμιο νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ένῷ στοὺς λοιποὺς ὸμιλῶ μέ παραβολές, ὥστε, ἐνῷ βλέπουν, νά μή βλέπουν, καὶ ἐνῷ ἀκούουν, νὰ μὴ καταλαβαίνουν».

Ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς τοῦ σπορέως

11 «Ἠ σῃμασία δέ τῆς παραβολῆς εἶναι αὐτή· Ὁ σπόρος εἶναι ὸ λόγος τοῦ Θεοῦ.

12 Οἱ δὲ σπόροι, ποὺ ἔπεσαν στὸ δρόμο, ἀναφέρονται στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἄκουσαν (τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ), ἀλλ’ ἔπειτα ἔρχεται ὁ Διάβολος καὶ παίρνει τὸ λόγο ἀπὸ τὴν ψυχή τους, γιὰ νὰ μὴ πιοτεύσουν καὶ σωθοῦν.

13 Οἱ δέ οπόροι, ποὺ ἔπεσαν στὸ πετρῶδες ἔδαφος, ἀναφέρονται σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἀκούσουν, μέ χαρὰ δέχονται τὸ λόγο, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ρίζα (βαθειά ρίζα). Αὐτοὶ πιστεύουν πρὸς καιρόν, καὶ τὸν καιρὸ τῆς δοκιμασίας ἀπομακρύνονται.

14 Οἱ δέ σπόροι, ποὺ ἔπεσαν οτὰ ἀγκάθια, ἀναφέρονται σ’ αὐτούς, ποὺ ἀκουσαν τὸ λόγο, ἀλλά, καθὼς προχωροῦν οτὸ δρόμο τῆς ζωῆς, οἱ ἀγωνιώδεις φροντίδες καὶ ὁ πλοῦτος καὶ οἱ ἀπο- λαύσεις τῆς ζωῆς τοὺς συμπνίγουν, καὶ δὲν καρποφοροῦν.

15 Τέλος οἱ σπόροι, ποὺ ἔπεσαν στὸ έκλεκτὸ ἔδαφος, ἀναφέρονται σ’ αὐτούς, ποὺ μέ καλή καὶ ἀγαθὴ καρδιά ἀκουσαν τὸ λόγο, καὶ τὸν κρατοῦν, καὶ καρποφοροῦν μέ ῦπομονή».

Ὸ λύχνος στὸ λυχνοστάτη

16 «Κανεὶς δέ, ὅταν ἀνάψῃ λύχνο, δὲν τὸν σκεπάζει μέ κάποιο σκεῦος, οὔτε τὸν βάζει κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι, ἀλλὰ τὸν τοποθετεῖ πάνω στὸ λυχνοοτάτη, γιὰ νὰ φωτίζωνται ὅσοι μπαίνουν μέσα.

17 Ἔτσι δὲν ὑπάρχει κρυφό, ποὺ δὲν θὰ γίνῃ φανερό, οὔτε μυοτικὸ, ποῦ δὲν Θά γίνῃ γνωστὸ καὶ δὲν Θά ἔλθῃ οτή δῃμοσιότῃτα. 323 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 8,18-29

18 Νὰ δίνετε δὲ προσοχή σὲ ὅ,τι ἀκούετε (ἀπὸ μένα). Ὅποιος δὲ ἔχει, θὰ δοθῇ σ’ αὑτὸν (καὶ ἄλλο), καὶ ὅποιος δὲν ἔχει, καὶ αὑτό, ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει, Θ ’ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτόν».

Ἠ πνευματικὴ συγγένεια ἁνώτερη τῆς σαρκικῆς

19 Ἦλθαν δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μητέρα του καὶ οἱ ἀδελφοί του, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν πλησιάσουν ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο.

20 Καὶ μερικοὶ τοῦ ἁνήγγειλαν· «Ἡ μητέρα σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου εἶναι ἔξω καὶ Θέλουν νὰ σὲ ίδοῦν».

21 Αὐτὸς δὲ ἁποκρίθηκε καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοί, ποῦ ἁκούουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν».

Ὸ Ἰησοῦς καταπαύει τὴν τρικυμία

22 Μία δὲ ἡμέρα ἀνέβηκε σ’ ἕνα πλοῖο, καθὼς καὶ οἱ μαθη- ταί του, καὶ τοὺς εἶπε· «Ἂς περάσωμε στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης». Καὶ ἀπέπλευσαν.

23 Ἐνῷ δὲ ἔπλεαν, ἁποκοιμήθηκε. Καὶ ἔπεσε οτή λίμνη μεγάλη ἁνεμοθύελλα, καὶ γέμιζαν ἀπὸ νερὰ καὶ κινδύνευαν (νὰ καταποντισθοῦν).

24 Τότε πλησίασαν καὶ τὸν ξύπνησαν λέγοντας· «Διδάσκαλε, διδάσκαλε, χανόμαστεί». Ἐκεῖνος τότε σηκώθηκε καὶ ἐπέπληξε τὸν ᾶνεμο καὶ τὴν τρικυμία, καὶ σταμὰτησαν καὶ ἐγινε γαλήνη.

25 Τοὺς εἶπε τότε· «Ποῦ εἶνε ἡ πίστι σαςς». Μὲ δέος δὲ καὶ μὲ θαυμασμὸ έλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός ἄραγε εἶναι αὐτός, ὥστε καὶ τοὺς ἀνέμους νὰ διοπάσσῃ καὶ τὰ νερά, καὶ νὰ ὑπακούουν σ’ αὐτόνῖ».

Θεραπεία δαιμονισμὲνου στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν

26 Καὶ κατέπλευσε στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπέναντι ἀπὸ τη Γαλιλαία.

27 Καὶ ὅταν βγῆκε στὴν ξηρά, βρέθη- κε μπροστά του κότποιος ἄνδρας ἀπὸ τὴν πόλι, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια, καὶ ροῦχο δὲν φοροῦσε, καὶ σὲ σπίτι δὲν ἔμενε, ἀλλὰ στὰ μνήματα.

28 Ὅταν δὲ εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἔβγαλε κραυγή, καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του, καὶ μὲ φωνὴ μεγάλη εἶπε· «Τί κοινὸ ὑπάρχει ἁνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου] Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ βασανίσῃς».

29 Διότι διέταξε τὸ πνεῦμα τὸ ἁκάθαρτο νὰ βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Πολλὲς δὲ φορὲς τὸν εἶχε πιάσει, καὶ τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες καὶ μὲ δεσμὰ στὰ πόδια, ἀλλ’ ἔοπαζε τὰ δεσμὰ καὶ φερόταν ἀπὸ τὸ δαίμονα στοὺς ἐρήμους τόπους. 325 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 8,30-45

30 Τὸν ρώτησε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Ποιό εἶναι τὸ ὅνομά σου;». Αῦτὸς δὲ εἶπε, «Λεγεών», διότι πολλὰ δαιμόνια εἶχαν μπεῖ μέσα του.

31 Καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴ τὰ διατάξῃ νὰ πᾶνε στήν ἅβυσσο (στὰ τρίσβαθα τοῦ ᾅδη).

32 Ἦταν δὲ ἐκεῖ μία ἀγέλη ἀπὸ πολλοὺς χοίρους, ποὺ έβοσκαν στὸ βουνό. Καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ μποῦν σ’ ἐκείνους, καὶ τοὺς ἐπέτρεψε.

33 Καὶ βγῆκαν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μπῆκαν στοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησε ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων καὶ γκρεμίστηκε στὴ λίμνη καὶ πνίγηκε.

34 Ὅταν δὲ εἶδαν οἱ βοσκοὶ τὸ γεγονός, ἔφυγαν δρομαίως, καὶτὸ ἀνήγγει- λαν στὴν πόλι καὶ στὰ χωριά.

35 Καὶ βγῆκαν γιὰ νὰ ἰδοῦν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθαν στὸν Ἰησοῦ, καὶ βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ τὸν ὸπσῖσ εἶχαν βγεῖ τὰ δαιμόνια, νὰ κάθεται στὰ πόδια τοῦ Ἰη- σοῦ, ντυμένος καὶ φρόνιμος, καὶ φοβήθηκαν.

36 Οἱ δὲ αὑτόπτες διηγήθηκαν σ’ αὐτοὺς πῶς σώθηκε ὁ δαιμονισμένος.

37 Καὶ ὅλο τὸ πλῆθος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρακάλεσαν νὰ φύγῃ ἀπ’ αὐτούς, διότι ήταν κυριευμένοι ἀπὸ μεγάλο φόβο. Τότε αὐτὸς μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ἐπέστρεψε.

38 Ὁ δὲ ἅνθρω- πος, ἀπὸ τὸν ὸποῖο εἶχαν βγεῖ τὰ δαιμόνια, τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν κρατήσῃ κοντά του. Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τὸν έδιωξε λέγοντας·

39 «Γύρισε στὸ σπίτι σου, καὶ διηγήσσυ ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός». Καὶ ἔφυγε, καὶ διακήρυττε σ’ ὅλη τὴν πόλι ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

Ὀ Ἰησοῦς θεραπεύει τὴν αἱμορροοῦσα γυναῖκα καὶ ἁνασταίνει τὴν κόρη τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου

40 Ὅταν δὲ ἐπέστρεψε ὁ Ἰησοῦς, τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ τὸν ὺποδέχθηκε, διότι ὅλοι τὸν περίμεναν.

41 Καὶ ἰδοὺ ἦλθε ἅνθρω- πος ὀνομαζόμενος Ἰάειρος, ποὺ ἦταν ἄρχων τῆς συναγωγῆς. Καὶ ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ ἔλθῃ στὸ σπίτι του,

42 διότι εἶχε θυγατέρα μονογενῆ δώδεκα ἐτῶν, ποὺ πέθαινε. Ὅταν δὲ πήγαινε, τὰ πλήθη τὸν περιέβαλλαν ἁσφυ- κτικὰ.

43 Κάποια δὲ γυναῖκα, ποὺ ὺπέφερε ἀπὸ αἱμορραγία έπὶ δώδεκα ήδη έτη, καὶ δαπάνησε ὅλη τὴν περιουσία της σὲ ία- τρούς, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ θεραπευθῆ ἀπὸ κανένα,

44 πλησίασε ἀπὸ πίσω καὶ ᾶγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ε’νδῦματός του, καὶ ἁμέσως σταμάτησε ἡ αἰμορραγία της.

45 Ὁ Ἰησοῦς εἶπε τότε· «Ποιός μὲ ἂγγιξεῖ». Ἔνῷ δὲ ὅλοι άρνοῦνταν, ὁ Πέτρος καὶ αὐτοὶ ποὺ ἦταν μαζί του εἶπαν· «Διδάσκαλε, τὰ πλήθη εἶναι συνωστισμένα γύρω σου καὶ σὲ συνθλίβουν, καὶσὺ λέγεις, ”Ποιός μὲ ἅγγιξε,·”». 327 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 8,46 - 9,6

46 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Μὲ άγγιξε κάποιος. Διότι ἐγὼ κατάλαβα, ὅτι βγῆκε δύναμι ἀπὸ μένα».

47 Ὅταν δὲ εἶδε ἡ γυ- ναῖκα, ὅτι δὲν διέφυγε τὴν προσοχή του, τρέμοντας ἦλθε καὶ ἔπεσε στὰ πόδια του, καὶ μπροστὰ σ’ ὅλο τὸ λαὸ τοῦ εἶπε τήν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία τὸν άγγιξε, καὶ ὅτι Θεραηεύθηκε άμέσως.

48 Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε· «Ἔχε Θάρρος, κόρη μουί Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε. Φύγε ἤσυχη».

49 Ἐνῲ δὲ ἀκόμη μιλοῦσε, ἔρχεται κάπριος ἀπὸ τὸ σηίτι τοὺ ἀρχισυναγώγου καὶ τοῦ λέγει· «Πέθανε ἡ Θυγατέρα σου, μὴν ἐνοχλῇς τὸ διδάσκαλο».

50 Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπε· «Μή φοβᾶσαιί Μόνο πίστευε καὶ θὰ σωθῇ (Θὰ ἐπανέλθῃ, Θὰ άναστηθῇ)».

51 Ὅταν δὲ ἦλθε στὸ σπίτι, δὲν ἄφησε νὰ μπῇ μέσα κανείς, παρὰ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ πατέρας τῆς κόρης καὶ ἡ μητέρα.

52 Ἔκλαιαν δὲ ὅλοι καὶ τὴ Θρηνοῦσαν. Ἀλλ’ αὐτὸς εἶπε· «Μή κλαῖτεέ Δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται».

53 Τότε, γνωρίζοντας ὅτι πέθανε, άρχισαν νὰ γελοῦν εἰς βάρος του.

54 Αὐτὸς δέ, ἀφοῦ ἔβγαλε ὅλους ἔξω καὶ τήν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι, φώναξε λέγοντας· «Κόρη, σήκω έπάνωέ». 55 Καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα της, καὶ ἁμέσως σηκώθηκε έπάνω, καὶ διέταξε νὰ τῆς δώσουν νὰ φάγῃ.

56 Καὶ οἱ γονεῖς της ἔμειναν ε’κστατικοί. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς έδωσε ἐντολή νὰ μὴ είποῦν τὸ γε· γονὸς σὲ κανένα.

Κεφάλαιο 9

Ἔξουσία τῶν δώδεκα ἀποστόλων καὶ ὀδηγίες πρὸς αὐτούς

Ἀφοῦ δὲ κάλεσε ὅλους μαζὶ τοὺς δώδεκα μαθητάς του, τοὺς ἓδωσε τὴ δύναμι καὶ τὴν ἐξουσία πάνω σ’ ὅλα τὰ δαιμόνια, καὶ νὰ Θεραπεύουν τὶς άσθένειες.

2 Καὶ τοὺς ἀπέστειλε νὰ κηρύττουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ Θεραπεύουν τοὺς ἀσθε- νεῖς.

3 Καὶ τοὺς εἶπε· «Νὰ μὴ παίρνετε τίποτε γιὰ τὸ δρόμο, οὔτε ραβδιά, οὔτε σακκίδιο, οὔτε ψωμί, οὔτε χρήματα, οὔτε νὰ ἔχε- τε δύο χιτῶνες.

4 Καὶ σ’ ὅποιο σπίτι μπήτε, ἐκεῖ νὰ μένετε, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ν’ άναχωρῆτε.

5 Καὶ γιὰ ὅσους δὲν θὰ σᾶς δεχθοῦν, ὅταν θὰ βγαίνετε ἀπὸ τὴν πόλι ἐκείνη, νὰ τινάξετε καλὰ καὶ τὴ σκόνη ἀπὸ τὰ πόδια σας σ’ ἔνδειξι διαμαρτυρίας ἐναντίον τους».

6 Ξεκίνησαν δὲ (γιὰ τὴν άποοτολή τους), καὶ περνοῦσαν ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ κηρύττοντας τὸ εὐαγγέλιο καὶ κάνοντας παντοῦ Θεραπεῖες.

329 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9,7-19

Ὰπορία τοῦ Ἡρώδη

7 Ἅκουσε δὲ ὁ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης ὅλα ὅσα γίνονταν ἀπ’ αὐτόν, καὶ βρισκόταν σὲ ἀπορία, διότι μερικοὶ ἔλεγαν, ὅτιὸ Ἰωάννης ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν,

8 καὶ μερικοί, ὅτι έμφανίσθηκε ὸ Ἠλίας, καὶ ἄλλοι, ὅτι ἀναστήθηκε κάποιος ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς προφήτες.

9 Καὶ ὁ Ἡρῴδης εἶπε· «Τόν Ἰωάννη ἐγὼ άποκεφάλι- σα. Ποιός εἶναι τότε αὑτός, γιὰ τὸν ὸποῖο ἐγὼ ἀκούω τέτοια πράγματαῖ». Καὶ ζητοῦσε νὰ τόν δῇ.

Τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν

10 Ὅταν δὲ ἐπέστρεψαν οἱ ἀπόστολοι, τοῦ διηγήθηκαν ὅσα έκαναν. Καὶ τοὺς πῆρε μαζί του καὶ άποσύρθηκε ίδιαιτέρως σ’ ἕνα έρημο τόπο, κοντά σὲ πόλι ὀνομαζομένη Βηθσαϊδά.

11 Ὰλλά τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, μόλις τὸ έμαθαν, τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ τοὺς δέχθηκε, καὶ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ θεράπευσε ὅσους εἶχαν ἀνάγκη θεραπείας.

12 Ἅρχισε δὲ ἠ ήμέρα νὰ βραδυάζῃ, καὶ τὸν πλησίασαν οἱ δώδεκα καὶτοῦ εἶπαν· «Διάλυσε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, γιὰ νὰ πάνε στὶς γύρω κωμοπόλεις καὶ τὰ χωριά, γιὰ νὰ μείνουν τὴ νύκτα καὶ νὰ βροῦν τρόφιμα, διότι έδῶ εἴμεθα σὲ τόπο έρημο».

13 Ἀλλ’ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Δῶστε τους έσεῖς νὰ φάγουν». Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· «Δὲν έχουμε πα- ραπάνω ἀπὸ πέντε ψωμιά καὶ δύο ψάρια, ἐκτὸς καὶ ἂν πᾶμε ε’μεῖς νὰ ἀγοράσωμε τρόφιμα γιὰ ὅλο αὐτὸ τὸ λαό».

14 Διότι ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες. Τότε εἶπε στοὺς μαθητάς του- «Βάλτε τους νὰ καθήσουν κάτω κατὰ όμάδες ἀνὰ πενήντα».

15 Καὶ ἔκαναν έτσι, τοὺς έβαλαν ὅλους δηλαδὴ νὰ καθήσουν γιά φαγητό.

16 Πήρε δὲ τὰ πέντε ψωμιά καὶτὰ δύο ψάρια, ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμοὺς στὸν οὺρανὸ καὶτὰ εὐλόγησε, καὶτὰ έκοψε σὲ κομμάτια καὶ τὰ ἔδινε στοὺς μαθητάς, γιὰ νὰ τὰ παραθέσουν στό λαό.

17 Καὶ ἔφαγαν καὶ χόρτασαν ὅλοι. Καὶ σήκωσαν δώδε- κα κοφίνια ἀπό κομμάτια ποὺ τοὺς περίσσευσαν.

Ή ὁμολογία τοῦ Πέτρου

18 Κάποτε δέ, ἐνῷ ἦταν μόνος γιὰ προσευχή, ἦλθαν κοντά του οἱ μαθηταὶ καὶ τοὺς ρώτησε λέγοντας· «Ποιός λέγει ὁ κόσμος ὅτι εἶμαιῖ».

19 Αὐτοὶ δὲ ἀπαντῶντας εἶπαν· «Ἅλλοι μὲν λέγουν, ὅτι εἶσαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ἄλλοι δὲ ὁ Ἠλίας, καὶ ἄλλοι, ὅτι ἀναοτήθήκε κάποιος προφήτης ἀπὸ τοὺς παλαιούς. 331 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9,20-31

20 Τότε εἶπε σ’ αὐτούς· «Καὶ σεῖς ποιός λέγετε ὅτι εἶμαιῖ». Άπαντώντας δὲ ὁ Πέτρος εἶπε· «Εἶσαι ὁ Χριστὸς τοῦ Θεοῦ (ὁ Μεσσίας, ποὺ ἔστειλε ὁ Θεός)».

Ὁ Ἰησοῦς προλέγει τὸ πάθος καὶ τὴν ἁνάστασί του

21. Αὐτὸς δὲ τοὺς ἔδωσε αὐστηρή ἐντολὴ νὰ μὴ λέγουν τοῦτο σὲ κανένα,

22 καὶ πρόσθεσε, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νὰ πάθῃ πολλά, μάλιστα ν’ ἀποδοκιμασθῇ ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ νά θανατωθῇ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα νὰ ἀναοτηθῇ.

Οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Ἰησοῦ σηκώνουν σταυρό

23 Ἔλεγε δὲ πρὸς ὅλους· «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθῇ, ἃς ἀπαρνηθῇ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἂς σηκώνῃ τὸ σταυρό του καθημε- ρινῶς, καὶ ἔτσι ἂς μὲ ἀκολουθῇ.

24 Διότι, ὅποιος θὰ ἑπιδιώκῃ νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του (ἀποφεύγοντας τὸ μαρτύριο), θὰ τὸν χάσῃ. Ἔνῷ ἐκεῖνος, ποὺ θά θυσιάσῃ τὸν ἑαυτό του γιὰ μένα, αὐτὸς θὰ τὸν σώσῃ.

25 Τί δὲ ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδίσῃ ὅλο τὸν κόσμο, ἁλλ’ ἀπολέσῃ ἢ χάσῃ τόν ἑαυτό του;

26 Ὀποιος βεβαίως ἐντραπῇ γιὰ μένα καὶ τοὺς λόγους μου, θὰ ἐντραπῇ γι’ αὑτὸν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ἔλθῃ μὲ τὴ δόξα του, καὶ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα καὶτῶν ἁγίων ἀγγέλων.

27 Άληθινὰ δὲ σᾶς λέγω, ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπ ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο μέχρι νὰ ίδοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ (μὲ τὴν κατάρρευσι τοῦ Ίουδαῖσμοῦ κατὰ τὴν ἀλωσι τῆς Ἰερουσαλὴμ τὸ 70 μΧ. καὶ τὴν ἑπικράτησι τοῦ Χριστιανισμοῦ)».

Ἡ μεταμόρφωσι τοῦ Ἰησοῦ

28 Ὀκτὼ ἠμέρες μετὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ λόγια παρἔλαβε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Ἰάκωβο, καὶ ἀνέβηκε στὸ ὅρος γιά νὰ προσευχηθῇ.

29 Καὶ ἐνῲ προσευχόταν, ἡ μορφὴ τοῦ προσώπου του ἔγινε διαφορετική, καὶ ἡ ὲνδυμασία του λευκὴ καὶ ἀστραφτερή.

30 Καὶ ἰδοὺ δύο ἄνδρες συνωμιλοῦσαν μαζί του. Ἦταν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας,

31 οἱ ὁποῖοι ἐμφανίσθηκαν μὲ λαμπρότητα, καὶ μιλοῦσαν γιὰ τὴν ἐξοδό του (τὸ θάνατό του), που θά πραγματοποιοῦσε στὴν Ἰερουσαλήμ (θυσιάζοντας τὸν ἑαυτό του). 333 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9,32-45

32 Ὁ δὲ Πέτρος καὶ αὐτοί, ποὺ ἦταν μαζί του, εἶχαν κυρι- ευθή ἀπὸ βαρὺ νυσταγμό, ἀλλὰ κράτησαν τοὺς ἑαυτούς τους σὲ έγρήγορσι καὶ εἶδαν τὴ δόξα του καὶ τοὺς δύο ἄνδρες, ποὺ ἦταν μαζί του.

33 Καὶ ὅταν αὐτοὶ ἀποχωρίζονταν ἀπ’ αὐτόν, εἶπε ὁ Πέτρος στὸν Ἰησοῦ· «Διδάσκαλε, εἶναι καλὸ νὰ μείνωμε έδώ. Καὶ νά κάνωμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, καὶ μία γιὰ τὸ Μωυσῆ, καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Δὲν ἤξερε τί λέγει.

34 Ἐνῷ δὲ ἔλεγε αὐτά, ἦλθε ένα φωτεινὸ σύννεφο καὶ τοὺς σκέπασε. Καὶ φοβήθηκαν, ὅταν έκεῖνοι μπῆκαν μέσα στὸ σύννεφο.

35 Καὶ φωνὴ ἀκούσθη- κε ἀπὸ τὸ σύννεφο, ἡ ὁποία ἔλεγε· Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητόςῖ, σ’ αὐτὸν νὰ ὑπακούετε.

36 Καὶ ἀφοῦ ἀκούσθηκε ἡ φωνή, βρέθηκε ὁ Ἰησοῦς μόνος. Αὐτοὶ δὲ τήρησαν σιγή καὶ δέν άνέφεραν σὲ κανένα έκεῖνες τὶς ἡμέρες τίποτε ἀπ’ ὅσα εἶδαν.

Θεραπεία δαιμονιζομένου παιδιοῦ

37 Κατὰ τὴν ἑπομένη δὲ ἡμέρα, ὅταν κατέβηκαν ἀπὸ τὸ ὅρος, τὸν συνάντησε λαὸς πολύς.

38 Καὶ ίδοὺ ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὸ πλῆθος φώναξε λέγοντας· «Διδάσκαλε, σὲ παρακαλῶ, κοίταξε τὸν υὶό μου, διότι μοι’) εἶναι μονάκριβος.

39 Καὶ ἰδοὺ δαιμόνιο τὸν κυριεύει, καὶ ἔξαφνα βγάζει κραυγές, καὶ τὸν κάνει νά σπαράζῃ καὶ ν’ ἀφρίζῃ, καὶ πολὺ δύσκολα ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτόν, ἀφοῦ πρῶτα τὸν συντρίψῃ.

40 Καὶ παρακάλεσα τοὺς μαθητάς σου γιὰ νὰ τὸ βγόιλουν, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν».

41 Τότε δὲ ὁ Ἰη- σοῦς εἶπε· «Ὦ γενεὰ ἀπιστη καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε θά εἶμαι μαζί σας καὶ θὰ σᾶς ἀνέχωμαι, Φέρε τὸν υίό σου έδῶ».

42 Προ- τοῦ δὲ ἀκόμη φθάσῃ (στὸν Ἰησοῦ), τὸ δαιμόνιο τὸν ἔρριξε κάτω καὶ τὸν ἔκανε νὰ σπαράζῃ. Ὁ δὲ Ἰησοῦς έπιτίμησε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, καὶ θεράπευσε τὸ παιδὶ καὶτὸ έδωσε πίσω στὸν πατέρα του.

43 Καὶ ὅλοι έκπλήσσονταν γιὰ τὴ μεγάλη δύναμι τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς προλέγει γιὰ δεύτερη φορὰ τὸ πάθος

Καὶ ἐνῷ ὅλοι θαύμαζαν γιὰ ὅλα, ὅσα ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, εἶπε πρὸς τοὺς μαθητάς του·

44 «Προσέξετε σεῖς αὐτοὺς τοὺς λόγους· Ὸπωσδήποτε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νὰ πα- ραδοθῇ σὲ χέρια ἀνθρώπων».

45 Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν καταλάβαιναν αὐτὸ τὸ λόγο, διότι τὸ νόημα του ἦταν κρυμμένο ἀπ’ αὐτούς, γιὰ νὰ μὴ τὸ καταλάβουν, καὶ δίσταζαν νὰ τὸν ρωτήσουν γιὰ τὴ ση μασία αὐτοῦ τοῦ λόγου.

335 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9,46-57

Ποιὸς εἶναι ἁνώτερος

46 Μπῆκε δὲ σ’ αὐτοὺς ὁ διαλογισμὸς γιὰ τὸ ποιός ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι ἁνώτερος.

47 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶδε τὸ διαλογισμὸ τῆς ψυχῆς τους, πήρε ἕνα παιδί, τὸ ἔστησε μπροστά του

48 καὶ τοὺς εἶπε· «Ὅποιος θὰ τιμήσῃ αὐτὸ τὸ παιδὶ οτὸ ὄνομά μου, ἐμένα τιμᾷ, καὶ ὅποιος θὰ τιμήσῃ ἐμένα, τιμᾷ αὐτόν, ποὺ μὲ ἀπέστειλε. Αὐτὸς λοιπόν, ποὺ εἶναι ταπεινότερος μεταξὺ ὅλων σας, αὐτὸς εἶναι ἁνώτερος»,

Ὅποιος δὲν εἶναι ἐναντίον σας εἶναι μαζί σας

49 Ἕλαβε δὲ τὸ λόγο ὁ Ἰωάννης καὶ εἷπε· «Διδάσκαλε, εἷδαμε κάποιον νὰ βγάζῃ δαιμόνια μὲ τὸ ὄνομά σου, καὶ τὸν ἐμποδίσα- με, διότι δὲν μᾶς ἀκολουθεῖ».

50 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Μή τὸν ἐμποδίζετε. Διότι δὲν εἶναι ἐναντίον σας. Καὶ ὅποιος δὲν εἶναι ἐναντίον σας, εἶναι μὲ τὸ μέρος σας».

Ὰπόφασι πορείας πρὸς τὴν Ἰερουσαλὴμ γιὰ τὸ μαρτύριο Άφιλοξενία τῶν Σαμαρειτῶν

51 Ὅταν δὲ πλησίαζε ἡ συμπλήρωσι τῶν ἡμερῶν γιὰ τὸ θάνατό του, αὐτὸς οταθερὰ καὶ ἁμετάκλητα ἁποφάσισε νὰ με- ταβῇ στὴν Ἰερουσαλήμ.

52 Καὶ ἀπέστειλε μπροστὰ ἀπ’ αὑτὸν ἁγγελιαφὸρους. Καὶ πῆγαν καὶ μπῆκαν σ’ ἕνα χωριὸ τῶν Σα- μαρειτῶν, γιὰ νὰ κάνουν προετοιμασία γιὰ τὸν ἑρχομό του.

53 Ἀλλὰ δὲν τὸν δέχθηκαν (οἱ Σαμαρεῖτες), διότι κατευθυνόταν πρὸς τὴν Ἰερουσαλήμ (πόλι ἑχθρική γι’ αὐτούς).

54 Ὅταν δὲ τὸ εἶδαν οἱ μαθηταί του Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, εἶπαν· «Κύριε, Θέλεις νὰ εἰποῦμε νὰ κατεβῇ φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ τοὺς ἑξο- λοθρεύσῃ, ὅπως ἔκανε καὶὸ Ἠλίας».

55 Ἀλλ’ ἐκεῖνος γὺρισε καὶ τοὺς ἐπέπληξε λέγοντας· «Δὲν ξέρετε ποιὸ σκοπὸ καὶ προορισμὸ ἔχετε σεῖς.

56 Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ καταστρέψῃ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἀλλὰ νὰ σώσῃ». Ἔπειτα ἀπ’ αὐτὸ ἔφυγαν γιὰ ἄλλο χωριό.

Προϋποθέσεις μαθητείας

57 Καθὼς δὲ πήγαιναν στὸ δρόμο, τοῦ εἶπε κάποιος· «Κύριε, Θὰ σὲ ἀκολουθήσω ὅπου καὶ ἂν ὺπάγῃς». 337 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 9,58 - 1Ο,12

58 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Οἱ άλεποῦδες ἔχουν φωλιὲς καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ μέρη ποὺ κουρνιάζουν, ἐνῷ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχει ποῦ ν’ άκουμπήσῃ τὸ κεφάλι του».

59 Σ’ ἄλλον δὲ εἶπε· «Άκολούθησέ με». Ἀλλ’ ἐκεῖνος εἶπε· «Κύριε, ἐπίτρεψέ μου νὰ πάω πρῶτα νὰ Θάψω τὸν πατέρα μου».

60 Ὀ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἅφησε τοὺς (πνευματικὰ) νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς (σωματικὰ) νεκρούς τους, καὶ σύ πήγαινε καὶ κήρυττε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

61 Εἷπε δὲ καὶ ἄλλος· «Κύριε, Θὰ σὲ ἀκολουθήσω. Ἀλλ’ έπίτρεψέ μου πρῶτα ν’ ἁποχαιρετίσω τοὺς οἰκείους μου».

62 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Κανείς, ποὺ ἔβαλε τὸ χέρι του στὸ άροτρο καὶ κοιτάζει πρὸς τὰ πίσω, δὲν εἶναι κατάλληλος γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Κεφάλαιο 10

Ἐκλογὴ τῶν έβδομήντα ἀποστόλων καὶ ὁδηγίες πρὸς αὐτούς

10 Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Κύριος ἐξέλεξε καὶ ὥρισε καὶ ἅλλους ἐβδομήντα (ἀποστόλους), καὶ τοὺς ἀπέστειλε άνὰ δύο μπροοτὰ ἀπ’ αὐτὸν σὲ κάθε πόλι καὶ τόπο, ὅπου ἑπρόκειτο νὰ μεταβῇ.

2 Ἔλεγε δὲ πρὸς αὐτούς· «Ὀ μὲν θερισμὸς εἶναι πολύς, οἱ δὲ ἐργάτες ὀλίγοι, Γι’ αὐτὸ παρακαλέσετε τὸν κύριο τοῦ θε- ρισμοῦ, γιὰ νὰ βγάλῃ έργάτες γιὰ τὸ θερισμό του.

3 Πηγαίνετε. Ἰδοὺ ἐγὼ σᾶς ἀποστέλλω σὰν άρνιὰ άνάμεσα σὲ λύκους.

4 Μή φέρετε μαζί σας βαλλάντισ (μὲ χρήματα), οὔτε σακκίδιο, οὔτε ὑποδήματα. Καὶ στὸ δρόμο νὰ μὴ χαιρετίσετε κανένα (γιὰ νὰ μή καθυστερήσετε στὸ ἔργο σας).

5 Σ’ ὅποιο δὲ σπίτι μπαίνε- τε, πρῶτα νὰ λέγετε, ’Έύλογία σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι”.

6 Καὶ ἂν ἐκεῖ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος ἄξιος εὐλογίας, ἡ εὐλογία σας θὰ ἔλθῃ καὶ Θὰ μείνῃ ἐπάνω του. Άλλιῶς θὰ ἐπιστρέψῃ σ’ ἐσᾶς.

7 Σ’ αὐτὸ δὲτὸ σπίτι νὰ μένετε καὶ νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε ὅ,τι σᾶς πα- ραθέτουν. Διὸτι εἶναι ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ του. Μὴ μετα- βαίνετε ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι.

8 Καὶ σ’ ὅποια πόλι μπαίνετε καὶ σᾶς δέχονται, νὰ τρώγετε ὅ,τι σᾶς παραθέτουν,

9 καὶ νὰ Θεραπεύετε τοὺς ἀσθενεῖς σ’ αὐτή, καὶ νὰ τοὺς λέγετε· ’ἽΞφΘασε σὲ σᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ”.

10 Σὲ ὅποια δὲ πόλι μπαίνετε καὶ δὲν σᾶς δέχονται, βγαίνοντας στοὺς δρόμους της νὰ είπήτε·

11 ”Άκόμη καὶ τὴ σκὸνη ἀπὸ τὴν πόλι σας, ποὺ κόλλησε σὲ μᾶς στὰ πόδια μας, τὴν τινάζουμε καὶ τὴν ἀφήνουμε σὲ σᾶς. Νὰ ξέρετε δὲ τοῦτο, ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφθασε σὲ σᾶς (καὶ θὰ τιμωρηΘῆτε)”.

12 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη (τῆς Κρίσεως) τὰ Σόδομα θὰ κριΘοῦν ἐπιεικέστερα ἀπὸ τὴν πόλι ἐκείνη».

339 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 10,13-23

Ταλανισμὸς ἁμετανοήτων πόλεων

13 «Άλλοίμονό σου, Χοραζίν, ἁλλοίμονό σου, Βηθσαϊδάί Διότι, ἐὰν στὴν Τύρο καὶ στὴ Σιδῶνα γίνονταν τὰ θαύματα, ποὺ ἐγιναν σὲ σᾶς, πρὸ πολλοῦ θὰ μετανοοῦσαν καὶ θὰ κάθονταν μὲ σάκκο (σὰν ἔνδυμα), καὶ μὲ στάχτη (στὸ κεφάλι).

14 Γι’ αὐτὸ ἡ Τύρος καὶ ἡ Σιδὼν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ κρίθοῦν ἐπιεικέστερα ἀπὸ σᾶς.

15 Καὶ σύ, Καπερναούμ, ποὺ ὺψώθηκες μέχρι τὸν οὐρανό, θα κατεβασθῇς μέχρι τὸν ᾄδηί

16 ’Ὀποιος άκούει ἐσᾶς, άκούει ἐμένα, καὶ ὅποιος ἀπορρίπτει ἐσᾶς, ἀπορρίπτει ἐμένα. Καὶ ὅποιος ἀπορρίπτει ἐμένα, ἀπορρίπτει αυτὸν ποὺ μὲ ἀπέστειλε».

Ἐπιστροφή ἀπὸ τὴν περιοδεία τῶν ἐβδομήντα ἀποστόλων

17 Ἔπέστρεψαν δὲ οἱ έβδομήντα (ἀπόστολοι) μέ χαρὰ καὶ ἐλεγαν- «Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὺποτάσσονται σὲ μᾶς μὲ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματός σου».

18 Εἶπε δὲ σ’ αὐτούς· «Ἔβλεπα τὸ Σατανᾶ σὰν άοτραπή νὰ πέφτῃ ἀπὸ τὸν οὺρανό.

19 Ἰδού, σᾶς δίνω τὴν ἐξουσία να πατᾶτε ἐπάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιούς, καὶ ἐπάνω σὲ ὅλη τὴ δύναμι τοῦ ἐχθροῦ, καὶ τίποτε δὲν θὰ σᾶς βλάψῃ.

20 Ἀλλὰ νὰ μὴ χαίρετε γι’ αὐτό, γιὰ τὸ ὅτι τὰ πνεύματα (τὰ δαιμόνια) ὺποτάσσονται σὲ σᾶς. Ἀλλὰ νὰ χαίρετε, διότι τὰ ὀνόματά σας ἔχουν γραφή στοὺς οὐρανούς».

Ὸ Ἰησοῦς δοξολογεῖ τὸν Πατέρα

21 Αὐτὴ τὴν ὥρα ὁ Ἰησοῦς αίσθάνθηκε στὴν ψυχή του άγαλλίασι καὶ εἶπε· «Σέ δοξολογῶ, Πατέρα, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, διότι άπέκρυψες αὐτὰ (τὰ οὐράνια μυστήρια) ἀπὸ σοφοὺς καὶ εὐφυεῖς, καὶ τὰ φανέρωσες σὲ νήπια. Ναί, Πατέρα, διότι ἔτσι Θέλησες».

Ποιός γνωρίζει τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό

22 Ἔπειτα στράφηκε πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εἶπε· «Ὅλα μοῦ παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει ποιός εἶναι ὁ Υἱός, παρὰ ὁ Πατέρας, καὶ ποιός εἶναι ὁ Πατέρας, παρὰ ὁ Υἱός, καὶ ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο Θέλει ὁ Υἱὸς νὰ φανερώσῃ».

Εὐτυχισμένα μάτια

23 Ἐπίσης άπευθυνόμενος πρὸς τοὺς μαθητὰς ίδιαιτέρως εἶπε· «Εὐτυχισμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ ποὺ βλέπουν αὐτὰ ποὺ βλέπετε. 34], ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ].Ο,24-38

24 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι πολλοὶ προφῆτες καὶ βασιλεῖς ἔπιθύμησαν νὰ ἰδοῦν αὐτὰ ποὺ βλέπετε ἔσεῖς, ἀλλὰ δὲν εἶδαν, καίν’ ἁκούσουν αὐτὰ ποὺ ἀκούετε, ἀλλὰ δὲν ἄκουσαν».

«Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσωῖ»

25 Καὶ ἰδοὺ κάποιος νομοδιδάσκαλος σηκώθηκε γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσῃ, καὶ εἶπε· «Διδάσκαλε, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω αἰώνια ζωής».

26 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε· «Τί εἶναι γραμμένο στὸ νόμο, Τί διαβάζεις

27 Καὶ ἐκεῖνος ἁπαντώντας εἷπε· Ν’ ἀγαπᾷς τὸν Κύριο τὸ Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου καὶ μὲ ὅλη τήν ψυχή σου καὶ μὲ ὅλη τὴ δύναμί σου καὶ μὲ ὅλο τὸ νοῦ σου, καὶ τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου.

28 Τότε (ὸ Ἰησοῦς) τοῦ εἶπε· << ’ Ορθὸι άπάντησες. Αὐτὸ νὰ κάνῃς, καὶ θὸι κληρονομήσῃς τήν (αἰώνια) ζωή».

Ὀ καλὸς Σαμαρείτης

29 Ἀλλ’ αὐτὸς, θέλοντας νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἑαυτὸ του, εἶπε στὸν Ἰησοῦ· «Καὶ ποιός εἶναι ὁ πλησίον μου;».

30 Άπαντώντας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Κάποιος ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλὴμ στὴν Ἱεριχώ, καὶ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα λῃστῶν. Αὐτοὶ δέ, ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν καὶ τοῦ κατέφεραν πλήγματα, ἔφυγαν άφήνοντάς τον μισοπεθαμένο.

31 Κατὰ σύμπτωσι δὲ κάποιος ἱερεὺς κατέβαινε στὸ δρὸμο έκεῖνο, καὶ ἔνῷ τὸν εἶδε, τὸν προσπέρασε.

32 Ὁμοίως δὲ καὶ κάποιος Λευίτης ὅταν ἔφθασε στὸν τόπο έκεῖνο, πλησίασε καὶ εἶδε, καὶ προσπέρασε.

33 Ἀλλὰ κάποιος Σαμαρείτης διαβάτης ἔφθασε κοντά του, καὶ ὅταν τὸν εἶδε, τὸν σπλαγχνίσθηκε,

34 καὶ πλησίασε καὶ ἔδεσε τὰ τραύματά του, χύνοντας ἐπάνω λάδι καὶ κρασί. Ἔπειτα τὸν άνέβασε στὸ δικὸ του ζῷο, τὸν μετέφερε σ’ ἔνα πανδοχεῖο, καί τὸν περιποιήθηκε.

35 Καὶ τὴν άλλη ἡμέρα άναχωρώντας ἔβγαλε δύο δηνάρια καὶ ἔδωσε στὸν πανδοχέα, καὶτοῦ εἶπε· ”Φρὸντισε’ τον, καὶ ὅ,τι ἐπὶ πλέον δαπανήσῃς, ἐγώ, ὅταν ἐπανέλθω, θὰ σὲ πληρώσω”.

36 Λοιπὸν, ποιὸς ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τρεῖς νομίζεις, ὅτι άποδείχθηκε πλησίον σ’ αὐτὸν, ὁ ὁποῖος ἔπεσε στοὺς λῃστάς».

37 Καὶ ἐκεῖνος (ὸ νομοδιδάσκαλος) εἶπε «Αὐτός, ποὺ τοῦ ἔκανε τὸ ἔλεος». Τοῦ εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Πήγαινε καὶ κάνε καὶ σὺ ὁμοίως».

Ἠ Μάρθα καὶὴ Μαρία

38 Καθὼς δὲ πορεύονταν (ὸ Ἰησοῦς, οἱ μαθηταὶ καὶ ἄλλοι), μπῆκε σ’ ἕνα χωριὸ. Καὶ κάποια γυναῖκα ὀνομαζομένη Μάρθα τὸν δέχθηκε γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσῃ στὸ σπίτι της. 343 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1039 - 11,8

39 Αὐτὴ δὲ εἶχε μία άδελφή ὀνομαζομένη Μαρία, ἡ ὁποία καὶ κάθησε στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἄκουε τὸ λόγο του.

40 Ή δὲ Μάρθα ἦταν άπασχολημένη σὲ πολλὴ φροντίδα (γιὰ νὰ ὲτοιμάση φαγητά). Στάθηκε λοιπὸν καὶ εἷπε· «Κύριε, δὲν σὲ μέλει, ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἂφησε μόνη νὰ φροντίζω, Πές της λοιπὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ».

41 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τῆς άποκρίθηκε· «Μάρθα, Μάρθα, άγχώνεσαι καὶ άναστατώνεσαι γιὰ πολλά (φαγητά),

42 ἑνῷ ἕνα (φαγητὸ) χρειάζεται. Ἡ δὲ Μαρία διάλεξε τὴν έκλεκτή μερίδα, ποὺ δὲν θ’ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτή».

Κεφάλαιο 11

Ἠ Κυριακὴ προσευχή

1 Ὅταν δὲ (ό Ἰησοῦς) ἦταν σὲ κάποιο τόπο καὶ προ- σευχόταν, μόλις τελείωσε τοῦ εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς μα- θητάς του· «Κύριε, δίδαξέ μας πῶς νὰ προσευχώμεθα, ὅπως καὶ ό Ἰωάννης δίδαξε τοὺς μαθητάς του».

2 Τότε τοὺς εἷπε· «Ὅταν προσεύχεσθε, νὰ λέγετε· ”Οὐράνιε πατέρα μας, νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομά σου· νὰ ἔρχεται ἡ βασιλεία σου (νὰ βασιλεύῃς σὲ μᾶς, νὰ κυβερνᾷς τὴ ζωή μαψ· νὰ γίνεται τὸ θέλημά σου ὅπως στὸν οὐρανὸ ἔτσι καὶ στὴ γῆ·

3 τὸ ψωμί μας τὸ ἁπαραίτητο γιὰ τὴ ζωή μας δίνε μας κα- θημερινά.

4 καὶ συγχώρησέ μας τὶς ἁμαρτίες μας, διότι καὶ ἐμεῖς συγ- χωροῦμε σὲ καθένα, ὁ ὁποῖος (έφταιξε σὲ μᾶς καὶ ἐτσι) εἶναι ἀπέναντί μας χρεώστης· καὶ νὰ μὴν έπιτρέψῃς νὰ ὑποκύψωμε σὲ πειρασμό, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν Πονηρό”».

«Αίτεῖτε... ζητεῖτε... κρούετε...»

5 Ἑπίσης εἶπε πρὸς αὐτούς· «Ποιός ἀπὸ σᾶς θὰ ἔχῃ ἕνα φίλο, καὶ θὰ πάῃ σ’ αὐτὸν τὰ μεσάνυκτα καὶ θὰ τοῦ είπῇ, ”Φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά,

6 ἐπειδὴ φίλος μου ταξιδιώτης ἦλθε σ’ ἑμένα καὶ δὲν ἔχω τί νὰ τοῦ παραθέσω”,

7 καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ μέσα (ἀπὸ τὸ σπίτι) ἁπαντώντας θὰ τοῦ είπῇ, ”Μή μὲ ἐνοχλῇς· ἡ θύρα εἶναιπλέον κλειστή, καὶτὰ παιδιά μου κοιμῶνται μαζί μου· δὲν μπορῶ νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ σοῦ δώσω”;

8 Σᾶς βεβαιώνω, καὶ έὰν δὲν σηκωθῇ νὰ τοῦ δώσῃ ἐπειδὴ εἶναι φίλος του, πάντως γιὰ τήν ἁναίδειά του θὰ σηκωθῇ καὶ θὰ τοῦ δώσῃ ὅσα χρειάζεται 345 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 11,9-24

9 Γι’ αὐτὸ ἐγὼ σᾶς λέγω, νὰ ζητήτε καὶ θὰ σᾶς δοθῇ, ν’ ἁνα- ζητῆτε καὶ θὰ βρῆτε, νὰ κτυπᾶτε τὴ θύρα καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ.

10 Ναί, καθένας ποὺ ζητεῖ, λαμβάνει, καὶ ὅποιος ἀναζητεῖ, βρίσκει, καὶ σ’ ὅποιον κτυπάει τὴ θύρα, θὰ τοῦ ἀνοιχθῇ.

11 Ποιός δὲ πατέρας ἀπὸ σᾶς, ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ζητήσῃ ψωμί, θὰ τοῦ δώσῃ πέτρα, Ἥ ὅταν τοῦ ζητήσῃ ψάρι, ἀντὶ γιὰ ψάρι θὰ τοῦ δώσῃ φίδι,

12 Ἤ ὅταν τοῦ ζητήσῃ αὐγό, θὰ τοῦ δώσῃ σκορπιό,

13 Ἂν λοιπὸν έσεῖς, ἐνῷ εἶσθε κακοί, ξέρετε νὰ δίνετε στὰ τέκνα σας πράγματα καλά, πόσο μᾶλλον ὁ πατέρας σας ὁ οὐράνιος θὰ δώσῃ Πνεῦμα ἀγαθὸ σ’ αὐτοὺς ποὺ τοῦ ζητοῦνῖ».

Πῶς ὁ Ἰησοῦς βγὰζει τὰ δαιμόνια

14 Ἕβγαζε δὲ (ὸ Ἰησοῦς) ένα δαιμόνιο, ποὺ ἦταν ἅλαλο, καὶ ὅταν βγῆκε τὸ δαιμόνιο, ὁ ἄλαλος μίλησε, καὶ θαύμαζαν τὰ πλήθη.

15 Ἀλλὰ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς εἶπαν· «Μὲ τὴ δύναμι τοῦ Βεελζεβούλ, τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμονίων, βγὰζει τὰ δαιμόνια».

16 Ἄλλοι δὲ προκαλώντας ζητοῦσαν ἀπ’ αὑτὸν σημεῖο (θαῦμα) ἀπὸ τὸν οὐρανό.

17 Ἀλλ’ αὐτὸς, γνωρίζοντας πῶς σκέπτονται, τοὺς εἶπε· «Κάθε βασίλειο, που χωρίσθηκε σ’ ἀντιμαχόμενα μέρη, καταστρέφεται, καὶ οἰκογένεια, ποὺ διαιρέθηκε καὶ πολεμεῖ τὸν ἑαυτό της, καταρρέει.

18 Ἂν δέ καὶὸ Σατανᾶς διαιρέθηκε σὲ ἁντιμαχό μενα μέρη, τότε πῶς δύναται νὰ σταθῇ τὸ βασίλειὸ του, Διότι λέγετε, ὅτι μὲ τὴ δύναμι τοῦ Βεελζεβοὺλ βγάζω τὰ δαιμόνια.

19 Ἂν ὅμως ἐγὼ βγάζω τὰ δαιμόνια μέ τὴ δύναμι τοῦ Βεελζέ- βούλ, οἱ μαθηταί σας μὲ τίνος τὴ δύναμι τὰ βγάζουν, Γι’ αὐτὸ αὐτοὶ θὰ σᾶς καταδικάσουν.

20 Ἀλλ’ ἂν ἐγὼ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Θεοῦ βγάζω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασε σὲ σᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

21 Ὅταν ὁ ἰσχυρὸς πάνοπλος φυλάττῃ τὸ σπίτι του, τὰ ὑπάρχοντά του εἶναι ἁσφαλισμένα.

22 Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἰσχυρότερός του ἔλθῃ ἐναντίον του καὶ τὸν νικήσῃ, τοῦ ἁρπάζει τὴν πα- νοπλία, στὴν ὁποία στηριζὸταν, καὶ διαμοιράζει τὰ ὑπάρχοντά του ὡς λάφυρα.

23 Ὅποιος δὲν εἶναι μαζί μου, εἶναι έναντίον μου. Καὶ ὅποιος δὲν μαζεύει μαζί μου, σκορπίζει».

Ὺποτροπὴ δαιμονισμοῦ σὲ χειρότερη μορφή

24 «Ὅταν τὸ άκάθαρτο πνεῦμα βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, περνὰει ἀπὸ ἀνύδρους τόπους καὶ ζητεῖ ἁνάπαυσι. Καὶ έπειδή δὲν βρίσκει, λέγει· ”Θὰ ἐπιστρέψω στὸ σπίτι μου, ἀπ’ ὅπου βγῆκα”. 347 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 11,25-36

25 Καὶ ὅταν ἔλθῃ, τὸ βρίσκει σαρωμένο καὶ εύτρεπισμένο (ἔτοιμο νὰ δεχθῇ ἑπίσκεψι).

26 Τότε πηγαίνει καὶ παραλαμβάνει ἄλλα ἑπτὰ πνεύματα, πονηρότερα του, καὶ μπαίνουν καὶ κατοι- κοῦν ἐκεῖ, καὶ ἒτσι ἡ τελευταία κατάστασι τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου γίνεται χειρότερη ἀπὸ τὴν πρώτη».

Μακαρισμὸς τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀκροατῶν καὶ έφαρμοστῶν τοῦ Θείου λόγου

27 Ἑνῷ δὲ (ὁ Ἰησοῦς) ἔλεγεν αύτά, μία γυναῖκα ἀπὸ τὸ πλῆθος ύψωσε φωνή καὶ τοῦ εἷπε· «Εύτυχισμένη ἡ κοιλία ποὺ σὲ βάστασε, καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ θήλασες». 28 Αύτὸς δὲ εἷπε· «Ναί, ἀλλὰ καὶ εύτυχισμένοι ὅσοι άκούουν τὸ λόγσ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐφαρμόζουν».

Τὸ σημεῖο τοῦ Ἰωνᾶ

29 Καθὼς δὲ συναθροίζονταν μεγαλύτερα πλήθη, ἄρχισε νὰ λέγῃ· «Αὐτὴ ἡ γενεὰ εἶναι πονηρή γενεὰ Ζητεῖ σημεῖο (θαῦμα), ἀλλὰ σημεῖο δὲν θὰ τῆς δοθῇ, παρὰ τὸ σημεῖο τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.

30 Ὅπως δηλαδὴ ὁ Ἰωνᾶς (μὲ τὴ θαυματουργική διάσωσί του) ἔγινε σημεῖο γιὰ τοὺς Νινευῖτες, ἓτσι καὶὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου (μὲ τὴν ἁνάοτασί του) θὰ γίνῃ σημεῖο γι’ αύτὴ τὴ γε- νεόι

31 Βασίλισοα τοῦ Νότου θ’ ἁναοτηθῇ κατὰ τὴν Κρίσι μὲ τοὺς ἀνθρώπους αύτῆς τῆς γενεᾶς καὶ θὰ τοὺς καταδικάσῃ, διότι ἦλθε ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς ν’ ἀκούσῃ τὴ σοφία τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ ἑδῶ εἶναι ἁνώτερο ἀπὸ τὸ Σολομῶντα 32 Ἄνθρωποι τῆς Νινευῖ θ’ ὰναοτηθοῦν κατὰ τὴν Κρίσι μαζί μ’ αὐτὴ τὴ γενεὰ καὶ θὰ τὴν καταδικάσουν, διότι μετενόησαν ἐξ αἰτίας τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ ἐδῶ εἶναι ἁνώτερο ἀπὸ τὸν Ἰωνᾶ».

Ὁ λύχνος τοῦ σώματος καὶ τὸ ε’σωτερικὸ φῶς

33 «Κανεὶς δέ, ποὺ ᾶναψε λύχνο, δὲν τὸν θέτει σὲ κρυφὸ μέρος, ούτε κάτω ἀπὸ τὸ μόδιο, ἀλλ’ ἐπάνω στὸ λυχνοστάτη, γιὰ νὰ βλέπουν ὅσοι μπαίνουν με’σα τὸ φῶς.

34 Ὁ λύχνος τοῦ σώματος εἶναι ὁ ὀφθαλμός. Ὅταν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου εἶναι ὑγιής, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου εἶναι φωτεινό, Ὅταν δὲ εἶναι βλαμμένος, τότε τὸ σῶμα σου εἶναι σκοτεινό.

35 Πρόσεχε λοιπόν, μήπως τὸ ἑσωτερικό σου φῶς (ὁ νοῦς, ἡ συνείδησι) εἶναι σκοτάδι.

36 Ἐὰν δὲ ὅλο τὸ σῶμα σου εἶναι φωτεινό, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα με’ρος σκοτεινό, θὰ εἶναι φωτεινὸ ὅλο ὅπως ὅταν σὲ φωτίζῃ ὁ λύχνος μὲ τὴ λάμψι του».

349 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 11,37-50

Ὁ Ἰησοῦς κατακεραυνώνει Φαρισαίους καὶ νομοδιδασκὰλους

37 Ὅταν δὲ εἶπε αὐτά, καποιος Φαρισαῖος τὸν παρακαλοῦσε νὰ γευματίσῃ στὸ σπίτι του. Μόλις δὲ μπῆκε στὸ σπίτι, κάθησε στὸ τραπέζι.

38 Ὁ δὲ Φαρισαῖος, όταν τὸ εἶδε, παραξενεύθηκε, διότι δὲν πλύθηκε πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητό.

39 Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε· «Τώρα ἐσεῖς οἱ Φαρισαῖοι καθαρίζετε τὸ ποτήρι καὶτὸ πιάτο ὼς περιέχον, πρᾶγμα έξωτερικό, ὲνῲ τὸ ἑσωτερικό σας εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ ἁρπακτική διάθεσι καὶ (κάθε) κακό.

40 Άνόητοιέ Ἐκεῖνος, ποὺ ἔκανε τὸ ἐξωτερικό (τὸ σῶμα), δὲν ἔκανε καὶτὸ έσωτερικό (τήν ψυχή),

41 Γ ι’ αὐτὸ δῶστε ἐλεημοσύνη έκεῖνα, ποὺ εἶναι μέσα (στὸ ποτήρι καὶτὸ πιάτο), καὶ ἰδοὺ ὅλα θὰ γίνουν σὲ σᾶς καθαρά.

42 Άλλοίμονο δὲ σὲ σᾶς τοὺς Φαρισαίους, διότι δίνετε (στὸ ναὸ) τὸ δέκατο απὸ τὸν δυόσμο καὶ τὸ ἀπήγανο καὶ κάθε λα- χανικό, ἐνῷ ἁφήνετε τὴ θεία εὐσπλαγχνία καὶ ἀγάπη. Καὶ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ κάνετε, ἁλλὰ καὶ ἐκεῖνα νὰ μὴν ἁφήνετε.

43 Άλλοίμονο σὲ σὰς τοὺς Φαρισαίους, διότι ἀγαπᾶτε τὰ πρῶτα καθίσματα στὶς συναγωγές, καὶ τοὺς εὐλαβεῖς χαιρετι- σμοὺς στὶς ἀγορές.

44 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι εἶσθε σὰν τὰ μνήματα ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ οἱ ἄνθρωποι περιπατοῦν ἐπάνω τους (καὶ μολύνονται κατὰ τὸ νόμο), καὶ δὲν τὸ γνωρίζουν.

45 Τότε κάποιος ἀπὸ τοὺς νομοδιδασκάλους ἔλαβε τὸ λόγο καὶτοῦ λέγει· «Διδάσκαλε, λέγοντας αὐτὰ ὑβρίζεις καὶ ἐμᾶς».

46 Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Καὶ σὲ σᾶς τοὺς νομοδιδασκάλους ἀλλοίμονο, διότι φορτώνετε τοὺς ἀνθρώπους μὲ φορτία δυσβάστακτα, ἐνῷ σεῖς οὔτε μὲ ένα ἀπὸ τὰ δάκτυλά σας δὲν ἁγγίζετε τὰ φορτία.

47 Άλλοίμονο σὲ σᾶς, διότι κτίζετε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, ὲνῷ οἱ πατέρες σας τοὺς θανάτωσαν.

48 Ἄρα βεβαιώνετε, ἀλλὰ καὶ έπιδοκιμάζετε τὰ ἔργα τῶν πατέρων σας, ἂν καὶ αὐτοὶ μὲν τοὺς θανόπωσαν, ἐσεῖς δὲ κτίζετε τὰ μνημεῖα τους (έπιδοκιμάζετε τὰ έργα τῶν πατέρων σας, διότι οἱ διαθέσεις σας εἶναι φονικὲς καὶ θὰ συνεχίσετε τὶς ἑγκληματικὲς πράξεις ἐκείνων).

49 Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ (ό ἴδιος ὁ Υἱὸς) εἶπε· «Θ’ ἀποστείλω σ’ αὐτοὺς προφῆτες καὶ ἀποστόλους, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς ἄλλους θὰ φο- νεύσουν καὶ ἄλλους θὰ καταδιώξουν,

50 γιὰ νὰ ζητηθῇ ἀπ ’ αὐτὸ τὸ γένος ἡ εὐθύνη (καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τιμωρία) γιὰ τὸ αἷμα όλων τῶν προφητῶν, ποὺ χύνεται ἀπὸ τὸν ἁρχὴ τοῦ κόσμου, 351 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1151 - 12,8

51 ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Ἅβελ μέχρι τὸ αἷμα τοῦ Ζαχαρίου, ποὺ φονεύθηκε μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ ναοῦ. Ναί, σᾶς λέγω, θὰ ζητηθῇ ἡ εὐθύνη ἀπ’ αὐτὸ τὸ γένος.

52 Άλλοίμονο σὲ σᾶς τοὺς νομοδιδασκάλους, διότι (μὲ τή διεστραμμένη διδασκαλία σας) ἁφαιρέσατε τὸ κλειδὶ τῆς γνώσε- ως. Σεῖς δὲν μπήκατε, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ ήθελαν να μποῦν, έμποδίσατε».

53 Ἐνῷ δὲ τοὺς έλεγε αὑτά, ἀρχισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ έξοργίζωνται φοβερά, καὶ νὰ τοῦ ζητοῦν ἀμέσως ἀπαντήσεις γιὰ πολλὰ ζητήματα, 54 στήνοντας γι’ αὐτὸν παγίδα, ζητώντας νὰ πιάσουν κάτι ἀπὸ τὸ στόμα του, γιὰ νὰ τὸν κατηγορήσουν.

Κεφάλαιο 12

Προσέχετε ἀπὸ τὴ ζύμη τῆς ὑποκρισίας Ἠ ἀλήθεια ἀποκαλύπτεται

12 Τότε, ἀφοῦ ουγκεντρώθηκαν πολὺ μεγάλα πλήθη λαοῦ, ὥστε νὰ πατῇ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἄρχισε νὰ λέγῃ πρῶτα πρὸς τοὺς μαθητάς του· «Νὰ προσέχετε τοὺς ἑαυτούς σας ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων, ποὺ εἶναι ὺποκρισία.

2 Δὲν ὑπάρχει δὲ τίποτε σκεπασμένο, ποὺ δὲν θὰ ξεσκεπασθῇ, καὶ κρυφό, ποὺ δὲν θὰ γίνῃ γνωστό.

3 Γι’ αὐτό, ὅσα εἴπατε στὸ σκοτάδι, θ’ ἁκουσθοῦν στὸ φῶς. Καὶ ὅσα εἴπατε στὸ αὐτὶ στὰ ἰδιαίτερα δωμάτια, θὰ κηρυχθῇ πάνω ἀπὸ τὶς ταράτσες».

Μὴ φοβεῖσθε τοὺς φονευτὰς τοῦ σώματος

4 «Λέγω δὲ σὲ σᾶς τοὺς φίλους μου Μὴ φοβηθῆτε ἀπ’ αὐτούς, ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα, ἀλλ’ ἔπειτα δὲν δύνανται νὰ κάνουν τίποτε περισσότερο.

5 θὰ ὑποδείξω δὲ σὲ σᾶς ποιόν νὰ φοβηθῆτε. Νὰ φοβηθῆτε ἐκεῖνον, ποὺ μετὰ τὴ θανάτωσι ἔχει τὴ δύναμι νὰ σᾶς ρίξῃ στὴ γέεννα (στήν Κόλασι). Ναί, σᾶς λέγω, αὑτὸν νὰ φοβηθῆτε.

6 Πέντε σπουργίτια δὲν πωλοῦνται γιὰ δύο δεκάρες, Καὶ ὅμως ἕνα ἀπ’ αὐτὰ δὲν εἶναι λησμονημένο ἀπὸ τὸ Θεό.

7 Ὄσο δὲ γιὰ σᾶς, ἀκὸμη καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας εἶναι ὅλες ἀριθμημένες. Μή φοβεῖσθε λοιπόν. Είσθε ἀνώτεροι ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια».

Περὶ ὁμολογίας καὶ ἀρνήσεως

8 «Σᾶς βεβαιώνω δέ· Γιὰ καθένα, ποὺ θὰ κάνῃ ὁμολογία γιὰ μένα μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ κάνῃ ὁμολογία γι’ αὐτὸν μπροστὰ στοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ. 353 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 12,9-21

9 Ἐκεῖνον δέ, ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὸι τὸν ἁπαρνηθῶ μπροστὰ στοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ».

Ἠ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

10 «Ὅποιος δὲ μιλήση προσβλητικὰ κατὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ τοῦ συγχωρηθῇ. Ἀλλ’ ὅποιος θὰ προσβάλῃ τὸ ’Άγιο Πνεῦμα, δὲν θὰ τοῦ συγχωρηθῇ» (Βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ πώρωσι, διαστροφή, άμετανοησία. Ἠ δὲ άμετανοησία δὲν συγχωρεῖται).

Ὄχι ἅγχος γιὰ τὴν ἀπολογία

11 «Ὅταν δὲ σᾶς όδηγοῦν στὶς συναγωγὲς καὶ τὶς ἁρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, μὴ άγωνιᾶτε γιὰ τὸ πῶς ἢ τί θ’ άπολογηθήτε ἢ τί θὰ είπῆτε.

12 Διότι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὸι σᾶς διδάξῃ ἐκείνη τήν ὥρα ὅσα πρέπει νὰ είπῆτε».

Φυλάσσεσθε ἀπὸ τὴν πλεονεξία

13 Τοῦ εἶπε δὲ κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος· «Διδάσκαλε, νὰ είπῇς στὸν άδελφό μου νὰ κάνῃ διανομὴ τῆς κληρονομίας μαζί μου».

14 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε· «Ἄνθρωπε, ποιός μὲ κατέστησε δικαστή ἢ διανομέα σὲ σάςς».

15 Τότε εἶπε πρὸς αὐτούς (πρὸς τὸ πλῆθος δηλαδή)· «Νὸι προσέχετε καὶ νὰ φυλάγεσθε ἀπὸ κάθε πλεονεξία, διότι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου (ἡ μακροζωία καὶ ἡ εὐτυχὴς ζωή) δέν ἑξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀφθονία τῶν ὺλικῶν ἀγαθῶν του».

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου

16 Εἶπε δέ καὶ μία παραβολὴ σ’ αὐτοὺς λέγοντας· «Κάποιου πλουσίου ἀνθρώπου καρποφόρησαν πλουσίως τὰ χωράφια.

17 Καὶ σκεπτόταν μέσα του λέγοντας· ”Τί νὰ κάνω, διότι δέν ἔχω ποῦ νὰ συνάξω τοὺς καρπούς μου;”.

18 Ἔπειτα εἶπε· ”Τοῦτο θὰ κάνω- θά γκρεμίσω τὶς άποθῆκες μου, καὶ θὰ οἰκοδομήσω μεγαλύτερες, καὶ θὰ συνάξω ἐκεῖ όλα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου,

19 καὶ θὸι είπῶ στὸν ἑαυτό μου· Ἑαυτέ μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, ποὺ άρκοῦν γιὰ ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου”.

20 Ἀλλ’ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· ’Ἂνόητεὶ Αὐτὴ τὴ νύκτα άπαιτοῦν ἀπὸ σένα τὴ ζωή σου. Αὺτὰ δέ, ποὺ έτοίμασες, τίνος θὸι εἶναι;”.

21 Ἔτσι παθαίνει ὅποιος θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν πλουτίζει (γιὰ νὰ κάνῃ καλά ἔργα) γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ».

355 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1222-Ξό

Ὄχι ἅγχος γιὰ τὴ ζωή

22 Εἶπε τότε πρὸς τοὺς μαθητάς του· «Γι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, μὴν άγωνιᾶτε γιὰ τὴ ζωή σας τί θὰ φόπε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί θὰ ντυθήτε.

23 Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν τροφή, καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ένδυμαῖ

24 Κοιτάξετε τοὺς κόρακες, ὅτι δὲν σπείρουν οὔτε θερίζουν, δὲν ἔχουν κελλάρι οὔτε ἀποθήκη, ἀλλ’ ὁ Θεὸς τοὺς τρέφει, Πόσο πολὺ έσεῖς εἶσθε ἀνώτεροι ἀπὸ τὰ πετεινά; (Άσυγκρίτως).

25 Ποιός δὲ ἀπὸ σᾶς, όσο καὶ ἂν φροντίσῃ, δύναται νὰ προσθέσῃ στὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυ,

26 Ἐὰν λοιπὸν δὲν δύνασθε οὔτε τὸ τόσο μικρὸ πρᾶγμα, γιατί ἀγωνιᾶτε για τὰ ὑπόλοιπα,

27 Παρατηρήσετε τὰ ἄνθη πόσο ὡραῖα εἶναι. Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, οὔτε ὸ Σολομῶν παρ ’ ὅλη τὴ δόξα του ντύθηκε σὰν ἕνα ἀπ ’ αύτά.

28 Καὶ ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο ρίχνεται στὸ φοῦρνο (καὶ καίεται), ὁ Θεὸς τόσο ὡραῖα ντύνει, δὲν θά δώσῃ ἔνδυμα πολὺ περισσότερο σ’ ἑσᾶς, ὁλιγόπιοτος

29 Γι’ αὐτὸ έσεῖς μὴ ζητεῖτε τί θὰ φᾶτε ἢ τί θὰ πιῆτε, καὶ μήν ἀγχώνεσθε.

30 ’Ὀλα δὲ αὐτὰ έπιδιώκουν (σὰν νὰ εἶναι μέγιστα ἀγαθά) οἱ έθνικοὶ (οἱ εἰδωλολάτρες) τοῦ κόσμου. Γνωρίζει δὲ ὁ πατέρας σας, ὅτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπ’ αύτά.

31 Γ ι’ αὐτὸ νὰ ζητῆτε (γιά νὰ λάβετε) τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅλα αὐτὰ θά σᾶς δο- θοῦν έπιπροσθέτως.

32 Μή φοβᾶσαι, μικρό μου ποίμνιο, διότι ὸ Πατέρας σας εύαρεστήθηκε νὰ δώσῃ σὲ σᾶς τὴ βασιλεία».

Δῶστε ἐλεημοσύνη

33 «Πωλῆστε τὰ ὑπάρχοντά σας καὶ δῶστε θιεημοσύνη. Άποκτήστε πουγγί, ποὺ δὲν παλιώνει, θησαυρὸ ἀνεξάντλητο οτοὺς ούρανούς, ὅπου κλέπτης δὲν πλησιάζει, καὶ σκόρος δὲν καταστρέφει

34 Ὅπου δὲ εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶὴ καρδιά σας».

Ὁ έρχομὸς τοῦ Κυρίου αἰφνίδιος. Ἀνάγκη ἑπαγρυπνήσεως

35 «Ἠ μέση σας νὰ εἶναι καλὰ ζωσμένη, καὶ οἱ λύχνοι σας άναμμένοι,

36 καὶ σεῖς ὅμοιοι μὲ ἀνθρώπους πού περιμένουν τὸν κύριό τους, πότε θὰ ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τὸ γάμο, ὥστε, ὅταν ἔλθῃ καὶ κρούσῃ τὴ θύρα, ἀμέσως νὰ τοῦ ἀνοίξουν. 357 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 12,37-48

37 Εὑτυχεῖς εἶναι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους, ὅταν ἔλθῃ ὁ κύριος, θὰ βρῇ νὰ άγρυπνοῦν. Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ ζώσῃ τὴ μέση, καὶ θὰ τοὺς βάλῃ νὰ καθήσουν, καὶ θὰ περάσῃ νὰ τοὺς ὺπηρετήσῃ.

38 Καὶ ἂν ἔλθῃ κατὰ τὴ δεύτερῃ βάρδια τῆς νύκτας (μετὰ τὰ μεσάνυκτα), καὶ κατὰ τὴν τρίτη βάρδια τῆς νύκτας (γύρω στὰ ξημερώματα), καὶ τοὺς βρῃ ἔτσι, εὐωχεῖς εἶναι οἱ δοῦλοι έκεῖνοι.

39 Τοῦτο δὲ νὰ ξέρετε, ὅτι, ἐὰν γνώριζε ὸ νοικοκύρης ποιά ὥρα τῆς νύκτας θὰ ἔλθῃ ὁ κλέπτης, θ’ άργυ- πνοῦσε καὶ δὲν θ’ ᾶφηνε νὰ διαρρήξῃ τὸ σπίτι του.

40 Γι’ αὐτὸ καὶ σεῖς (ποὺ γνωρίζετε, ὅτι ὁ Κύριος ὁπωσδήποτε θὰ ἔλθῃ) νὰ εἶσθε συνεχῶς ἔτοιμοι, διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθῃ τήν ὥρα, ποὺ δὲν περιμένετε».

Ὁ πιστὸς καὶ φρόνιμος δοῦλος

41 Τότε ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε· «Κύριε, γιὰ μᾶς λέγεις αὺτή τήν παραβολὴ ἢ γιὰ ὅλουςῖ».

42 Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· «Ποιός ἆραγε εἶναι ὸ ἔμπιστος καὶ συνετὸς οἰκονόμος τὸν ὁποῖον ὁ κύριος θὰ κάνῃ προϊστάμενο τῶν δούλων του, γιὰ νὰ τοὺς δίνῃ στὴν κατάλληλη ὥρα τὴν κανονισμένη τροφή,

43 Εὑτυχής ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖο, ὅταν ἔλθῃ ὁ κύριός του, θὰ τὸν βρῇ νὰ κάνῃ ἔτσι.

44 Άλη- θινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ τὸν βάλῃ ὺπεύθυνο σ’ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του».

Ὸ κακὸς δοῦλος

45 «Ἐὰν ἀντιθέτως ὁ δοῦλος ἐκεῖνος είπῃ μέσα του, ”Θὰ ἁργήσῃ ὁ κύριός μου νὰ ἔλθῃ”, καὶ ἁρχίσῃ νὰ κτυπᾷ τοὺς δούλους καὶ τὶς δοῦλες, καὶ νὰ τρώγῃ καὶ νὰ πίνῃ καὶ νὰ μεθάῃ,

46 θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου σὲ ἡμέρα, ποὺ δὲν περιμένει, καὶ σὲ ὥρα, που δὲν γνωρίζει, καὶ θὰ τὸν σχίσῃ στὰ δύο, καὶ θὰ τὸν κατατάξῃ μ’ ἐκείνους, ποὺ δὲν εἶναι ἔμπιστοι.

47 Ἐκεῖνος ἐπίσης ὁ δοῦλος, ποὺ γνώρισε τὸ θέλημα τοῦ κυρίου του, ἀλλὰ δὲν φρόντισε καὶ δὲν ἔκανε συμφώνως πρὸς τὸ θέλημά του, θὰ ὺποστῂ πολλὲς μαστιγώσεις.

48 Ἐκεῖνος δέ, ποὺ δὲν γνώρισε, ἀλλ’ ἔκανε πράγματα ἄξια μαστιγώσεων, θὰ ὺποοτῃ ὁλίγες μα- στιγώσεις. Ἑπίσης ἀπὸ καθένα, ποὺ τοῦ δόθηκε πολύ, θὰ ζητηθῇ πολύ· καὶ ἀπ ’ αὐτόν, ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκαν πολύ, θὰ ζητήσουν περισσότερο».

359 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 12,49 - 13,2

Ὁ Χριστὸς διχάζει τοὺς ἁνθρώπουςῖ

49 «Φωτιὰ ἦλθα νὰ βάλω οτή γῆί Καὶ τί ἄλλο Θέλω, ἀφοῦ πλέον ἅναψε,

50 Βάπτισμα (μαρτυρίου) ἔχω νὰ λάβω. Καὶ πῶς ἀγωνιῶ καὶ ὰνυπομονῶ, ἔως ὅτου τελεσθῇί

51 Νομίζετε, ὅτι ἦλθα νὰ δώσω είρήνη στὴ γῆ, ”Οχι, σᾶς βεβαιώνω, ἀλλὰ διχασμὸ.

52 Ἔτσι ἀπὸ τώρα πέντε σ’ ένα σπίτι θὰ εἶναι διχασμένοι, τρεῖς ἐναντίον δύο καὶ δύο ἐναντίον τριῶν.

53 θὰ διχασθοῦν πατέρας ἐναντίον υἱοῦ, καὶ υἱὸς ἐναντίον πατέρα, μητέρα ἐναντίον θυ- γατέρας, καὶ θυγατέρα ἐναντίον μητέρας, πεθερὰ έναντίον τῆς νύφης της, καὶ νύφη ἐναντίον τῆς πεθερᾶς της (ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας τῶν μὲν καὶ τῆς πίστεως τῶν δέ)».

Ἑρμηνεία τῶν σημείων τῶν καιρῶν

54 Ἔλεγε δὲ καὶ στὰ πλήθη τοῦ λαοῦ· «Ὅταν δῆτε τὸ σύννε- φο νὰ βγαίνη ἀπὸ τὴ δύσι, ἁμέσως λέγετε, ”Βροχή ἔρχεται”, καὶ έτσι γίνεται.

55 Καὶ ὅταν (δῆτε) νὰ φυσᾷ νότιος ἄνεμος, λέγετε, ”Καύσων θὰ έλθῃ”, καὶ ἔτσι γίνεται.

56 Ὺποκριταίί Τήν ὅψι τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς γνωρίζετε νὰ ὲρμηνεύετε. Τὸν παρόντα δὲ καιρὸ (ποὺ δείχνει, ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε) πῶς δὲν ἑρμηνεύετεῖ».

Κρίνετε τὸ δίκαιο ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ μὴ φθάνετε στὰ δικαστήρια

57 «Ἐπίσης δέ, γιατί δὲν κρίνετε οἱ ἴδιοι ποιό εἶναιτὸ δίκαιοῖ

58 Καθὼς λοιπὸν πηγαίνεις μὲ τὸν ἁντίδικὸ σου στὸν ἄρχοντα (δικαστή), στὸ δρόμο προσπάθησε ν’ ἀπαλλαγῇς ἀπ’ αὐτὸν (μὲ διευθέτησι τῆς διαφορᾶς σας), γιὰ νὰ μὴ σὲ σύρῃ μέχρι τὸ δι- καστή, καὶ ὁ δικαστὴς σὲ παραδώσῃ οτὸ έκτελεστικὸ ὄργανο, καὶτὸ έκτελεστικὸ ὄργανο σὲ ρίξῃ στὴ φυλακή.

59 Σοῦ λέγω, δὲν θὰ βγῇς ἀπ’ ἐκεῖ, ἕως ὅτου πληρώσῃς καὶτὸ τελευταῖο λεπτὸ».

Κεφάλαιο 13

Ὅλοι οἱ ἁμετανόητοι Θ’ ἀπολεσθοῦν

1 Αὐτὴ δὲ τὴν ὥρα παρουσιάσθηκαν μερικοὶ καὶ ἀνέφε- ραν σ’ αὐτὸν γιὰ τοὺς Γαλιλαίους, τῶν ὁποίων ὁ Πιλᾶτος ἀνέμιξε τὸ αἷμα μὲ τὸ αἷμα τῶν θυσιῶν τους (σφάζοντας αὐτοὺς ἐνῷ προσέφεραν θυσίες στὸ ναό).

2 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε τότε· «Νομίζετε, ὅτι αὐτοὶ οἱ Γαλιλαῖοι, ἐπειδὴ ἔπαθαν αὐτὰ, ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοὶ περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς Γαλιλαίους, 361 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 13,3-17

3 Ὄχι, σᾶς βεβαιώνω. Καὶ ἐὰν δὲν μετανοήσετε, ὅλοι ἐπίσης θὰ χαθῆτε.

4 Ἢ ἐκεῖνοι οἱ δεκαοκτώ, πάνω στοὺς ὁποίους ἐπεσε ὁ πύργος στὸ Σιλωὰμ καὶ τοὺς σκότωσε, νομίζετε, ὅτι ὑπῆρξαν χρεῶστες (στὸ Θεὸ λόγῳ ἁμαρτιῶν) περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πού κατοικοῦν στὴν Ἰερουσαλήμ,

5 Ὅχι, σᾶς βεβαιώνω. Καὶ ἐὰν δὲν μετανοήσετε, ὅλοι ἐπίσης θὰ χαθήτε».

Ἡ παραβολὴ τῆς ἅκαρπης συκιᾶς

6 Εἶπε τότε αὐτὴ τὴν παραβολή· «Κάποιος εἶχε φυτεύσει μία συκιὰ στὸ άμπέλι του, καὶ ἦλθε ζητώντας σ’ αὐτὴ καρπό, ἀλλὰ δὲν βρῆκε.

7 Εἶπε τότε στὸν ἀμπελουργό- ’Ἴδού, τρία ἐτη ἐρχομαι ζητώντας καρπὸ σ’ αὐτὴ τὴ συκιά, ἀλλὰ δὲν βρίσκω. Νὰ τὴν κόψῃς. Γιατί νὰ ἁχρηοτεύῃ καὶ τὸν τόπο;”.

8 Ἀλλ’ αύτὸς ἁποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε· ”Κύριε, ἅφησέ την καὶ τοῦτο τὸ ἐτος, για νὰ σκάψω γύρω ἀπ’ αὐτὴ καὶ νὰ βάλω κοπριά.

9 Καὶ ἐὰν μὲν κάνῃ καρπό, καλῶς. Άλλιῶς θὰ τὴν κόψῃς στὸ μέλλσν”».

Ὸ Ἰησοῦς θεραπεύει τὴ συγκύπτουσα γυναῖκα τὸ Σάββατα

10 Κάποιο δέ Σάββατο (ό Ἰησοῦς) δίδασκε σὲ μία ἀπὸ τὶς συ- ναγωγές.

11 Καὶ ἰδού, ῆταν ἐκεῖ μία γυναῖκα, ἡ ὁποία εἶχε πνεῦμα (δαιμόνιο) ἀσθενείας ἐπὶ δεκαοκτὼ ἐτη, καὶ ἐξ αἰτίας αύτοῦ ἦταν κυρτωμένη, καὶ δὲν μπσροῦσε καθόλου νὰ σηκώσῃ τὸ κεφάλι της.

12 Ὅταν δὲ τὴν εἶδε ὁ Ἰησοῦς, ἁπευθύνθηκε σ’ αὐτὴ καὶ τῆς εἶπε· «Γυναῖκα, ἐχεις ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου».

13 Καὶ ἐθεσε ἐπάνω της τὰ χέρια, καὶ άμέσως τὸ σῶμα της ἐπανῆλθε στήν ὀρθία στάσι, καὶ δόξαζε τὸ Θεό.

14 Ὁ δὲ ἀρχισυνάγω- γος ἐλαβε τὸ λόγο, καὶ πλήρης ἀγανακτήσεως, διότι ὁ Ἰησοῦς θεράπευσε κατὰ τὸ Σάββατο, ἐλεγε στὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ· «Ἕξι ἡμέρες εἶναι, κατὰ τὶς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία. Κατ’ αύτὲς λοιπὸν τἰς ἠμέρες νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε, καὶ ὄχι τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτσυ».

15 Τοῦ ἁπάντησε τότε ὁ Κύριος· «Ὑπο- κριτόιί Καθένας ἀπὸ σᾶς τὸ Σαββατο δὲν λύει τὸ βόδι του ἢ τὸν ὅνο ἀπὸ τὴ φάτνη καὶ ὁδηγεῖ ἔξω καὶ ποτίζει;

16 Καὶ αύτή, πού εἶναι θυγατέρα τού Ἀβραάμ, καὶ ὁ Σατανᾶς τὴν ἐ’χει δεμένη ἐπὶ δεκαοκτὼ ἤδη ἐτη, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ αύτὰ τήν ἠμέρα τοῦ Σαββὰτου;>>,

17 Ὅταν δὲ ἔλεγε αύτόι, καταισχύνονταν ὅλοι οἱ ἀντίθετοι σ’ αὐτόν, ἐνῷ ὅλος ὁ λαός ἔχαιρε γιὰ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ἐ’ργα, ποὺ γίνονταν ἀπ’ αὐτόν.

363 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 13,18-31

Ἠ παραβολὴ τοῦ κόκκου σινάπεως καὶ τῆς ζύμης

18 Ἔλεγε ἐπίσης· «Μὲ τί ὁμοιάζει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τί νὰ τὴν παρομοιάσω;

19 Όμοιάζει μὲ κόκκο σιναπιοῦ, τὸν ὁποῖο πῆρε ἄνθρωπος καὶ τὸν ἔρριξε στὸν κῆπο του. Καὶ ἁναπτύχθηκε καὶ ἑγινε μεγάλο δένδρο, καὶτὰ πετεινὰ τοῦ οὐρα- νοῦ κάθησαν στὰ κλαδιά του.

20 Πάλιν εἶπε· «Μὲ τίνα παρομοιάσω τὴ βασιλεία τοῦ Θεοί»

21 Ὸμοιάζει μὲ προζύμι, ποὺ πῆρε γυναῖκα καὶτὸ ἔβαλε μέσα σὲ τρία σάτα ἁλεύρι (ποσότητα μεγάλη), καὶ δέχθηκε τὴν ὲπίδρασι τοῦ προζυμιού ὅλο τὸ άλεύρι».

Ἠ στενὴ πύλη τῆς βασιλείας Ἀποκλεισμὸς τῶν μὴ ἀληθινῶν μαθητῶν

22 Καθὼς δὲ πήγαινε στὴν Ἰερουσαλήμ, περνοῦσε ἀπὸ πόλεις καὶ χωριὰ καὶ δίδασκε.

23 Τοῦ εἶπε δὲ κάποιος· «Κύριε, εἶναι ἂρα- γε ὀλίγοι αὐτοὶ ποὺ σῴζοντας». Αὐτὸς δὲ εἷπε πρὸς αὐτούς·

24 «Ἀγωνίζεσθε γιὰ νὰ μπῆτε ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη. Διότι πολλοί, σᾶς βεβαιώνω, θὰ ζητήσουν νὰ μποῦν, ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσουν.

25 Ὅταν θὰ σηκωθῇ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ θὰ κλείσῃ καλὰ τὴ θύρα, καὶ θὰ άρχίσετε νὰ στέκεσθε ἔξω καὶ νὰ κτυπᾶτε τὴ θύρα λέγο- ντας, ”Κύριε, Κύριε, ἄνοιξε μας”, τότε θὰ ἀποκριθῇ καὶ θὰ σᾶς πῇ, ”Δὲν σᾶς ξέρω ἀπὸ ποῦ εἶσθε”.

26 Τότε θὰ ἁρχίσετε νὰ λέτε, ”Φάγαμε μπροστὰ σου καὶ πιή καμε, καὶ μᾶς δίδαξες στὶς πλατεῖες μας”,

27 Ἀλλὰ θὰ είπῇ, ”Σᾶς λέγω, δὲν σᾶς γνωρίζω ἀπὸ ποῦ εἶσθε. Φύγετε μακριὰ ἀπὸ με’να, ὅλοι οἱ ἐργὰτες τοῦ κακοῦ”.

28 Ὲκεῖ θὰ κλαίετε καὶ θὰ τρίζετε τὰ δόντια (ἀπὸ τὸν πόνο), ὅταν θὰ ίδῆτε τόν Άβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ καὶ ὅλους τοὺς προφήτες οτή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὲσᾶς δὲ νὰ σᾶς διώχνουν.

29 Θὰ ἑλθουν δὲ ἄνθρωποι ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύσι καὶ ἀπὸ βορρᾶ καὶ νότο καὶ θὰ καθήσουν σιὸ τραπέζι οτή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

30 Καὶ ἰδοὺ εἶναι τελευταῖοι, ποὺ θὰ γίνουν πρῶτοι, καὶ πρῶτοι, ποὺ θα γίνουν τελευταῖοι».

«Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ...»

31 Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἦλθαν μερικοὶ Φαρισαῖοι καὶτοῦ εἶπαν· «Φύγε, καὶ πήγαινε ἄλλοῦ, διότι ὁ Ἡρῴδης θέλει νὰ σὲ θα- νατωσῃ». 365 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1332 - 14,1Ο

32 Εἶπε δὲ σ’ αὐτούς· «Νὰ πᾶτε καὶ νὰ εἰπήτε σ’ αὐτὴ τὴν όιλεποῦ, ’”Ῑδού, βγάζω δαιμόνια καὶ κάνω Θεραπεῖες σήμερα καὶ αὔριο, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα φθάνω στὸ τέλος”.

33 Γι’ αὐτὸ πρέπει σήμερα καὶ αὔριο καὶ τὴν ἑπομένη ἡμέρα νὰ συνεχίσω τήν πορεία μου (πρὸς τὴν Ἰερουσαλήμ), διότι δὲν δύναται νὰ Θανατωθῇ προφήτης ἔξω ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ».

Περιπαθὴς ἀποστροφὴ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὴν Ἰερουσαλήμ

34 «Ἰερουσαλήμ, Ἰερουσαλήμ, ποὺ φονεύεις τοὺς προφῆτες καὶ λιθοβολεῖς τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς ἐσέναέ Πόσες φορὲς Θέλησα νὰ μαζέψω τὰ παιδιά σου, ὅπως ἡ ὄρνιθα τὰ πουλιόι της κόπω ἀπὸ τ“ις φτεροϋγες, ἀλλὰ δὲν Θελήσατε.

35 Ἰδού, γιὰ λύπη σας ἁφήνε- ται τὸ ἔθνος σας ἕρημο (ἁπροστόπειπο). Καὶ σᾶς βεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ μὲ ἰδῆτε (οτήν πρόνοιά μου), ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ καιρὸς ποὺ θὰ εἰπῆτε, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου».

Κεφάλαιο 14

Θεραπεία ὺδρωπικοῦ τὸ Σάββατα

14Ὅταν δὲ (ό Ἰησοῦς) ἦλθε στὸ οπίτι κάποιου ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῶν Φαρισαίων ἕνα Σάββατο γιὰ νὰ φάγῃ, αὐτοὶ τὸν κοίταζαν προσεκτικά (γιὰ νὰ ίδοῦν τί θὰ κάνῃ).

2 Καὶ ἰδοὺ κότποιος ὑδρωπικὸς ἦταν ἐνώπιόν του.

3 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸ λόγο καὶ εἶπε πρὸς τοὺς νομοδιδασκόιλους καὶ τοὺς Φαρι- σαίους( (Ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατο νὰ κάνῃ κανεὶς Θεραπείαῖ».

4 Ἀλλ’ αὐτοὶ σιώπησαν. Τότε, ἀφοῦ τὸν ἔπιασε τόν Θεράπευσε καὶ τὸν ἔδιωξε.

5 Κατόπιν ἀπευθύνθηκε πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε «Τινος ἀπὸ σᾶς τὸ παιδὶ” η τὸ βόδι θὰ πέσῃ σὲ πηγάδι, καὶ δὲν Θὰ τό ἁνασόρῃ ἁμέσως κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου,»,

6 Καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν σ’ αὐτά.

Ἐξ ἀφορμῆς πρωτοκαθεδριῶν παραβολὴ γιὰ ὕψωσι καὶ ταπείνωσι

7 Προσέχοντας δέ, ὅτι οἱ καλεσμένοι διὰλεγαν τὶς πρῶτες Θέσεις οτό τραπέζι, εἶπε σ’ αὐτοὺς τόν παραβολικὸ αὐτὸ λόγο·

8 «Ὅταν κὰποιος σὲ καλέσῃ σὲ γάμο, μὴν καθήσῃς στὴν πρώτη Θέσι, μήπως ἁνώτερός σου εἶναι καλεσμένος ἀπ ’ αὐτόν,

9 ὁπότε, όταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ποὺ κάλεσε ἑσένα καὶ αὐτόν, θὰ σοῦ εἰπῇ, ”Δῶσε σ’ αὑτὸν τὴ Θέσι”, καὶ τότε θὰ κινηθῇς μὲ ἐντροπὴ νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταία Θέσι.

10 Γι’ αὐτό, ὅταν προσκληθῇς, πήγαινε καὶ κάθησε στὴν τελευταία Θέσι, ὥστε, ὅταν ἐ’λΘῃ αὑτός, ποὺ σὲ προσκάλεσε, νὰ σοῦ εἰπῂ, ”Φίλε, ἔλα μπροοτά, σὲ ἀνώτε- ρη Θέσι”. Τότε θὰ τιμηθῂς ἐνώπιον τῶν συνδαιτυμόνων σου. 367 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 14,11-24

11 Ἐξὰπαντος καθένας, ποὺ ὺψώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ταπει- νωθῂ, καὶ καθένας, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὺψωθῇ».

Νὰ παραθέτῃς τράπεζα σὲ μὴ δυναμένους νὰ ἁνταποδώσουν

12 Ἔλεγε δὲ καὶ σ’ ἐκεῖνον, ποὺ τὸν εἶχε προσκαλέσει· «Ὅταν παραθέτῃς γεῦμα ἢ δεῖπνο, νὰ μὴ καλῇς τοὺς φίλους σου, οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου, οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου, οὔτε πλουσίους γείτονες, μήπως καὶ αὐτοὶ κατόπιν σὲ καλέσουν καὶ ἔτσι σοῦ γίνῃ ἀνταπόδοσι.

13 Ἀλλ’ ὅταν κάνῃς δεξίωσι, νὰ καλῇς πτωχούς, ἀναπήρους, κουτσούς, τυφλούς,

14 καὶ θὰ εἶσαι εὐτυχής, διότι δὲν μποροῦν νὰ σοῦ ἀντα- ποδώσουν, καὶ θὰ σοῦ ἀνταποδοθῇ κατὰ τὴν ἀνάστασι τῶν εὐσεβῶν».

Ἡ παραβολὴ τοῦ μεγάλου δείπνου

15 Ὅταν δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς συνδαιτυμόνες ἄκουσε αὐτὰ, εἶπε σ’ αὐτόν· «Εὑτυχής ὅποιος θὰ φάγῃ γεῦμα οτή βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

16 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε· «Κάποιος ἄνθρωπος ἑτοίμασε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλοὺς.

17 Καὶ ἀπέστειλε τὸ δοῦλο του τὴν ὥρα τοῦ δείπνου νὰ είπῇ στοὺς καλεομένους· ’”Ελᾶτε, διότι ὅλα εἶναι πλέον ἔτοιμα”.

18 Ἀλλ’ ἅρχισαν ἀμέσως ὅλοι νὰ προβάλλουν ἄρνησι. Ὁ πρῶτος τοῦ εἶπε· ”Άγόρασα χωράφι, καὶ πρέπει νὰ βγῶ καὶ νὰ τὸ ἰδῶ. Σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ ὑπο- λογίσῃς”.

19 Ἅλλος δὲ εἶπε· ”Άγόρασα πέντε ζεύγη βόδια, καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω. Σὲ παρακαλῶ, νὰ μὴ μὲ ὺπολογίσῃς”.

20 Καὶ ἄλλος εἶπε· ”Νυμφεύθηκα γυναῖκα, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν δύνα- μαι νὰ ἔλθω”.

21 Πῆγε δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος καὶ ἀνέφερε αὐτὰ στὸν κύριό του. Ὠργίσθηκε τότε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ εἶπε στὸ δοῦλο του· ”Πήγαινε ἔξω γρήγορα στοὺς δρόμους καὶ στὰ στενὰ τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ κουτσοὺς καὶ τυφλοὺς φέρε έδῶ μέσα”.

22 Εἶπε δέ ὁ δοῦλος (ὅταν έπέοτρεψε)· ”Κύριε, ἕγινε ὅπως διέταξες, καὶ ἀκόμη ὑπάρχει τόπος”.

23 Καὶ ὸ κύριος εἶπε στὸ δοῦλο- ”Πήγαινε ἔξω στοὺς δρόμους καὶ οτὰ στενὰ καὶ ἁνάγκασέ τους νὰ έλθουν μέσα, γιὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου”.’

24 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τοὺς προσκεκλημένους δὲν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνο μου».

369 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 14,25 - 15,5

Ἀπάρνησι πάντων προϋπόθεσι μαθητείας

25 Κατὰ δὲ τὴν πορεία του πήγαιναν μαζί του πλήθη πολλά. Καὶ οτράφηκε καὶ τοὺς εἶπε·

26 «Ἐὰν κανεὶς έρχεται πρὸς ἑμένα καὶ δὲν άπαρνῆται τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα καὶ τὴ γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς άδελφές, ἀκόμη δὲ καὶ τὸν ἑαυτό του, δὲν δύναται νὰ εἶναι μαθητής μου.

27 Καὶ ὅποιος δὲν σηκώνει τὸ οταυρό του καὶ δὲν μὲ ἀκολουθεῖ, δὲν δύναται νά εἶναι μαθητής μου.

28 Ποιός δὲ ἀπὸ σᾶς, ποὺ Θέλει νὰ οἰκο- δομήσῃ πύργο, δὲν κάθεται πρῶτα καὶ ὑπολογίζει τὴ δαπάνη, ἐὰν ἔχῃ δηλαδὴ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ φέρῃ τὸ έργο σὲ πέρας,

29 γιὰ νὰ μὴ βάλῃ θεμθιιο καὶ δὲν μπορέσῃ νὰ τελειώσῃ τὸ έργο καὶ άρχίσουν ὅλοι, ὅσοι θὰ βλέπουν, νὰ τὸν εἰρωνεύωνται

30 λέγοντας, ’Άὺτὸς ὁ ἄνθρωπος άρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν μπὸρεσε νὰ τελειώσῃ”;

31 Ἥ ποιός βασιλεύς, προκειμένου νά ἑκοτρατεύσῃ ἐναντίον ἄλλου βασιλέως, δὲν κάθεται πρῶτα καὶ σκέπτεται, ἂν δύναται μὲ δέκα χιλιάδες ν’ άντιμετωπίσῃ αὑτὸν ποὺ έρχεται έναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδες άνδρες,

32 Ἂν δὲν δύναται, ἐνῷ ἐκεῖνος εἶναι ἀκόμη μακριὰ ἀποστέλλει μεσολα- βητὰς καὶ ζητεῖ διαπραγματεύσεις γιὰ εἰρήνη.

33 Ἐτσι λοιπὸν καθένας ἀπὸ σᾶς, ποὺ δὲν άπαρνεῖται τὰ πάντα, δὲν μπορεῖ νά εἶναι μαθητής μου».

Τὸ ὰλάτι παραβολικά

34 «Χρήσιμο τὸ άλάτι. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ τὸ άλάτι χάσῃ τήν ὰλμύρα του, μὲ τί θὰ τὴν άποκτήσῃ πάλι,·

35 Οὔτε ὡς χῶμα χρησιμεύει οὔτε ὡς κοπριά. Τὸ πετοῦν. Ὅποιος ἔχει αύτιὰ γιὰ νά ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».

Κεφάλαιο 15

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀπολωλότος προβάτου

15Ὄλοι δὲ οἱ τελῶνες καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸν πλησίαζαν (τὸν Ἰησοῦ) γιὰ νὰ τὸν ἀκούουν

2 Καὶ σχολίαζαν οἱ Φα- ρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντας, «Αὐτὸς δέχεται ἁμαρτω- λοὺς καὶ συντρώγει μαζί τους».

3 Τοὺς εἶπε δὲ τὴν ἑξῆς παρα- βολή·

4 «Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ποὺ ἔχει ἑκατὸ πρόβατα καὶ ἔχασε ἕνα ἀπ’ αὑτά, δὲν ἐγκαταλείπει τὰ ἑνενήντα ἐννιὰ στὴν έρημο, καὶ πηγαίνει καὶ ἀναζητεῖ τὸ χαμένο, ἕως ὅτου τὸ βρῇ;

5 Καὶ ὅταν τὸ βρῇ, τὸ Θέτει μὲ χαρὰ ἐπάνω στοὺς ὤμους του, 371 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 15,6-22

6 καὶ ὅταν ἔλθῃ οτὸ οπίτι προσκαλεῖ μαζὶ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονες λέγοντας σ’ αὐτούς· ”)(αρῆτε μαζί μου, διότι βρῆκα τὸ χαμένο πρόβατό μου”.

7 Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι ἔτσι Θὰ εἶναι χαρὰ στὸν οὐρανὸ γιὰ ἔνα ἁμαρτωλὸ, ποὺ μετανοεῖ, παρὰ γιὰ ένενήντα έννιὰ ἁγίους, ποὺ δὲν ἔχουν ἀνάγκη μετανοίας».

Ἡ παραβολὴ τῆς ἁπολεσθείσης δραχμῆς

8 «Ἤ ποιά γυναῖκα, ποὺ ἔχει δέκα δραχμές, ἐὰν χάσῃ μία δραχμή, δὲν ἁνάβει λύχνο καὶ σαρώνει τὸ σπίτι καὶ ψάχνει έπι- μελῶς, ἔως ὅτου τὴ βρῇ,

9 Καὶ ὅταν τὴ βρῇ, καλεῖ μαζὶ τὶς φίλες καὶ τὶς γειτόνισσες λέγοντας· ”Χαρῆτε μαζί μου, διότι βρῆκα τὴ δραχμή, ποὺ ἔχασα.

10 Ἔτσι, σᾶς βεβαιώνω, χαίρουν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ γιὸι τὴ μετάνοια ἔνὸς ὰμαρτωλοῦ».

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, τοῦ σπλαγχνικοῦ πατέρα καὶ τοῦ γογγυστοῦ ἀδελφοῦ

11 Εἷπε έπίσης· «Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς.

12 Καὶ ὸ νεώτερος ἀπ’ αὐτοὺς εἶπε στὸν πατέρα· ”Ποπέρα, δός μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μου πέφτει”. Καὶ τοὺς διένειμε τὴν πε- ριουσία.

13 Καὶ ἔπειτα ἀπὸ λίγες ἠμέρες ὁ νεώτερος υίὸς, ἀφοῦ τὰ μάζεψε ὅλα, ἔφυγε σὲ μακρινή χώρα, καὶ ἐκεῖ διασκόρπισε τήν περιουσία του ζώντας ἀσώτως.

14 Καὶ ὅταν τὰ δαπάνη- σε ὅλα, ἔπεσε πεῖνα μεγάλη στὴ χώρα ἐκείνη, καὶ αὐτὸς ἅρχισε νὸι στερῆται.

15 Καὶ πῆγε καὶ προσκολλήθηκε σ’ ἔνα ἀπὸ τοὺς πολῖτες τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ τὸν ἔστειλε στοὺς ἀγρούς του γιὰ νὰ βόσκῃ χοίρους.

16 Καὶ προσπαθοῦσε νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλιά του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα, ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, διότι κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε (τροφή).

17 Τότε ἦλθε στὸν ἑαυτὸ του καὶ εἶπε· ”Πὸσοι έργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν περίσσευμα ἄρτων, ἐνῲ ἐγὼ πε- θαίνω ἀπὸ πεῖναί

18 θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ είπῶ- Πατέρα, ὰμάρτησα οτὸ Θεὸ καὶ σὲ σένα.

19 Δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ λέγωμαι υἱὸς σου. Κόινε με σὰν ἔνα ἀπὸ τοὺς ἐργάτες σου”,

20 Καὶ σηκώθηκε καὶ ἦλθε στὸν πατέρα του. Ἐνῲ δὲ ἀκόμη ἦταν μακριά, τὸν εἶδε ὁ πατέρας του καὶ σπλαγχνίσθηκε, καὶ ἔτρεξε καὶ τὸν ἁγκόιλιασε σφικτὰ καὶ τὸν φίλησε Θερμὰ.

21 Καὶ τοῦ εἶπε ὁ υἱόςὁ ”Πατέρα, ἁμάρτησα στὸ Θεὸ καὶ σὲ σένα, καὶ δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ λέγωμαι υἱός σου”.

22 Ἀλλ’ ὁ πατέρας εἶπε στοὺς δούλους του· ”Βγάλετε τὴν καλλίτερη ἔνδυμασία καὶ ἔνδύσετε αὐτόν, καὶ δῶστε δακτυλίδι γιὰ τὸ χέρι του καὶ ὑποδήματα γιὰ τὰ πόδια. 373 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1523 - 16,8

23 Καὶ φέρετε καὶ σφάξετε τὸ καλοθρεμμένο μοσχάρι, καὶ ἃς φᾶμε καὶ ἂς εὐφρανθοῦμε,

24 διότι αὐτὸς ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦταν καὶ ἁνέζησε, καὶ Θανατωμένος ἦταν καὶ σώθηκε”. Καὶ άρχι- σαν νὰ διασκεδάζουν.

25 Ὁ μεγαλύτερος δὲ υἱός του ἦταν στὸ χωράφι. Καὶ ὅταν ἐπιστρέφοντας πλησίασε στὸ σπίτι, ἄκουσε μουσικὰ ὄργανα καὶ χορούς.

26 Καὶ ἀφοῦ κάλεσε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὺπηρέτες, ρωτοῦσε νὰ μάθῃ τί συμβαίνει

27 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἶπε· ’Ὀ ἁδελφός σου ἔχει έλθει, καὶ ἔσφαξε ὁ πατέρας σου τὸ καλοθρεμμένο μοσχάρι, διότι τοῦ ἐπέστρεψε σῶος”.

28 Τότε ώργίσθηκε καὶ δὲν ἤθελε νὰ μπῇ μέσα. Ὁ δὲ πατέρας του βγῆκε καὶ τὸν παρακαλοῦσε.

29 Ἀλλ’ αὐτὸς τότε εἶπε στὸν πατέρα· ’Ἴδοὺ τόσα ἔτη σὲ δουλεύω, καὶ ποτὲ δὲν έκανα άνυπακοή σὲ ἐντολή σου. Καὶ ὅμως σ’ έμένα ποτὲ δὲν έδωσες ἕνα κατσίκι, για νὰ διασκεδάσω μὲ τοὺς φίλους μου.·

30 Ἀλλ’ όταν ἦλθε αὐτὸς ὁ υἱός σου, ποὺ κατάφαγε τήν περιουσία σου μὲ πόρνες, έσφαξες γι’ αὐτὸν τὸ καλοθρεμμένο μοσχάρι”.

31 Ἐκεῖνος δὲ τοῦ εἶπε· ”Παιδί μου, σὺ πάντοτε εἶσαι μαζί μου, καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου.

32 Ἔπρεπε δὲ νὰ εὐφρανθῇς καὶ νὰ χαρῇς, διότι αὐτὸς ὁ ἁδελφός σου νεκρὸς ἦταν καὶ ανέζησε, καὶ Θανατωμένος ἦταν καὶ σώθηκε”».

Κεφάλαιο 16

Ἠ παραβολὴ τοῦ ἀδίκου οἰκονόμου

16Ἕλεγε δέ καὶ πρὸς τοὺς μαθητάς του· «Ἧταν κάποιος ἄνθρωπος πλούσιος, ὁ ὁποῖος εἶχε διαχειριστή, καὶ αὐτὸς κατηγορήθηκε σ’ αὐτόν, ὅτι σπαταλᾷ τὴν περιουσία του.

2 Τὸν φώναξε τότε καὶ τοῦ εἶπε· ”Τί εἶναι αὐτό, ποὺ ἀκούω γιὰ σέναῖ Δῶσε λογαριασμὸ τῆς διαχειρίσεώς σου, διότι δὲν δύνασαι πλέον νὰ εἷσαι διαχειριστής”.

3 Εἶπε δὲ μέσα του ὁ διαχειριστής- ”Τί νὰ κάνω τώρα, ποὺ ὁ κύριός μου άφαιρεῖ τὴ διαχείρισι ἀπὸ μένα; Νὰ σκάβω δὲν μπορῶ, νὰ ζητιανεύω ντρέπσμαι.

4 Βρῆκα τί νὰ κάνω, ὥστε, ὅταν άποπεμφθῶ ἀπὸ τὴ διαχείρισι, νὰ μέ δεχθοϋν στὰ σπίτια τους”.

5 Καὶ ἀφοῦ κάλεσε καθένα ἀπὸ τοὺς χρεωφειλέτες τοῦ κυρίου του ίδιαιτέρως, εἶπε στὸν πρῶτο· ”Πόσον ὀφείλεις συ στὸν κύριό μου;”.

6 Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· ”Ἑκατὸ δοχεῖα λάδι”. Τοῦ εἶπε τότε· ”Πάρε τὸ γραμμάτιό σου καὶ κάθη- σε καὶ γράψε γρήγορα πενήντα”.

7 Ἔπειτα σ’ ἄλλον εἶπε· ”Σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις,·”. Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· ’”Εκατὸ σακκιὰ σιτάρι”. Καὶ τοῦ λέγει· ”Πάρε τὸ γραμμάτιό σου καὶ γράψε όγδόντα”.

8 Ὁ δὲ κύριος ἑκφράσθηκε ἐπαινετικά γιὰ τὸν άδικο διαχειριστή, διότι ἐνήργησε έξυπνα». «Διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι έξυπνότεροι στὴ δική τους ἀνθρωπίνη τάξι ἀπὸ τὰ τέκνα τοῦ φωτος,

375 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 16,9-19

«Ποιήσατε φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας...»

9 γι ’ αὐτὸ ἐγὼ σᾶς λέγω· Κάνετε γιὰ τοὺς ἑαυτούς σας φίλους ἀπὸ τὸν ἅδικο μαμωνᾶ, ὥστε, ὅταν πεθάνετε, νὰ σᾶς δεχθοῦν στὶς αἰώνιες κατοικίες.

10 Ὁ ἐλεήμων ὅταν ἔχῃ ἐλάχιστα, εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅταν ἔχῃ πολλά· ἐνῷ ὁ ἁνελεήμων ὅταν ἔχῃ ἐλάχι- στα, εἶναι ἁνελεήμων καὶ ὅταν ἔχῃ πολλά.

11 Ἐὰν δὲ μὲ τὸν ἄδι- κο πλοῦτο δὲν φανήκατε ἐλεήμονες, αὐτὸ ποὺ δικαίως κατέχετε ποιός ἀπὸ σᾶς θὰ δώσῃ,

12 Καὶ ἐὰν μὲ τὰ ξένα δὲν φανήκατε ἐλεήμονες, τὸ δικό σας ποιός ἀπὸ σᾶς θὰ δώσῃῖ».

«ού δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»

13 «Κανεὶς δοῦλος δὲν δύναται νὰ εἶναι δοῦλος σὲ δύο κυρίους (ουγχρὸνως), διότι ἢ τὸν ἔνα θὰ μισήσῃ καὶ τὸν ἄλλο Θ’ ἁγαπήσῃ, ἢ στὸν ἕνα θὰ προσκολληθῇ καὶ τὸν ἄλλο θὰ κα- ταφρονήσῃ. Δὲν δύνασθε νὰ εἶσθε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μα- μωνα».

Ἡ ύψήλοφροσύνη τῶν ἀνθρώπων βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ

14 Ἅκουαν δὲ ὅλα αὐτὰ καὶ οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἦταν φιλάργυροι, καὶ τὸν χλεύαζαν.

15 Είπε δὲ σ’ αὐτούς· «Σεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι, ποὺ παρουσιάζετε τοὺς ἑαυτούς σας ως καλοὺς στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ὁ Θεὸς γνωρίζει τὸ ἐσωτερικό σας, ἡ δὲ ὑψηλοφροσύνη (ὺπερηφάνεια) τῶν ἀνθρώπων εἶναι σιχα- μερὸ καὶ μισητὸ πρᾶγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».

Ὸ νόμος καὶ οἱ προφῆτες

16 «Ὀ νόμος καὶ οἱ προφῆτες (προφήτευσαν γιὰ τὸ Μεσσία) μέχρι τὸν Ἰωάννη. Ἀπὸ τότε κηρύσσεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί καθένας γιὰ νὰ τὴν κατακτήσῃ βιάζει τὸν ἐαυτὸ του.

17 Εἶναι δὲ εύκολώτερο νὰ παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, παρὰ νὰ ἐκπέσῃ μία γραμμὴ ἀπὸ τὸ νόμο.

18 Καθένας, ποὺ χωρίζει τὴ γυναῖκα του καὶ παίρνει ἄλλη, διαπράττει μοιχεία. Καθένας ἐπίσης, ποὺ παίρνει χωρισμένη ἀπὸ ἄνδρα, διαπράττει μοιχεία».

Ἠ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶτοῦ πτωχοῦ Λαζάρου

19 «Ἦταν δὲ κάποιος ἄνθρωπος πλούσιος, καὶ φοροῦσε πολυτελῆ ἐνδύματα, καὶ διασκέδαζε καθημερινῶς μὲ λαμπρὰ συμποσια. 377 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1620 - 173

20 Ἦταν καὶ κάποιος πτωχὸς ὀνομαζόμενος Λάζαρος, ποὺ ἦταν ριγμένος κοντὰ στὴν έξώπορτα τοῦ μεγάρου του γεμᾶτος πληγές.

21 Καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσῃ ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ έπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἔρχονταν ἀκόμη καὶτὰ σκυλιὰ καὶ ἕγλυφαν τὶς πληγές του.

22 Ἀπέθανε δὲ ὁ πτωχὸς καὶ τὸν πήραν οἱ ἄγγελοι καὶ τὸν ἔφεραν στὴν άγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ. Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ κηδεύθηκε μὲ τιμές.

23 Στὸν δὲ ᾅδη βασανιζόμενος σήκωσε τὰ μάτια του καὶ βλέπει τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸ Λάζαρο στὴν άγκαλιά του,

24 καὶ φώναξε καὶ εἶπε· ”Πάτερ Ἀβραάμ, λυπήσου με καὶ στεῖλε τὸ Λάζαρο νὰ βρέξῃ μὲ νερὸ τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καὶ νὰ δροσίσῃ τή γλῶσσα μου, διότι βασανίζομαι μέσα σ’ αὐτὴ τὴ φλόγα”.

25 Ἀλλ’ ὁ Ἀβραὰμ τοῦ εἶπε· ”Παιδί μου, θυμήσου, ὅτι εἶχες σὺ τὰ ἀγαθά σου μὲ τὸ παραπάνω οτή ζωή σου, ὅπως καὶὸ Λάζαρος τὰ κακά. Γι’ αὐτὸ τώρα έδῶ ἔχει ἁπόλαυσι, καὶ σὺ ὀδύνη.

26 Καὶ έκτὸς ἀπ’ ὅλα αὐτά, μεταξὺ σ’ έμᾶς καὶ σ’ έσᾶς ὑπάρχει μονίμως χάσμα μεγάλο, ὥστε ἐκεῖνοι, ποὺ θέλουν νὰ διαβοῦν ἀπ’ έδῶ πρὸς έσᾶς, νὰ μὴ μποροῦν, οὔτε οἱ ἀπ’ έκεῖ νὰ περνοῦν πρὸς έμᾶς”.

27 Εἶπε τότε (ὁ κολασμένος πλούσιος)· ”Σὲ παρακαλῶ τότε, πάτερ, νὰ τὸν στείλῃς οτὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου,

28 διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς, νὰ τοὺς μιλήσῃ ἐντόνως καὶ νὰ τοὺς διαβε- βαιώσῃ (ῶς αὐτόπτης μάρτυς γιὰ τὴν έδῶ κατάστασι), γιὰ νὰ μὴν έλθουν καὶ αὐτοὶ σ’ αὐτὸ τὸν τόπο τοῦ βασανισμοῦ”.

29 Τοῦ λέγει ό Ἀβραάμ· ’ἺΞχουν τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες· ἂς άκούσουν αὐτούς’.

30 Ἀλλ’ αὐτὸς εἶπε ’Ὄχι πάτερ Ἀβραάμ, ἁλλ’ έὰν κάποιος ἐκ νεκρῶν μεταβῇ πρὸς αὐτούς, θὰ μετανοήσουν”.

31 Τοῦ εἶπε τότε· ’Ἕὰν δὲν άκούουν τὸ Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, οὔτε ἐὰν κάποιος άναστηθῄ ἐκ νεκρῶν θὰ πεισθοῦν”».

Κεφάλαιο 17

Άλλοίμονο στὸν σκανδαλοποιό

17Ἕλεγε έπίσης πρὸς τοὺς μαθητάς του· «Εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν έλθουν τὰ σκάνδαλα. Ἀλλ’ ἄλλοίμονο σ’ ἐκεῖνον, ἀπὸ τὸν όποῖο προέρχονται.

2 Τὸν συμφέρει νὰ κρεμασθῇ μία μυλόπετρα γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ νὰ ριφθῇ στὴ θάλασ- σα, παρὰ νὰ σκανδαλίσῃ ἕνα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀσήμους.

3 Νὰ προσέχετε τοὺς ἑαυτούς σας».

379 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 17,4-17

Ἐὰν ἁμαρτήσῃ σὲ σενα ὁ ἁδελφός σου

«Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ σὲ σε’να ὁ ἁδελφός σου, ἔλεγξέ τον, καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, συγχώρησέ τον (λησμόνησε τὴν ἁμαρτία του καὶ παῦσε τὸν ἐλεγχο).

4 Καὶ ἐὰν ἑπτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα (πολλὲς δηλαδὴ φορὲς) ἁμαρτήσῃ σὲ σένα, καὶ ὲπτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα γυρίσῃ σὲ σε’να καὶ σοῦ εἱπῇ, ”Μετανοῶ”, νὰ τὸν συγχωρήσῃς».

«Πρόσθες ἡμῖν πίστιν»

5 Εἶπαν δὲ οἱ ἀπόστολοι στὸν Κύριο· «Πρόσθεσε σὲ μᾶς πίστι».

6 Καὶ ὁ Κύριος εἷπε· «Ἐὰν ε’ίχατε πίστι σὰν κόκκο σινα- πιοῦ, θὰ λέγατε σ’ αὺτή τὴ μουριά, ”Νὰ ξερριζωθῇς καὶ νὰ φυ- τευθῇς στὴ Θάλασσα1”, καὶ θὰ σᾶς ὑπάκουε».

«Δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν»

7 «Ποιός δὲ ἀπὸ σᾶς, ποὺ ἔχει δοῦλο γεωργὸ ἢ βοσκό, ὅταν (ὸ δοῦλος) ἔλθη στὸ σπίτι ἀπὸ τὴν ὕπαιθρο, θὰ τοῦ είπῇ, ”Πε’ρα- σε άμέσως καὶ κάθησε νὰ φάγῃς”,

8 καὶ δὲν θὰ τοῦ είπῇ, ’Ἒτοίμα- σε νὰ δειπνήσω, καὶ ζώσου να μὲ ὺπηρετήσῃς μέχρι νὰ φάγω καὶ νὰ πιῶ, καὶ ἔπειτα θὰ φάγῃς καὶ θὰ πιῇς ἐσύ”;

9 Μήπως ὀφείλει εὐγνωμοσύνη στὸ δοῦλο ἐκεῖνο, διότι ἔκανε ὅσα τὸν διέταξε, Δὲν νομίζω.

10 Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν κάνετε ὅλα, ὅσα σᾶς διέταξε ὁ Θεός, νὰ λέγετε· ’Ἐίμεθα δοῦλοι ἀνάξιοι (δὲν ἁξίζουμε καμμία άνταμοιβή), διότι κάναμε αὐτό, ποὺ ἤμασταν ὑποχρεωμένοι νὰ κανωμε”».

Ἠ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν. Εὺγνωμοσύνη καὶ ἀχαριστία

11 Κατὰ τὴν πορεία του δὲ πρὸς τὴν Ἰερουσαλὴμ (ὁ Ἰη- σοῦς) περνοῦσε άνάμεσα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια καὶ τὴ Γαλιλαία

12 Καὶ ὅταν ἔμπαινε σὲ κάποιο χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λε- προὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν μακριά,

13 καὶ ὕψωσαν φωνὴ λέγοντας· «Ἰησοῦ διδάσκαλε, ἐλέησέ μαςί».

14 Καὶ ὅταν τοὺς εἶδε, τοὺς εἷπε· «Πηγαίνετε καὶ δείξετε τοὺς ἑαυτούς σας στοὺς ἱερεῖς (οί ἱερεῖς θὰ βεβαίωναν τὴ θεραπεία)». Καὶ ἑνῷ πήγαιναν, καθαρίσθηκαν (ἀπὸ τὴ λέπρα).

15 Ἕνας δὲ ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι Θεραπεύθηκε, ἐπέστρεψε δοξάζοντας μὲ φωνὴ μεγάλη τὸ Θεό,

16 καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια του καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Αὐτὸς δὲ ἦταν Σαμαρείτης.

17 Εἶπε δὲ τότε ὁ Ἰη- σοῦς «Δὲν καθαρίσθηκαν (ἀπὸ τη λέπρα) καὶ οἱ δέκα,- Οἱ ἄλλοι δὲ ἐννιὰ ποῦ εἶναι, 38]. ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 17,18-33

18 Δὲν βρέθηκαν νὰ γυρίσουν γιὰ νὰ δοξάσουν τὸ Θεὸς Βρέθηκε μόνον αὐτὸς ὁ ἁλλοεθνής».

19 Εἶπε δὲ σ’ αὐτόν· «Σήκω καὶ πήγαινε. Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε».

Πότε καὶπῶς ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ

20 Ὅταν δὲ (ὁ Ἰησοῦς) ρωτήθηκε ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἁπάντησε καὶ εἷπε- «Δὲν ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τρόπο θεατό.

21 Οὔτε θὰ είποῦν, Ἵδού, ὲδῶ εἶναι” ἢ ’Ἷδού, ἐκεῖ εἶναι”. Ἰδοὺ δέ, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι (ἤδη) ὰνάμεσά σας».

Τὶ θὰ συμβῇ πρὶν καὶ κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία

22 Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς· «Θὰ ἔλθουν ἠμέρες, ποὺ Θὰ ἐπιθυμήσετε νὰ ἱδήτε μία ἀπὸ τὶς ἡμέρες τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἱδῆτε.

23 Τότε θὰ σᾶς ποῦν, ”Νὰ, έδῶ εἶναι”, ”Νὰ, ἐκεῖ εἶναι”. Νὰ μὴ πᾶτε καὶ νὰ μὴ τρέξετε (νὰ ίδῆτε).

24 Διότι, ὅπως ἡ ἀστραπὴ ἀοτρότπτοντας λάμπει στὴν περιοχή, ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ, ἀπὸ τὸ ἕνα ἅκρο της μέχρι τὸ ἄλλο, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἡμέρα του (Ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου θὰ εἶναι αἰφνιδία καὶ φανερή σὲ ὅλους, ὅπως ἡ ἀστραπή).

25 Ἀλλὰ πρῶτα (ὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου) πρόκειται νὰ πάθῃ πολλὰ καίν’ ἀποδοκιμασθῇ ἀπ’ αὐτὴ τὴ γενεά.

26 Ὅπως δὲ ἔγινε κατὰ τὶς ἠμέρες τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

27 Ἕτρωγαν, ἔπιναν, ἅνδρες νυμφεύονταν, γυναῖκες παντρεύονταν, μέχρι τὴν ἡμέρα, ποὺ μπῆκε ὁ Νῶε στὴν κιβωτό, καὶ ἦλθε ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς ὲξωλόθρευσε ὅλους.

28 θὰ συμβῇ ὁμοίως καὶ μ’ ἐκεῖνο, ποὺ ἐγι- νε κατὰ τὶς ἠμέρες τοῦ Λώτ. Ἔτρωγαν, ἔπιναν, άγόραζαν, πω- λοῦσαν, φύτευαν, οἰκοδομοῦσαν.

29 Ἀλλὰ τὴν ἡμέρα, ποὺ βγῆκε ὸ Λὼτ ἀπὸ τὰ Σόδομα, ἔβρεξε φωτιὰ καὶ θειάφι ἀπ’ τὸν οὐρανὸ καὶ τοὺς ε’ξωλόθρευσε ὅλους.

30 Τὰ ἴδια θὰ συμβοῦν τὴν ἡμέρα, ποὺ θὰ φανερωθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

31 Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὅποιος θὰ εἶναι ἐπάνω στὴν ταρὰτσα, ἐνῷ τὰ πράγματα του θὰ εἶναι κάτω οτὸ σπίτι, ἂς μὴ κατεβῇ γιὰ νὰ τὰ πάρῃ. Καὶ ἐκεῖνος ἐπίσης, ποὺ θὰ βρίσκεται στὸ χωράφι, νὰ μή γυρίσῃ πίσω.

32 Νὰ ἐνθυμῆσθε τὴ γυναῖκα τοῦ Λώτ.

33 Ὅποιος Θὰ ἑπιδιώξῃ νὰ σώσῃ τὸν ἑαυτό του (ἀποφεύγοντας τὸ μαρτύριο), Θὰ τὸν χάσῃ. Καὶ ὅποιος θὰ τὸν θυσιάσῃ, θὰ τὸν δια-τηρήσῃ. 383 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1734 - 18,13

34 Σᾶς βεβαιώνω, έκείνη τὴ νύκτα ἀπὸ τοὺς δύο, ποὺ θὰ εἶναι πάνω σ’ ἕνα κρεββάτι, ὁ ἕνας θὰ παραληφθῇ (γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν), καὶ ὁ ἄλλος θὰ ἐγκαταλειφθῇ.

35 Ἀπὸ τὶς δύο, ποὺ θὰ ἁλέθουν μαζί, ἡ μία θὰ παραληφθῇ, καὶ ἡ ἄλλη θὰ ἐγκα- ταλειφθῇ.

36 Ἀπὸ τοὺς δύο, ποὺ θὰ βρίσκωνται στὸ χωράφι, ὸ ἕνας θὰ παραληφθῇ, καὶ ὁ ἄλλος θὰ έγκαταλειφθῇ».

37 Τοῦ λέγουν δὲ τότε· «Ποῦ, Κύριες». Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἷπε· «Ὅπου Θὰ εἶναιτὸ πτῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευθοῦν τὰ ὄρνεα».

Κεφάλαιο 18

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσπλάγχνου κριτοῦ

1 8 Τοὺς ἔλεγε δὲ καὶ παραβολὴ γιὰ τὸ ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ προσεύχωνται καὶ νὰ μὴν ἁποκάμνουν (στήν προσευχή).

2 Ἔλεγε· «Σὲ κάποια πόλι ἦταν κὰποιος δικαστής, ποὺ Θεὸ δὲν φοβόταν, καὶ ἀνθρώπους δὲν ντρεπόταν.

3 Στήν πόλι ἐκείνη ἦταν ἐπίσης μία χήρα, καὶ έρχόταν σ’ αύτὸν καὶ ἔλεγε· ”Δός μου τὸ δίκαιό μου ἀπέναντι τοῦ ἀντιδίκου μου”.

4 Γιὰ ἁρκετὸ δὲ χρόνο ἁρνήθηκε. Ἀλλ’ ὕστερα εἶπε μέσα του· ’Ἂν καὶτὸ Θεὸ δὲν φοβοῦμαι, καὶ ἄνθρωπο δὲν ντρέπομαι,

5 ὅμως, ἐπειδὴ ἠ χήρα αὐτὴ μὲ ἐνοχλεῖ, θὰ τῆς δώσω τὸ Γδίκαιο, γιὰ νὰ μὴν ἔρχε- ται καὶ μοῦ βγάζῃ τὴν ψυχή”.

6 Εἷπε δὲ ὁ Κύριος· «Προσέξετε τί λέγει ὁ ἄσπλαγχνος δικαστής.

7 Ὁ δὲ Θεὸς δὲν θὰ δικαιώσῃ τοὺς ἐκλεκτούς του, ποὺ κραυγάζουν πρὸς αὑτὸν ἡμέρα καὶ νύκτα, καὶ τοὺς εύσπλαγχνίζεταιῖ

8 Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι γρήγορα θὰ τοὺς δικαιώσῃ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔλθῃ, θὰ βρῇ ἆραγε τὴν πίστι ἐπάνω στὴ γῆ, (Θὰ βρῇ πιστούς, ποὺ θὰ προσεύχωνται έπιμόνωςῖ)».

Ἠ παραβολὴ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου

9 Εἶπε δὲ καὶ γιὰ μερικούς, ποὺ εἶχαν πεποίθησι στοὺς ἐαυ- τούς τους ὅτι εἶναι ένάρετοι, καὶ Θεωροῦσαν τούς ἄλλους μηδέν, αύτή τὴν παραβολή·

10 «Δύο ἄνθρωποι ἁνέβηκαν στὸ ναὸ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης.

11 Ό Φαρισαῖος οτάΘηκε μόνος καὶ ἔκανε αὐτὴ τὴν προσευχή- ”Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι έκβιαστές, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὅπως αὐτὸς ὁ τελώνης.

12 Νηοτεύω δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα ἀποκτῶ”.

13 Ὁ δὲ τελώνης οτάΘηκε μακριά (πολὺ πίσω), καὶ δὲν τολμοῦσε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ πρὸς τὸν ούρανό. Κτυποῦσε δὲ τὸ στῆθος του λέγοντας· ”Θεέ μου, σπλαγχνίσου με καὶ ουγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλό”. 385 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 18,14-29

14 Σᾶς βεβαιώνω- Κατέβηκε αὐτὸς δικαιωμένος οτὸ σπίτι του, καὶ ὄχι ἐκεῖνος. Όπωσδήποτε καθένας, ποὺ ὺψώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ταπεινωθῇ, ἑνῷ ἐκεῖνος, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ὺψωθῇ».

15 Τοῦ ἔφεραν δὲ καὶ τὰ μικρὰ παιδιά, γιὰ νὰ Θέτῃ ἐπάνω τους τὰ χέρια του (καὶ ἔτσι νὰ τὰ εὐλογῇ). Ἀλλ’ ὅταν εἶδαν οἱ μαθηταί, τοὺς ἑπέπληξαν.

16 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὰ κάλεσε κοντά του καὶ εἶπε· «Άφῆοτε τὰ παιδιὰ νὰ ἔρχωνται πρὸς ἐμένα καὶ μή τὰ ἐμποδίζετε. Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι γι’ αὐτούς, ποὺ εἶναι σὰν αὐτά.

17 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅποιος δὲν θα δεχθῇ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ σὰν παιδί, δὲν θὰ μπῇ σ’ αὐτή».

«Τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω»)

18 Κάποιος δὲ ἀριστοκράτης τὸν ρώτησε λέγοντας «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω ζωή αἰώνιαῖ».

19 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Γιατί μὲ λέγεις αγαθό (ἀφοῦ μὲ Θεωρεῖς ἁπλῶς ἄνθρωπο), Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθός, παρὰ ἕνας, ὁ Θεός.

20 Τὶς ἐντολὲς γνωρίζεις· Νὰ μὴ μοιχεύσῃς , νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου.

21 Αὐτὸς δὲ εἶπε- «Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλαξα ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία».

Δυσκόλως πλούσιος εἰσέρχεται στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ

22 Ὅταν δὲ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπε· «Άκόμη ἕνα σοῦ λείπει. Πώλησε ὅλα, ὅσα ἔχεις, καὶ διαμοίρασέ τα σὲ πτωχούς, καὶ θὰ ἔχῃς Θησαυρὸ στὸν οὐρανό, καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς».

23 Ἀλλ’ όταν ἐκεῖνος ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, λυπήθηκε πολύ, διότι ἦταν πλούσιος πολύ.

24 Ὅταν δὲ ὁ Ἰη- σοῦς τὸν εἶδε καταλυπημένο, εἶπε· «Πόσο δύσκολο εἶναι αὐτοί, ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα, νὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦέ

25 Εὑκολώτερο δὲ εἶναι νὰ περάσῃ καμήλα ἀπὸ βελονότρυπα, παρὰ πλούσιος νὰ μπῇ οτή βασιλεία τοῦ Θεοῦ»,

26 Εἶπαν δὲ αὐτοὶ ποὺ ἄκουσαν· «Τότε ποιός δύναται νὰ σωθῇ,·».

27 Αὐτὸς δὲ εἶπε· «Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ οτὸ Θεό».

Ὸ μισθὸς τῶν ἀκολούθων τοῦ Ἰησοῦ

28 Τότε ὁ Πέτρος εἶπε· «Ἰδοὺ ἑμεῖς τὰ ἁφήσαμε ὅλα καὶ σὲ ἁκολουθήσαμε».

29 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· «Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανείς, ποὺ ἄφησε οτιίτι ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυ- ναῖκα ἢ παιδιὰ γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, 387 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 1830 - 19,4

30 καὶ δὲν θὰ λάβῃ ὡς άμοιβή πολλαπλάσια κατὰ τὸν καιρὸ τοῦτο, καὶ κατὰ τὸν μέλλοντα καιρὸ ζωή αἰώνια».

Τρίτη πρόρρησι γιὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάστασι

31 Πῆρε δὲ ἰδιαιτέρως τοὺς δώδεκα καὶ τοὺς εἶπε· «Ἰδοὺ άνεβαίνουμε στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ θὰ έκπληρωθοῦν ὅλα, ὅσα οἱ προφῆτες ἔγραψαν γιὰ τὸν Υἱὸ τοῦ ανθρώπου.

32 θὰ τὸν πα- ραδώσουν δηλαδὴ στοὺς ἐθνικούς (εἰδωλολάτρες), καὶ θὰ τὸν ἑμπαίξουν, καὶ θὰ τὸν βρίσουν, καὶ θὰ τὸν φτύσουν,

33 καὶ Θὰ τὸν μαστιγώσουν, καὶ θὰ τὸν Θανατώσουν, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα Θὰ άναστηθῇ».

34 Ἀλλ’ αὐτοὶ τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν κατάλαβαν, διότι ἡ σημασία αὐτοῦ τοῦ λόγου ἦταν κρυμμένη ἀπ’ αὐτούς, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν καταλάβαιναν τὰ λεγόμενα.

Θεραπεία τυφλοῦ στὴν Ὶεριχώ

35 Ὅταν δὲ πλησίαζε στὴν Ἱεριχὼ κάποιος τυφλὸς καθόταν στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε.

36 Καὶ όταν ἄκουσε τὸ Θόρυβο τοῦ λαοῦ, ποὺ περνοῦσε, ρωτοῦσε τί συμβαίνει.

37 Καὶ τοῦ εἶπαν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος διαβαίνει.

38 Τότε φώναξε δυνατὰ λέγοντας· «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαβίδ, έλέησέ με».

39 Ἀλλ’ αὐτοί, ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ μπροστά του, τὸν έπέπλητταν γιὰ νὰ σιωπήσῃ. Αὐτὸς ὅμως πολὺ περισσότερο φώναζε· «Υἱὲ Δαβίδ, έλέησέ με».

40 Ὁ δὲ Ἰησοῦς σταμάτησε καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν πρὸς αὐτόν. Καὶ ὅταν πλησίασε, τὸν ρώτησε-

41 «Τί Θέλεις νὰ σοῦ κάνωῖ». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Κύριε, νὰ ἁποκτήσω τὸ φῶς μου».

42 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἀπόκτησε τὸ φῶς σουῖ Ἡ πίστι σου σὲ ἔσωσε».

43 Καὶ άμέσως άπέκτησε τὸ φῶς του, καὶ τὸν ἀκολου- θοῦσε δοξάζοντας τὸ Θεό. Καὶ ὅλος ὁ λαός, ὅταν εἶδε (τὸ θαῦμα), δόξασε τὸ Θεό.

Κεφάλαιο 19

Ὁ Ἰησοῦς καὶ ὁ Ζακχαῖος

1 9 Μπῆκε δὲ (ὁ Ἰησοῦς) στὴν Ὶεριχὼ καὶ περνοῦσε διὰ μέσου αὐτῆς.

2 Καὶ ἰδοὺ ἦταν έκεῖ ἕνας ἄνδρας, ποὺ ώνομαζόταν Ζακχαῖος. Ἦταν δὲ ἀρχιτελώνης. Ἐπίσης ἦταν πλούσιος.

3 Καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἰδῇ τὸν Ἰησοῦ ποιός εἶναι, ἁλλὰ δὲν μποροῦσε λόγῳ τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ, διότι στὸ ἀνάστημα ἦταν κοντός.

4 Γι’ αὐτὸ ἔτρεξε μπροστὰ καὶ ἀνέβηκε σὲ μιὰ συκομουριὰ γιὰ νὰ τὸν δῇ, διότι θὰ περνοῦσε ἀπ’ ἐκεῖ. 389 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 19,5-22

5 Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔφθασε σ’ αὐτὸ τὸ μέρος κοίταξε ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἷπε· «Ζακχαῖε, κατέβα γρηγορα, διότι σήμερα πρόκειται νὰ μείνω στὸ σπίτι σου».

6 Καὶ κατέβηκε γρήγορα, καὶ τὸν ὑποδέχθη κε μὲ χαρά

7 Ἀλλ’ ὅταν εἶδαν αὑτό, ὅλοι οχολία- ζαν λέγοντας· «Στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου πῆγε γιὰ νὰ μείνῃ».

8 Ὁ δὲ Ζακχαῖος στάθηκε καὶ εἶπε στὸν Κύριο- «Ἰδού, Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου θὰ δώσω στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν κάτι ἁδίκησα κάποιον, θὰ τὸ ἐπιστρέψω τετραπλάσιο».

9 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε γι’ αὐτόν· «Σήμερα σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι ἦλθε σωτηρία, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι υίὸς τοῦ Άβραάμ.

10 Ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ν’ ἁναζητήσῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ χαμένο».

Ἠ παραβολὴ τοῦ ἁνεπιθυμήτου βασιλέως καὶ τῶν δέκα δούλων

11 Ὅταν δὲ αὐτοὶ ἄκουσαν αὐτά, εἶπε καὶ μία παραβολή, διότι πλησίαζε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ αὐτοὶ νόμιζαν, ὅτι ἁμέσως θὰ φανερωνόταν μὲ λαμπρότητα ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

12 Εἶπε λοιπόν· «Κάποιος ἄνθρωπος μὲ εὐγενῆ καταγωγὴ πῆγε σὲ μακρινή χώρα, γιὰ νὰ λάβῃ βασιλεία καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ.

13 Ἀφοῦ δὲ (πρῶτα) κάλεσε δέκα δούλους του, τοὺς ἐδωσε ἀπὸ μία μνᾶ (χρυσὸ νόμισμα), καὶ τοὺς εἶπε· ’”Εμπορευθῆτε μέχρι νὰ έπιστρέψω”.

14 Ἀλλ’ ο“ι ουμπολῖτες του τὸν μισοῦσαν, καὶ ἔστειλαν ἁντιπροσωπεία μετὰ ἀπ’ αὐτὸν γιὰ νὰ είπῇι ”Δὲν τὸν θέλουμε νὰ γίνῃ βασιλεὺς σ’ ἐμᾶς”.

15 Ὅταν δὲ αὐτὸς ἐπανῆλθε, ἀφοῦ ἔλαβε τὴ βασιλεία, εἶπε νὰ τοῦ φωνάξουν αὐτοὺς τοὺς δούλους, στοὺς ὁποίους ἔδωσε τὸ χρῆμα, γιὰ νὰ μάθῃ τί κέρδισε ὁ καθένας μέ τὴν ἐκμετάλλευσί του.

16 Ἦρθε δέ ὁ πρῶτος καὶ εἶπε· ”Κύριε, ἡ μνᾶ σου ἀπέφερε δέκα ἀκόμη μνᾶς”.

17 Τοῦ εἶπε τότε· ”Εὖγε, καλὲ δοῦλεέ Ἐπειδὴ σὲ πολὺ λίγο φάνηκες φιλόπονος, λάβε ἐξουσία πάνω σὲ δέκα πόλεις”.

18 Ἦλθε καὶὸ δεύτερος καὶ εἶπε· ”Κύριε, ἡ μνᾶ σου ἀπέφερε ἄλλες πέντε μνᾶς”.

19 Είπε δέ καὶ σ’ αὐτόν· ”Καὶ σὺ λάβε ἐξουσία πάνω σὲ πέντε πόλεις”.

20 Ἦλθε καὶ ἄλλος καὶ εἷπε· ”Κύριε, ἰδοὺ ἡ μνᾶ σου. Τήν εἷχα φυλαγμένη ο· ένα μαντήλι

21 Διότι σὲ φοβόμουν, ἐπειδὴ εἶσαι πλεονέκτης ἄνθρωπος. Παίρνεις αὐτὸ ποὺ δὲν ἔβαλες καὶ θερίζεις αὐτὸ ποὺ δὲν έσπειρες, καὶ μαζεῦεις ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ δὲν σκόρπισες μὲ σπορά”.

22 Τοῦ λέγει· ”Κακὲ δοῦλε, ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ στόματός σου θὰ σὲ κρίνω. ”Ηξερες, ὅτι ἐγὼ εἶμαι πλεονέκτης ἄνθρωπος, ποὺ παίρνω αὐτὸ ποὺ δὲν ἔβαλα, καὶ θερίζω αὐτὸ ποὺ δὲν ἔσπειρα, καὶ μαζεύω ἀπ’ ἐκεῖ ποὺ δὲν σκόρπισα μὲ σπορά. 391 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 19,23-4Ο

23 Τότε γιατί δὲν ἔβαλες τὸ χρῆμα μου στὴν τράπεζα, ὁπότε, ὅταν θὰ έρχόμουν, θὰ τὸ εἰσέπρσπτα μὲ τόκο;”.

24 Κατόπιν εἷπε στοὺς παρισταμένους- ”Πάρτε ἀπ’ αὑτὸν τὴ μνᾶ καὶ δῶστε την σ’ αὐτόν, ποὺ ἔχει τὶς δέκα μνᾶς”.

25 Ἀλλὰ τοῦ εἶπαν· ”Κύριε, αὐτὸς ἔχει δέκα μνᾶς”.

26 Σᾶς βεβαιώνω δέ, ὅτι σὲ καθένα, ὸ ὁποῖος ἔχει, θὰ δοθῇ (καὶ ἄλλο), ἐνῷ ἀπ’ αὐτόν, ποὺ δὲν ἔχει, καὶ αὑτό (τὸ λίγο), ποὺ ἔχει, Θὸι ἀφαιρεθῇ.

27 Ἐκείνους δὲ τοὺς ἐχθρούς μου, ποὺ δὲν Θέλησαν νὰ βασιλεύσω σ’ αὐτούς, φέρετε ὲδῶ καὶ κατασφάξετε αὐτοὺς ένώπιόν μου».

Ὁ βασιλεὺς Χριστὸς ἐπὶ πώλου ὅνουέ

28 Ἀφοῦ δὲ εἶπε αὑτά, συνέχισε τὴν πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός, γιὰ ν’ ἁνεβῇ στὰ Ἱεροσόλυμα.

29 Καὶ ὅταν πλησὶασε στὴ Βηθ- σφαγῆ καὶ τὴ Βηθανία, κοντὰ στὸ ὅρος, ποὺ λέγεται τῶν Ἐλαιῶν, ἔστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του

30 λέγοντας· «Πηγαίνετε στὸ ἁπένατι χωριό, ὅπου μπαίνοντας θὰ βρήτε ἕνα πουλόιρι δεμένο, πὰνω στὸ ὸποῖο δὲν κάθησε ποτὲ κανεὶς ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους. Νὰ τὸ λύσετε καὶ νὰ τὸ φέρετε.

31 Καὶ ἂν κανεὶς σᾶς ἐρωτήσῃ, ”Γιατί τὸ λύετε·”, νὸι τοῦ εἰπῆτε αὐτό· ’Ὁ Κύριος τὸ χρειάζεται”»,

32 Οταν δὲ πῆγαν οἱ ἀπεσταλμένοι, βρῆκαν νὰ εἶναι τὸ πουλάρι ὅπως ἀκριβῶς τοὺς εἶπε.

33 Καὶ ὅταν έλυαν τὸ πουλάρι, τοὺς εἶπαν οἱ ἰδιοκτῆτες του· «Γιατί λύετε τὸ πουλάρι, ».

34 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν( «Ὁ Κύριος τὸ χρειόιζεται».

35 Καὶ τὸ έφεραν στὸν Ιησοῦ, καὶ έρριξαν ἐπάνω στὸ πουλόιρι τὰ ἐνδύματα τους, καὶ έπιβίβα- σαν τὸν Ἰησοῦ.

Ἠ θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὴν ιΙερουσαλήμ

36 Καὶ καθὼς πήγαινε, έστρωναν τὰ ἑνδύματόι τους κόιτω στὸ δρόμο.

37 Καὶ ὅταν πλέον πλησίαζε στὸ τέλος τοῦ κατηφο- ρικοῦ δρόμου τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἄρχισε ὅλο τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν μὲ χαρὰ καὶ φωνὴ μεγάλη νὰ δοξολογοῦν τὸ Θεὸ γιὸι ὅλα τὰ Θαύματα, ποὺ εἶδαν,

38 λέγοντας· «Εὐλογημένος ὁ βα- σιλεὺς, ποὺ ἔρχεται ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου· τιμὴ στὸν Οὐράνιο καὶ δόξα στὸν Ὕψιστο».

39 Άλλὸι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους μέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ εἶπαν· «Διδάσκαλε, νὰ ἐπιπλήξῃς τοὺς μαθητάς σου».

40 Άποκρίθηκε δὲ καὶ τοὺς εἶπε· «Σᾶς λέγω, ὅτι ἐὰν αὐτοὶ σιωπήσουν, θὰ κραυγάσουν οἱ λίθοι».

393 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 19,41 - 20,8

Θρῆνος καὶ προφητεία γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἰερουσαλήμ

41 Καὶ ὅταν πλησίασε καὶ εἶδε τὴν πόλι, ἔκλαυσε γι’ αὐτὴ

42 καὶ εἶπε· «Ὤ ἐὰν σὺ γνώριζες, ἔστω καὶ κατ’ αὑτὸ τὸν (τελευ- ταῖο) καιρὸ σου, τὰ ἀφορῶντα στὸ καλό σουέ Ἀλλὰ τώρα εἶναι κρυμμένα ἀπὸ τὰ μάτια σου.

43 Διότι θὰ ἔλθουν σὲ σένα ἠμερες, ποὺ οἱ ἐχθροί σου θὰ σὲ περιζώσσυν μὲ πολιορκητικὰ ἔργα, καὶ θὰ σὲ περικυκλώσουν, καὶ θὰ σὲ περισφίγγουν,

44 καὶ Θὰ συντρίψουν έσένα καὶτὰ τέκνα σου, ποὺ θὰ βρεθοῦν μέσα στὰ τείχη σου, καὶ δὲν θ’ άφήσουν σὲ σένα λιΘάρι πάνω σὲ λιθάρι, διότι δὲν ἐκτίμησες τὸν καιρό, ποὺ σὲ ἐπισκέφθηκε ὁ Θεὸς».

Ἐκδίωξι τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν περίβολο τοῦ ναοῦ

45 Ὅταν δὲ μπῆκε στὸν περίβσλο τοῦ ναοῦ, άρχισε νὰ ἐκδιώκῃ τοὺς ἐκεῖ πωλητάς καὶ ἀγοραστὰς

46 λέγοντας σ’ αὐτούς· «Εἶναι γραμμένσ, Ὁ οἶκός μου εἶναι οἶκος προ- σευχῆς, ἀλλὰ σεῖς τὸν κάνατε οπήλαιο λῃστῶν».

47 Καὶ δίδασκε καθημερινῶς στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ, οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ προύχοντες τοῦ λαοῦ ζητοῦσαν νὰ τὸν Θανατώσουν,

48 ἀλλὰ δὲν ἔβρισκαν πῶς νὰ ἐνεργήσουν, διότι ὅλος ὁ λαὸς ἀκούοντάς τον κρεμόταν ἀπὸ τὸ στομα του.

Κεφάλαιο 20

Ἐρώτησι Ἰουδαίων γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ Ἰησοῦ καὶ άντερώτησι τοῦ Ἰησοῦ

2 Ο Μία δὲ ἀπὸ τὶς ἠμέρες ἐκεῖνες, ἑνῷ (ὁ Ἰησοῦς) δίδασκε τὸ λαὸ στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ καὶ κήρυττε, παρουσιάσθη- καν αἰφνιδίως οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς μαζὶ μὲ τοὺς πρε- σβυτέρους,

2 καὶ τοῦ εἶπαν· «Πές μας, μὲ ποιά ἐξουσία κάνεις αὐτά, ἢ ποιός εἶναι αὐτός, ποὺ σοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴν ἐξουσίαῖ».

3 Εἶπε δὲ τότε σ’ αὐτούς· «Θὰ σᾶς ε’ρωτήσω καὶ ἐγὼ ἕνα πρᾶγμα, καὶ νὰ μσῦ ἀπαντήσετε-

4 Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἦταν ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους».

5 Αὐτοὶ δὲ συζήτησαν μεταξύ τους καὶ ἐ’λεγαν- «Ἐὰν ποῦμε, ’Ἀπὸ τὸ Θεό”, θὰ μᾶς πῇ, ’Τιατί τότε δὲν πιστεύσατε σ’ αὐτόν;”.

6 Ἐὰν δὲ ποῦμε, ’Ἅπὸ τοὺς άνθρώπους”, ὅλος ὁ λαὸς θὰ μᾶς λιθοβολήσῃ, διότι εἶναι πε- πεισμένος, ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι προφήτης».

7 Καὶ άπάντησαν, ὅτι δὲν ξέρουν ἀπὸ ποῦ.

8 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Οὔτε ἐγὼ σᾶς λέγω μὲ ποία ἐξουσία κάνω αὐτά».

395 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΖΟ,9-24

Ἠ παραβολὴ τῶν κακῶν γεωργῶν τοῦ ἀμπελῶνος

9 Ἅρχισε δὲ νὰ λέγῃ στὸ λαὸ αὐτὴ τὴν παραβολή· «Κάποιος ἄνθρωπος φύτευσε άμπέλι, καὶ τὸ νοίκιασε σὲ γεωργούς, καὶ ἔφυγε σε ἄλλο τόπο γιὰ ἁρκετὸ χρονικὸ διάστημα.

10 Καὶ ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, ἀπέστειλε πρὸς τοὺς γεωργοὺς ἕνα δοῦλο, γιὰ νὰ τοῦ δώσουν ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ ἀμπελιοῦ. Ἀλλ’ οἱ γεωργοὶ τὸν κτύπησαν, καὶ τὸν ἔστειλαν πίσω μὲ άδειανὰ χέρια.

11 Τοὺς ἔστειλε δὲ καὶ ἄλλο δοῦλο, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον, ἀφοῦ τὸν κτύπη- σαν καὶ τὸν έξευτέλισαν, τὸν ἔστειλαν πίσω μὲ άδειανὰ χέρια.

12 Ἕστειλε δὲ καὶ τρίτο. Ἀλλ’ αὐτοὶ καὶ αὐτὸν τραυμάτισαν καὶ ἔδιωξαν.

13 Τότε ὁ ίδιοκτήτης τοῦ ἁμπελιοῦ εἶπε· ”Τί νὰ κάνω, Θὰ στείλω τὸν υἱό μου τὸν ἁγαπητό. Ἴσως, ὅταν δοῦν αὐτόν, νὰ δείξουν σεβασμό”.

14 Ἀλλ’ ὅταν εἶδαν αὑτὸν οἱ γεωργοί, συ- ζητοϋσαν μεταξύ τους καὶ έλεγαν· ’Άυτὸς εἶναι ὁ κληρονόμος. Ἐμπρὸς νὰ τὸν σκοτώσωμε, γιὰ νὰ περιέλθῃ ἡ κληρονομία σ’ έμᾶς”.

15 Καὶ τὸν έβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ άμπέλι καὶ τὸν σκότω- σαν. Τί θὰ κάνῃ τώρα σ’ αὐτοὺς ὁ κύριος τοῦ άμπελιοῦῖ».

16 «Θὰ έλθῃ καὶ θὰ έξολοθρεύσῃ αὐτοὺς τοὺς γεωργούς, καὶ θὰ δώσῃ τὸ ἁμπέλι σὲ ἄλλους (εἶπαν μερικοί)». Ὅταν δὲ τὸ ἄκου- σαν, εἶπαν (ἅλλοι)- «Μή γένοιτοί».

17 Αὐτὸς δὲ τοὺς κοίταξε καὶ τοὺς εἶπε· «Ἀλλὰ τί σημαίνει αὐτὸ τὸ Γραφικὸ χωρίο, ’Ὃ λίθος, τὸν ὁποῖον ἀπέρριψαν οἱ οἰκοδόμοι, αὐτὸς ἐγινε ἀκρογωνι- αῖος λίθος”;

18 Καθένας, ποὺ θά πέσῃ έπάνω σ’ έκεῖνο τὸ λίθο, θὰ συντριβῇ· καὶ σ’ ὅποιον θὰ πέσῃ ἐπάνω (αὐτὸς ὁ λίθος), θὰ τὸν κάνῃ σκόνη».

19 Οἱ ἀρχιερεῖς δὲ καὶ οἱ γραμματεῖς, ἐπειδὴ κατάλαβαν, ὅτι γι’ αὐτοὺς ἔλεγε τὶς παραβολές, θέλησαν τήν ’ίδια ὥρα νὰ τὸν συλλάβουν, ἀλλὰ φοβήθηκαν τὸ λαό.

«Τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»

20 Γι’ αὐτὸ καιροφυλάκτησαν καὶ ἀπέστειλαν κατασκόπους, ποὺ παρίσταναν τοὺς καλούς, γιὰ νὰ τὸν πιάσουν ἀπὸ κάποιο λόγο, γιὰ νὰ τὸν παραδώσουν στὴν ἁρχή καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ ἡγεμόνος.

21 Καὶ τὸν ρώτησαν λέγοντας· «Διδάσκαλε, ξέρου- με, ὅτι ὀρθὰ ὁμιλεῖς καὶ διδάσκεις, καὶ δὲν προσωποληπτεῖς, ἀλλ’ ἀληθινὰ διδάσκεις τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ.

22 Ἐπιτρέπεται σ’ έμᾶς νὰ δίνωμε φόρο στὸν Καίσαρα ἢ ὅχιῖ».

23 Κατάλαβε δὲ τήν πανουργία τους καὶ τοὺς εἶπε· «Γιαῖί μὲ πειράζετε

24 Δείξετέ μου ένα δηνάριο. Τίνος ἔχει εἰκόνα καὶ ἐπιγραφήν). Άπαντώντας δὲ εἶπαν· «Τοῦ Καίσαρος». 397 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 20,25-4Ο

25 Καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε· «Δῶστε λοιπὸν στὸν Καίσαρα ὅσα όφείλονται στὸν Καίσαρα, καὶ στὸ Θεὸ ὅσα όφείλονται στὸ Θεό».

26 ’Έτσι δὲν μπόρεσαν νὰ τόν πιάσουν ἀπὸ λόγο ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, καὶ Θαύμασαν γιὰ τὴν άπάντησί του καὶ σιώπησαν.

Ὁ Ἰησοῦς ἁποστομώνει τοὺς ἁρνητὰς τῆς ἀναστάσεως

27 Προσῆλθαν ἐπίσης μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Σαδδουκαίους, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασι, καὶ τὸν ρώτη- σαν

28 λέγοντας· «Διδάσκαλε, ὁ Μωυσῆς μᾶς ἔγραψε· Ἐὰν κάποιου ἀδελφὸς ἔγγαμος πεθάνῃ, ἀλλὰ πεθάνῃ ἄτεκνος, νὰ λάβῃ ὁ ἀδελφός του τὴ γυναῖκα καὶ νὰ δημιουργήσῃ παιδὶ γιὰ τὸν ἀδελφό του.

29 Ἣταν λοιπὸν ἑπτά ἀδελφοί. Καὶ ό πρῶτος ἔλαβε γυναῖκα καὶ πέθανε ἄτεκνος.

30 Τότε ἔλαβε ὁ δεύτερος τὴ γυναῖκα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πέθανε ὄπεκνος.

31 Καὶ ὸ τρίτος ἔλαβεν αὐτὴν ὁμοίως· ἀλλὰ καὶ οἱ ἑπτὰ ὁμοίως δὲν άφησαν δηλαδὴ τέκνα, καὶ πέθανάν.

32 Ὕστερα δὲ ἀπ’ ὅλους πέθανε καὶ ἡ γυναῖκα.

33 Κατὰ τὴν άνάστάσι, λοιπόν, τίνος ἀπ’ αὐτοὺς Θά εἶναι γυναῖκας Διότι καὶ οἱ ἑπτὰ τὴν εἶχαν γυ- ναῖκα».

34 Άπαντώντας δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «οί ἄνθρωποι τοῦ παρόντος κόσμου λαμβάνουν σὲ γάμο (οἱ ἀνδρες), καὶ δίνο- ντάι σὲ γάμο (οἱ γυναῖκες).

35 Ἀλλ’ έκεῖνοι, ποὺ Θ’ άξιωθοῦν νά γίνουν μέτοχοι ἐκείνου τοῦ κόσμου καὶ τῆς (ένδοξης) ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, οὔτε θὰ λαμβάνουν οὔτε θὰ δίδωνται σὲ γάμο,

36 καὶ οὔτε θὰ εἶναι πλέον δυνατὸ νὰ πεθάνουν. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ θὰ προέλθουν ἀπὸ τὴν (ἐνδοξη) ἀνάστασι.

37 Ὅτι δὲ οἱ νεκροὶ Θ’ άναστηθοῦν, τό φανέρωσε καὶ ὁ Μωυσῆς στὴν περίπτωσι τῆς (φλεγομένης) βάτου, ὅταν τὸν Κύριο ἀναφέρῃ ὡς τὸν Θεό τοῦ Ἀβραάμ καὶ τὸν Θεὸ τοῦ Ἰσαάκ καὶ τὸν Θεὸ τοῦ Ἰακώβ.

38 Θεὸς δὲ νεκρῶν (ἀνυπάρκτων) δὲν νοεῖται, ἀλλὰ ζώντων (ὑπαρκτῶν). Ναί, ὅλοι ζοῦν γι’ αὐτόν» (Ἀφοῦ δὲ μετά Θάνατον οἱ ἄνθρωποι δὲν πε- ριέρχονται σὲ ἀνυπαρξία, ἀλλὰ ζοῦν ὡς πνεύματα, ὑπάρχει ἡ προϋπόθεσι τῆς ἀναστάσεως).

39 Τότε μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γράμ- ματεῖς έλαβαν τὸ λόγο καὶ εἶπαν· «Διδάσκαλε, σωοτὰ μίλησες».

40 Καὶ δὲν τολμοῦσαν πλέον νὰ τὸν ρωτήσουν γιὰ τίποτε.

399 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 20,41 - 21,7

Ὸ Μεσσίας ἀπόγονος, ἀλλὰ καὶ Κύριος τοῦ Δαβίδί

41 Εἱπε δὲ πρὸς αὐτούς· «Πῶς λέγουν, ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ;

42 Διὸτι ὁ ἴδιος ὁ Δαβὶδ οτὸ βιβλίο τῶν ψαλμῶν λέγει· Εἶπε ὁ Κύριος στὸν Κύριό μου, κάθησε στὰ δε- ξιά μου

43 ἕως ὅτου κάνω τοὺς ἐχθρούς σου ὐποπόδιο τῶν ποδιῶν σου.

44 Ὁ Δαβίδ λοιπὸν τὸν ὀνομάζει Κύριο. Πῶς τότε εἶναι ἀπόγονός τους».

Οἱ γραμματεῖς παραδείγματα πρὸς ἀποφυγήν

45 Ἔνῶ δὲ ὅλος ὁ λαὸς ἄκουε, εἶπε στούς μαθητάς του·

46 «Νὰ προσέχετε ἀπὸ τούς γραμματεῖς, πού τούς ἁρέσει νὰ κυ- κλοφοροῦν μὲ ἑντυπωσιακὲς ἐνδυμασίες, καὶ ἀγαποῦν τούς εὐλαβεῖς χαιρετισμούς οτὶς ἁγορές, καὶ τὰ πρῶτα καθίσματα στὶς συναγωγές, καὶ τὶς πρῶτες Θέσεις οτὰ συμπόσια.

47 Αὐτοὶ κατατρώγουν τὶς περιουσίες τῶν χηρῶν, καὶ ὐποκριτικὰ κάνουν μεγάλες προσευχές. Αὐτοὶ θὰ τιμωρηθούν περισσότερο».

Κεφάλαιο 21

Τὸ δίλεπτο τῆς πτωχῆς χήρας ὴ μεγαλύτερη προσφορὰί

Ζ 1Σήκωσε δὲ (ὸ Ἰησοῦς) τὰ μάτια καὶ εἶδε τούς πλουσίους νὰ ρίπτουν τὶς είσφορές τους στὸ Θησαυροφυλάκιο τοῦ ναοῦ.

2 Εἶδε δὲ καὶ κὰποια χήρα πτωχὴ νὰ ρίχνῃ ἐκεῖ δύο λεπτὰ

3 καὶ εἶπε· «Ἀληθινά σᾶς λέγω, ὅτι ἡ πτωχὴ αὐτή χήρα ἔρρι- ξε περισσότερο ἀπ’ ὅλους.

4 Διὸτι ὅλοι αὐτοὶ ἔρριξαν ἀπὸ τὸ περίσσευμα τους στὸ χρηματοκιβώτιο τῶν ἰερῶν εἰσφορῶν, ὲνῷ αὐτὴ ἔρριξε ἀπὸ τὸ ὑστέρημά της, ἔρριξε ὅλη τὴν περιουσία πού εἶχε».

Πρόρρησι τῆς καταστροφῆς τοῦ ναοῦ

5 Ἐνῲ δὲ μερικοὶ ἔλεγαν γιὰ τὸ ναό, ὅτι εἶναι στολισμένος μὲ ἐκλεκτοὺς λίθους καὶ ἁφιερώματα, εἶπε·

6 «Ὅσο γι’ αὐτὰ, πού βλέπετε, θὰ ἔλθουν ἠμέρες, κατὰ τὶς ὸποῖες δὲν θὰ μείνῃ λιθάρι πάνω σὲ λιθάρι, ἀλλὰ θὰ γκρεμισθῇ».

Πρόρρησι γεγονότων πρὸ τοῦ τέλους τοῦ κόσμου

7 Τὸν ρώτησαν τότε· «Καὶ πότε, Διδάσκαλε, θὰ γίνουν αὐτὰ, καὶ ποιό θὰ εἶναι τὸ σημεῖο, ὅταν πρόκειται νὰ γίνουν αὐτάῖ». 401 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 21,8-24

8 Αύτὸς δὲ εἶπε· «Προσέχετε νὰ μὴ πλανηθῆτε. Διότι πολλοὶ θά έλθουν διεκδικώντας τὴν ἰδιότητά μου (ώς Μεσσίου) καὶ Θὰ λέγουν, ’Ἕγὼ εἶμαι (ό Μεσσίας)”, καί, ’Ὀ καιρὸς πλησίασε”. Μή τοὺς ἀκολουθήσετε λοιπόν.

9 Ὅταν δὲ ἀκούσετε πολέμους καὶ ταραχές, μὴ φοβηθῆτε. Διότι πρόκειται νὰ γίνουν αύτά πρῶτα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλθῃ ἀμέσως τὸ τέλος».

10 Τότε τούς ἔλεγε· «Θά ξεσηκωθῇ ἔθνος ὥκαντίον ἔθνους, καὶ βασίλειο ἐναντίον βασι- λείου,

11 καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ μεγάλοι σὲ διαφόρους τόπους καὶ πεῖνες καὶ ἐπιδημίες, ἐπίσης θὰ ουμβοῦν φαινόμενα, ποὺ θά προκαλοῦν φόβο, καὶ σημεῖα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μεγάλα.

12 Προ- τού δὲ γίνουν ὅλα αύτά, θὰ σᾶς συλλάβουν καὶ θ ’ ἀσκήσουν δίω- ξι ἐναντίον σας, θά σᾶς παραδίδουν σὲ συναγωγὲς καὶ φυλακές, θὰ ούρεσθε σὲ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνες ἐξ αἰτίας μου.

13 Θά γίνῃ δὲ τοῦτο γιὰ σᾶς εὐκαιρία γιὰ νὰ δώσετε μαρτυρία.

14 Βάλτε δὲ οτὸ μυαλό σας νὰ μὴ προμελετᾶτε ν’ ἀπολογηθήτε.

15 Διότι ἐγώ θὰ δώσω λόγο καὶ σοφία, στὴν ὁποία δὲν θά μπορέσουν ν’ ἀντείπουν καὶ ν’ ἀντισταθούν ὅλοι οἱ ἐχθροί σας.

16 θὰ πα- ραδοθήτε δὲ (στὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες) καὶ ἀπὸ γονεῖς καὶ συγ- γενεῖς καὶ φίλους καὶ ἀδελφούς, καὶ θά Θανατώσουν ἀπὸ σᾶς,

17 καὶ θὰ μισῆσθε ἀπ’ ὅλους γιὰ τὸ ὅνομά μου.

18 Ἐν τούτοις μία τρίχα ἀπὸ τὸ κεφάλι σας δὲν θά χαθῇ (δὲν θὰ ζημιωθῆτε δηλαδὴ οὔτε οτὸ έλάχιστο, ἀντιθέτως θὰ κερδίσετε).

19 Μὲ τὴν ύπομονή σας κερδίσετε (σώσετε) τοὺς ἑαυτούς σας».

Πρόρρησι τῆς καταστροφῆς τῆς Ἰερουσαλήμ

20 «Ὅταν δὲ ἰδῆτε τὴν Ἰερουσαλὴμ νὰ περικυκλώνεται ἀπὸ στρατεύματα, τότε νὰ ξέρετε, ὅτι πλησίασε ἡ καταστροφή της.

21 Τότε, ὅσοι Θά εἶναι στὴν Ἰουδαία, ἂς φεύγουν οτὰ ὅρη, καὶ ὅσοι θὰ βρίσκωνται μέσα σ’ αύτή, ἀς βγαίνουν ἔξω στὴν ὕπαι- θρο, καὶ ὅσοι θὰ εἶναι οτά χωράφια, ἂς μὴ μτῖαίνουν σ’ αύτή.

22 Διότι αύτὲς θά εἶναι ἠμέρες ἐκδικήσεως, καὶ ἔτσι θά ἐκπλη- ρωθοῦν ὅλα τὰ γραμμένα.

23 Άλλοίμονο δὲ στὶς γυναῖκες, ποὺ θά ἑγκυμονοῦν καὶ θά θηλάζουν έκεῖνες τὶς ἠμέρες. Διότι τότε θά εἶναι θλῖψι μεγάλη στὴ χώρα, καὶ ὀργή ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ λαοῦ.

24 Καὶ θά σφαγούν, καὶ θά ὸδηγηθοῦν αίχμάλωτοι σ’ ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ ἡ Ἰερουσαλὴμ θὰ καταπατῆται ἀπὸ έθνη μέχρι νά ουμπληρωθοῦν οἱ καιροὶ (τῆς κυριαρχίας σ’ αύτή) τῶν ἐθνῶν».

403 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 2125-38

Πρόρρησι περὶ συντελείας τοῦ κόσμου καὶ δευτέρας παρουσίας

25 «Θὰ παρατηρηθοῦν δὲ σημεῖα στὸν ἤλιο καὶ τὴ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, καὶ πάνω στὴ γῆ ἀγωνία τῶν ἐθνῶν ἀπὸ τὸ φόβο τῆς θάλασσας ποὺ θ’ ἁνυψώνεται καὶ τῆς ἀναταραχῆς.

26 Ἄνθρωποι θὰ πεθαίνουν1 ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν προσδοκία τῶν κακῶν, ποὺ θὰ ὲπέλθουν στὴν οἰκουμένη, καὶ τὰ συστήματα τῶν ἄστρων τοῦ οὐρανοῦ θὰ καταρρεύσουν.

27 Καὶ τότε θὰ ἰδοῦν τὸν Υὶὸ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται πάνω σὲ σύννεφο μὲ δύναμι καὶ δόξα πολλή.

28 Ὅταν δὲ αὐτὰ ἁρχίσουν νὰ γίνωνται, ση κῶστε καὶ ὺψῶστε τὰ κεφάλια σας (ἁνα- θαρρῆστε), διότι πλησιάζει ἡ ἁπολύτρωσί σας».

Τὸ παραβολικὸ μάθημα ἀπὸ τὴ συκιὰ

29 Τοὺς εἶπε δὲ μία παραβολή· «Κοιτὰξετε τὴ συκιὰ καὶ ὅλα τὰ δένδρα.

30 Ὅταν πλέον βγάζουν φύλλα, βλέποντας καταλα- βαίνετε ἀφ’ ἑαυτῶν, ὅτιτὸ Θέρος εἶναιπλέον πλησίον.

31 Ἔτσι ἐπίσης σεῖς, ὅταν δῆτε νὰ γίνωνται αὐτά (τὰ σημεῖα), νὰ ξέρετε, ὅτι κοντὰ εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

32 Άληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ αὐτὸ τὸ γένος (τὸ ὰνθρώπινο γένος), ἔως ὅτου γίνουν ὅλα.

33 Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, ἀλλὰ οἱ λόγοι μου δὲν θὰ παρέλθουν (θὰ έκπληρωθοῦν)».

Αίφνίδιος ὁ έρχσμὸς τοῦ Κυρίου. Ἀνάγκη έπαγρυπνήσεως

34 «Νὰ προσέχετε δὲ τοὺς ἑαυτούς σας, μήπως οἱ ψυχές σας καταληφθοῦν ἀπὸ ὕπνο ἐξ αἰτίας κραιπάλης καὶ μέθης καὶ βιο- τικῶν μεριμνῶν, καὶ σᾶς αἰφνιδιάσῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη.

35 Διότι θὰ ἐπέλθῃ σὰν παγίδα σὲ ὅλους, ὅσοι κατοικοῦν πὰνω στὴ γῆ.

36 Νὰ βρίσκεσθε λοιπὸν πάντοτε σὲ (πνευματικὴ) έπαγρύπνησι, καὶ νὰ προσεύχεσθε ν’ ἁξιωθῆτε νὰ ξεπεράσετε ὅλα ὅσα πρόκειται να γίνουν, καὶ νὰ σταθῆτε μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου».

37 Τήν ἡμέρα δὲ (ό Ἰησοῦς) δίδασκε στὸ ναό, καὶ τὴ νύκτα έβγαινε καὶ πήγαινε καὶ ἔμενε στὸ ὅρος, ποὺ ὀνομάζεται τῶν Ἐλαιῶν.

38 Καὶ ὅλος ὁ λαὸς σηκωνὸταν καὶ πήγαινε πρωὶ-πρωὶ πρὸς αὐτὸν στὸ ναὸ γιὰ νὰ τόν ἀκούῃ.

405 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 22,1-19

Κεφάλαιο 22

Συνωμοσία κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ προδοσία τοῦ Ἰούδα γιὰ άργύρια

2 2 Πλησίαζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν Άζύμων, πού λέγεται Πάσχα.

2 Καὶ συζητοῦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὸ πῶς θὰ τὸν ἐξοντώσουν, διότι φοβοῦνταν τὸ λαό.

3 Μπῆκε δὲ ὁ Σα- τανᾶς στὸν Ἰούδα τὸν έπονομαζόμενο Ἰσκαριώτη, πού ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα (ἀποστόλους).

4 Καὶ πῆγε καὶ συζήτησε μὲ τούς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ τούς ἀξιωματικοὺς τῆς φρουρᾶς τοῦ ναοῦ τὸ πῶς θὰ τὸν παραδώσῃ σ’ αὐτούς.

5 Καὶ χάρηκαν, καὶ συμφώνησαν νὰ τοῦ δώσουν ἀργύρια.

6 Καὶ ἕδωσε ὐπόσχεσι καὶ διαβεβαίωσι, καὶ ζητοῦσε εὐκαιρία νὰ τὸν παραδώσῃ σ’ αὐτοὺς χωρὶς νὰ εἶναι παρὼν λαός.

Τελευταῖο Πάσχα. Πρόρρησι τῆς προδοσίας. Μυστικὸς Δεῖπνος

7 Ἕφθασε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν Άζύμων, κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε νά σφαγῇ ὁ πασχαλινὸς ἀμνὸς.

8 Καὶ ἀπέστειλε τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη λέγοντας· «Πηγαίνετε νὰ μᾶς ἐτοιμάσετε τὸ πάσχα- λινὸ δεῖπνο γιὰ νὰ φάγωμε».

9 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν· «Ποῦ Θέλεις νὰ ἐτοιμάσωμεῖ».

10 Καὶ αὐτὸς τούς εἶπε· «Ἰδού, ὅταν θὰ μπῆτε στήν πόλι, θά σᾶς συναντήσῃ κάποιος ἄνθρωπος, πού θά φέρῃ μία στάμνα μὲ νερὸ. Νὰ τὸν ἀκολουθήσετε στὸ σπίτι, πού θὰ μπῇ,

11 καὶ νὰ εἰπήτε στὸν οἰκοδεσπότη τοῦ σπιτιοῦ· ’Ὀ Διδάσκαλος σὲ ρωτάει· Ποῦ εἶναι τὸ δωμάτιο, ὅπου θά φάγω μὲ τούς μα- θητάς μου τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο;”.

12 Καὶ ἐκεῖνος θά σάς δείξῃ ἔνα μεγάλο ἀνώγειο οτρωμένο. Ἐκεῖ νὰ ὲτοιμάσετε».

13 Πῆγαν δὲ καὶ βρῆκαν ὅπως τούς εἶπε, καὶ ὲτοίμασαν τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο.

14 Καὶ ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, κάθησε στὸ τραπέζι, καὶ μαζί του οἱ δώδεκα ἀπόστολοι.

15 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Μὲ σφοδρή ἐπιθυμία ὲπιθύμησα αὐτὸ τὸ παοχαλινὸ δεῖπνο νὰ φάγω μαζί σας προτοῦ ἀποθάνω.

16 Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὸι φάγω πλέον ἀπ’ αὐτὸ, ἕως ὅτου γίνῃ πλῆρες καὶ τέλειο στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

17 Ἀφοῦ δὲ ἔλαβε τὸ ποτήριο καὶ ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχή, εἶπε· «Λάβετε τοῦτο καὶ μοιράσετέ το μεταξύ σας,

18 Σᾶς λέγω δέ, ὅτι δὲν θά πιῶ ἀπὸ τὸ προϊὸν τοῦ κλήματος, ἔως ὅτου ἔλθῃ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

19 Ἔπειτα ἔλαβε άρτο, ἔκα- νε εὐχαριστήρια προσευχὴ καὶ ἔκοψε καὶ τοὺς έδωσε λέγοντας- «Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου, πού προσφέρεται γιὸι σᾶς. Αὐτὸ νὸι κάνετε σ’ ἀνάμνησί μου». 407 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 22,20-34

20 Τὸ ’ίδιο καὶ τὸ ποτήριο μετὰ τὸ δεῖπνο λέγοντας· «Αὐτὸ τὸ ποτήριο εἶναι ὴ νέα διαθήκη, ποὺ ἑπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου, ποὺ χύνεται γιὰ σᾶς.

21 Ἀλλ’ ἰδού, τὸ χέρι αὐτοῦ ποὺ μὲ παραδίδει εἶναι μαζί μου πὰνω στὸ τραπέζι

22 Καὶ ὁ μὲν Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου βαδίζει πρὸς τὸ θάνατο σύμφωνα μ’ αὐτὸ ποὺ ὥρισε ὁ Θεὸς. Ἀλλ’ ἀλλοίμο- νο στὸν ἂνθρωπο έκεῖνο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο παραδίδεται».

23 Αὐτοὶ τότε ἄρχισαν νὰ συζητοῦν μεταξύ τους τὸ ποιός ἆραγε ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ πράξῃ αὐτό.

Ποιός εἶναι ἁνώτερος

24 Ἕγινε δὲ καὶ φιλονικία μεταξύ τους γιὰ τὸ ποιός ἀπ’ αὐτοὺς φαίνεται νὰ εἶναι ἁνώτερος.

25 Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· «Οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν ἁσκοῦν ἁπόλυτη κυριαρχία πάνω σ’ αὑτά, καὶ οἱ έξουσιασταί τους ὀνομάζονται εὐεργέτες.

26 Σεῖς ὅμως δὲν πρέπει νὰ κὰνετε ἔτσι Ἀλλ’ ὁ μεγαλύτερος μεταξύ σας ἂς γίνῃ ὅπως ὁ νεώτερος, καὶὸ ἀρχηγὸς ὅπως ὁ ὑπηρέτης.

27 Διότι ποιός εἶναι ἀνώτερος, αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸ τραπέζι, ἢ αὐτὸς ποὺ ὑπηρετεῖ Δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸ τραπέζιῖ Ἐγὼ ὅμως εἶμαι άνάμεσά σας ὅπως ὁ ὑπηρέτης.

28 Σεῖς δὲ εἶσθε έκεῖνοι, ποὺ μείνατε μαζί μου στὶς δοκιμασίες μου,

29 γι’ αὐτὸ ἐγὼ σᾶς δίνω βασιλεία, ὅπως έδωσε σὲ μένα ὁ Πατέρας μου,

30 γιὰ νὰ τρώγετε καὶ πίνετε στὸ τραπέζι μου στὴ βασιλεία μου. Καὶ Θὰ καθήσετε πάνω σὲ Θρόνους καὶ θὰ κρίνετε τὶς δώδεκα φυλὲς τοὺ Ἰσραήλ».

Ἠ μεγαλοστομία τοῦ Πέτρου καὶ ἡ πρόρρησι τῆς τριπλῆς ἁρνήσεώς του

31 Εἶπεν ἐπίσης ὁ Κύριος· «Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ Σατανᾶς σᾶς ζήτησε γιὰ νὰ σᾶς κοσκινίσῃ σὰν τὸ σῖτο.

32 Ἀλλ’ ἐγὼ προσευχήθηκα γιὰ σένα, για νὰ μὴν έκλείψῃ ἡ πίστι σου. Καὶ σὺ ἄλλοτε στρέψε καὶ στήριξε τοὺς ἀδελφούς σου».

33 Αὐτὸς δὲ τοῦ εἷπε· «Κύριε, εἶμαι ἕτοιμος καὶ σὲ φυλακὴ νὰ πάω μαζί σου καὶ σὲ Θάνατο».

34 Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Σοῦ λέγω, Πέτρε, δὲν θὰ λαλήσῃ σήμερα ὁ πετεινός, προτοῦ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορὲς λέγοντας, ὅτι δὲν μέ γνωρίζεις».

409 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 22,35-48

Ὁ Ἰησοῦς προλέγει στοὺς μαθητὰς δυσχερῆ κατάστασι

35 Ἔπειτα εἶπε σ ’ αὐτούς (τοὺς μαθητάς)· «Ὅταν σᾶς ἀπέστει- λα χωρὶς βαλλάντιο καὶ ὸδοιπορικὸ σάκκο καὶ ὑποδήματα, μήπως στερηθήκατε τίποτεῖ». Ἐκεῖνοι δὲ εἶπαν· «Τίποτε (δὲν στερηθήκα- με)».

36 Τοὺς εἶπε τότε· «Ἀλλὰ τώρα ὅποιος ἔχει βαλλάντιο, νὰ τὸ πάρῃ μαζί του, ἐπίσης καὶ ὁδοιπορικὸ σάκκο. Καὶ ὅποιος δὲν ἔχει μαχαίρι, νὰ πωλήση τὸ ἔνδυμα του καὶ ν’ ἀγοράσῃ.

37 Λέγω δὲ σὲ σᾶς, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκπληρωθῇ σὲ με’να καὶ αύτὸ ἁκὸμη τὸ γραμμένο, τό, Καὶ μεταξὺ τῶν ἑγκληματιῶν τὸν κατέταξαν. Διότι τὰ ἀφορῶντα σὲ μένα φθάνουν στὸ τέλος».

38 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· «Κύριε, ἰδοὺ ὑπάρχουν ὲδῶ δύο μαχαίρια». Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· «Άρκεῖί».

Ἠ ὑπερτάτη ἀγωνία στὴ Γεθσημανῆ

39 Ὕστερα βγήκε καὶ πήγε κατὰ τὴ συνήθειά του στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν (συγκεκριμένως στὴ Γεθσημανῆ). Τὸν ἁκολούθησαν δὲ καὶ οἱ μαθηταί του.

40 Καὶ ὅταν ἔφθασε στὸν τόπο, τοὺς εἶπε· «Προσεύχεσθε νὰ μὴν ὑποκύψετε σὲ πειρασμὸ».

41 Αύτὸς δὲ ἁπομακρύνθηκε ἀπ’ αὐτοὺς σὲ ἁπόστασι βολῆς λίθου (τριάντα περίπου με’τρων) καὶ γονάτισε καὶ προσευχόταν

42 λέγοντας· «Πατέρα, ἐὰν θέλῃς, ἁπομάκρυνε αὐτὸ τὸ ποτήρι (τοῦ μαρτυ- ρικοῦ θανάτου) ἀπὸ μένα. Ἂς μὴ γίνῃ ὅμως τὸ δικό μου θέλη- μα, ἀλλὰ τὸ δικό σου».

43 Ἐμφανίσθηκε δὲ σ’ αὑτὸν ἅγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν ἐνίσχυε.

44 Περιῆλθε δὲ σὲ ἀγωνία καὶ προσευχόταν ἐντονώτερα, καὶὸ ἱδρώτας του ἕγινε σὰν θρόμβοι (πηκτές σταγόνες) αἵματος ποὺ 1ε’τῖεφταν στὴ γῆ.

45 Καὶ ὅταν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν προσευχή, ἦλθε πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς βρῆκε νὰ κοιμῶνται ἁποκαμωμένοι ἀπὸ τὴ λύπη,

46 καὶ τοὺς εἶπε· «Γιατί κοιμᾶσθε, Σηκωθῆτε καὶ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ μήν ύποκύψετε σὲ πειρασμὸ».

Ἠ σύλληψι τοῦ Ἰησοῦ

47 Ένῲ δὲ ὰκὸμη μιλοῦσε, ὄχλος κατέφθασε, καὶὸ ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μὲ τὸ ὄνομα Ἰούδας πρσπορευόταν ἀπ’ αὐτούς ὼς ὁδηγός τους, καὶ πλησίασε τὸν Ἰησοῦ γιὰ νὰ τὸν φιλήσῃ. Διότι αὐτὸ τὸ (ἁναγνωριστικὸ) σημεῖο εἶχε δώσει σ’ αὐτούς· «Ὅποιον θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι».

48 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἰούδα, μὲ φίλημα παραδίδεις τὸν Υἱὸ τοῦ ἀνθρώπουῖ». 411 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 22,49-65

49 Βλέποντας δὲ οἱ μαθηταί του τί έπρόκειτο νὰ συμβῇ, τοῦ εἶπαν· «Κύριε, νὰ τοὺς κτυπήσωμε μὲ μαχαίρῃ».

50 Καὶ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς κτύπησε τὸ δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ δεξιὸ αύτί.

51 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τότε· «Άφήστε μέχρις έδῶ (Μὴ προβάλλετε περισσότερη ἀντίστασι)». Καὶ ἀφσῦ ἔπιασε τὸ αῦτί του, τὸν θεράπευσε.

52 Πρὸς δὲ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς φρουρᾶς τοῦ ναοῦ καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, ποῦ ἦλθαν ἐναντίον του, εἷπε· «Ὅπως έναντίον λῃστοῦ βγήκα- τε μὲ μαχαίρια καὶ μὲ ρὸπαλα.

53 Κάθε ἠμέρα ἤμουν μαζί σας στὸ ναὸ καὶ δὲν ἀπλώσατε τὰ χέρια σας έπάνω μου (γιά νὰ μὲ συλλάβετε). Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ δική σας ὥρα καὶ ἐξουσία, (ὥρα καί ἐξουσία) τοῦ σκότους».

Ἠ τριπλὴ ἄρνησι τοῦ Πέτρου καὶ ὴ μετάνοιά του

54 Ἀφοῦ δὲ τὸν συνέλαβαν, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν ἔβαλαν μέσα στὸ σπίτι τοῦ ἀρχιερέως. Ὁ δὲ Πέτρος ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μα- κριά.

55 Ἅναψαν δὲ φωτιά μέσα στὴν αῦλή καὶ κάθησαν ὅλοι γύρω, καὶ ἀνάμεσά τους κάθησε καὶὸ Πέτρος.

56 Ὅταν δὲ τὸν εἶδε κάποια ὺπηρέτρια νὰ κάθεται κοντά οτή φωτιά, τὸν κοίταξε καλὰ καὶ εἶπε· «Καὶ αὐτὸς ἦταν μαζὶ μ’ αὐτόν».

57 Ἀλλ’ αὐτὸς ἀρνήθηκε λέγοντας· «Γυναῖκα, δὲν τὸν γνωρίζω»,

58 Μετὰ δὲ ἀπὸ λίγο τὸν εἶδε ἄλλος καὶ εἶπε· «Καὶ σὺ ἀπ’ αὐτοὺς εἶσαι». Ἀλλ’ ὁ Πέτρος εἶπε· «Ἄνθρωπε, δὲν εἶμαι».

59 Καὶ ἀφοῦ πέρασε μία περίπου ὥρα, κάποιος ἀλλος ἐπέμενε λέγοντας· «Πράγμα- τι καὶ αὐτὸς ἦταν μαζὶ μ’ αὐτόν. Ἄλλωστε εἶναι Γαλιλαῖος».

60 Ἀλλ’ ὁ Πέτρος εἶπε· «Ἄνθρωπε, δὲν ξέρω τί λές». Καὶ ἀμέσως, ἐνῷ ἀκόμη μιλοῦσε, λάλησε ὁ πετεινὸς.

61 Τότε έστρεψε ὁ Κύριος καὶ κοίταξε έκφραστικὰ τὸν Πέτρσ, καὶ θυμήθηκε ὁ Πέτρος τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, ὅτι τοῦ εἶπε δηλαδή, «Προτοῦ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορές»,

62 καὶ βγήκε ἔξω (ἀπὸ τὴν αὐλὴ) ὁ Πέτρος καὶ ἔκλαυσε πικρά.

Ό Ἰησοῦς ε’μπαίζεται

63 Οἱ δὲ ἀνδρες, ποὺ περιστοίχιζαν τὸν Ἰησοῦ, τὸν περιέπαι- ζαν καὶ τὸν κτυποῦσαν.

64 Καὶ ἀφοῦ κάλυψαν γύρω-γύρω τὸ κεφάλι του (γιὰ νὰ μὴ βλέπῃ), κτυποῦσαν τὸ πρόσωπὸ του, καὶ τὸν ρωτοῦσαν λέγοντας· «Προφήτευσε, ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ σὲ κτύπησεῖ».

65 Καὶ ἄλλα πολλὰ ἀσεβῆ καὶ ὑβριστικὰ τοῦ ἔλεγαν.

413 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 22,66 - 23,1Ο

Ὀ Ἰησοῦς στὸ συνέδρια τῶν Ἰουδαίων

66 Καὶ ὅταν ξημέρωσε, μαζεύθηκαν οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς, καὶ τὸν προσήγαγαν στὸ συνέδριό τους γιὰ νὰ δικασθῇ,

67 καὶ εἶπαν- «Ἐὰν σὺ εἷσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), νὰ μᾶς τὸ πῆς (σαφῶς)». Εἷπε δὲ σ’ αὐτούς· «Ἐὰν σᾶς πῶ, δὲν θὰ πιστεύσετε.

68 Ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, δὲν θὰ μοῦ ἀπαντήσετε, καὶ δὲν θὰ μὲ ἀπολύσετε.

69 Ἀπὸ τώρα ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ (Θὰ δοξάζεται δηλαδή)».

70 Εἶπαν τότε ὅλοι· «Σὺ λοιπὸν εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦῖ». Αὐτὸς δὲ τοὺς ἀπάντησε· «Τὸ λέγετε σεῖς οἱ ίδισι, ὅτι ἐγὼ εἶμαι».

71 Καὶ αὐτοὶ εἶπαν- «Τί μᾶς χρειάζεται ἄλλη μαρτυρία, ἀφοῦ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀκούσαμε ἀπὸ τὸ ίδιο του τὸ στόμα,·».

Κεφάλαιο 23

Ὸ Ἰησοῦς στὸν Πιλᾶτο

2 3 Καὶ σηκώθηκαν ὅλα τὰ μέλη τοῦ συνεδρίου καὶ τὸν ἔφε- ραν στὸν Πιλᾶτο.

2 Καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν κατηγοροῦν λέγο- ντας· «Αὐτὸν έδῶ βρήκαμε νὰ ἐξωθῇ σὲ έπανάστασι τὸ ἔθνος, καὶ να εἶναι ἐναντίον τῆς πληρωμῆς φόρων στὸν Καίσαρα, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ βασι- λεύς».

3 Ὁ δὲ Πιλᾶτος τὸν ρώτησε λέγοντας· «Σὺ εἶσαι ὁ βασι- λεὺς τῶν Ἰουδαίωνῖ», Άπαντώντας δὲ τοῦ εἶπε· «Τὸ λέγεις σύ» (Ο Ἰησοῦς παραδέχθηκε, ὅτι εἶναι βασιλεὺς, ἀλλὰ μὲ πνευματικὴ βασιλεία).

4 Τότε ὁ Πιλᾶτος εἶπε στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τὸν ὄχλο- «Καμμία ένοχή δὲν βρίσκω στὸν ἄνθρωπο αὐτό».

5 Ἀλλ’ αὐτοὶ έπέμεναν λέγοντας· «Άναστατώνει τὸ λαό, διδάσκοντας σ’ ὅλη τὴν Ἰουδαία. Ἅρχισε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία καὶ ἔφθασε ὡς ἐδῶ».

Ὸ Ἰησοῦς στὸν Ἡρώδη

6 Ὁ Πιλᾶτος δέ, ὅταν ἄκουσε γιὰ Γαλιλαία, ρώτησε, ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι Γαλιλαῖος.

7 Καὶ ὅταν ἔμαθε, ὅτι εἶναι ἀπὸ τήν ἐπαρχία τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ἡρῴδη, τὸν παρέπεμψε στὸν Ἡρῴδη, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς τὶς ἡμέρες αύτὲς στὰ Ἰεροσόλυμα.

8 Ὁ δὲ Ἡρῴδης, ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ, χάρηκε πολύ. Διὸτι ἀπὸ πολὺ καιρὸ ἤθελε νὰ τὸν δῇ, ἐπειδὴ ἄκουε πολλὰ γι’ αὐτόν, καὶ ἤλπιζε νὰ δῇ νὰ γίνεται κάποιο Θαῦμα ἀπ’ αὑτὸν.

9 Τοῦ έκα- νε δὲ πολλὲς ἐρωτήσεις, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν τοῦ ἀπαντοῦσε τίποτε.

10 Παρίσταντο δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ σί ἀρχιερεῖς καὶ τὸν κατη- γοροῦσαν ἐντόνως, 415 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 23,11-26

11 Ἀφοῦ δὲ ὁ Ἡρῴδης μὲ τοὺς στρατιῶτες του τὸν ἐξουθένω- σε καὶ τὸν περιέπαιξε, τὸν ἔντυσε μεγαλόπρεπη στολὴ καὶ τὸν ἔστειλε πάλι στὸν Πιλᾶτσ.

12 Ἕγιναν δὲ φίλοι μεταξύ τους ὸ Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος τὴν ἡμέρα αύτή, διότι προηγουμένως βρίσκονταν σὲ ἔχθρα μεταξύ τους.

Οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦν ἀπόλυσι τοῦ Βαραββᾶ, οταύρωσι τοῦ Ἰησοῦῖ

13 Ὁ δὲ Πιλᾶτος κάλεσε μαζὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶτὸ λαὸ,

14 καὶ τοὺς εἶπε· «Μοῦ φέρατε αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν κατηγορία, ὅτι παρακινεῖ τὸ λαὸ σὲ ἑπανάστασι, ἀλλ’ ἰδοὺ ἐγώ, κατόπιν ἀνακρίσεως ἐνώπιόν σας, δὲν βρήκα ἔνοχο αύτὸ τὸν ἄνθρωπο σὲ τίποτε ἀπ’ ὅσα τὸν κατηγορεῖτε.

15 Οὔτε καὶ ὸ Ἡρῴδης. Ἔστειλα καὶ σᾶς σ’ αύτὸν. Ἔτσι ἀποδείχθηκε, ὅτι δὲν ἔχει πράξει τίποτε ἅξιο Θανάτου,

16 Γι’ αύτό, ἀφοῦ τὸν βα- σανίσω, θὰ τὸν ἀπολύσω».

17 Ἕπρεπε δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴ (τού Πάσχα) νᾶ ἀπολύῃ ἕνα (κρατούμενο) γιὰ χάρι τους.

18 Ἀλλ’ ὅλο τὸ πλῆθος κραύγασε λέγοντας· «Θανάτωσέ τον, καὶ ἀπόλυσε γιά χάρι μας τὸ Βαραββᾶ».

19 Αύτὸς (ὸ Βαραββᾶς) εἶχε φυλακισθῆ γιὰ κὰποια ὲξέγερσι, ποὺ ἔγινε στὴν πόλι, καὶ γιὰ φόνο,

20 Πάλι τότε ὁ Πιλᾶτος ἔκανε ἔκκλησι, Θέλοντας νὰ ἀπολύσῃ τὸν Ἰησοῦ.

21 Ἀλλ’ αὐτοὶ κραύγαζαν λέγοντας· «Σταύρωσέ τον, οταύρωσέ τονί».

22 Αύτὸς δὲ γιὰ τρίτη φορὰ εἶπε πρὸς αὐτούς· «Ἀλλὰ τί κακὸ ἔκανε αὐτὸς Δὲν βρῆκα σ’ αὐτὸν τίποτε ἅξιο Θανάτου. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸν βασανίσω, θὰ τὸν ἀπολύσω».

23 Ἀλλ’ αύτοὶ μὲ φωνὲς μεγάλες ἑπέμεναν στὸ αἴτημά τους νὰ σταυρωθῇ, καὶ οἱ φωνὲς αὐτῶν, καὶ μάλιστα τῶν ἀρχιερέων, ύπερίσχυαν.

Ὁ Πιλᾶτος ἀπὸ δειλία ἑνδίδει στὴν ἀπαίτησι τῶν Ἰουδαίων

24 Τότε ὁ Πιλᾶτος ἀποφάσισε νὰ γίνῃ τὸ αἴτημά τους,

25 καὶ τοὺς ἀπόλυσε τὸ Βαραββᾶ, ποὺ ζητοῦσαν, τὸν φυλακισμένο γιὰ ἐξέγερσι καὶ φόνο, ἐνῲ τὸν Ἰησοῦ παρέδωσε κατὰ τὸ Θέλημά τους (γιὰ νὰ σταυρωθῇ).

Κατὰ τὴν πορεία πρὸς τὸν Γολγοθᾶ

26 Καὶ ὅταν τὸν πῆραν καὶ τὸν μετέφεραν, ἔπιασαν κὰποιον Σίμωνα Κυρηναῖο, που ὲρχὸταν ἀπὸ τὴν ύπαιθρο, καὶ τὸν φόρτω- σαν τὸ σταυρὸ γιὰ νᾶ τὸν μεταφέρῃ ἀκολουθώντας τὸν Ἰησοῦ. 417 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 23,27-43

27 Τὸν ἀκολουθοῦσε δὲ μεγάλο πλῆθος τοῦ λαοῦ, στὸ ὁποῖο περιλαμβάνονταν καὶ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες ἔκλαιαν καὶ Θρηνοῦσαν γι’ αύτόν.

28 Ἕστρεψε δὲ πρὸς αύτὲς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Θυ- γατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἑαυ- τούς σας νὰ κλαίετε καὶ γιὰ τὰ τέκνα σας.

29 Διότι ἰδοὺ ἔρχονται ἠμέρες, κατὰ τὶς ὸποῖες θὰ εἰποῦν· ’Ἒύτυχεῖς οἱ στεῖρες καὶ οἱ κοιλιὲς ποὺ δὲν γε’ννησαν καὶ οἱ μαστοὶ πού δὲν θήλασαν”.

30 Τότε θὰ ἀρχίσουν νὰ λε’γουν στὰ ὅρη, ”Πε’σετε ἐπάνω μας”, καὶ στὰ βουνά, ”Σκεπόισετε’ μας”.

31 Διότι, ἐὰν στὸ χλωρὸ ξύλο (σὲ με’να τὸν ἀναμάρτητο καὶ ἅγιο) κάνουν αύτά, στὸ ξερὸ (στοὺς ἁμαρτωλοὺς) τί θὰ γίνῃῖ».

32 Ὡδηγοῦνταν δὲ καὶ ἄλλοι δύο, κα- κοῦργοι, γιὰ νὰ Θανατωθοῦν μαζί του.

Ὁ Ἰησοῦς σταυρώνεται ἑν μέσῳ δύο λῃστῶν καὶ ἐμπαίζεται

33 Καὶ ὅταν ἔφθασαν στὸν τόπο, πού ὀνομάζεται Κρανίο, ἐκεῖ σταύρωσαν αὑτὸν καὶ τοὺς κακούργους, τὸν ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιά (τοῦ Ἰησοῦ) καὶ τὸν ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀριστερά

34 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε· «Πατέρα, συγχώρησέ τους, διότι δὲν ξέρουν τί κάνουν». Ὅταν δὲ (οἱ στρατιῶτες) μοιράζονταν τὰ ἐνδύματα του, ἔβαλλαν κλῆ ρο.

35 Καὶ ὁ λαὸς οτεκόταν καὶ ἓβλεπε. Περιὲπαιζαν δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες μαζι μ’ αὐτούς λέγοντας· «Ἅλλους ἔσωσε, ἂς σώσῃ καὶ τὸν ἑαυτό του, ε’ὰν αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός (ὸ Μεσσίας), ὁ ἐκλεγμένος ἀπὸ τὸ Θεό».

36 Τὸν περιέπαιζαν δὲ καὶ οἱ στρατιῶτες πλησιάζοντας καὶ προσφέροντας σ’ αὐτὸν ξύδι

37 καὶ λέγοντας· «Ἐὰν σὺ εἶσαι ὸ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσε τὸν ἑαυτό σου».

38 Ἦταν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ ἀπὸ πάνω του γραμμένη στὰ Ἑλληνικὰ καὶ στὰ Ρωμαϊκὰ καὶ στὰ Ἑβραϊκὰ· Αύτὸς εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ καλοπροαιρέτου λῃστοῦ

39 Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς κακούργους, ποὺ κρεμάσθηκαν οτὸ σταυρό, τὸν ἔβριζε λε’γοντας- «Ἐὰν σὺ εἶσαι ὁ Χριστὸς (ὸ Μεσσίας), σῶσε τὸν ἑαυτό σου καὶ ἐμᾶς».

40 Ἀλλ’ ὁ ἄλλος (κα- κοῦργος) μίλησε καὶ τὸν ἐπέπληξε λέγοντας· «Οὔτε σὺ φοβεῖσαι τὸ Θεό, ἂν καὶ ὑφίστασαι τὸ αύτὸ πάθος,

41 Καὶ ε’μεῖς μὲν δι- καίως (τιμωρούμεθα), διότι ἁπολαμβάνουμε αύτά, ποὺ ἁξίζουν οἱ πράξεις μας. Ἀλλ’ αὐτὸς (ὸ Ἰησοῦς) κανὲνα ἄτοπο δὲν ἔπρα- ξε».

42 Ἔλεγε δὲ στὸν Ἰησοῦ· «Θυμήσου με, Κύριε, όταν ἔλθῃς μὲ τή βασιλική σου δύναμι».

43 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἷπε· «Άληθινὰ σοῦ λέγω, σήμερα θὰ εἶσαι μαζὶ μου στὸν παράδεισο».

419 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 23,44-56

Ὸ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ καὶ σχετικὰ σημεῖα

44 Ἦταν δὲ περίπου ὥρα δώδεκα τὸ μεσημέρι καὶ ἔπεσε σκοτάδι σ’ ὅλη τὴ γῆ ἔως ὥρα τρεῖς τὸ ἀπόγευμα,

45 διότι ὸ ἥλιος ὑπέστη ἔκλειψι. Καὶ τὸ παραπέτασμα τοῦ ναοῦ σχίσθηκε στὸ μέσο.

46 Καὶ φώναξε μὲ φωνή μεγάλη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Πατέρα, στὰ χέρια σου παραδίδω τὸ πνεῦμα μου». Καὶ μόλις εἶπε αὐτό, ἐξέπνευσε.

Ὁ ἑκατόνταρχος πιστεύει

47 Ὅταν δέ ὁ ἑκατόνταρχος εἶδε αὐτὸ ποὺ ἔγινε, δόξασε τὸ Θεό καὶ εἶπε· «Ὄντως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀθῷος».

Τύψεις συνειδήσεως λαοῦ

48 Καὶ ὅλα τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, ποὺ μαζεύθηκαν γιὰ νὰ ίδοῦν αὐτὸ τὸ θέαμα (τῆς σταυρώσεως), βλέποντας ὅσα έγιναν, έπέστρεφαν κτυπώντας τὰ στήθη τους.

Γνωστοὶ καὶ γυναῖκες παρακολουθοῦν τὸ Θεῖο δρᾶμα

49 ’Ὀλοι δὲ οἱ γνωστοί του, καθὼς καὶ οἱ γυναῖκες, ποὺ μαζὶ τὸν ἀκολούθησαν ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, στέκονταν μακριὰ καὶ παρα- κολουθοῦσαν τὰ γεγονότα.

Ὁ Ἰωσὴφ ὁ Ἀριμαθαῖος ὲνταφιάζει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ

50 Καὶ ίδοὺ παρουσιάζεται ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ἰωσήφ, ποὺ ἦταν βουλευτής (μέλος τοῦ συνεδρίου), καὶᾶνθρωπος καλὸς καὶ εὐσεβής-

51 αὐτὸς δὲν εἶχε συμφωνήσει μὲ τὴν ἀπόφασι καὶ τὴν πρᾶξι αὐτῶν (τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου)-, καταγόμενος ἀπὸ τὴν Άριμαθαία, πόλι τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἀνέμενε καὶ αὐτὸς τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

52 Αὐτὸς προσῆλθε στὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

53 Καὶ ἀφοῦ τὸ κατέβασε (ἀπὸ τὸ σταυρό), τὸ τύλιξε σ’ ἕνα σεντόνι, καὶ τὸ ἔθεσε σ’ ἕνα μνῆμα λαξευμένο σὲ βράχο, ὅπου κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχε ένταφιασθή.

54 Καὶ ἦταν ἡμέρα Παρασκευή, πλησίαζε νὰ ἀρχίσῃ τὸ Σάββα-το.

55 Οἱ δὲ γυναῖκες, ποὺ εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, εἶδαν τὸ μνῆμα, καὶ ὅτι ἐτέθη ἐκεῖ τὸ σῶμα του.

56 Καὶ ἀφοῦ ἐπέστρεψαν (στήν πόλι), ἑτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. Καὶ τὸ μὲν Σάββατο δὲν έκαναν καμμία ἐνέργεια συμφώνως πρὸς τήν ἐντολή (περὶ ἀργίας τοῦ Σαββάτου).

42]. ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 24,1-15

Κεφάλαιο 24

Μυροφόρες ἑπισκέπτονται κενὸ τάφο

Κατὰ δὲ τὴν πρώτη ἠμέρα τῆς ἑβδομάδος (τὴν Κυριακή) 24 ἀπὸ τὰ βαθειὰ χαράματα ἦλθαν στὸ μνῆμα φέροντας τὰ ἀρώματα, ποὺ εἶχαν ἑτοιμάσει, καὶ ἦταν μαζί τους καὶ μερικὲς ἅλλες.

2 Βρῆκαν δὲ τὸ λίθο ἀποκυλισμένο ἀπὸ τὸ μνῆμα,

3 καὶ ὅταν μπήκαν (στὸ μνῆμα), δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰη- σου.

Ἄγγελοι ἁγγέλλουν στὶς μυροφόρες τὴν ἁνὰστασι τοῦ Ἰησοῦ

4 Καὶ ἐνῷ βρίσκονταν σὲ ἀπορία γι’ αὐτό, ἰδοὺ δύο ἄνδρες παρουσιάσθηκαν σ’ αὺτὲς μὲ ἀστραφτερὲς στολές.

5 Ἐνῴ δὲ κυριεύθηκαν ἀπὸ φόβο καὶ ἔσκυβαν τὸ πρόσωπό τους στή γῆ, εἶπαν σ’ αὐτές· «Γιατί ζητεῖτε μεταξὺ τῶν νεκρῶν ἐκεῖνον, ὸ ὁποῖος εἶναι ὁ Ζῶν,

6 Δὲν εἶναι έδῶ, ἀλλ’ ἀναστήθηκε. Θυ- μηθῆτε, ὅτι σᾶς μίλησε, ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ Γαλιλαία,

7 λέγο- ντας, ὅτι πρόκειται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ παραδοθῇ σὲ χέρια ἀνθρώπων ἀσεβῶν καὶ νὰ σταυρωθῇ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα νά ἀναστηθῇ».

8 Καὶ θυμήθηκαν τὰ λόγια του.

Οἱ μυροφόρες ἀγγέλλουν τὴν ἀνάστασι στοὺς μαθητὰς

9 Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνῆμα, ἀνέφεραν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕνδεκα (ἀποστόλους) καὶ σ’ ὅλους τοὺς λοιπούς.

10 Αὺτὲς δέ, ποὺ τὰ ἀνέφεραν στοὺς ἀποστόλους, ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ Ἰωάννα καὶ η Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ ἄλλες, ποὺ ἦταν μαζί τους.

11 Ἀλλὰ τὰ λόγια τους φάνηκαν σ’ αὐτοὺς σὰν παραλήρημα καὶ παραμύθι, καὶ δὲν τὶς πίστευαν.

12 Ὁ Πέτρος ὅμως σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στὸ μνῆμα, καί, ὅταν έσκυψε, βλέπει τὰ σάβανα μόνα (χωρὶς τὸ σῶμα), καὶ ἐπέστρεψε ἑκπλησσόμενος καὶ ἀπορώντας γιὰ τὸ γεγονός.

Πορεία δύο μαθητῶν πρὸς Ἐμμαοὺς καὶ έμφάνισι τοῦ Ὰναστάντος

13 Καὶ ἰδοὺ δύο ἀπ’ αὐτοὺς τὴν ἡμέρα αὐτὴ πήγαιναν σ’ ἕνα χωριό, ποὺ ἀπέχει έξήντα στάδια (περίπου ἕνδεκα χιλιόμετρα) ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλὴμ καὶ ὀνομάζεται Ἐμμαούς.

14 Καὶ μιλσῦσαν μεταξύ τους γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα.

15 Καὶ ἐνῷ μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς πλησίασε καὶ πήγαινε μαζί τους, 423 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 24,16-35

16 Ἀλλ’ οἱ ὀφθαλμοὶ τους κρατοῦνταν γιὰ νὰ μὴ τὸν ἁνα- γνωρίσουν.

17 Εἷπε δὲ πρὸς αὐτούς· «Ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα ουζητεῖτε μεταξύ σας στὸ δρόμο σας καὶ εἶσθε σκυθρωποῦ».

18 Άπαντώντας δὲ ὅ ἕνας, ποὺ ώνομαζόταν Κλεόπας, τοῦ εἷπε· «Σὺ μόνος κατοικεῖς στὴν Ἰερουσαλὴμ καὶ δὲν ἔμαθες ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτὴ τὶς ἡμέρες αὺτές».

19 Καὶ εἷπε σ’ αὐτούς· «Ποιόυ». Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν- «Τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο, ποὺ ὑπῆρξε προφήτης δυνατὸς σὲ ἔργα καὶ λόγους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλου τοῦ λαοῦ,

20 καὶ πῶς οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντές μας τὸν παρέδωσαν γιὰ νὰ ὺποστῇ θανατική ποινή, καὶ τὸν σταύρωσαν.

21 Ἐμεῖς δὲ ἐλπίζαμε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ λυτρώσῃ τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλά, παρ ’ ὅλα αὐτά, αὐτὴ εἶναι ἡ τρίτη σήμερα ἡμέρα, ἁφότου ἐγιναν αὑτά (καὶ φῶς δὲν βλέπουμε).

22 Ὅμως συνέβη καὶ αὐτό· μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὸν κύκλο μας μᾶς ἐξέπληξαν, διότι πῆγαν πολὺ πρωὶ στὸ μνῆμα

23 καὶ δὲν βρήκαν τὸ σῶμα του, καὶ ἐπέστρεψαν καὶ εἶπαν, ὅτι εἶδαν καὶ όπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι αὐτὸς ζῇ.

24 Καὶ πῆγαν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς δικούς μας στὸ μνῆμα καὶ βρῆκαν τὰ πράγματα ἔτσι, ὅπως καὶ οἱ γυναῖκες εἶπαν, ἀλλ’ αὑτὸν δὲν τὸν εἶδαν».

25 Τότε αὐτὸς τοὺς εἷπε· «Ὦ σεῖς, που δὲν ἔχετε νοῦ, καὶ ἡ καρδιόι σας ἀργεῖ νὰ πιστεύσῃ σὲ ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτεςί

26 Αὑτὰ δὲν ἔπρεπε νὰ πάθῃ ὁ Χριστὸς (ὁ Μεσσίας) καὶ ἔτσι νὰ εἰσέλθῃ στὴ σφαῖρα τῆς δόξης τουῖ».

27 Καὶ ἀφοῦ ἄρχισε ἀπὸ τὸ Μωυσῆ καὶ ἀπ’ ὅλους τοὺς προφήτες, μὲ ὅλα τὰ Γραφικὰ χωρία ἐξηγοῦσε σ’ αὐτοὺς τὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό του.

28 Καὶ πλησίασαν στὸ χωριὸ ποὺ πήγαιναν, καὶ αὐτὸς προ- σποιήΘηκε, ὅτι θὰ πήγαινε μακρότερα.

29 Ἀλλὰ τὸν πίεσαν λέγοντας· «Μεῖνε μαζί μας, διότι πλησιάζει νὰ βραδυάσῃ, καὶ ἠ ἠμέρα τελειώνει». Καὶ πῆγε μέσα (στό χωριό), γιὰ νὰ μείνῃ μαζί τους.

30 Καὶ ὅταν καθησε μαζί τους στὸ τραπέζι, πῆρε τόν ἄρτο καὶ τὸν εὐλόγησε, καὶ τὸν τεμάχισε καὶ τοὺς ἓδινε.

31 Τότε ἄνοι- ξαν τὰ μὰτια τους καὶ τὸν ἁναγνώρισαν, ἀλλ’ αὐτὸς ἔγινε ἄφα- ντος ἀπ’ αὐτούς.

32 Εἶπαν τότε μεταξύ τους· «Ἠ καρδιόι μας δὲν φλογιζόταν μέσα μας, καθὼς μᾶς μιλοῦσε στὸ δρόμο καὶ καθὼς μᾶς ἐξηγοῦσε τὶς Γραφέςρ).

33 Καὶ σηκώΘηκαν τὴν ’ίδια ὥρα καὶ ἐπέστρεψαν στὴν Ἰερουσαλήμ, καὶ βρῆκαν συγκεντρωμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς ἄλλους, ποὺ ἦταν μαζί τους,

34 καὶ ἕλεγαν, ὅτι ὅντως ἁναστήθηκε ὁ Κύριος, καὶ ἐμφανίσθηκε στὸ Σίμωνα.

35 Καὶ αὐτοὶ διηγοῦνταν ὅσα συνέβησαν καθ’ ὁδόν, καὶ ὅτι τοὺς ἁποκαλύφθηκε κατὰ τὸν τεμαχισμὸ τοῦ ἄρτου.

425 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ 24,36-53

Ἐμφάνισι τοῦ Άναστάντος στοὺς Ἀποστόλους καὶ λοιπούς

36 Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ ἕλεγαν αὐτά, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς παρουσιάσθη- κε σ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς λέγει· «Εὑλογία σὲ σᾶςί».

37 Κυριεύθηκαν δὲ ἀπὸ τρόμο καὶ φὸβο (λόγῳ τῆς αίφνιδίας καὶ παράδοξης παρουσίας τοῦ Κυρίου «κεκλεισμένων τῶν Θυρῶν»), καὶ νόμι- ζαν, ὅτι βλέπουν φάντασμα.

38 Είπε δὲ σ’ αὐτούς· «Γιατί εἶσθε ταραγμένοι, καὶ γισπί σκέψεις ἀπιστίας γεννῶνται οτὶς διάνοιές σας,

39 Κοιτάξετε τὰ χέρια μου καὶ τὰ πόδια μου (γιὰ νὰ βεβαι- ωΘῆτε), ὅτι εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος. ψηλαφήσετέ με καὶ πεισθῆτε, διότι τὸ φάντασμα δὲν ἔχει σάρκα καὶ ὀστᾶ, ὅπως βλέπετε ὅτι έγὼ ἔχω».

40 Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τοὺς ἔδειξε τὰ χέρια καὶτὰ πόδια.

41 Καὶ ἐπειδὴ άκὸμη δὲν πίστευαν σὲ τὸσο μεγάλης χαράς γε- γονὸς καὶ έκπλήσσονταν, τοὺς εἶπε· «Ἔχετε κάτι φαγώσιμο ἐδιῖκ».

42 Αὐτοὶ δὲ τοῦ ἔδωσαν ἕνα κομμάτι ἀπὸ ψητὸ ψάρι, καὶ ἕνα κομμάτι ἀπὸ κηρήθρα μὲ μέλι,

43 καὶ πῆρε καὶ ἔφαγε ενωπιον τους.

44 Ὕστερα τοὺς εἶπε· «Αύτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, γιὰ τὰ ὁποῖα μίλησα σὲ σᾶς, ὅταν άκὸμη ἤμουν μαζί σας, ὅτι πρόκειται δη- λαδὴ νὰ έκπληρωθοῦν ὅλα τὰ γραμμένα στὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ καὶ τοὺς Προφήτες καὶ τοὺς ψαλμοὺς γιὰ μένα».

45 Τότε ἄνοιξε τὸ νοῦ τους, γιὰ νὰ καταλαβαίνουν τὶς Γραφές.

46 Καὶ τοὺς εἶπε· «Ἔτσι ἔχει γραφή, καὶ ε”τσι ἔπρεπε νὰ πάθῃ ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), καίν’ άναοτηθῂ ἐκ νεκρῶν κατὰ τὴν τρίτη ἡμέρα,

47 καὶ νὰ κη- ρυχθῇ στὸ ὄνομά του μετάνοια καὶ ἄφεσι ἁμαρτιῶν σὲ ὅλα τά ἔθνη, άρχίζοντας ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλήμ.

48 Σεῖς δὲ εἶσθε μάρτυ- ρες αὐτῶν (τῶν γεγονότων).

49 Καὶ ίδοὺ ἐγὼ θὰ ἀποστείλω σὲ σᾶς ὅ,τι ὺποσχέθηκε ὁ Πατέρας μου (τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο). Σεῖς δὲ καθήσετε στὴν πόλι Ἰερουσαλήμ, ἕως ὅτου ὁπλισθῆτε μὲ δύναμι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ».

Ἠ ἀνάληψι τοῦ Κυρίου

50 Τοὺς ὡδήγησε δὲ ἔξω (ἀπὸ τὴν Ἰερουσαλὴμ) σὲ μικρὴ ἀπόστασι πρὸς τὴν κατεύθυνσι τῆς Βηθανίας, καὶ ὕψωσε τὰ χέρια του καὶ τοὺς εὑλὸγησε.

51 Καὶ καθὼς τοὺς εὐλογοῦσε, άποχωρίσθηκε ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἀνέβαινε στὸν οὐρανὸ.

52 Καὶ αὐτοί, ἀφοῦ τὸν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στὴν Ἰερουσαλὴμ μέ χαρὰ μεγάλη,

53 καὶ ἦταν συνεχῶς στὸ ναὸ, ὺμνώντας καὶ δοξάζοντας τὸ Θεό. Ἀμήν.

ΚΑΤΑ ῙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΙἸἙΛῙΟΝ

Κεφάλαιο 1

’0 Λόγος εἶναι Θεὸς καὶ δημιουργὸς πάντων

1 Στήν ἁρχὴ ἦταν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦταν μαζὶ μὲ τὸ Θεό (Πατέρα), καὶ Θεὸς ἦταν ὁ Λόγος.

2 Αὐτὸς ἦταν στὴν ἁρχὴ μαζὶ μὲ τὸ Θεό (Πατέρα).

3 ’Ὀλα ἔγιναν δι’ αὐτοῦ, καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἕγινε τίποτε, τὸ ὁποῖον ἐ’γινε.

4 Δι’ αὐτοῦ ὑπῆρχε ζωή, καὶὴ ζωὴ ἦταν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

5 Καὶ τὸ φῶς μέσα στὸ σκοτάδι φωτίζει, ἁλλ’ οἱ σκοτεινοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸ κατάλαβαν.

«Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο»

6 Ἦλθε ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ ὄνομα του Ἰωάννης.

7 Αὐτὸς ἦλθε για μαρτυρία, νὰ δώσῃ μαρτυρία γιὸι τὸ φῶς, για νὰ πιστεύσουν ὅλοι δι’ αὐτοῦ.

8 Δὲν ἦταν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἦλθε γιὰ νὰ δώσῃ μαρτυρία γιὰ τὸ φῶς.

9 Ἦταν τὸ φῶς τὸ ἁληθινό, ποὺ φωτίζει κὰΘε ἂνθρωπο, ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο.

10 Στὸν κόσμο ἦταν, καὶὸ κόσμος απ ’ αὑτὸν ἔγινε, ἀλλ’ ὁ κόσμος δὲν τόν γνώρισε.

11 Στό σπίτι του ἦλθε, ἀλλ’ οἱ δικοί του δὲν τὸν δέχθηκαν.

12 Σ’ ὅσους δὲ τόν δέχθηκαν, σ’ αὐτοὺς ἔδωσε δικαίωμα νὰ γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ, σ’ ἐκείνους δηλαδή, ποὺ πιοτεύουν στὸ όνομά του.

13 Αὐτοὶ δὲν γεννήθηκαν ἀπὸ αἵματα (γυναικῶν), οὔτε ἀπὸ σαρκική ἐπιθυμία, οὔτε ἀπὸ τή Θέλησι ανθρώπου, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ Θεό,

14 Ὁ δὲ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ κατῴκησε ἁναμεσά μας, καὶ ἁπολαύσαμε ὡς ἔκπαγλο Θέαμα τὴ δόξα του, δόξα ποὺ ἔχει ὡς μονογενὴς Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα. Γεμᾶτος χάρι καὶ ὁμορφιόιέ

Μαρτυρία τοῦ προδρόμου Ιωὰννου

15 Ὁ Ιωάννης δίνει μαρτυρία γι αὐτὸν καὶ φωνάζει δυνατά λέγοντας( «Αὐτὸς εἶναι, γιὰ τὸν ὁποιο εἶπα Αὐτός, ποὺ ἔρχεται μετὰ ἀπὸ μένα, προηγεῖται ἀπὸ μένα, διότι ὑπῆρχε πρωτύτερα ἀπὸ μένα».

«Ἠ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο»

16 Καὶ ἀπὸ τὸν πλοῦτο του ἑμεῖς ὅλοι λαβαμε, ὀικόμη καὶ ἅφεσι τῶν ἁμαρτιῶν ἀπὸ εὐσπλαγχνία.

17 Διότι διὰ τοῦ Μω- υσέως δόθηκε ὁ νόμος, ε’νῷ ἡ ἅφεσι τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἡ ἀλήθεια ἦλθαν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

18 Τὸ Θεό δὲν εἶδε ποτὲ κανείς. Ό μονογενὴς Υἱός, ποὺ εἶναι στὸν κόλτῖο τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἁποκάλυψε.

429 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 1,19-34

’Άλλη μαρτυρία τοῦ προδρόμου Ἰωάννου

19 Αὐτὴ ἐπίσης εἷναιή μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου, ὅταν άπέοτει- λαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα ἱερεῖς καὶ Λευΐτες γιὸι νὰ τὸν ρωτήσουνι «Σὺ ποιὸς εἷσαιῖ».

20 Ὼμολόγησε δέ, καὶ δὲν άρνήΘη- κε· ναί, ὡμολόγησε, «Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας)».

21 Τότε τὸν ρώτησαν- «Τί συμβαίνει λοιπόν, Ὁ Ἠλίας εἷσαι συ;». Καὶ λέγει· «Δὲν εἶμαι». «Ὸ προφήτης εἷσαι σύῖ». Καὶ άποκρίθηκε- «Ὄχι»,

22 Τοῦ εἷπαν τότε· «Ποιὸς εἷσαι, Λέγε, γιὰ νὰ δώσωμε ἀπὸκρισι σ’ αὐτούς, ποὺ μάς άπέστειλαν. Τί φρονεῖς γιὰ τὸν ἑαυτὸ σου;».

23 Εἷπε· «Ἐγὼ εἶμαι φωνὴ ἑνός, ποὺ φωνάζει δυ- νατὰ στὴν ἔρημο, Ἰσιάξετε τὸ δρόμο γιὰ νὰ διαβῇ ὁ Κύριος, ὅπως εἷπε ὁ προφήτης Ἡσαΐας».

24 Ἣταν καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὴν τάξι τῶν Φαρισαίων.

25 Καὶ τὸν ρώτησαν καὶ τοῦ εἷπαν· «Γιατί λοιπὸν βαπτίζεις, ἀφοῦ ὲσὺ δὲν εἷσαι ὁ Χριστός (ὸ Μεσσίας), οὔτε ὁ Ἠλίας, οὔτε ὁ προφήτης».

26 Τοὺς άποκρίΘηκε ὸ Ἰωάννης λέγοντας· «Ἐγὼ βαπτίζω μὲ νερό. Ὺπάρχει δὲ μεταξύ σας κάποιος, τὸν ὸποῖο σείς δὲν γνωρίζετε.

27 Αὐτὸς εἶναι, ποὺ ἔρχεται μετὰ ἀπὸ μένα καὶ προηγεῖται ἀπὸ μένα. Αὑτοῦ ἐγὼ δὲν εἶμαι άξιος νὰ λύσω τὸ λουρὶ ἀπὸ τὸ ὺπὸδημά του».

28 Αύτὸι έγιναν στὴ Βηθανία, πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ὅπου ὁ Ἰωάννης βάπτιζε.

’0 ἀμνὸς καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ

29 Τήν έπομένη ἡμέρα βλέπει ὁ Ἰωάννης τὸν Ἰησοῦ νὰ ἔρχε- ται πρὸς αὑτὸν καὶ λέγει· «Νὰ ὁ άμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ σηκώνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμουί

30 Αὐτὸς εἷναι ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἷπα- Μετὰ ἀπὸ μένα ἔρχεται ἕνας ἄνδρας, ὁ ὁποῖος προ- ηγεῖται ἀπὸ μένα, διότι ὑπῆρχε πρωτύτερα ἀπὸ μένα.

31 Καὶ ἐγὼ δὲν τὸν γνώριζα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνῃ γνωστὸς στὸν Ἰσραήλ, γι’ αὐτὸ ἐγὼ ήλθα καὶ βαπτίζω μὲ νερὸ».

32 Ἐπίσης ἔδωσε μαρ- τυρία ὁ Ἰωάννης λέγοντας· «Εἷδα τὸ Πνεῦμα νὰ κατεβαίνῃ σὰν περιστέρι ἀπὸ τὸν οῦρανὸ, καὶ ἔμεινε ἐπάνω του.

33 Ναί, ἐγὼ δὲν τὸν γνώριζα, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ μὲ ἔστειλε νὰ βαπτίζω μὲ νερό, ἐκεῖνος μοῦ εἷπε· Αὐτός, στὸν ὸποῖο θὰ ίδῇς τὸ Πνεῦμα νὰ κατεβαίνῃ καὶ νὰ μένῃ ἐπάνω του, αὐτὸς εἶναι ποὺ βαπτίζει μὲ Πνεῦμα Ἅγιο.

34 Καὶ ἐγὼ εἷδα, καὶ ἕδωσα μαρτυρία, ὅτι αὐτὸς εἷναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

43]. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 1,35-52

Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ Σίμων Πέτρος ὁ ἁδελφός του

35 Τὴν ὅιλλη ἡμέρα ἦταν πάλι ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης καὶ δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του.

36 Καὶ καθὼς εἶδε τὸν Ἰησοῦ νὸι περιπατῇ, λέγει· «Νὰ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦί»,

37 Καὶ ἄκουσαν οἱ δύο μαθη- ταὶ τὸ λὸγο του καὶ ἁκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ.

38 Στρέφοντας δὲ ὸ Ἰησοῦς καὶ βλέποντας αὐτοὺς ν’ ἀκολουθοῦν, τοὺς λέγει·

39 «Τί ζητεῖτεῖ». Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν- «Ραββί, -ποὺ μεταφράζεται Διδάσκαλε-, ποῦ μένεις».

40 Τοὺς λέγει· «Ἑλᾶτε νὰ ίδῆτε». Ἧλθαν δὲ καὶ εἶδαν ποῦ μένει, καὶ ’έμειναν μαζί του τὴν ἡμέρα έκείνη. Ἣταν ὥρα τέσσερες περίπου τὸ ἀπὸγευμα.

41 Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο, ποὺ ἄκουσαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν ἁκολούθησαν (τὸν Ἰη- σοῦ), ἦταν ὁ Ἀνδρέας ὁ ἁδελφὸς τοῦ Σίμωνος Πέτρου.

42 Αὐτὸς βρίσκει πρῶτα τὸν ἁδελφὸ του Σίμωνα καὶ τοῦ λέγει· «Βρήκαμε τὸ Μεσσίαί». Αὐτὸ (τὸ ὄνομα Μεσσίας) μεταφραζὸμενο σημαίνει Χριστὸς.

43 Τὸν ὼδήγησε δὲ στὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς τὸν κοίταξε καλὰ καὶ εἶπε· «Σὺ εἷσαι ὁ Σίμων, ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωνᾶ, σὺ θὰ ὸνο- μασθῇς Κηφᾶς». Αὐτὸ (τὸ ὄνομα Κηφᾶς) μεταφράζεται Πέτρος.

Φίλιππος καὶ Ναθαναήλ

44 Τήν ἑπομένη ἡμέρα ὰποφάσισε ὁ Ἰησοῦς νὰ πάῃ στὴ Γαλι- λαία. Καὶ βρίσκει τὸ Φίλιππο καὶ τοῦ λέγει· «Άκολούθησέ με».

45 Ὸ δὲ Φίλιππος ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ, ἀπὸ τὴν πόλι τοῦ Ἀνδρέα καὶ τοῦ Πέτρου.

46 Βρίσκει ὁ Φίλιππος τὸ Ναθαναὴλ καὶ τοῦ λέγει· «Αὑτὸν, γιὸι τὸν ὁποῖον ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στὸ νὸμο καὶ οἱ προφῆτες, τὸν βρήκαμε. Είναι ὁ Ἰησοῦς ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τή Ναζαρέτ».

47 Ἀλλ’ ὁ Ναθαναὴλ τοῦ εἶπε· «Εἶναι δυνατὸ νὰ προέλθῃ τίποτε καλὸ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτῖ». Τοῦ λέγει ὁ Φίλιππος- «Ἔλα νὰ ἰδῇς».

48 Εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὸ Ναθαναὴλ νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν, καὶ λέγει γι’ αὐτὸν· «Νὰ ἕνας ἀληθινὰ Ἰσραηλίτης, στὸν ὸποῖο δὲν ὑπάρχει δόλος».

49 Τοῦ λέγει ὁ Ναθαναήλ· «Ἀπὸ ποῦ μέ γνωρίζειςρ). Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε «Προτοῦ νὰ σὲ φωνάξῃ ὁ Φίλιππος, σὲ εἶδα νὰ εἶσαι κάτω ἀπὸ τὴ συκιά».

50 Τοῦ λέγει τότε ὁ Ναθαναήλ «Διδάσκαλε, σὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».

51 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Διὸτι σοῦ εἶπα, σὲ εἶδα κάτω ἀπὸ τὴ συκιά, πιστεύεις Θὰ ίδῂς μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὰ».

52 Ἑπίσης τοῦ λέγει· «Ἀληθινὰ ἁλη- Θινὰ σᾶς λέγω, ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς Θὸι βλέπετε τὸν οὐρανὸ ἁνοικτὸ, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κα- τεβαίνουν πρὸς τὸν Υὶὸ τοῦ ἀνθρώπου».

433 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 2,1-17

Κεφάλαιο 2

Τὸ πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ στὸ γὰμο στὴν Κανᾶ

Τὴν τρίτη δὲ ημέρα ’έγινε γάμος στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦταν ἐκεῖ ἡ μητέρα τοῦ Ιησοῦ.

2 Προσκλήθηκε δὲ καὶὸ Ιη- σοῦς καὶ οι μαθηταί του στὸ γάμο.

3 Καὶ“ όταν τελείωσε τὸ κρασί, ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ λέγει· «Κρασὶ δὲν έχουν».

4 Τῆς λέγει ο Ἰησοῦς «Τί ὰναμιγνύεσαι στὶς ὑποθέσεις μου, γυναῖκα· Δὲν ἦλθε ἁκὸμη ἡ ὥρα μου».

5 Λέγει ἡ μητέρα του στὰ πρόσωπα, ποὺ δι- ακονοῦσαν (στὸ γάμο)· «“Ὀ,τι σᾶς πῄ, νὰ τὸ κάνετε».

6 Ὑπῆρχαν δὲ ἐκεῖ ἕξι λίΘινες στάμνες, ποὺ ἦταν γιὰ καθαρισμὸ σύμφωνα μὲ ἔθιμο τῶν Ἰουδαίων, καὶ κάθε μία ἀπ’ αὺτὲς χωροῦσε δύο ἢ τρεῖς μετρητὰς (περίπου ἑκατὸ κιλά).

7 Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Γεμίσετε τὶς στάμνες μὲ νερό». Καὶ τὶς γέμισαν ἕως ἐπάνω.

8 Ἔπειτα τοὺς λέγει «Άντλήσετε τώρα καὶ φέρετε στὸν ἁρχιτρα- πεζάρη >.> Καὶ έφεραν.

9 Ὀταν δέ ο ἁρχιτραπεζάρης γεύθηκε τὸ νερό, ποὺ εἶχε γίνει κρασί- καὶ δὲν γνώριζε ἀπὸ ποῦ προέρχε- ται, ἐνῷ ο“ι διακονοῦντες, ποὺ εἶχαν ἀντλήσει τὸ νερὸ, γνωρι- ζαν- φωνάζει τὸ νυμφίο ὁ ὰρχιτραπεζάρης

10 καὶ τοῦ λέγει «Κάθε ἄνθρωπος πρῶτα παραθέτει τὸ έκλεκτὸ κρασί, καί, ὅταν πιοῦν ἁρκετό, τότε παραθέτει τὸ κατώτερο. Ἀλλὰ σὺ φύλαξες τὸ έκλεκτὸ κρασὶ ἕως τώρα».

11 Αὐτὴ τὴν ἁρχὴ τῶν Θαυμάτων ἔκανε ὁ Ἰησοῦς στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καὶ φανέρωσε τὴ δυναμί του, καὶ πίστευσαν σ’ αὐτὸν οἱ μαθηταί του.

Ὁ Ἰησοῦς ὺψωνει φραγγέλλιο καὶ ἐκδιώκει τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναό

12 Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ κατέβηκε στὴν Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἠ μητέρα του καὶ οἱ ἀδελφοί του καὶ οἱ μαθηταί του καὶ έμειναν έκεῖ ὄχι πολλές ἠμέρες.

13 Καὶ ἦταν κοντὰ τὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἁνέβηκε ὸ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα.

14 Καὶ βρῆκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τοὺς πωλητὰς βοδιῶν καὶ προβάτων καὶ περιστεριῶν, καὶ τοὺς ἁργυραμοιβοὺς νὰ κάθωνται.

15 Καὶ ἀφοῦ ἔκανε μαστίγιο ἀπὸ σχοινιά, ἔδιωξε ὅλους ἀπὸ τὸν περίβολσ τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ πρόβατα καὶτὰ βόδια, και σκόρπισε τὰ νομίσματα τῶν ἀργυρα- μοιβῶν, καὶ ἀνέτρεψε τὰ τραπέζια,

16 καὶ στοὺς πωλητὰς τῶν περιστεριῶν εἶπε «Πάρετε αὐτὰ ἀπ έδῶ Μή κάνετε τὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μου ε’μπορικὸ κατάστημα».

17 Θυμήθηκαν δὲ οἱ μαθηταί του, ὅτι εἶναι γραμμένο, Ὁ ζῆλος γιὰ τὸν οἶκο σου Θὰ με καταφαγῃ.

435 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 218 - 3,7

Ὁ Ἰησοῦς ὁμιλεῖ γιὰ θανάτωσι καὶ αὺτοανάστασί του

18 ’Έλαβαν τότε τὸ λόγο οἱ Ιουδαῖοι καὶ τοῦ εἶπαν· «Τί ση- μεῖο (Θαῦμα) μπορεῖς νὰ μᾶς δείξῃς γιὰ τὸ· ὅτι κάνεις αὐτά, ».

19 Ἀποκρίθηκε ο Ιησοῦς καὶ τοὺς εἶπε « Γκρεμίσετε αὐτὸ τὸ ναό, καὶ σὲ τρεῖς ἠμέρες θ ἀνεγείρω αὐτόν».

20 Ἀλλ οἱ Ιουδαῖοι εἶπαν- «Σὲ σαράντα καὶ ἐ’ξι ετη οἱκοδομήθηκε αὐτὸς ὁ ναός, καὶσὺ θά τὸν ἀνεγείρῃς σὲ τρεῖς ήμέρεςρ).

21 Ἐκεῖνος ὅμως μιλοῦσε γιά τὸ ναὸ τοῦ σώματός τοῦ (ναὸ δηλαδὴ ὠνόμαζε τὸ σῶμα του ὼς κατοικητήριο τῆς Θεότητος).

22 Ὅταν δὲ ἀναοτήθηκε ἐκ νεκρῶν, θυμήθηκαν οἱ μαθηταί τοῦ, ὅτι ἔλεγεν αὑτό, καὶ πίστευ- σαν στὴ Γραφή καὶ οτὸ λόγο, ποῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς.

Πολλοὶ πίστευαν, ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἑμπιστευόταν σ’ αὐτούς

23 Ὅταν δὲ ἦταν στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, πολλοὶ πιστεῦσαν στὸ ὅνομά του βλέποντας τὰ θαῦμα- τα, ποὺ ἔκανε.

24 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν πλευρά τοῦ δὲν έμπι- οτευόταν τὸν ἑαυτό τοῦ σ’ αὐτούς, διότι αὐτὸς γνώριζε τοὺς πάντας.

25 Ἐπίσης γι’ αὐτὸ δὲν χρειαζόταν νὰ τοῦ δώσῃ κανεὶς πληροφορίες γιὰ τὸν άνθρωπο. Ὁ ἴδιος δηλαδὴ γνώριζε τί ἦταν μέσα στὸν ἀνθρωπο.

Κεφάλαιο 3

Διάλογος Ἰησοῦ καὶ Νικοδήμου περὶ πνευματικῆς ἁναγεννήσεως

Ἣταν δὲ κάποιος ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους Νικόδη- μος ὀνομαζόμενος ἄρχων τῶν Ἰουδαίων.

2 Αὐτὸς ἦλθε πρὸς αὑτὸν τὴ νύκτα καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἦλθες ὡς διδάσκαλος ἀπὸ τὸ Θεό. Διότι κανεὶς δὲν δύναται νά κάνῃ αὐτὰ τὰ θαύματα, ποὺ κάνεις έσῦ, ἐὰν δὲν εἶναι ὁ Θεὸς μαζί του».

3 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἀληθινά ἀληθινὰ σοῦ λέγω, έάν κανεὶς δὲν γεννηθῇ πάλι, δὲν δύναται νὰ ἰδῇ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

4 Τοῦ λέγει ὁ Νικόδημος· «Πῶς δύναται ἕνας ἀνθρω- πος νὰ γεννηθῇ, ὅταν εἶναι γε’ρων, Μήπως δύναται νὰ μπῇ γιά δεύτερη φορὰ στὴν κοιλιά τῆς μάνας του καὶ νὰ γενγηθῇῖ».

5 Ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς «Ἀληθινά ἀληθινὰ σοῦ λέγω, ἐὰν κανεις δὲν γεννηθῇ ἀπὸ νερὸ καὶ Πνεῦμα, δὲν δύναται νὰ μπῄ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

6 Τὸ γεννημένο ἀπὸ τὴ σάρκα εἶναι σάρκα (σαρκικό), ἐνῷ τὸ γεννημένο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα εἶναι πνεῦμα (πνευ- ματικό).

7 Μήν ἀπορήσῃς, διότι σοῦ εἶπα, ”εἶναι ἀνάγκη ἑσεῖς νά γεννηθήτε πάλι”. 437 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 3,8-25

8 Ὁ άνεμος ὅπου Θέλει πνέει, καὶ ἀκούεις τὸν ἦχο του, ἀλλὰ δὲν ξέρεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ πσῦ πηγαίνει. Ἔτσι συμβαίνει μὲ καθένα, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα».

9 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Νικόδημος· «Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ γίνσυν αύτάῖ».

10 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· «Σὺ εἶσαι ὸ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ δὲν γνωρίζεις αύτά,

11 ΆληΘινὰ ἀληθινὰ σοῦ λέγω, ὅτι διδάσκσυμε έκεῖνο, τὸ ὸπσῖο γνωρίζου- με, καὶ μαρτυροῦμε ἐκεῖνο, τὸ ὸποῖσ εἴδαμε, ἀλλὰ τὴ μαρτυρία μας δὲν δέχεσθε.

12 Ἂν σᾶς εἶπα τὰ ἐπίγεια καὶ δὲν πιστεύετε, πῶς θὰ πιστεύσετε, ἂν σᾶς πῶ τὰ ἐπουράνια,

13 Καὶ (γιὰ νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ σᾶς πῇ τὰ ἐπουράνια) κανεὶς δὲν άνέβηκε στὸν ούρανό, παρὰ ἐκεῖνος, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν ούρανό, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος (συγχρόνως) εἶναι στὸν ούρανό.

14 ’Ὀπως δὲ ὁ Μωυσῆς στὴν ἔρημο ύψωσε τὸν όφι, ἔτσι καὶὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νὰ ὺψωθῇ,

15 ὥστε καθένας, ποὺ πιστεύει σ’ αύτόν, νὰ μὴ πεΘάνῃ (πνευματικά), ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνια.

16 Ναίί Τόσο άγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε τὸν Υἱό του τὸν μονογενῆ ἔδωσε γιὰ Θυσία, ὥστε καθένας, που πιστεύει σ’ αύτόν, νὰ μὴ πεθάνῃ (πνευματικά), ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνια.

17 Ναίί Δὲν ἀπέστειλε ὁ Θεὸς τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νά τιμωρήσῃ τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

18 ιὈποισς πιστεύει σ’ αύτόν, δὲν τιμωρεῖται, ἐνῷ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν πιστεύει, ἤδη ἔχει τιμωρηΘῆ, διότι δὲν ἔχει πιστεύσει στὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τσῦ Θεοῦ.

19 Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ τι- μωρία, ὅτι δηλαδὴ τὸ φώς ἔχει ἔλθει στὸν κόσμο, ἀλλ οἱ άνθρω- ποι άγάπησαν τὸ σκότος παρὰ τὸ φῶς, διότι τὰ ἔργα τους ἦταν πονηρά

20 Καθένας δέ, ποὺ πράττει τὰ φαῦλα, μισεῖ τὸ φῶς, καὶ δὲν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, γιὰ νὰ μὴ φανερωθοῦν τὰ ἔργα του.

21 Άντιθὲτως ἐκεῖνος, ποὺ κάνει τὸ καλό, ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ ἔργα του, ὅτι ἔχουν γίνει συμφώνως πρὸς τὸ Θέλημα τού Θεοῦ»,

Ὸ Χριστὸς νυμφίος, ὁ βαπτιστὴς Ἰωάννης φίλος τοῦ νυμφίου

22 Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταί του στήν ὕπαιθρο τῆς Ἰουδαίας, καὶ ἔμενε ἐκεῖ μαζί τους καὶ βάπτιζε.

23 Βάπτιζε δὲ καὶ ὁ Ιωάννης στὴν Αἰνὼν πλησίον τοῦ Σαλείμ, διότι εκεῖ ἦταν πολλὰ νερά, καὶ ε’ρχονταν καὶ βαπτίζονταν.

24 Ἀς ση- μειωθῂ, ὅτι ὁ Ιωάννης δὲν εἶχε ἀκόμη ριφθῆ στὴ φυλακή.

25 ’Έγινε δὲ συζήτησι μεταξὺ μαθητῶν του Ἰωάννου και κάποιου Ἰουδαίου γιὰ τὸν καθαρισμό. 439 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 3,26 - 4,8

26 Καὶ ἦλθαν στὸν Ἰωάννη καὶτοῦ εἶπαν· «Διδάσκαλεί Αὐτός, ποὺ ἦταν μαζί σου πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, γιὰ τὸν ὁποῖο σὺ ἔδω- σες μαρτυρία, κοίταξε, αὐτὸς τώρα βαπτίζει καὶ ὅλοι πηγαίνουν πρὸς αὐτόν».

27 Εἶπε τότε ὁ Ἰωάννης· «Δὲν δύναται ὁ ἄνθρωπος νὰ λαμβάνῃ τίποτε, ἐὰν δὲν τοῦ έχῃ δοθῆ ἀπ’ τὸ Θεό.

28 Σεῖς οὶ ’ίδιοι βεβαιώνετε γιὰ μένα, ὅτι εἶπα ”Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Χριστός (ὸ Μεσσίας), ἀλλ’ ἁπλῶς εἶμαι ἀπεσταλμένος πρὶν ἀπὸ ἐκεῖνον”.

29 Ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὴ νύμφη, εἶναι νυμφίος. Ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ὁποῖος παραστέκεται καὶ τὸν ἀκούει, πολὺ χαίρει γιὰ τή φωνὴ τοῦ νυμφίου. Αὐτὴ δὲ ἡ χαρά μου ἔχει ὸλοκληρωθῆ.

30 Ἐκεῖνος εἶναι πρέπον να αῦξάνῃ, ἐγὼ δὲ νὰ ἐλαττώνωμαι».

«Ὀ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν»

31 «Ὁ ἐρχόμενος ἀπὸ τὸν οῦρανὸ εἶναι άνώτερος ὅλων. Ὸ προερχόμενος ἀπὸ τὴ γῆ εἶναι γήινος, καὶ ὡς γήινος ὸμιλεῖ. Ὸ ἐρχόμενος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ εἶναι άνώτερος ὅλων,

32 καὶ αὐτὸ ποὺ εἶδε καὶ ἅκουσε, αὐτὸ μαρτυρεῖ, ἀλλὰ τὴ μαρτυρία του δὲν δέχεται κανείς.

33 Ὅποιος δέχθηκε τὴ μαρτυρία του πα- ραδέχθηκε, ὅτι ὁ Θεὸς λέγει τὴν ἀλήθεια.

34 Διότι ἐκεῖνος, τὸν ὸποῖον ἀπέστειλεν ὁ Θεός, κηρύττει τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Δὲν δίνει δὲ μὲ μέτρο ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα (στὸν Υἱό).

35 Ὁ Πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν Υίὸ καὶ έδωσε στὸ χέρι του τὰ πάντα,

36 ’Ὀποιος πιστεύει στὸν Υἱό, ἔχει ζωὴ αίώνια. ΆντιΘέτως ἐκεῖνος, ποὺ άπιστεῖ στὸν Υἱό, δὲν θὰ ἰδῇ ζωή, ἀλλ’ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ μένει ἐπάνω του».

Κεφάλαιο 4

Ὸ Ἰησοῦς στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ

Ὅταν δὲ ἔμαθε ὁ Κύριος, ὅτι ἄκουσαν οἱ Φαρισαῖοι, ὅτι ὁ Ἰησοῦς άποκτᾷ καὶ βαπτίζει περισσοτέρους μαθητὰς παρὰ ὸ Ἰωάννης,

2 -ἂν καὶ δὲν βάπτιζε ὁ ’ίδιος ὁ Ἰησοῦς, ἀλλ’ σί μα- Θηταί του-,

3 ἄφησε τὴν Ἰουδαία καὶ άναχώρησε πάλι γιὰ τή Γαλιλαία.

4 Ἐπρόκειτο δὲ νὰ περάσῃ διὰ μέσου τῆς Σαμαρείας.

5 Ἔτσι φθάνει σὲ μιὸι πόλι τῆς Σαμαρείας ὀνομαζομένη Συχάρ, ποὺ ἦταν πλησίον τοῦ άγροκτήματος, ποὺ ἔδωσε ὁ Ἰακὼβ στὸν υἱό του Ἰωσήφ.

6 Ἦταν δὲ ἐκεῖ ἕνα πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ. Ὁ δὲ Ἰησοῦς, κουρασμένος ἀπ’ τὴν ὁδοιπορία, κάθησε ὅπως ἦταν, ἁπλά, κοντὰ στὸ πηγάδι. Ἧταν ὥρα δώδεκα περίπου τὸ μεσημέρι.

Ὸ Ἰησοῦς διαλέγεται μὲ τὴ Σαμαρείτιδα γιὰ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν

7 Ἔρχεται κάποια γυναῖκα Σαμαρεῖτις γιὰ ν’ άντλήσῃ νερό. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δός μου νὰ πιῶ».

8 Ἂς σημειωθῇ, ὅτι οἱ μαθηταί του εἶχαν πάει στὴν πόλι, γιὰ ν’ ἁγοράσουν τρόφιμα. 441 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ Ν ΛΤΒ-24

9 Τοῦ λέγει δὲ ἡ γυναῖκα ἡ Σαμαρεῖτις· «Πῶς οὐ, ἐνῷ εἶσαι Ἰουδαῖος, ζητεῖς νὰ πιῇς ἀπὸ μένα, ἡ ὁποία εἶμαι γυναῖκα Σαμα- ρεῖτις». Ἂς σημειωθῇ, ὅτι οἱ Ιουδαῖοι δὲν” εχουν σχέσεις μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες.

10 Άποκρίθηκε ο Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπε «Ἂν ἤξερες τή δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ποιός εἶναι αὐτὸς, ὁ“ οποῖος σοῦ λέγει,’ ’Δός μου νὰ πιῶ’, σὺ θὰ ζητοῦσες ἀπ αὐτόν, καὶ θὰ σοῦ ἔδινε νερὸ ζωντανό».

11 Τοῦ λέγει ἡ γυναῖκα· «Κύριε, οὔτε δοχεῖο ἐ’χεις γιὰ ν’ ἁντλήσῃς, καὶτὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν ἔχεις τὸ νερὸ τὸ ζωντανό,

12 Μήπως σὺ εἶσαι ἁνώτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὸν Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος ἔδωσε σ’ έμᾶς τὸ πηγάδι, καὶ αὐτὸς ἀπ’ αὐτὸ έπιε καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ζῷα τουῖ».

13 Άποκρίθηκε ὸ Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπε· «Καθένας, ποὺ πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτό, Θὰ διψάσῃ πάλι.

14 Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ θὰ πιῇ ἀπὸ τὸ νερὸ, ποὺ Θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ διψάσῃ ποτέ, μάλιστα τὸ νερό, ποὺ Θὰ τοῦ δώσω, θὰ γίνῃ μέσα του πηγὴ νεροῦ, ποὺ θ’ ἀναπηδᾷ γιὰ νὰ παρέχῃ ζωὴ αἰώνια».

15 Τοῦ λέγει ἡ γυναῖκα· «Κύριε, δός μου αὐτὸ τὸ νερό, γιὰ νὰ μὴ διψῶ, μήτε νὰ έρχωμαι έδῶ νὰ ἁντλῶ».

Ὸ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει μυστικὰ τῆς Σαμαρείτιδος

16 Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Πήγαινε φώναξε τὸν ἄνδρα σου καὶ ἔλα έδῶ».

17 Εἶπε τότε ἡ γυναῖκα· «Δὲν ἔχω ἄνδρα». Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Καλὰ εἶπες, ”Δὲν ἔχω ἄνδρα”.

18 Διότι πῆρες πέντε ἅνδρες, καὶ αὐτός, ποὺ ἔχεις τώρα, δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Σ’ αὐτὸ εἶπες ἀλήθεια».

«Πνεῦμα ὁ Θεός... καὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν»

19 Τοῦ λέγει ἡ γυναῖκα· «Κύριε, βλέπω, ὅτι σὺ εἶσαι προφήτης.

20 Οἱ πατέρες μας λάτρευσαν τὸ Θεὸ σ’ αὐτὸ τὸ ὅρος, ἐνῷ σεῖς λέγετε, ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νὰ γίνε- ται ἡ λατρεία».

21 Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Γυναῖκα, πίστευσέ με, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ποὺ οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ ὅρος, οὔτε οτὰ Ἱεροσόλυ- μα θὰ λατρεύετε τὸν Πατέρα.

22 Σεῖς (οἱ Σαμαρεῖτες) λατρεύετε αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρετε, ἐμεῖς (οί Ἰουδαῖοι) λατρεύουμε αὐτὸ ποὺ ξέρουμε, γι’ αὐτὸ ἡ σωτηρία προέρχεται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους.

23 Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ ἤδη ἦλθε, ὁπότε οἱ ἀληθινοὶ λάτρες Θὰ λατρεύουν τὸν Πατέρα πνευματικὰ καὶ ἀληθινὰ. Ἄλλωστε ὁ Πατέρας ἔτσι Θέλει νὰ εἶναι οἱ λατρες του.

24 Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν λατρεύουν, πρέπει νὰ τὸν λα- τρεύουν πνευματικὰ καὶ ἀληθινὰ». 443 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 4,25-42

25 Τοῦ λέγει ἡ γυναῖκα· «Γνωρίζω, ὅτι έρχεται ὁ Μεσσίας, - ποὺ μεταφράζεται Χριστός·ω ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, Θὸι μᾶς τὰ είπῇ ὅλα».

26 Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ εἶμαι (ὸ Μεσσίας), ὁ ὁποῖος ὁμιλῶ μαζί σου».

Ἠ Σαμαρεῖτις ἁρχίζει ἱεραποστολικὸ ἔργο

27 Αὺτή δὲ τὴ στιγμὴ ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ ἐξεπλάγη- σαν, διότι μιλοῦσε μὲ γυναῖκα. Κανεὶς ὅμως δὲν εἶπε, «Τί Θέλεις» ἢ «Γιατί ὁμιλεῖς μαζί τηςῖ».

28 Ἅφησε τότε τὴ στάμνοι της ἡ γυ- ναῖκα καὶ πῆγε στὴν πόλι καὶ λέγει στοὺς ἀνθρώπους·

29 «Ἐλᾶτε νὰ ίδῆτε ἕνα άνθρωπο, ποὺ μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα έκανα. Μήπως αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας);».

30 Βγῆκαν τότε ἀπὸ τὴν πόλι καὶ ἔρχονταν πρὸς αὐτόν.

«Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ’ίνα ποιῶ τὸ Θέλημα τοῦ πέμψαντός με»

31 Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ οἱ μαθηταὶ τὸν παρακαλοῦσαν λέγο- ντας· «Διδάσκαλε, φάγε».

32 Ἀλλ’ αὐτὸς τοὺς εἶπε· «Ἐγὼ έχω φαγητὸ νὰ φάγω, τὸ ὸποῖο σείς δὲν ξέρετε».

33 Οἱ δὲ μαθηταὶ έλεγαν μεταξύ τους· «Μήπως τοῦ ἔφερε κανεὶς νὰ φάγῃ;».

34 Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δικό μου φαγητὸ εἶναι νὰ κάνω τὸ Θέλημα ἐκείνου ποὺ μὲ ἔστειλε, καὶ νὰ τελειώσω τὸ έργο του.

35 Ἑσεῖς δὲν λέγετε, ὅτι τέσσερες μῆνες ὑπολείπονται ἀκόμη καὶ ὁ θε- ρισμὸς φθάνει, Ἰδοὺ λέγω σ’ ἑσᾶς, σηκώσετε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξετε τὰ χωράφια, ὅτι ἤδη εἶναι λευκὰ γιὰ Θερισμό.

36 Καὶ ὁ Θεριστής λαμβάνει μισΘό, καὶ συνάζει καρπὸ γιὰ ζωὴ αἰώνια, ὥστε καὶὸ σπσρεὺς καὶὸ Θεριστής νὰ χαίρουν μαζί.

37 Ἔδῶ δὲ έφαρμόζεται ἡ άληΘινή παροιμία, ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ σπορεὺς καὶ ἄλλος ὁ Θεριστής.

38 Ἐγὼ σᾶς άπέστειλα νὰ Θερίζετε έκεῖνο, γιὰ τὸ ὁπσῖο σεῖς δὲν κοπιάσατε. ’Άλλοι κοπίασαν, καὶ σεῖς δρέπετε τὸν καρπὸ τοῦ κόπου τους».

Πίστι καὶ ὁμολογία πολλῶν Σαμαρειτῶν

39 Ἀπὸ τὴν πόλι δὲ ἐκείνη πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαμαρεῖτες πίστευσαν σ’ αὺτὸν ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία βεβαίωνε- «Μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα έκανα».

40 Ὅταν δὲ οἱ Σαμαρεῖτες ἦλθαν πρὸς αὐτόν, τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνῃ μαζί τους. Καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δύο ἡμέρες.

41 Καὶ πολὺ περισσότεροι πίστευσαν ἀπὸ τὸ λόγο του,

42 καὶ στὴ γυναῖκα έλεγανὁ «Ἡ πίστι μας δὲν στηρίζεται πλέον στὰ δικά σου λόγια. Διότι ἐμεῖς οἱ ’ίδιοι ἔχουμε ἀκούσει καὶ πεισθῆ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας)».

445 ΚΑΤΑ ΙΟΑΝΝΗΝ 4,43 - 5,4

«Προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιμὴν οὐκ ἔχει»

43 Μετὰ δὲ ἀπὸ τὶς δύο ἠμέρες άναχῶρησε ἀπ’ ἐκεῖ (ὁ Ἰη- σοῦς) καὶ πῆγε στὴ Γαλιλαία.

44 Ἀλλ’ ὁ ’ίδιος ὁ Ἰησοῦς βεβαίω- σε, ὅτι προφήτης στὴν πατρίδα του δὲν τιμᾶται.

45 Ἀλλ’ ὅταν ἔφθασε οτή Γαλιλαία (στήν ἁρχὴ δηλαδὴ τῆς ἐπισκέψεώς του), τὸν δέχθηκαν οἱ Γαλιλαῖοι, έπειδή εἶχαν ίδεῖ ὅλα, ὅσα ἔκανε στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ἑορτή. Διὸτι καὶ αὐτοὶ πήγαν στὴν ἑορτή.

Ἡ θεραπεία τοῦ υἱοῦ ἑνὸς αὐλικοῦ

46 Ἦλθε δέ πάλι ὁ Ἰησοῦς στὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου μετέβαλε τὸ νερὸ σὲ κρασί. Καὶ ἦταν κάποιος αὐλικὸς, τοῦ ὁποίου ὸ υίὸς ἦταν άσθενής στὴν Καπερναούμ.

47 Αὐτὸς, ὅταν άκου- σε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴ Γαλιλαία, πῆγε σ’ αὐτὸν καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ κατεβῂ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὸν υίὸ του, διότι κινδύνευε νὰ πεθάνῃ.

48 Τοῦ εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν δὲν ἰδῆτε σημεῖα καὶ καταπληκτικά θαύματα, δὲν θὰ πιστεύσε- τε».

49 Τοῦ λέγει ὁ αὐλικὸς· «Κύριε, κατέβα προτοῦ πεθάνῃ τὸ παιδάκι μου».

50 Ὁ Ἰησοῦς τότε τοῦ λέγει· «Πήγαινε- ὁ υἱὸς σου εἶναι καλά». Καὶ πίστευσε ὁ ἄνθρωπος στὸ λὸγο, ποὺ τοῦ εἶπε ὸ Ἰησοῦς, καὶ ἔφυγε.

51Ἐνῷ δὲ αὐτὸς βρισκὸταν άκὸμη οτὸ δρὸμο κατεβαίνοντας, τὸν συνάντησαν οἱ δοῦλοι του καὶτοῦ ἀνήγγει- λαν· «Τὸ παιδί σου εἶναι καλά».

52 Τοὺς ρώτησε τὸτε νὰ πληρο- φορηθῇ τὴν ὥρα, πού πῆρε μεταβολὴ πρὸς τὸ καλλίτερο. Καὶ τοῦ εἶπαν- «Χθὲς ὥρα μία τὸ μεσημέρι τὸν ἄφησε ὁ πυρετὸς».

53 Κατάλαβε τὸτε ὁ πατέρας, ὅτι αὐτὸ συνέβη έκείνη τὴν ὥρα, πού ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Ό υἱὸς σου εἶναι καλά». Καὶ πίστευσε αὐτὸς καὶ ὅλο τὸ σπίτι του.

54 Αὐτὸ πάλι ὥς δεύτερο σημεῖο (θαῦμα) ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἦλθε ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴ Γαλιλαία.

Κεφάλαιο 5

Βηθεσδά, ἡ Θαυματουργὸς δεξαμενή

5 Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ ἦταν ἡ έορτή τῶν Ἰουδαίων, καὶ άνέβηκε ὁ Ἰη- σοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα.

2 Ὑπάρχει δὲ στὰ Ἰεροσόλυμα πλησίον τῆς προβατικῆς πύλης δεξαμενή μὲ πέντε στοές, ἡ ὁποία στὰ ἑβραϊκὰ (ἀκριβέστερα στὰ άραμαϊκὰ) ἐπονομάζεται Βηθεσδά.

3 Σ’ αὐτὲς (τὶς στοὲς) ἦταν κάτω ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀπὸ τοὺς άσθενεῖς, τυφλούς, κουτσούς, παραλύτους, πού περίμεναν τήν κίνησι τοῦ ὕδατος.

4 Διὸτι ἅγγῦιος κατὰ διαστήματα κατέβαινε στή δεξαμενή, καὶ ταρασσὸταν τὸ νερὸ. Ἐκεῖνος δέ, πού ἔμπαι- νε σ’ αὐτὴ πρῶτος μετὰ τὴν ταραχὴ τοῦ νεροῦ, γινὸταν ὐγιὴς ἀπ’ ὸποιοδήποτε νὸσημα καὶ ἂν κατεχὸταν.

447 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 5,5-20

Ὀ Ἰησοῦς θεραπεύει παράλυτο ἐπὶ τριανταοκτὼ ἔτη

5 Ἣταν δὲ ἐκεῖ κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ ἦταν ἀσθενής τριανταοκτὼ ἐτη.

6 Βλέποντας αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς κατάκοιτο, καὶ γνωρίζοντας, ὅτι γιὰ πολὺ ήδη χρόνο ἦταν σ’ αὐτή τὴν κατάστασι, τοῦ λέγει· «Θέλεις νὰ γίνῃς ὺγιήςς».

7 Τοῦ ἁποκρίθηκε ό ἀσθενής· «Κύριε, δὲν έχω ἆνΘρωπο γιὰ νὰ μὲ κατεβάσῃ στή δεξαμενή, όταν τὸ νερὸ ταραχθῇ. Ἔτσι, ἐνῷ προσπαθῶ νὰ κα- τεβῶ ἐγώ, προλαμβάνει καὶ κατεβαίνει ἄλλος».

8 Τοῦ λ’ωει ό Ἰησοῦς· «Σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ περιπάτει».

9 Καὶ ἁμέσως ἐγινε ὑγιής ὁ ἄνθρωπος, πῆρε τὸ κρεββὰτι του καὶ περιπατοῦσε. Ἣταν δέ Σάββατο ἐκείνη τὴν ἡμέρα.

Ὰπαγορεῦεται ἡ ἄρσι κρεββατιοῦ τὸ Σάββατοί

10 Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι έλεγαν στὸν Θεραπευμένο· «Εἰναι Σάββατο. Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ σηκώσῃς τὸ κρεββάτι».

11 Τοὺς εἶπε· «Ἐκεῖνος, ποὺ μὲ ἐκανε ὺγιῆ, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε, ”Πάρε τὸ κρεββόιτι σου καὶ περιπάτει”».

12 Τὸν ρώτησαν τότε· «Ποιός εἶναι ὸ ἄνθρωπος ποὺ σοῦ εἶπε, ”Πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ περιπάτει”;».

13 Ἀλλ’ ὁ θεραπευμένος δὲν ήξερε ποιός εἶναι, διότι ὁ Ἰησοῦς διέφυγε ἀπαρατήρητος λόγῳ τοῦ πλήθους, ποὺ ἦταν ἐκεῖ.

14 Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς τὸν βρῆκε στὸ ναὸ καὶ τοῦ εἶπε· «Κοίταξε, έγινες καλά. Νὰ μὴν ἁμαρτάνῃς πλέον, γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβῇ τίποτε χειρότερο».

15 Πῆγε ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε οτοὺς Ἰουδαίους, ὅτι αὑτός, ποὺ τὸν έκανε ὑγιῆ, εἶναι ὁ Ἰησοῦς.

Ἐπικρίσεις κατὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀπαντήσεις τοῦ Ἰησοῦ

16 Τι’ αὐτὸ δὲ οἱ Ἰουδαῖοι καταδίωκαν τὸν Ἰησοῦ καὶ ζη- τοῦσαν νὰ τὸν Θανατώσουν, διότι ἔκανε αὐτὰ τὰ ἔργα τὸ Σάββατο.

17 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Ὸ Πατέρας μου ἐως τώρα ἐργάζεται, καὶ ἐγὼ ἐπίσης ἐργάζομαι».

18 Ἀλλὰ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰου- δαῖοι ζητοῦσαν περισσότερο νὰ τὸν θανατώσουν, διότι, ὅχι μόνο καταργοῦσε (δῆθεν) τὸ Σάββατο, ἀλλὰ καὶ έλεγε ἰδικό του Πατέρα τὸ Θεό, κάνοντας τὸν έαυτό του ίσο μὲ τὸ Θεό.

19 Άπαντώντας δὲ στὶς ἐπικρίσεις ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Άλη- θινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν δύναται ὁ Υἱὸς νὰ κάνῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τίποτε, ἐὰν δὲν βλέπῃ τὸν Πατέρα νὰ κάνῃ. Ἀλλ’ αὐτὰ, ποὺ κάνει ἐκεῖνος, αὐτὰ ἐπίσης κάνει καὶ ὁ Υἱός.

20 Διότι ὁ Πατέρας ἀγαπᾷ τὸν Υἱὸ καὶ τοῦ δείχνει ὅλα, ὅσα αὐτὸς κάνει, καὶ θὰ τοῦ δείξῃ έργα μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτά, γιὰ νὰ έκπλήττεσθε ἐσεῖς».

449 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝ ΝΗΝ 52136

Ὸ Υἱὸς νεκρεγέρτης πνευματικῶς καὶ σωματικῶς, καὶ κριτής

21 «Ὅπως δὲ ὁ Πατέρας ἁνασταίνει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωο- ποιεῖ, ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς ἐκείνους, ποὺ θέλει, ζωοποιεῖ.

22 Ἐπίσης ὁ Πατέρας δὲν κρίνει κανένα, ἀλλ’ ὅλη τὴν κρίσι ἔχει δώσει στὸν Υἱό,

23 γιὰ νὰ τιμοῦν ὅλοι τὸν Υἱό, καθὼς τιμσῦν τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνος, ποὺ δὲν τιμᾷ τὸν Υὶό, δὲν τιμᾷ τὸν Πατέρα ποὺ τὸν ἔστειλε,

24 Ἀληθινά ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀκούει τὸ λόγο μου καὶ πιστεύει σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἔστειλε, έχει ζωή αἰώνια, καὶ δὲν θά περάσῃ ἀπὸ κρίσι, ἀλλ’ ἔχει μεταβῆ ἀπὸ τὸ θάνατο στή ζωή.

25 Άληθινά ἀληθινὰ σᾶς λ’ῳω, ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ τώρα εἶναι, ὁπότε οἱ νεκροὶ (πνευματικὰ) θ’ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ αύτοί, ποὺ θά ὺπακούσσυν, θ’ ἀναστη- θοῦν (πνευματικά).

26 Διότι, ὅπως ὁ Πατέρας ἔχει ζωὴ μέσα του, έτσι καὶ στὸν Υἱὸ ἔδωσε νὰ έχῃ ζωὴ μέσα του (καὶ νὰ μεταδίδῃ στούς πιστούς).

27 Ἐπίσης τοῦ έδωσε ἐξουσία καὶ νὰ δικάζῃ, διότι εἶναι Υἱὸς ἀνθρώπου (Μεσσίας).

28 Μήν έκπλήττεσθε γι’ αύτό. Ὸπωσδήποτε ἔρχεται ὥρα, ποὺ ὅλοι, ὅσοι θά βρίσκωνται στά μνήματα, θ’ ἀκούσσυν τὴ φωνή του,

29 καὶ θά βγοῦν ἀπὸ τά μνήματα μὲ ἀνάστασι γιὰ ζωή ὅσοι ἔπραξαν τὰ ἀγαθά, καὶ μὲ ἀνάστασι γιὰ καταδίκη ὅσοι ἔπραξαν τὰ φαῦλα.

30 Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πράττω τίποτε ἀφ’ ἑαυτοῦ. Καθὼς ἀκούω (ἀπὸ τὸν Πατέρα) κρίνω, καὶ ἔτσι ἡ δική μου κρίσι εἶναι δικαία (όρθή, ἀληθής), ἀφσῦ (μὲ τὸ νὰ μὴ πράττω καὶ νὰ μὴ κρίνω ἀφ’ ἑαυ- τοῦ) δὲν ζητῶ τὴ δική μου δόξα, ἀλλὰ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε».

Μαρτυρίες γιὰ τὸν Ἰησοῦ

31 «Ἐὰν ἐγὼ (ὼς ἄνθρωπος) δίνω μαρτυρία γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἡ μαρτυρία μου δὲν ἰσχύει (ὼς αύτομαρτυρία ἀνθρώπου δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν).

32 Εἶναι ἀλλος, ποὺ μαρτυρεῖ γιά μένα. Καὶ έχω τὴ συνείδησι, ὅτι ἡ μαρτυρία, τὴν ὁποία δίνει γιὰ μένα, εἶναι ἀληθής.

33 Σεῖς στείλατε ἀπεσταλμένους στὸν Ἰωάννη καὶ ἔδωσε μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια.

34 Ἐγὼ ὅμως δὲν λαμβάνω τὴ μαρτυρία ἀπὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ λέγω αύτά, γιὰ νά σωθῆτε σεῖς.

35 Ἐκεῖνος ἦταν ὁ λύχνος, ποῦ ἔκαιε καὶ φώτιζε. Καὶ σεῖς θελήσατε γιὰ λίγο νὰ χαρῆτε στὸ φῶς του.

36 Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω μαρτυρία μεγαλύτερη ἀπὸ τοῦ Ἰωάννου. Διότι τὰ ἔργα, ποὺ μοῦ ἀνέθεσε ὁ Πατέρας νὰ ἐκτελέσω, αὐτὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ κάνω, μαρτυροῦν γιὰ μένα, ὅτι μὲ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας. 451 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 537 - 6,10

37 Ἐπίσης ὁ Πατέρας, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε, ὁ ἰ’διος έδωσε μαρτυρία γιὰ μένα. Ούτε φωνή του ἀκούσατε ποτέ, οὔτε μορφή του είδατε.

38 Ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος του δὲν κατοικεῖ μέσα σας. Γι’ αύτὸ σ’ αύτόν, ποὺ ἀπέστειλε ἐκεῖνος, σεῖς δὲν πιστεύετε.

39 Ἐρευνᾶτε τὶς Γραφές, διότι σεῖς νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτῶν θά ἕχετε ζωὴ αἰώνια. Καὶ ἑκεῖνες δὲ εἶναι, ποὺ μαρτυροῦν γιὰ μένα,

40 ἀλλὰ δὲν Θέλετε νὰ ἔλθετε σὲ μένα γιὰ νὰ ἔχετε ζωή.

41 Δόξα ἀπὸ ἀνθρώπους δὲν χρειάζομαι νὰ λάβω.

42 Ἀλλὰ σᾶς ἕχω κα- ταλάβει, ὅτι δὲν ἕχετε μέσα σας τὴ θεία ἀγάπη,

43 Ἐγὼ ἦλθα ἐξ όνόματος τοῦ Πατέρα μου, καὶ ὅμως δὲν μὲ δέχεσθε. Ὅταν ἄλλος ἕλθῃ ἐξ ὀνόματος τοῦ ἑαυτοῦ του (έννοεῖ τὸν Άντίχριοτο), ἐκεῖνον θά τὸν δεχθῆτε».

Κατήγορος τῶν Ἰουδαίων ὁ Μωυσῆς

44 «Πῶς δύνασθε σεῖς νὰ πιστεύσετε, ἀφοῦ ἐπιδιώκετε νά λαμβάνετε δόξα ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἐνῷ τὴ δόξα, ποὺ προέρχε- ται ἀπὸ τὸ μόνο Θεό, δὲν ζητεῖτε

45 Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ θὰ σᾶς κατηγορήσω στὸν Πατέρα. Κατήγορός σας εἶναι ὁ Μωυσῆς, στὸν ὁποῖο σεῖς οτηρίζεσθε.

46 Διότι, ἂν (ἀληθινὰ) πιστεύατε οτὸ Μωυσῆ, θά πιοτεύατε σὲ μένα. Διότι γιὰ μένα ἐκεῖνος ἕγρα- ψε.

47 Ἀλλ’ ἀφού δὲν πιστεύετε (ἀληθινὰ) σ’ αύτά, ποὺ ἐκεῖνος ἕγραψε, πῶς θὰ πιστεύσετε οτά δικά μου λόγιαῖ».

Κεφάλαιο 6

Τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν

Μετὰ ἀπ’ αύτά ὁ Ἰησοῦς ἕφυγε καὶ πήγε οτὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας, τῆς Τιβεριάδος.

2 Καὶ τὸν ἀκολου- θοῦσε λαὸς πολύς, διότι ἕβλεπαν τὰ θαύματά του, ποὺ ἔκανε στοὺς ἀσθενεῖς.

3 Άνέβηκε δέ ὁ Ἰησοῦς στὸ ὅρος καὶ ἐκεῖ καθόταν μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του.

4 Πλησίαζε δὲτὸ Πάσχα, ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων.

5 Σήκωσε δέ ὁ Ἰησοῦς τὰ μάτια, καὶ ὅταν εἶδε, ὅτι πολὺς λαὸς ἕρχεται πρὸς αύτόν, λέγει οτὸ Φίλιππο· «Ἀπὸ ποῦ θά ἀγοράσωμε ψωμιά, γιὰ νὰ φάγουν αύτοίῖ».

6 Ἔλεγε δὲ τοῦτο δοκιμάζοντας αύτόν. Διότι αύτὸς ἤξερε τί έπρόκειτο νὰ κάνῃ.

7 Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Φίλιππος· «Διακοσίων δηναρίων ψωμιά δὲν ἀρκοῦν σ’ αὐτούς, γιὰ νὰ λάβῃ ὁ καθένας ἕνα κομματάκι».

8 Τοῦ λέγει ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς τοῦ Σίμωνος Πέτρου·

9 «Ὺπάρχει ὲδῶ ἕνας νέος, ποὺ ἕχει πέντε κρίθινα ψωμιά καὶ δύο ψάρια. Ἀλλὰ τί εἶναι αύτὰ γιὰ τόσο πολλούςῖ».

10 Εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Βάλετε τοὺς ἀνθρώπους νὰ καθήσουν κάτω». Ἦταν δὲ στὸν τόπο πολὺ χορτάρι. Οἱ δὲ ἀνδρες, οἱ ὸποῖοι κάθησαν κάτω, ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες. 453 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 6,11-25

11 Τότε ὁ Ἰησοῦς πῆρε τὰ ψωμιά, καί, ἀφοῦ ἔκανε εὐχα- ριστήρια προσευχή, διαμοίρασε στοὺς μαθητάς, καὶ οἱ μαθη- ταὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ κάΘονταν κάτω. Ὁμοίως καὶ ἀπὸ τὰ ψάρια ὅσο ἤθελαν.

12 Καὶ ἀφοῦ χόρτασαν, λέγει στοὺς μαθητάς του- «Μαζέψετε τὰ κομμάτια, ποὺ περίσσεψαν, γιὰ νὰ μὴ χαθῇ τίπο- τε».

13 Μάζεψαν τότε καὶ γέμισαν δώδεκα κοφίνια μὲ κομμάτια ἀπὸ τὰ πέντε κρίθινα ψωμιά, ποὺ περίσσεψαν σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν φάγει.

14 Οἱ δὲ ἄνθρωποι, ὅταν εἶδαν τὸ θαῦμα, ποὺ έκα- νε ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγαν- «Αὐτὸς εἶναι πραγματικῶς ὁ προφήτης, ποὺ ἔμελλε νὰ ἔλθῃ στὸν κόσμο».

15 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ἀντιληφθεὶς ὅτι πρόκειται νὰ έλθουν καὶ νὰ τὸν ἁρπάξουν γιὰ νὰ τὸν κάνουν βασιλέα, ἀναχώρησε πάλι γιὰ τὸ ὅρος αὐτὸς μόνος.

Ὁ Ἰησοῦς περιπατεῖ πάνω στὴ λίμνη

16 Άργά δὲ τὸ άπόγευμα οἱ μαθηταί του κατέβηκαν οτή λίμνη,

17 καὶ μπήκαν στὸ πλοῖο καὶ πήγαιναν πρὸς τὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης στὴν Καπερναούμ. Καὶ εἶχε πλέον σκοτεινιάσει, καὶ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἔλθει σ’ αὐτούς,

18 καὶ ἡ λίμνη, ἐπειδὴ φυσοῦσε ἰσχυρὸς ἄνεμος, φούσκωνε καὶ ὺψωνόταν.

19 Ἀφοῦ δὲ εἶχαν προχωρήσει εἰκοσιπέντε ἢ τριάντα περίπου στάδια, βλέπουν τὸν Ἰησοῦ νὰ περιπατῇ πάνω οτή λίμνη καὶ νὰ πλη- σιάζῃ οτὸ πλοῖο, καὶ φοβήθηκαν.

20 Αὐτὸς δὲ τοὺς λέγει· «Ἐγὼ εἶμαι. Μή φοβεῖσθεί».

21 Ἤθελαν τότε νὰ τὸν πάρουν οτὸ πλοῖο (καὶ τὸν πήραν), καὶ ἀμέσως τὸ πλοῖο έφθασε στὴν ξηρά, ὅπου πηγαιναν.

«Ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν μένουσαν...»

22 Τήν ἑπομένη ἡμέρα ὁ λαός, ποὺ ἦταν στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, εἶδε, ὅτι ἄλλο πλοιάριο δὲν ἦταν ἐκεῖ, παρὰ ἕνα, έκεῖνο, οτὸ ὁποῖο εἶχαν μπεῖ οἱ μαθηταί του, καὶ ὅτι δὲν εἶχε μπεῖ μαζί μὲ τοὺς μαθητάς του ὁ Ἰησοῦς στὸ πλοιάριο, ἀλλ’ οἱ μαθη- ταί του εἶχαν ἀναχωρήσει μόνοι.

23 Ἅλλα δὲ πλοιάρια ἦλθαν ἀπὸ τὴν Τιβεριάδα κοντὰ στὸν τόπο, ὅπου ἔφαγαν τὸν άρτο κατόπιν προσευχῆς τοῦ Κυρίου.

24 Ὅταν λοιπὸν ὁ λαὸς εἶδε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι έκεῖ, οὔτε οἱ μαθηταί του, αὐτοὶ μπῆκαν στὰ πλοιάρια καὶ πῆγαν στὴν Καπερναοὺμ ζητώντας τὸν Ἰησοῦ.

25 Καὶ ὅταν τὸν βρήκαν οτὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, τοῦ εἶπαν- «Διδάσκαλε, πότε έφθασες έδῶῖ». 455 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 6,26-42

26 Τοὺς ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς λέγοντας· «ΆληΘινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, μὲ ζητεῖτε, ὄχι διότι εἴδατε Θαύματα, ἀλλὰ διότι φάγα- τε ἀπὸ τὰ ψωμιά καὶ χορτάσατε.

27 Νὰ ἐργάζεσθε, ὄχι γιὰ τήν τροφὴ ποὺ χάνεται, ἀλλὰ γιὰ τὴν τροφή ποὺ μένει γιὰ νὰ δίνῃ ζωὴ αἰώνια. Αὐτὴ θὰ σᾶς δώσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Διότι αύτὸν ὥρισε ὁ Πατέρας ὁ Θεὸς».

«Ὁ ἄρτος ἐκ τοῦ ούρανοῦ ὁ ἀληθινός»

28 Τοῦ εἶπαν τότε· «Τί νὰ κάνωμε γιὰ νὰ κάνωμε τὰ ἔργα, ποὺ Θέλει ὁ Θεὸς».

29 Τοὺς ἀπάντησε ὁ Ἰησοῦς· «Τοῦτο εἶναι τὸ ἔργο, ποὺ θέλει ὁ Θεὸς, νὰ πιστεύσετε σ’ αὐτόν, ποὺ ἀπέστειλεν ἐκεῖνος».

30 Τοῦ εἶπαν τότε· «Ἀλλὰ τί Θαῦμα μπορεῖς νὰ κάνῃς ἑσύ, γιὰ νὰ ἰδοῦμε καὶ νὰ πιστεύσωμε σ’ ἑσένα, Ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο σου,

31 Οἱ πατέρες μας στὴν ἔρημο ἔφαγαν τὸ μάννα, καθὼς εἶναι γραμμένο· Ἅρτο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τοὺς έδωσε νὰ φάγουν».

32 Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, τὸν ἀρτο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὃὲν σᾶς ἔδωσεν ὁ Μωυσῆς, ἀλλ’ ὁ Πατέρας μου σᾶς δίνει τὸν ἀρτο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὸν ἀληθινό.

33 Ναί, ὁ ἀρτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανέ), καὶ δίνει ζωή στὸν κόσμο».

34 Τοῦ εἶπαν τότε· «Κύριε, πάντοτε νὰ μᾶς δίνῃς αύτὸ τὸν ἀρτο».

« Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς». « Εγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν»

35 Ὁ δὲ Ιησοῦς τοὺς εἶπε «Εγὼ εἶμαι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Ὀποιος ἔρχεται σὲ μένα, δὲν θὰ πεινάσῃ, καὶ ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, δὲν θὰ διψάσῃ ποτέ».

36 Ἀλλὰ σᾶς ειπα, ὅτι, ἂν καὶ μὲ εἴδατε, ὅμως δὲν πιστεύετε.

37 Πᾶν ὅ,τι μοῦ δίνει ὁ Πατέρας, Θά ἔλθῃ πρὸς ἑμένα, καὶ αύτόν, ποὺ ἔρχεται πρὸς έμένα, δὲν Θά ἑκδιώξω.

38 Διότι κατέβηκα ἀπὸ τὸν ούρανό, ὄχι γιὰ νὰ κάνω τὸ ἰδικὸ μου Θέλημα, ἀλλὰ τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε.

39 Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ Θέλημα τοῦ Πατέρα, ποὺ μὲ ἔστειλε· Πᾶν ὅ,τι μοῦ ἔδωσε νὰ μὴν ἀφήσω νὰ χαθῇ ἀπ’ αύτόν, ἀλλὰ νὰ ἀναστήσω αὐτὸ κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα.

40 Ναί, αύτὸ εἶναιτὸ Θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε, Καθένας, ὁ ὁποῖος παραδέχεται τὸν Υἱὸ καὶ πιστεύει σ’ αὐτόν, νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνια, καὶ ε’γὼ νὰ τὸν ἀναστήσω τὴν ἐσχάτη ἠμέρα».

41 Ἕκαναν δὲ σχόλια οἱ Ἰουδαῖοι γι’ αὐτόν, διότι εἶπε, «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄρτος, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν ούρανό»,

42 καὶ ἐ’λεγαν «Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ὁ υἱὸς τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ ὁποίου ἐμεῖς γνωρίζουμε τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, Πῶς λοιπὸν αύτὸς λε’γει, ”Κατέβηκα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ”;». 457 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝ ΗΝ 6,43-60

43 Τοὺς εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Νὰ μὴ σχολιάζετε μεταξύ σας.

44 Κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ σ’ έμένα, ἐὰν ὁ Πατέρας, ποὺ μὲ ἔστειλε, δὲν ἐλκύσῃ αὐτόν, ὁπότε ἐγὼ Θά τὸν ἀναστήσω τήν ἐσχάτη ἡμέρα.

45 Εἶναι γραμμένο στοὺς προφῆτες- Καὶ Θὰ εἶναι ὅλοι διδαγμένοι ἀπὸ τὸ Θεό. ΚαΘένας, ποὺ άκούει ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ μαθαίνει,” ερχεται πρὸς έμένα.

46 Ὄχι διότι εἶδε κανεὶς τὸν Πατέρα, παρὰ αὑτός, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό αὐτὸς εἶδε τὸν Πατέρα.

47 Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, έχει ζωή αἰώνια.

48 Εγῶ εἶμαι ὁ άρτος τῆς ζωῆς

49 Οἱ πατέρες σας ἔφαγαν τὸ μάννα στὴν έρημσ καὶ πέθαναν.

50 Αὐτὸς ἐδῶ εἶναι ὸ” αρτος, ποὺ κατεβαίνει απὸ τὸν οὺρανό, γιὰ νὰ φάγῃ κανεὶς ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ μὴ πεθάνῃ.

51 Εγῶ εἶμαι ὸ” αρτος ὁ ζωντανός, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ. Ἐὰν κανεὶς φάγῃ ἀπ’ αὐτὸ τὸν άρτο, Θά ζῇ αίωνίως (μὲ άληθινή ζωή)».

«Ἠ σάρξ μου άληθῶς έστι βρῶσις»

«Ὁ δὲ άρτος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θὰ δώσω, εἶναι ἡ σάρκα μου, τήν ὁποία έγω θά δώσω γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου».

52 Λογομαχοῦσαν δὲ μεταξύ τους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντας- «Πῶς μπορει αὐτὸς νὰ μᾶς δώσῃ τὴ σάρκα του γιὰ νὰ φάγωμε».

53 Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοϋς<< «Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ἐὰν δὲν φάγετε τὴ σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν πίετε τὸ αἷμα του, δὲν Θά” εχετε ζωὴ μέσα σας.

54 ’Ὸποιος θὰ τρώγῃ τὴ σάρκα μου καὶ θὰ πίνῃ τὸ αἷμα μου, Θὰ” εχῃ ζωὴ αἰώνια, καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἀναστήσω κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα

55 Διότι ἡ σάρκα μου πραγ- ματικῶς εἶναι τροφή, καὶ τὸ αἷμα μου πραγματικῶς εἶναι ποτό.

56 Ὸποιος θὰ τρώγῃ τὴ σάρκα μου καὶ θὰ πίνῃ τὸ αἷμα μου, Θά μένῃ σ έμένα, καὶ έγῶ σ αὐτόν.

57 Ὀπως μὲ ἀπέστειλεν ὁ Πατέρας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ αὑτοζωή, καὶ ἐγὼ ζῶ ἐξ αἰτίας τοῦ Πατέρα, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ τρώγῃ, θὰ ζῇ ἐξ αἰτίας μου.

58 Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄρτος, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ὅχι ὅπως οἱ πατέρες σας έφαγαν τὸ μάννα καὶ ὅμως πέθαναν. Ὅποισς θὰ τρώγῃ αὐτὸ τὸν άρτο, θὰ ζῇ αἱωνίως».

59 Αύτά εἶπε σὲ συναγωγή, διδάσκοντας στὴν Καπερναούμ,

Ἠ σάρκα τοῦ Ἰησοῦ δίνει ζωὴ ὡς ὲνωμένη μὲ τὸ ζωοποιὸ πνεῦμα του

60 Πολλοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς τακτικοὺς άκροατάς του, ὅταν άκου- σαν (αὐτά), εἶπαν· «Άσεβὴς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Ποιός μπορεῖ νά τὸν ἀκούῃ (τὸν Ἰησοῦ),·». 459 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 6,61- 7,7

61 Γνωρίζοντας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅτι οἱ ἀκροαταί του κάνουν σχόλια γι’ αύτό, τοὺς εἶπε· «Αὐτὸ σᾶς σκανδαλίζει,

62 Ἀλλ’ ἐὰν θὰ ἰδήτε τὸν Υίὸ τοῦ ἀνθρώπου ν’ ἁνεβαίνῃ ὅπου ἦταν πρωτύτερα; (1· ότε θὰ πιστεύσετε, ὅτι κατέβηκα ἀπὸ τὸν ούρανόῂ.

63 Τὸ πνεῦμα (τὸ αἰώνιο πνεῦμα, ἡ Θεότης μου) εἶναι έκεῖνο, τὸ ὁποῖο ζωοποιεῖ, ἡ σάρκα (ἀφ’ ἑαυτῆς, μόνη) δὲν ὠφε- λεῖ τίποτε. Τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ σᾶς λέγω, ἀναφέρονται στὸ πνεῦμα καὶ στὴ ζωή.

64 Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀπὸ σᾶς μία μερίδα, οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν». Γνώριζε δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀπ’ τὴν ἁρχὴ ποιοί εἶναι αὐτοί, ποὺ δὲν πιστεύουν, καὶ μάλιστα ποιός εἶναι αὐτός, ποὺ θὰ τὸν προδώσῃ.

65 Καὶ ἔλεγε· «Τι’ αύτὸ σᾶς εἶπα, ὅτι κα- νεὶς δὲν δύναται νὰ ε’ΆΘῃ πρὸς ἐμένα, ἐὰν αύτὸ δὲν τοῦ ἔχῃ δοθῆ ἀπ’ τὸν Πατέρα μου».

Άπομὰκρυνσι πολλῶν ἀκροατῶν καὶ ὁμολογία τοῦ Πέτρου

66 Ἀπὸ τότε πολλοὶ ἀπ’ τοὺς ἀκροατάς τοῦ ἀποχώρησαν καὶ δὲν τὸν ἀκολουθοῦσαν πλέον.

67 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἷπε οτοὺς δώδεκα· «Μήπως καὶ σεῖς Θέλετε νὰ φύγετερ).

68 Ἀλλ’ ὁ Σίμων Πέτρος τοῦ ἁποκρίθηκε «Κύριε, σὲ ποιόν νὰ πᾶμε, Ἔχεις λόγια ζωῆς αίώνιας.

69 Καὶ ἐμεῖς έχουμε πιστεύσει καὶ πεισθῆ, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ (τοῦ ἀληθινοῦ)».

70 Τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ δὲν ἐξέλεξα έσᾶς τοὺς δώδεκα; Ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ σᾶς εἶναι Διάβολος».

71 Ἐννοοῦσε δὲ τὸν Ἰούδα, τὸν υίὸ τοῦ Σίμωνος, τὸν Ἰσκαριώτη. Διότι αύτὸς ἐ’μελλε νὰ τὸν προδώσῃ, ἂν καὶ ἦταν ἕνας ἀπ’ τοὺς δώδεκα.

Κεφάλαιο 7

Ἡ ἀπιστία τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰησοῦ

7 Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς ἑξακολουθοῦσεν νὰ περιοδεύῃ στὴ Γαλιλαία. Διότι δὲν ἤθθιε νὰ περιοδεύῃ στὴν Ἰουδαία, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν.

2 Ἦταν δὲ κοντὰ ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ Σκηνοπηγία.

3 Γι’ αύτὸ οἱ ἁδελ- φοί του τοῦ εἶπαν· «Φύγε ἀπ’ έδῶ καὶ πήγαινε στὴν Ἰουδαία, γιὰ νὰ ίδοῦν καὶ οἱ ὀπαδοί σου τὰ έργα σου, ποὺ κάνεις.

4 Διότι κανείς δὲν κὰνει κατι ἁνεπισήμως, ἐνῷ ζητεῖ ὁ ἰ’διος ν’ ἁνα- γνωρίζεται ἐπισή μως. Ἀφοῦ ἔχεις τὴ δύναμι νὰ κάνῃς αύτά, δεῖξε στὸν κόσμο ποιός εἶσαι».

5 Ἂς σημειωθῇ, ὅτι οὔτε οἱ ἀδελφοί του πίστευαν σ’ αὐτόν.

6 Τοὺς λέγει τότε ὁ Ἰησοῦς· «Ὀ καιρὸς ὸ ίδικός μου δὲν ἦλθεν ἀκόμη, ἐνῷ ὁ καιρὸς ὁ ἰδικός σας εἶναι πάντοτε παρών.

7 Δὲν δύναται ὁ κόσμος νὰ μισῇ έσᾶς. Ἐμένα ὅμως μισεῖ, διότι έγῶ μαρτυρῶ γι’ αὐτόν, ὅτι τὰ έργα του εἶναι πονηρα. 461 ΚΑΤΑ ΙΟΑΝΝΗΝ 7,8-24

8 Σεῖς ἀνεβῆτε γιὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή. Ἐγὼ δὲν ἀνεβαίνω ἁκόμη γιὰ τὴν ἑορτὴ αὐτή, διότι ὁ ίδικός μου καιρὸς δὲν ἔχει ἔλΘει ἁκόμη».

9 Καὶ ἀφοῦ τοὺς εἶπε αὐτά, έμεινε στὴ Γαλιλαία.

10 Ὅταν δὲ ἁνέβηκαν οἱ αδελφοί του, τότε καὶ αὐτὸς ἀνέβη- κε γιὰ τὴν ἑορτή, ὄχι φανερά, ἀλλὰ σὰν μυστικά.

Σχόλια τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὸν Ἰησοῦ

11 Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι τὸν ἀναζητοῦσαν κατὰ τὴν ἑορτὴ καὶ ἔλεγαν· «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος».

12 Καὶ πολλὰ σχόλια γίνονταν γι’ αὐτὸν στα πλήθη. Οἱ μὲν ἔλεγαν, «Εἶναι καλός», ἄλλοι ῧεγαν, «Ὄχι, ἀλλὰ πλανᾷ τὸ λαό».

13 Κανεὶς ὅμως δὲν μιλοῦσε γι’ αὐτὸν δημοσίως, ἐπειδὴ φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους.

Ἠ προέλευσι τῆς διδαχῆς τοῦ Ἰησοῦ

14 Καὶ ἀφοῦ ἡ ἑορτὴ ἦταν πλέον στὸ μέσον, ἁνέβηκε ὁ Ἰη- σοῦς στὸ ναὸ καὶ δίδασκε.

15 Καὶ ἀποροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ έλεγαν· «Πῶς αὐτὸς ξέρει γράμματα χωρὶς νὰ 1ε’χῃ μάθειῖ».

16 Άπσκρίθηκε τότε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· «Ἠ ἰδική μου διδα- σκαλία δὲν εἶναι ίδική μου, ἁλλ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε.

17 Ἐὰν κανεὶς προσπαθῇ νὰ έκτελῇ τὸ Θέλημά του, θὰ πεισθῇ σχετικῶς μὲ τὴ διδασκαλία γιὰ τὸ ποιό ἀπὸ τὰ δύο συμβαίνει, προέρχεται δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Θεό, ἢ ἐγὼ όμιλῶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

18 Ὅποιος ὁμιλεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, έπιδιώκει τὴν ἰδική του δόξα· ἁλλ’ ὅποιος έπιδιώκει τὴ δόξα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸν ἀπέστειλε, αὐτὸς λέγει τὴν ἀλήθεια, καὶ ψεῦδος σ’ αὑτὸν δὲν υπαρχει».

«Μή κρίνετε κατ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε»

19 «Ό Μωυσῆς δὲν ἔδωσε σὲ σᾶς τὸ νόμος Καὶ ὅμως κανεὶς ἀπὸ σᾶς δὲν τηρεῖ τὸ νόμο. Γιατί ζητεῖτε νὰ μὲ σκοτώσετεῖ».

20 Άποκρίθηκε τὸ πλῆθος καὶ εἶπε· «Εἶσαι δαιμονισμένος. Ποιός ζητεῖ νὰ σὲ σκοτώσῃρ).

21 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Ἕκανα ἕνα ἔργο, καὶ ὅλοι ταράσσεσθε

22 γι’ αὐτό. Ὁ Μωυσῆς σᾶς ἔδω- σε τὴν περιτομή, ὄχι διότι ἐ’χει τὴν ἀρχή της στὸ Μωυσῆ. Δὲν ἐ’χει τὴν ἀρχή της σ’ αὐτόν, ἀλλὰ στοὺς πατριάρχες. Καὶ τὸ Σάββατο περιτέμνετε ἄνθρωπο.

23 Ἀφοῦ δὲ ἄνθρωπος περιτέμνεται τὸ Σάββατο γιὰ νὰ μὴν ἀθετηθῇ ὁ νόμος τοῦ Μωυσέως, ὀργίζεσθε ἐναντίον μου, διότι όλόκληρο ἄνθρωπο θεράπευσα τὸ Σάββατοῖ

24 Μὴ κρίνετε ἐπιφανειακὰ καὶ έπιπόλαια, ἀλλ’ ἐκφέρετε τὴ δι- καια κρισι».

463 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 7,25-39

Ἡ προέλευσι τοῦ Ἰησοῦ γνωστὴ καὶ ἅγνωστη

25 Μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς Ἰεροσολυμῖτες ἔλεγαν· «Αὐτὸς δὲν εἶναι, ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν φονεύσουν,

26 Καὶ νά, ὁμιλεῖ ἐλεύθε- ρα, καὶ δὲν τοῦ λέγουν τίποτε. Μήπως οἱ ἄρχοντες πείσθηκαν πραγματικῶς, ὅτι αὐτὸς εἶναι πραγματικῶς ὁ Μεσσίας,

27 Ἀλλ’ αὐτὸς γνωρίζουμε ἀπὸ ποῦ εἷναι, ἐνῷ ὁ Μεσσίας, όταν ἔλθῃ, κα- νεὶς δὲν θὰ γνωρίζῃ ἀπὸ ποῦ εἶναι».

28 Τότε ὁ Ἰησοῦς, καθὼς δίδασκε στὸ ναό, φώναξε δυνατά «Ναί, ἑμένα γνωρίζετε, ναί, γνωρίζετε ἀπὸ ποῦ εἶμαι, ὅμως δὲν ἔχω ἔλθει ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε, τὸν ὁποῖο σεῖς δὲν γνωρίζετε.

29 Ἐγὼ γνωρίζω αὐτόν, διότι εἶμαι ἀπ’ αὐτόν, καὶ ἐκεῖνος μὲ ἀπέστειλε».

«Ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε»

30 ’Ήθελαν τότε νὰ τὸν πιάσουν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἔβα- λε ἐπάνω του τὸ χέρι, διότι δὲν εἶχεν ἔλθει ἀκόμη ἡ ὥρα του.

31 Πολλοὶ δὲ ἀπὸ τὸ λαὸ πίστευσαν σ’ αὐτὸν καὶ ἔλεγαν· «Ὁ Μεσσίας όταν ἔλθῃ, μήπως θὰ κάνῃ περισσότερα θαύματα ἀπ’ αὐτά, ποὺ ἔκανε αὑτός».

32 Ἅκουσαν οἱ Φαρισαῖοι τὸ λαὸ νὰ κάνῃ αὐτὰ τὰ σχόλια γι’ αὐτόν, καὶ ἀπέστειλαν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἀστυνομικὰ όργανα γιὰ νὰ τὸν πιάσσυν.

33 Εἷπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Λίγο ἀκόμη χρόνο θὰ εἶμαι μαζί σας, καὶ ἔπειτα θὰ πάω σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἔστειλε.

34 θὰ μὲ ζητήσετε, ἀλλὰ δὲν θά μὲ βρῆτε. Ὅπου δὲ εἶμαι ἐγώ, σεῖς δὲν μπορεῖτε νὰ ἔλθετε».

35 Εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Ποῦ πρόκειται αὐτὸς νὰ πάῃ, ὥστε ἐμεῖς νὰ μὴ τὸν βροῦμε; Μήπως πρόκειται νὰ πάῃ στὸ Ἐξωτερικό, ὅπου εἶναι οἱ ἐθνικοί, καὶ νὰ διδάσκῃ τοὺς ἐθνικούς,

36 Τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος ποὺ εἷπε, ”Θὰ μὲ ζητήσετε, ἀλλὰ δὲν θὰ μὲ βρήτε”, καί, ’Ὅπου εἶμαι ἐγώ, σεῖς δὲν μπορεῖτε νὰ ἔλθετε”;».

«Ὕδωρ ζῶν»

37 Κατὰ τὴν τελευταία δὲ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, τὴ μεγάλη, ὁ Ἰη- σοῦς στεκόταν καὶ φώναξε δυνατά· «Ἐὰν κανεὶς διψᾷ, νὰ ὒθῃ σ’ ὲμένα καὶ νὰ πιῇ.

38 Σ’ ἐκεῖνον, ποὺ πιστεύει σ’ έμένα, θὰ συμβῇ ὅπως λέγει ἡ Γραφή· Ἀπ’ τὴν καρδιά τσυ θὰ ρεύσουν ποταμοὶ ζωντανοῦ νεροῦ».

39 Αὐτὸ δέ εἷπε γιὰ τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο θὰ λάμβαναν στὸ μέλλον οἱ πιστεύοντες σ’ αὐτόν. Διότι ἀκόμη δὲν εἶχαν Πνεῦμα Ἅγιο, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἷχε ἀκόμη δοξασθῇ.

465 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 7,4Ο - 8,5

Σχίσμα στὸ λαό

40 Πολλοὶ δὲ ἀπὸ τὸ πλῆθος, ὅταν ἀκουσαν τὸ λόγο, ἑλε- γαν’ «Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ προφήτης».

41 Ἄλλοι ἕλεγαν- «Αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσσίας». Ἅλλοι ἔλεγαν· «Ἀλλὰ μήπως ὁ Μεσσίας προέρχεται ἀπὸ τὴ Γαλιλαία,

42 Δὲν εἶπε ἡ Γραφή, ὅτι ὁ Μεσσίας προέρχεται ἀπὸ τὸ γε’νος τοῦ Δαβὶδ καὶ ἀπὸ τὴ Βηθλεὲμ τήν κωμόπολι, ὅπου ἦταν ὁ Δαβίδρ).

43 Ἐξ αἰτίας του λοιπὸν ἔγινε διχασμὸς οτὸ λαό.

44 Καὶ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ήΘελαν νὰ τὸν πιάσουν, ἀλλά κανεὶς δὲν ἔβαλε ὲπάνω του τὰ χέρια.

«Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος...

45 Ἐπεοτρεψαν δὲ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα στοὺς ἀρχι- ερεῖς καὶ στοὺς Φαρισαίους, καὶ τοὺς εἶπαν ἐκεῖνοι «Γιατί δὲν τὸν φέρατε,».

46 Άποκρίθηκαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα( «Ποτὲ ἄνθρωπος δὲν μίλησε” ετσι, ὅπως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος».

Πλάνος ὁ Ἰησοῦς, έπικατὰρατος ὁ πιστὸς λαόςί

47 Τοὺς εἶπαν τότε οἱ Φαρισαῖοι· «Μήπως καὶ σεῖς ἔχετε πλα- νηθήῖ

48 Μήπως πίστευσε σ’ αὐτὸν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες ἢ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους

49 Αὐτὸς δὲ ὁ ὄχλος, ποὺ δὲν γνωρίζει τὸ νόμο, εἶναι καταραμένοιῖ».

Παρέμβασι τοῦ Νικοδήμου

50 Τοὺς λέγει ὁ Νικόδημος ποὺ ἦλθε σ’ αὐτὸν τη νύκτα που ἦταν ἕνας ἀπ αυτούς

51« «Μήπως ὁ νόμος μας καταδικάζει τὸν ἄνθρωπο, ἐάν δὲν τὸν ἀκούσῃ προηγουμένως καὶ μάθῃ τί πράττειῖ».

52 Ἀποκρίθηκαν καὶτοῦ εἶπαν( (Μήπως καὶσὺ εἶσαι ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, Ερεύνησε και θὰ ἰδῇς, ὅτι προφήτης ἀπὸ τή Γαλιλαία δὲν” εχει παρουσιασθή».

53 Καὶ ἀναχώρησε καὶ πῆγε ὁ καθένας στὸ οπίτι του.

Κεφάλαιο 8

Ἠ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλληφθεῖσα μοιχαλὶς ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ

8Ὸ δὲ Ἰησοῦς πῆγε στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

2 Πολὺ δὲ πρωὶ πῆγε πάλι οτὸ ναό, καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἑρχόταν πρὸς αὐτόν. Καὶ κάθησε καὶ τοὺς δίδασκε.

3 Φέρουν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι μία γυναῖκα, που συνελήφθη γιὰ μοιχεία, καὶ ἀφοῦ τήν ἔστησαν ἐνώπιόν του,

4 τοῦ λέγουν· «Διδάσκαλε, αὐτή ἡ γυναῖκα συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρω νὰ διαπράπῃ μοιχεία.

5 Καὶ οτὸ νὸμο μας ὁ Μωυσῆς διέταξε νὰ λιθοβολοῦμε τέτοιες γυ- ναῖκες. Ἀλλὰ σὺ τί λέγεις». 467 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8,6-20

6 Τοῦτο δὲ εἶπαν δοκιμάζοντας αὐτόν, γιὰ νὰ βροῦν κατη- γορία ἐναντίον του. Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς έσκυψε κάτω καὶ έγραφε μὲ τὸ δάκτυλο στὸ ἔδαφος.

7 Καὶ ἐπειδὴ ὲπέμεναν νὰ τὸν ρωτοῦν, σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ τοὺς εἶπε· «Ὸ ἀναμάρτητος ἀπὸ σᾶς ἃς ρίξῃ πρῶτος λιθάρι ἐναντίον της».

8 Καὶ ἔσκυψε κάτω πάλι καὶ ἔγραφε στὸ ἔδαφος.

9 Αὐτοὶ δέ, στὸ ἄκουσμα αὐτοῦ τοῦ λόγου, άναχωροῦσαν ἕνας-ἕνας, άρχίζοντας ἀπὸ τοὺς γεροντοτέρους, καὶ ἔμεινε μόνος ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ γυναῖκα ἐνώπιόν του.

10 Τότε ό Ἰησοῦς σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ τῆς εἶπε· «Γυναῖκα, ποῦ εἶναι, Κα- νεὶς δὲν σὲ καταδίκασεῖ».

11 Αὐτὴ δὲ εἶπε· «Κανένας, Κύριε». Τής εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε ἐγὼ σὲ καταδικάζω. Πήγαινε, καὶ ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς νὰ μὴν άμαρτάνῃς πλέον»1.

«Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου»

12 Πάλι δὲ ὁ Ίησοῦς μίλησε σ’ αὐτοὺς λέγοντας· «Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ὅποιος ἀκολουθεῖ έμένα, δὲν Θά περι- πατήσῃ οτὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὸ ζωντανὸ φῶς».

13 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Φαρισαῖοι· «Σὺ δίνεις μαρτυρία γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἡ μαρτυρία σου δὲν ἰσχύει».

Δύο μαρτυρίες γιὰ τὸν Ἰησοῦ, τοῦ ἰδίου ὡς Υἱοῦ καὶ τοῦ Πατρός

14 Τότε τοὺς εἷπε ὁ Ἰησοῦς· «Καὶ ἂν ἐγὼ δίνω μαρτυρία γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἡ μαρτυρία μου ἰσχύει, διότι γνωρίζω ἀπὸ ποῦ ἧλθα καὶ ποῦ πηγαίνω. Σεῖς ὅμως δὲν γνωρίζετε ἀπὸ ποῦ ἔρχο- μαι καὶ ποῦ πηγαίνω.

15 Σεῖς κρίνετε κατὰ τὸ άνθρώπινο (Σεῖς μὲ κρίνετε ὡς ἄνθρωπο). Ἐγὼ δὲν κρίνω κανένα.

16 Ἀλλὰ καὶ ἐὰν κρίνω ἐγώ, ἡ δική μου κρίσι εἶναι έγκυρη, διότι δὲν εἶμαι μόνος, ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ὁ Πατέρας ποὺ μὲ ἔστειλε.

17 Καὶ στὸ νόμο σας δὲ εἶναι γραμμένο, ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία εἶναι ἔγκυρη.

18 Ἐγὼ (ὡς Υἱὸς) εἶμαι ποὺ δίνω μαρτυρία γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ἐπίσης μαρτυρεῖ γιὰ με’να ὁ Πατέρας ποὺ μὲ ἔστειλε».

19 Τοῦ έλεγαν τότε· «Ποῦ εἶναι ὁ Πατέρας σουῖ». ΆποκρίΘηκε ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε έμένα γνωρίζετε οὔτε τὸν Πατέρα μου. Ἐάν γνωρίζα- τε έμένα, θὰ γνωρίζατε καὶ τὸν Πατέρα μου».

20 Αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶπε ὁ Ἰησοῦς πλησίον τοῦ θησαυροφυλακίου τοῦ ναοῦ, διδάσκοντας οτὸ ναό, καὶ κανεὶς δὲν τὸν ἔπιασε, διότι δὲν εἶχεν ἐ’λθει ἀκόμη ἡ ὥρα του.

469 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8,21-37

«Ἐγώ εἰμι»

21 Εἷπε δὲ πάλι σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοὺς· «Ἐγὼ φεύγω καὶ θὰ μὲ ζητήσετε, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία σας θὰ θανατωθῆτε (Έτσι συνέβη κατὰ τὶς ἑθνικὲς δοκιμασίες τῶν Ἰουδαίων). Ὅπου ἐγὼ πηγαίνω, σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ἔλθετε».

22 Ἔλεγαν τότε οἱ Ἰου- δαῖοι· «Μήπως θὰ αύτοκτονήσῃ, καὶ γι’ αὐτὸ λέγει, ’Ὅπου ἐγὼ πηγαίνω, σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ἔλθετε”;».

23 Τοὺς εἷπε τότε· «Σεῖς εἶσθε ἀπὸ τὴ γῆ, ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὸν ούρανό· σεῖς εἶσθε ἀπ’ αύτὸ τὸν κόσμο, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπ’ αύτὸ τὸν κόσμο.

24 Σᾶς εἶπα δέ, ὅτι θὰ θανατωθῆτε γιὰ τὶς ἁμαρτίες σας. Ναί, ἐὰν δὲν πιστεύσε- τε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι, θὰ θανατωθῆτε γιὰ τὶς ἁμαρτίες σας».

25 Τοῦ εἶπαν τότε· «Ποιός εἷσαι σύ;». Καὶ ὁ Ἰησοὺς τοὺς εἷπε· «Άκριβῶς εἶμαι ὅ,τι καὶ σᾶς λέγω.

26 Πολλὰ ἔχω νὰ πῶ γιὰ σᾶς καὶ νὰ κρίνω. Ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε, λέγει τὴν ἀλήθεια, καὶ ἐγὼ αύτά, ποὺ ἄκουσα ἀπ’ αὐτόν, αὐτὰ λέγω στὸν κόσμο».

27 Δὲν κατάλαβαν, ὅτι τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸν Πατέρα.

28 Τοὺς εἷπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Ὅταν θὰ ὺψώσετε (ἐπάνω στὸ σταυρὸ) τὸν Υὶὸ τοῦ ἀνθρώπου, τότε θὰ καταλάβετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι, καὶ ἀφ’ ἑαυ- τοῦ δὲν κάνω τίποτε, ἀλλὰ καθὼς μὲ δίδαξε ὁ Πατέρας μου, αύτὰ κηρύττω.

29 Αύτὸς δέ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε, εἷναι μαζί μου. Δὲν μὲ ἄφησε μόνον ὁ Πατέρας, διότι ἐγὼ πάντοτε κάνω τὰ ἀρεστὰ σ’ αύτόν».

30 Ὅταν ἔλεγε αὐτά, πολλοὶ πίστευσαν σ αυτον.

«Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»

31 Ἔλεγε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ πίστευ- σαν σ’ αύτόν· «Ἐὰν σεῖς μείνετε σταθεροὶ οτή δική μου διδα- σκαλία, πραγματικῶς εἶσθε μαθηταί μου,

32 καὶ θὰ γνωρίσετε ἐκ πείρας τὴν ἀλήθεια, καὶ ἡ ἀλήθεια θὰ σᾶς ἐλευθερώσῃ».

33 Τοῦ εἷπαν· «Εἴμεθα ἀπόγονοι τοὺ Ἀβραὰμ καὶ δὲν γίναμε δοῦλοι ποτὲ σὲ κανένα. Πῶς σὺ λέγεις, ”Θὰ γίνετε ἐλεύθεροι”;».

34 Τοὺς ἁποκρίθηκε ὁ Ἰησοὺς· «Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι καθένας, ποὺ κάνει τὴν ἁμαρτία, εἷναι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας.

35 Ὁ δὲ δοῦλος δὲν ἔχει μονιμότητα καὶ κυριότητα στὸ σπίτι. Ὁ υἱὸς ἔχει μονιμότητα καὶ κυριότητα.

36 Ἐὰν λοιπὸν ὁ Υἱὸς σᾶς ἐλευ- θερώσῃ, ὅντως θὰ εἶσθε ἐλεύθεροι».

«Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας»

37 «Ξέρω, ὅτι εἶσθε ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, ἁλλὰ ζητεῖτε νὰ μὲ φονεύσετε, διότι ὁ ἰδικός μου λόγος δὲν χωρεῖ μέσα σας. 47]. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8,38-55

38 Ἐγὼ διδάσκω αῦτό, ποὺ εἶδα στὸν Πατέρα μου· καὶ σεῖς δέ κάνετε αὐτό, ποὺ εἵδατε στὸν πατέρα σας».

39 Τοῦ εἶπαν τότε. «Ὸ δικός μας πατέρας εἶναι ὁ Ἀβραάμ». Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν ἤσασθε τέκνα τοῦ Ἀβραάμ, θὰ κάνατε τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραάμ

40 Ἀλλὰ τώρα ζητεῖτε νὰ μέ φονεύσετε, άνθρωπο ποὺ σᾶς κήρυξα τὸ καλό, ποὺ ἄκουσα ἀπὸ τὸ Θεό. Τέτοιο πρᾶγμα ὁ Ἀβραὰμ δὲν έκα- νε.

41 Σεῖς κάνετε τὰ ἔργα τοῦ πατέρα σας». Τοῦ εἶπαν τότε· «Ἐμεῖς δὲν γεννηθή καμε ἀπὸ πορνεία Ἐμεῖς (όλοι) ἕνα πατέρα έχουμε, τὸ Θεό».

42 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς τοῦς εἷπε· «Ἐὰν ἦταν πατέρας σας ὁ Θεός, θὰ μέ άγαπούσατε. Διότι ἐγὼ ἀπὸ τὸ Θεό προῆλθα καὶ έχω έλθει Ναί, δὲ) έχω έλθει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖνος μέ ἀπέστειλε.

43 Γ ιατί δὲν παραδέχεσθε τὸ λόγο μου, Διότι δὲν δύνασθε νὰ ὑπακούετε στὸ λόγο μου.

44 Σεῖς εἶσθε ἀπὸ τὸν πατέρα τὸν Διάβολο, καὶ Θέλετε νὰ κάνετε’”τ“ις ἐπιθυμίες τοῦ πατέρα σας. Ἐκεῖνος ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἀνθρωποκτόνος, καὶ δὲν στέκεται στὸ καλό, διότι δὲν ὑπάρχει καλό σ’ αὐτόν. Ὅταν λαλῇ τὸ κακό, ἐξ ἰδίων λαλεῖ, διότι εἶναι κακός, καὶ ὁ πατέρας αὐτοῦ (τοῦ κακοῦ).

45 Ἐγὼ δέ ἂν καὶ διδάσκω τὸ καλό, δὲν πιστεύετε σ’ έμένα.

46 Ποιός ἀπὸ σάς δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι διδάσκω κάτι ἁμαρτωλός Καὶ ἀφοῦ διδάσκω τὸ καλό, γιατὶ σεῖς δὲν πιστεύετε σὲ μένα,

47 Αῦτός, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, παραδέχεται τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Τι’ αὐτὸ σεῖς δὲν παραδέχεσθε, διότι δὲν εἶσθε ἀπὸ τὸ Θεό».

Ὸ Ἰησοῦς καὶ ὁ Ἁβραάμ

48 Τοῦ εἶπαν δέ τότε οἱ Ἰουδαῖοι· «Καλὰ δὲν λέγουμε έμεῖς, ὅτι σὺ εἶσαι Σαμαρείτης καὶ έχεις δαιμόνια».

49 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ δαιμόνιο δὲν ἔχω, ἀλλὰ τιμῶ τὸν Πατέρα μου, ένῷ σεῖς μέ ὑβρίζετε.

50 Δέν ζητῶ δέ ἐγὼ τὴ δόξα μου. Ὑπάρχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ζητεῖ καὶ δικαιώνει.

51 Άληθινὰ άληθινὰ σᾶς λέγω, ἐὰν κανεὶς τηρήσῃ τὸ λόγο μου, δὲν θὰ ἰδῇ θάνατο ποτέ».

52 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι· «Τώρα έχουμε πεισθῇ, ὅτι ἔχεις δαιμόνιο. Ὁ Ἀβραὰμ πέθανε καὶ οἱ προφῆτες. Καὶ σὺ λέγεις, ’Ἒὰν κανεὶς τηρήσῃ τὸ λόγο μου, δὲν θὰ γευθῇ θάνατο ποτέ”;

53 Μήπως έσὺ εἶσαι άνώτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὸν Ἀβραάμ, ποὺ πέθανε, Καὶ οἱ προφῆτες πέθαναν. Ποιός νομίζεις έσὺ πὼς εἷσαυ».

54 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν ἐγὼ δοξάζω τόν ἑαυτό μου, ἡ δόξα μου δὲν εἶναι τίποτε. Ὑπάρχει ὁ Πατέρας μου, ποὺ μέ δοξάζει, γιὰ τὸν όποῖο σεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι Θεός σας,

55 ἀλλὰ δὲν τόν γνωρίσατε, ένῴ ἐγὼ τὸν γνωρίζω. Καὶ ἂν πῶ, ὅτι δὲν τὸν γνωρίζω, θὰ εἶμαι ὅμοιος μέ σᾶς ψεύτης. Ναί, τὸν γνωρίζω, καὶ τηρῶ τὸ λόγο του. 473 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 8,56 - 9,15

56 Ὁ Ἀβραὰμ ὁ πατέρας σας πόΘησε να ἰδῇ τὴ δική μου ἐποχή, καὶ εἶδε καὶ χάρηκε».

57 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι· «Δὲν ἔχεις πενήντα ἔτη καὶ εἶδες τὸν Άβραάμῖ».

58 Τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς- «Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, πρὶν γίνῃ ὁ Ἀβραάμ, ἐγὼ εἶμαι».

59 Πῆραν τότε λιθάρια γιὰ νὰ τὸν λιθοβολήσουν. Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς ἔγινε ἀόρατος, καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ ναὸ περνώντας ἀπὸ ανάμεσὰ τους, καὶ ἔτσι προχωροῦσε.

Κεφάλαιο 9

Ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό

9Καὶ προχωρώντας εἶδε ἄνθρωπο γεννημένο τυφλό,

2 Καὶ τὸν ρώτησαν οἱ μαθηταί του λέγοντας «Διδάσκαλε, ποιός ἁμάρτησε, αὐτὸς ἢ οἱ γονεῖς του, γιὰ νὰ γεννηθῇ τυφλόςῖ».

3 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Οὔτε αὐτὸς ὰμάρτησε, οὔτε οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ για νὰ φανερωθοῦν στὸ πρόσωπό του τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ.

4 Ἐγὼ πρέπει νὰ κάνω τὰ ἔργα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἔστειλε, ἔως ὅτου εἶναι ἡμέρα. Ἔρχεται νύκτα, ὁπότε κανεὶς ὃὲν δύνα- ται νὰ ἐργάζεται.

5 Ἐφ’ ὅσον εἶμαι στὸν κόσμο, εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου».

6 Άφοϋ εἶπε αὑτά, ἔφτυσε κάτω, καὶ ἔκανε πηλὸ μὲ τὸ σάλιο, καὶ ἂλειψε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ,

7 καὶ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε καὶ νίψου οτή δεξαμενή τοῦ Σιλωάμ», -ποὺ μεταφράζεται Άπεσταλμένος-. Πῆγε λοιπὸν καὶ νίφθηκε, καὶ ἐπέστρεψε βλέποντας.

Οἱ γείτονες καὶ ἄλλοι γιὰ τὸν πρώην τυφλό

8 Οἱ δὲ γείτονες καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸν ἔβλεπαν πρωτύτερα ὅτι ἦταν τυφλός, ἔλεγαν- «Δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ καθόταν καὶ ζη- τοῦσε έλεημοσύνη;».

9 Ἄλλοι ἔλεγαν, «Αὐτὸς εἶναι»- ἄλλοι δέ, «Όμοιάζει μ’ αὐτόν». Ἐκεῖνος ἔλεγε, «Ἐγὼ εἶμαι».

10 Τότε τοῦ ἔλεγαν· «Πῶς ἄνοιξαν τὰ μάτια σουῖ».

11 Ἐκεῖνος αποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ἀνθρωπος ὀνομαζόμενος Ἰησοῦς ἔκανε πηλό, καὶ μοῦ ἄλειψε τὰ μάτια, καὶ μοῦ εἶπε· ”Πήγαινε οτή δεξαμενή τοῦ Σι- λωάμ καὶ νίψου”. Πῆγα δὲ καὶ νίφθηκα καὶ εἶδα τὸ φῶς μου».

12 Τοῦ εἶπαν τότε· «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος». Λέγει· «Δὲν ξέρω».

Ὀ πρώην τυφλὸς καὶ οἱ γονεῖς του ἐνώπιον τῶν Φαρισαίων

13 Τὸν ὸδηγοῦν στοὺς Φαρισαίους, τὸν ἄλλοτε τυφλό,

14 Ήταν δὲ Σάββατο, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἔκανε τὸν πηλὸ καὶ ἅνοιξε τὰ μάτια του.

15 Τώρα δὲ τὸν ρωτοῦσαν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἁπέκτησε τὸ φῶς του. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· «Πηλὸ ἔθεσε πάνω οτὰ μὰτια μου, καὶ νίφθηκα, καὶ βλέπω». 475 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 9,16-33

16 ’Έλεγαν δὲ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους· «Αὐτὸς ὸ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, διότι δὲν τηρεῖ τὸ Σάββατο». Ἄλλοι έλεγαν· «Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς (ἀσεβὴς) νὰ κᾶνῃ τέτοια Θαύματαῖ». Καὶ διαιρέθηκαν.

17 Λέγουν στὸν τυφλὸ πάλι· «Σὺ τί λέγεις γι’ αὐτόν, γιὰ τὸ ὅτι σοῦ ἄνοιξε τὰ μᾶτιαῖ». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· «Εἶναι προφήτης».

18 Ἀλλ’ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν πίοτευσαν γι ’ αὐτὸν ὅτι ἦταν τυφλὸς καὶ ἁπέκτησε τὸ φῶς του, ἕως ὅτου φώναξαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, ποὺ ἀνέβλεψε,

19 καὶ τοὺς ρώτησαν λέγοντας· «Αὐτὸς εἶναι ὸ υἱός σας, γιὸι τὸν ὁποῖο σεῖς λέγετε, ὅτι γεννήθηκε τυφλός, Πῶς λοιπὸν τώρα βλέπειρ).

20 Οἱ δὲ γονεῖς του ἄποκρίθηκαν λέγο- ντας· «Ξέρουμε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας, καὶ ὅτι γεννήθηκε τυφλός.

21 Ἀλλὰ πῶς τώρα βλέπει δὲν ξέρουμε, ἢ ποιός ἄνοιξε τὰ μᾶτια του ἐμεῖς δὲν ξέρουμε. Αὐτὸς ἡλικία ἔχει, αὑτὸν ρωτήσε- τε, αὐτὸς θὰ σᾶς μιλήσῃ γιὰ τὸν ἑαυτό του».

22 Αὑτὰ εἶπαν οἱ γονεῖς του, διότι φοβοῦνταν τοὺς Ἰουδαίους. Διότι ἤδη οἱ Ἰου- δαῖοι εἶχαν συμφωνήσει νὰ γίνῃ ἀποσυνάγωγος (ν’ ἁφορισθῇ), ἐὰν κανεὶς ὁμολογήσῃ αυτὸν Μεσσία.

23 Γι’ αὐτὸ οἱ γονεῖς του εἶπαν, «Ἠλικία ἔχει, αὐτὸν ρωτήσετε».

Ὸ πρώην τυφλὸς ὁ πρῶτος ὁμολογητής τῆς πίστεως

24 Φώναξαν τότε γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ἦταν τυφλός, καὶτοῦ εἶπαν· «Δόξασε τὸ Θεὸ ὸμολογώντας τὴν ἀλήθεια. Ἐμεῖς ξέρουμε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός (ἄσεβής)».

25 Ἐκεῖνος δὲ ἁπάντησε· «Ἐὰν εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ξέρω. Ἕνα ξέρω, ὅτι, ἐνῷ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω».

26 Τοῦ εἶπαν δὲ πάλι· «Τί σοῦ ἔκανε, Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μᾶτιαῖ».

27 Τοὺς ἄποκρίθηκε· «Ἤδη σᾶς εἶπα, ἀλλὰ δὲν δώσατε σημασία. Γιατί Θέλετε πάλι νὸι ἀκούσετε,- Μήπως Θέλετε καὶ σεῖς νὰ γίνετε μαθηταί τους».

28 Τὸν χλεύασαν λέγοντας· «Σὺ εῖσαι μαθητὴς ἐκείνου, ἐνῷ ἐμεῖς εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Μωυσῆ.

29 Ἐμεῖς ξέρου- με, ὅτι ὁ Θεὸς μίλησε οτὸ Μωυσῆ, ἐνῷ αὐτὸς δὲν ξέρουμε ἀπὸ ποῦ εἶναι»,

30 Ὁ ἄνθρωπος τοὺς εἶπε τότε· «Ἐδῶ βεβαίως εἶναι τὸ ἀπορίας ἄξιο, ὅτι σεῖς δὲν ξέρετε ἀπὸ ποῦ εἶναι, καὶ ὅμως μου ἄνοιξε τὰ μᾶτια,

31 Ξέρουμε δέ, ὅτι ἁμαρτωλοὺς (ἀσεβεῖς) ό Θεὸς δὲν ἀκούει, ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς εἶναι Θεοσεβής καὶ έκτῦτῇ τὸ Θέλημᾶ του, αὐτὸν ἀκούει.

32 Ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξε ὁ κόσμος, δὲν ἁκούοθηκε, ὅτι ἄνοιξε κᾶποιος μᾶτια ἀνθρώπου ποὺ γεννήθηκε τυφλός.

33 Ἂν δὲν ἦταν αὐτὸς ἀπ’ τὸ Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κανῃ τιποτε». 477 ΚΑΤΑ ῙΩΑΝΝΗΝ 934 - 10,9

34 Τοῦ εἶπαν τότε· «Σὺ ὁλόκληρος γεννήθηκες βουτηγμένος μέσα στὶς ἁμαρτίες, καὶ σὺ διδάσκεις ἑμᾶςς». Καὶ τὸν πέταξαν ἔξω.

Πνευματική ὅρασι καὶ πνευματικὴ τύφλωσι

35 Ἅκουσε ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὸν πέταξαν ἔξω, καὶ ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε· «Σὺ πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦῖ».

36 Ἀποκρίθη- κε ἐκεῖνος καὶ εἶπε· «Καὶ ποιός εἶναι, κύριε, γιὰ νὰ πιστεύσω σ’ αὐτόνῖ».

37 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Καὶ τὸν εἶδες, καὶ αύτός, ποὺ ὁμιλεῖ μαζί σου, αύτὸς εἶναι».

38 Καὶ ἐκεῖνος εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε». Καὶ τὸν προσκύνησε.

39 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε· «Γιὰ κρίσι (σωστική ἢ καταδικαοτική) ἦλθα ἐγὼ στὸν κόσμο αὐτό, ὥστε ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν βλέπουν, νὰ βλέπουν, καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ βλέπουν, νὰ γίνωνται τυφλοί».

40 Ἅκουσαν δὲ αὐτὰ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους, ποὺ ἦταν έκεῖ κοντά του, καὶ τοῦ εἶπαν· «Μήπως καὶ ἐμεῖς ε’ίμεθα τυφλοῦ».

41 Τοὺς εἷπε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν ἤσασθε τυφλοί, δὲν θὰ εἴχοπε ἁμαρτία. Ἀλλὰ τώρα λέγετε, ”Βλέπουμε”. Γι’ αὐτὸ ἡ ἁμαρτία σας ἰσχύει (ἔχετε δηλαδὴ ἁμαρτία)».

Κεφάλαιο 10

Παραβολή τοῦ κλέπτου καὶ λῃστοῦ, τοῦ ποιμένος καὶ τῶν προβάτων

10 «Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅποιος δὲν μπαίνει ἀπὸ τή θύρα στὴ μάνδρα τῶν προβάτων, ἀλλὰ πηδᾷ μέσα ἀπ’ ἁλλοῦ, αύτὸς εἶναι κλέπτης καὶ λῃστής,

2 ἐνῷ, ὅποιος μπαίνει ἀπὸ τὴ θύρα, εἶναι ποιμὴν τῶν προβάτων.

3 Σ’ αὐτὸν ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα ἀναγνωρίζουν τὴ φωνή του, καὶ φωνάζει τὰ πρόβατά του μὲ τὸ ὄνομά τους, καὶ τὰ βγάζει ἔξω.

4 Καὶ ὅταν βγάλῃ τὰ πρόβατά του ἔξω, πηγαίνει μπροστὰ ἀπ’ αὐτά, καὶτὰ πρόβατα τὸν ἀκολουθοῦν, διότι γνωρίζουν τή φωνή του,

5 ένῴ ἄλλον δὲν θ’ ἁκολουθήσουν, ἀλλὰ θὰ φύγουν ἀπ’ αὐτόν, διότι δὲν γνωρίζουν τὴ φωνὴ τῶν ξένων».

6 Αὐτὴ τήν παραβολὴ τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς. Ἀλλ’ έκεῖνοι δὲν κατάλαβαν τί σήμαιναν αὑτά, τὰ ὸποῖα τοὺς ἔλεγε.

Ὁ Ἰησοῦς ἡ θύρα τῶν προβάτων

7 Γι’ αὐτὸ τοὺς εἶπε πάλι ὁ Ἰησοῦς· «Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

8 Ὅλοι, ὅσοι ἦλθαν πρὶν ἀπὸ μένα, εἶναι κλέπτες καὶ λῃσταί. Γι’ αύτὸ δὲν τοὺς ἄκου- σαν τὰ πρόβατα.

9 Ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα. ’Ὀποιος περάσῃ ἀπὸ μένα, θὰ σωθῇ. Καὶ θὰ μπαίνῃ καὶ θὰ βγαίνῃ, καὶ θὰ βρίσκῃ τροφή. 479 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 10,1Ο-26

10 Ὁ κλέπτης δὲν ἔρχεται, παρὰ γιὰ νὰ κλέψῃ καὶ νὰ σφάξῃ καὶ νὰ καταναλώσῃ. Ἐγὼ ἦλθα γιὰ νὰ ἔχουν ζωή κα“ι περίσσευμα ζωῆς»-

Ὸ Ἰησοῦς ὁ ποιμήν ὁ καλὸς ὁ Θυσιαζόμενος γιὰ τὰ πρόβατα

11 «Ἐγὼ εἶμαι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς Θυ- σιάζει τὴ ζωή του γιὰ τὰ πρόβατα,

12 ὲνῷ ὁ μισθωτός, ποὺ δὲν εἶναι ποιμήν, καὶ τὰ πρόβατα δὲν εἶναι δικά του, βλέπει τὸ λύκο νά ἔρχεται καὶ ἀφήνει τὰ πρόβατα καὶ φεύγει. Καὶ ὁ λύκος τὰ ἁρπάζει, ἐπίσης σκορπίζει τὰ πρόβατα.

13 Φεύγει δὲ ὁ μισθωτός, διότι εἶναι μισθωτὸς καὶ δὲν ένδιαφέρεται γιὰ τὰ πρόβατα.

14 Ἐγὼ εἶμαι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γνωρίζω τὰ δικά μου καὶ μὲ γνωρίζουν τὰ δικά μου,

15 ὅπως μὲ γνωρίζει ὁ Πατέρας καὶ ἐγὼ γνωρίζω τὸν Πατέρα, καὶ τὴ ζωή μου Θυσιάζω γιὰ τὰ πρόβα- τα,

16 Ἔχω καὶ ἄλλα πρόβατα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπ’ αὐτὴ τή μάνδρα. Καὶ ἐκεῖνα πρόκειται νὰ ὁδηγήσω, καὶ θὰ ὺπακούσουν οτή φωνή μου, καὶ θὰ γίνῃ μία ποίμνη, ἕνας ποιμήν.

17 Γι’ αὐτὸ ὁ Πατέρας μὲ ἀγαπᾷ, διότι ἐγὼ Θυσιάζω τὴ ζωή μου, καὶ θὰ τήν λάβω πάλι (Θὰ αὐτοαναστηθῶ).

18 Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τήν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ μένα, ἁλλ’ ἐγὼ τὴ Θυσιάζω μὲ τὴ θέλησί μου. Ἕχω τή δύναμι νὰ τὴ Θυσιάσω, καὶ ἔχω τὴ δύναμι νὰ τὴ λάβω πάλι. Αὐτὴ τὴν ἐντολὴ έλαβα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου».

Σχίσμα στοὺς Ἰουδαίους

19 Πάλι δὲ οἱ Ἰουδαῖοι διαιρέθηκαν ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν λόγων.

20 Καὶ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς έλεγαν· «Εἶναι δαιμονισμένος καὶ τρελλός- τί τὸν ἀκούετε».

21 Ἅλλοι ἔλεγαν- «Αύτὰ τὰ λόγια δὲν εἶναι δαιμονισμένου. Μήπως δύναται δαιμόνιο νὰ ἀνοίγῃ ὀφθαλμοὺς τυφλῶνῖ».

«Ἐγὼ καὶὸ Πατὴρ ἔν ἐσμεν»

22 Ἑωρτάζονταν δὲ τὰ Ἐγκαίνια στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν χειμών.

23 Καὶ περιπατοῦσε ὁ Ἰησοῦς στὸ ναό, στὴ στοὰ τοῦ Σο- λομῶντος.

24 Τὸν περικύκλωσαν δὲ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ τοῦ έλεγαν· «Ἕως πότε θὰ βασανίζῃς τὴν ψυχή μας, Ἐὰν σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), νὰ μᾶς τὸ πῇς καθαρά».

25 Τοὺς άποκρίθηκε ὁ Ἰη- σοῦς· «Σᾶς εἶπα, ἀλλὰ δὲν πιστεύετε. Τὰ ἔργα, που ἐγὼ κάνω οτὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα μου, αὐτὰ μαρτυροῦν γιὰ μένα,

26 ἀλλὰ σεῖς δὲν πιστεύετε, διότι δὲν εἶσΘε ἀπὸ τὰ πρόβατα τὰ δικά μου, καθὼς σᾶς εἶπα. 48]. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 10,27 - 11,2

27 Τὰ πρόβατα τὰ δικά μου γνωρίζουν τὴ φωνή μου, καί ἐγὼ τὰ γνωρίζω, καὶ μὲ ἀκολουθοῦν,

28 καὶ ἐγὼ τοὺς δίνω ζωή αἰώνια, καὶ δὲν θὰ χαθοῦν ποτέ, διότι δὲν θὰ τὰ ὰρπάξῃ κανεὶς ἀπὸ τὸ χέρι μου.

29 Ὁ Πατέρας μου, ποὺ μου τὰ έχει δώσει, εἶναι άνώτερος ὅλων, καὶ κανεὶς δὲν δύναται να τὰ άρπάξῃ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Πατέρα μου.

30 Ἐγὼ καὶὸ Πατέρας ε’ίμεθα ἕνα (μία ουσία, μία θεότης)».

Άπόπειρα κατὰ τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὴ διακήρυξι τῆς θεότητός του

31 Τότε οἱ Ἰουδαῖοι πῆραν πάλι λίθους γιὰ νὰ τὸν λιθο- βολήσουν.

32 Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Πολλὰ καλὰ ἔργα σᾶς ἔκανα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου. Γιὰ ποιό ἕργο ἀπ’ αὐτὰ Θέλετε νὰ μὲ λιθο- βολήσετες».

33 Τοῦ ἁποκρίθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντας· «Γιὰ καλὸ ἔργο δὲν θέλουμε νὰ σὲ λιθοβολήσωμε, ἀλλὰ γιὰ βλασφημία, μάλιστα ὅτι σύ, ἐνῷ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό».

34 Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Δὲν εἶναι γραμμένο στὸ νόμο σας, Ἐγὼ εἶπα, εἶσΘε Θεοί”;

35 Ἀφοῦ ἐκείνους ὠνόμασε θεούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνθηκε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, -ἡ δὲ Γραφή δὲν δύνα- ται ν’ ἀκυρωθῇ-,

36 σ’ αὐτόν, ποὺ (εἶναι Υἱός καὶ) ὁ Πατέρας ξεχώρισε καὶ άπέστειλε στὸν κόσμο, σεῖς λέγετε, ”Βλασφημεῖς”, διότι εἶπα, ’Ἒῖμάι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ”;

37 Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ Πατέρα μου, νὰ μὴ πιστεύετε σ’ έμένα.

38 Ἂν ὅμως κάνω, καὶ ἂν δὲν πιστεύετε σ’ ἐμένα, πιστεύσετε οτὰ ἐ’ργα, γιὰ νὰ πεισθῆτε καὶ πιστεύσετε, ὅτι ὁ Πατέρας εἶναι μέσα σ’ έμένα καὶ ἐγὼ εἶμαι μέσα σ’ αὐτόν (έχουμε δηλαδὴ μία οὐσία ἢ θεότητα)».

39 Τότε προσπάθησαν πάλι νὰ τὸν πιάσουν, ἀλλὰ ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τους.

40 Καὶ πήγε πάλι πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, ὅπου στήν άρχή βάπτιζε ὁ Ἰωάννης, καὶ ἔμεινε έκεῖ.

41 Καὶ πολλοὶ ἦλθαν σ’ αὐτόν, καὶ έλεγαν- «Ὁ Ἰωάννης δὲν έκανε κανένα θαῦμα, ἀλλὰ ὅλα, ὅσα ὁ Ἰωάννης εἶπε γι’ αὐτόν, ἦταν ἀληθινά».

42 Πολλοὶ δὲ ἐκεῖ πίστευσαν σ’ αὐτόν.

Κεφάλαιο 11

«Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται»

1 Ἦταν δὲ κάποιος ἀσθενὴς ὀνομαζόμενος Λάζαρος ἀπὸ τή Βηθανία, ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Μαρίας καὶ τῆς Μάρθας τῆς ἀδελφῆς της.

2 Ή δὲ Μαρία ἦταν ἐκείνη, ποὺ άλειψε (άργότερα) τὸν Κυριο μὲ μύρο καὶ σκούπισε τὰ πόδια του μὲ τὰ μαλλιά της. Αὐτῆς ὁ ἁδελφὸς Λάζαρος ἦταν ἀσθενής. 483 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 11,3-25

3 Γι’ αὐτὸ σί ἁδελφὲς τοῦ ἔστειλαν μήνυμα λέγοντας- «Κύριε, νὰ αύτός, τὸν ὁποῖον ἀγαπᾷς εἶναι ἀσθενής».

4 Ὅταν δὲ ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς εἷπε· «Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια δὲν εἶναι γιὰ θάνατο, ἀλλὰ γιὰ τή δόξα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ δοξασθῇ δηλαδὴ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας της».

5 Ὁ δὲ Ἰησοῦς άγαποῦσε ίδιαιτέρως τὴ Μάρθα καὶ τήν ἀδελφή της καὶτὸ Λάζαρο.

6 Ἐν τούτοις, ὅταν άκσυσε, ὅτι εἶναι ἀσθενής, τότε ἔμεινε στὸν τόπο, ὅπου ἦταν, δύο ἡμέρες.

7 Ἔπει- τα, ἀφοῦ πέρασαν σί δύο ἡμέρες, λέγει στοὺς μαθητάς· «Ἂς πᾶμε στήν Ἰουδαία πάλι».

8 Τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί· «Διδάσκαλε, τώρα ζητοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ σὲ λιθοβολήσουν, καὶ θέλεις νὰ πᾶς πάλι έκεῖῖ».

9 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Δώδεκα ὧρες δὲν ἔχει ἡ ἡμέρα, Ἐὰν κανεὶς περιπατῇ τὴν ἡμέρα, δὲν σκοντάπτει, διότι βλέπει τὸ φῶς αύτοῦ τοῦ κόσμου.

10 Ἐὰν ὅμως περιπατῇ τὴ νύκτα, σκοντάπτει, διότι δὲν ἔχει φῶς».

11 Αύτὰ εἷπε, καὶ μετὰ ἀπ’ αύτὸ τοὺς λέγει· «Ὸ Λάζαρος ὁ φίλος μας ἔχει κοιμηθῇ, ἀλλὰ θὰ πάω νὰ τὸν ξυπνήσω».

12 Τοῦ εἶπαν τότε οἱ μαθηταί του· «Κύριε, ἐὰν ἔχῃ κοιμηθῇ, θὰ γίνῇ καλά».

13 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς εἶχε μιλήσει γιὰ τὸ θάνατό του, ἐνῷ ἐκεῖνοι νόμισαν, ὅτι μιλάει γιὰ τὴν κοίμησι τοῦ ὕπνου.

14 Τότε δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε καθαρά· «Ὁ Λάζαρος πέθα- νε.

15 Καὶ χαίρω γιὰ σᾶς, διότι θὰ πιστεύσετε, ἐπειδὴ δὲν ἤμουν έκεῖ (καὶ ὅμως γνωρίζω, ὅτι πέθανε). Ἀλλ’ ἂς πᾶμε πρὸς αὐτόν».

16 Εἶπε τότε ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος στοὺς συμμαθητάς- «Ἂς πᾶμε καὶ έμεῖς, γιὰ νὰ πεθάνωμε μαζί του».

«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»

17 Ὅταν δὲ ἔφθασεν ὁ Ἰησοῦς, τὸν βρῇκε νὰ εἶναι τέσσερες πλέον ἠμέρες ἑνταφιασμένος.

18 Ἡ δὲ Βηθανία ἦταν κοντὰ στὰ Ἱεροσόλυμα σὲ ἁπόστασι δεκαπέντε σταδίων περίπου (τριῶν χι- λιομέτρων περίπου),

19 καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν έλθει πρὸς τὴ Μάρθα καὶ τὴ Μαρία, γιὰ νὰ τὶς παρηγορήσουν γιὰ τὸν άδελφό τους.

20 Ἡ δὲ Μάρθα, ὅταν ἄκουσε, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ἔσπευσε καὶ τὸν προύπάντησε, ἐνῷ ἡ Μαρία ἔμεινε στὸ σπίτι.

21 Εἷπε δὲ ἡ Μάρθα στὸν Ἰησοῦ· «Κύριε, ἐὰν ἤσουν έδῶ, ὁ ἀδελφός μου δὲν θὰ εἶχε πεθάνει.

22 Ἀλλὰ καὶ τώρα ξέρω, ὅτι, ὅσα θὰ ζητήσῇς ἀπὸ τὸ Θεό, θὰ σοῦ δώσῃ ὁ Θεός».

23 Τῇς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Θ’ άναστηθῇ ὁ ἀδελφός σου».

24 Τοῦ λέγει ἡ Μάρθα· «Ξέρω, ὅτι θ’ άναστηθῇ κατὰ τὴν ἀνάστασι κατὰ τήν ἐσχάτη ἡμέρα».

25 Τῆς εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασι καὶ ἡ ζωή. Ὅποιος πιστεύει σ’ έμένα, καὶ ἂν πεθάνῃ, θὰ ζῇ (τὴν ἀληθινὴ ζωή). 485 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 11,26-43

26 Καὶ καθένας, ποὺ ζῇ καὶ πιστεύει σ’ ἐμένα, δὲν θὰ πεθάνῃ ποτέ. Πιστεύεις τοῦτοῖ».

27 Τοῦ λέγει· «Ναί, Κύριε. Ἐγὼ ἔχω πι- στεύσει, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστός (ό Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποῦ άναμενόταν νὰ ἔλθῃ στὸν κόσμο».

«Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς»

28 Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, πῆγε καὶ φώναξε τὴ Μαρία τήν άδελφή της καὶ τῆς εἶπε μυστικά· «Ό Διδάσκαλος ἦλθε καὶ σὲ ζητεῖ».

29 Ἐκείνη, μόλις ἄκουσε, σηκώνεται γρήγορα καὶ ἔρχε- ται σ’ αὐτόν.

30 Δὲν εἶχε δὲ έλθει ὁ Ἰησοῦς ἀκόμη στὸ χωριό, ἀλλ’ ἦταν στὸν τόπο, ὅπου τὸν προῦπάντησε ἡ Μάρθα.

31 Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι, ποὺ ἦταν μαζί της στὸ σπίτι καὶ τὴν παρῃγοροῦσαν, ὅταν εἶδαν, ὅτι ἡ Μαρία σηκώθηκε γρήγορα καὶ ἔφυγε, τὴν άκο- λούθησαν λέγοντας· «Πηγαίνει στὸ μνῆμα, γιὰ νὰ κλαύσῃ ἐκεῖ».

32 Ἡ δὲ Μαρία, ὅταν ἦλθε ὅπου ἦταν ὁ Ἰησοῦς, μόλις τὸν εἶδε, ἔπεσε στὰ πόδια του λέγοντας σ’ αὐτόν· «Κύριε, ἐὰν ἤσουν έδῶ, δὲν θὰ πέθαινε ὁ ἁδελφός μου».

33 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ὅταν τήν εἶδε νὰ κλαίῃ, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ τὴ συνώδευσαν, νὰ κλαίουν, ἐπιβλήθηκε στὸ πνεῦμα του γιὰ νὰ συγκρατήσῃ τή συγκίνησί του καὶ μὲ τὴν ἔντονη άντίδρασί του τάραξε τὸν ἑαυτό του,

34 καὶ εἶπε· «Ποῦ τὸν ἔχετε βάλειῖ». Τοῦ λέγουν· «Κύριε, ἔλα νὰ ἰδῇς».

35 Δάκρυσε ὁ Ἰησοῦς.

36 Ἔλεγαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι· «Κοίταξε πόσο τὸν άγαποῦσεί».

37 Μερικοὶ δὲ ἀπ’ αὐτούς εἶπαν· «Δὲν μποροῦσε αύτός, ποὺ ἄνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ μή πεθάνῃ;».

Ἡ ἀνάστασι τοῦ τετραημέρου Λαζάρου

38 Ὁ δὲ Ἰησοῦς, πάλι ἐπιβαλλόμενος στὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ συγκρατήσῃ τὴ συγκίνησί του, φθάνει στὸ μνῆμα. Ἧταν δὲ αύτὸ ένα σπήλαιο, καὶ ἕνας μεγάλος λίθος ἔφραζε τὴν εἴσοδό του.

39 Λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Σηκώσετε τὸ λίθο». Τοῦ λέγει ἡ άδελφή τοῦ νε- κροῦ ἡ Μάρθα· «Κύριε, βρωμάει πλέον, διότι εἶναι νεκρὸς τέσσε- ρες ἠμέρες».

40 Τής λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Δὲν σοῦ διεμήνυσα, ὅτι, ἐὰν πιστεύσῃς θὰ ἰδῇς τὴ δόξα τοῦ Θεοῦῖ».

41 Σή κωσαν τότε τὸ λίθο ἀπὸ τὸ μνῆμα τοῦ νεκροῦ. Ὁ δὲ Ἰησοῦς σήκωσε τὰ μάτια ἐπάνω καὶ εἶπε-ι (Πατέρα, σὲ εὐχαριστῶ, διότι μὲ άκουσες.

42 Ἐγὼ βε- βαίως ἤξερα,” οτι πάντοτε μὲ ἀκούεις. Ἀλλὰ τὸ εἶπα γιὰ τὸ λαό, ποὺ εἶναι γύρω, γιὰ νὰ πιστεύσουν, ὅτι σὺ μὲ άπέστειλες».

43 Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, κραύγασε μὲ φωνὴ μεγάλη-« «Λάζαρε, έλα έξωί». 487 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ].],,44 - 12,1

44 Καὶ βγῆκε ὁ νεκρὸς δεμένος οτὰ πόδια καὶ στὰ χέρια μὲ ταινίες, τὸ δὲ πρόσωπό του ἦταν περιτυλιγμένο μὲ μαντήλι. Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Λύσετέ τον καὶ ἀφήσετε νὰ φύγῃ».

Άποφασίζεται Θανάτωσι τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Καϊάφας προφητεύει

45 Πολλοὶ τότε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἦλθαν πρὸς τή Μαρία καὶ εἶδαν ὅσα ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πίστευσαν σ’ αὐτόν.

46 Ἀλλὰ μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς πῆγαν στοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς εἶπαν ὅσα ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

47 Τότε οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συγκάλεσαν ουμβούλιο καὶ ἔλεγαν- «Τί θὰ κάνωμε; Διότι αὐτὸς ὸ ἄνθρωπος κάνει πολλὰ θαύματα.

48 Ἐὰν τὸν άφήσωμε ἔτσι, ὅλοι θὰ πιστεύσουν σ’ αὐτόν, καὶ θὰ έλθουν οἱ Ρωμαῖοι καὶ θὰ καταστρέψουν καὶ τὸν τόπο μας καὶ τὸ ἔθνος μας».

49 Τότε ’ένας ἀπ’ αὐτούς, ὁ Καϊάφας, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρχιερεὺς τοῦ ἔτους ἐκείνου, τοὺς εἷπε· «Σεῖς δὲν ξέρετε τίποτε,

50 οὔτε σκέπτεσθε, ότι μᾶς συμφέρει νὰ πεθάνῃ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸ λαό, καὶ νὰ μή χαθῇ ὅλο τὸ ἔθνος».

51 Τοῦτο ὅμως δὲν εἶπε ἁφ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦταν ἀρχιερεὺς τοῦ ἔτους ἐκείνου προφήτευσε, ὅτι ὸ Ἰησοῦς ἔμελλε νὰ πεθάνῃ γιὰ τὸ ἔθνος.

52 Καὶ” οχι μόνο γιὰ τὸ ἔθνος, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ συγκεντρώσῃ σ’ ἔνα ποίμνιο τὰ διασκορ- πισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ.

53 Ἀπ’ έκείνη δὲ τὴν ἠμέρα ἁποφάσι- σαν ἀπὸ κοινοῦ νὰ τὸν θανατώσουν.

54 Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἔκανε πλέον δημόσιες ἑμφανίσεις μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων, ἁλλ’ άναχώρησε ἀπ’ ἐκεῖ στὸν τόπο πλησίον τῆς ἐρήμου, στὴν πόλι τὴν ὀνομαζομένη Ἐφραίμ, καὶ ἐκεῖ ἔμενε μαζὶ μὲ τοὺς μα- θητάς του.

55 Πλησίαζε δὲ τὸ Πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ πολλοὶ ἀπὸ τὴ χώρα ἁνέβηκαν στὰ Ἰεροσόλυμα πρὸ τοῦ Πάσχα, γιὰ νὰ ὑποβάλουν τοὺς ἑαυτούς τους σὲ τελετουργικὲς καθάρσεις.

56 Άναζητοῦσαν δὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους εὑρισκόμενοι στὸ ναό· «Τί νομίζετε, ’Ότι δὲν θὰ ἔλθῃ στὴν ἐορτή;».

57 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν δώσει καὶ ἐντολή, ἐὰν κανεὶς μάθῃ πού εἶναι, νὰ εἰδοποιήσῃ γιὰ νὰ τὸν πιάσουν.

Κεφάλαιο 12

Ἠ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου Μαρία χρίει τὸν Ἰησοῦ μὲ μύρο

1 2 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔξι ἠμέρες πρὸ τοῦ Πάσχα ἦλθε οτή Βηθανία, ὅπου ἦταν ὁ Λάζαρος, ποὺ εἶχε πεθάνει καὶ τὸν ἀνέστησε εκ νεκρων. 489 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 12,2-16

2 Τοῦ έκαναν δὲ δεῖπνο έκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διακονοῦσε, ὁ δὲ Λάζαρος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ποὺ κάθονταν στὸ τραπέζι μαζί του.

3 Ἡ Μαρία τότε πήρε μία λίτρα μύρο (τριακόσια εἰκοσιπέντε γραμμάρια περίπου), ποὺ ἦταν νάρδος ὸλοκάθαρη πανάκριβη, καὶ άλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, καὶ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της τὰ πόδια του. Τὸ δὲ σπίτι γέμισε ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ μύρου.

Ὸ γογγυσμὸς τοῦ ὑποκριτοῦ Ἰούδα γιὰ τὸ μύρο

4 Ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ποὺ έμελλε νὰ τὸν προδώσῃ, λέγει·

5 «Γιατί αὐτὸ τὸ μύρο δὲν πωλήθηκε ἀντί τριακοσίων δηναρίων καὶ δὲν δόθηκε (ὡς χρηματική ἀξία) στοὺς πτωχούς».

6 Εἶπε δὲ τοῦτο, ὄχι διότι ένδιαφερόταν γιὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦταν κλέπτης καὶ κρατοῦσε τὸ ταμεῖο καὶ ἔκλεπτε ἀπὸ τὶς είσφορές.

7 Εἶπε τότε ό Ἰησοῦς· «Ἅφησέ την. Φύλαξε αὐτὸ (τό μύρο, γιὰ νὰ μὲ ἁλείψῃ προκαταβολικῶς) γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου.

8 Τοὺς πτωχοὺς βεβαίως πάντοτε θὰ ἔχετε μαζί σας, ἀλλ’ ἑμένα δὲν Θὰ έχετε πάντοτε».

Οί ἀρχιερεῖς ἁποφασίζουν Θανὰτωσι καὶτοῦ Λαζάρουί

9 Πολὺς δὲ λαὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμαθε, ὅτι εἶναι έκεῖ, καὶ ἦλθαν, ὄχι μόνο γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ίδοῦν καὶτὸ Λάζαρο, ποὺ ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν.

10 Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχιερεῖς άποφάσισαν νὰ Θανατώσουν καὶ τὸ Λάζαρο,

11 διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους πήγαιναν στὸν Ἰησοῦ καὶ πίστευαν σ’ αὐτόν.

Ἡ θριαμβευτική ε’ίσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα ε’πὶ πώλου όνουί

12 Τήν άλλη ἡμέρα λαὸς πολύς, που ἦλθε γιὰ τὴν ἑορτή, όταν ἄκουσαν, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα,

13 πήραν κλάδους ἀπὸ φοίνικες καὶ βγῆκαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν, καὶ Κραύγαζαν· «Δόξαί Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».

14 Βρῆκε δὲ ὁ Ἰησοῦς ἕνα γαϊδουράκι καὶ κάθησε έπάνω του, ὅπως εἶναι γραμμένο·

15 Μὴ φοβᾶσαι, Θυγατέρα Σιώνί Ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς σου ἐ’ρχεται καθήμενος σ ε’να πουλάρι ὄνου.

16 Ἀλλὰ τί σήμαιναν αὐτὰ δὲν κατάλαβαν οι μαθηταί του στὴν ἀρχή, ἀλλ ὅταν δοξάσθηκε ὁ Ιησοῦς, τότε Θυμήθηκαν, ὅτι αὐτὰ ἦταν γι’ αὐτὸν γραμμένα, καὶ αὐτὰ έκαναν σ αυτόν 49]. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 12,17-29

17 Οἱ δὲ ἂνθρωποι τοῦ λαοῦ, ποὺ ἦταν μαζί του ὅταν φώναξε τὸ Λάζαρο νὰ βγῇ ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, έδιναν μαρτυρία (γιὰ τὸ θαῦμα).

18 Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν προῦπάντησε ὁ λαὸς, διότι ἄκουσαν, ὅτι εἶχε κάνει αὐτὸ τὸ θαῦμα.

19 Οἱ Φαρισαῖοι τότε εἶπαν μεταξύ τους· «Βλέπετε, ὅτι δὲν κατορθῶνετε τίπστε Νά, ὅλος ὁ λαὸς ἔφυγε (ἀπὸ μᾶς) καὶ ἁκολούθησε αὐτόν».

’Έλληνες ζητοῦν νὰ ίδοῦν τὸν Ἰησοῦ καὶ ὁ Ἰησοῦς προφητεύει δόξα

20 Μερικοὶ δὲ ἀπ’ αὐτούς, ποὺ ἁνέβηκαν γιὸι νὰ προ- σκυνήσουν κατὰ τὴν ἑορτή, ἦταν Ἕλληνες.

21 Αὐτοὶ δὲ προσῆλθαν στὸ Φίλιππο, ποὺ ἦταν ἁιτὸ τὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γα- λιλαίας, καὶ τὸν παρακαλοῦσαν λέγοντας· «Κύριε, θέλουμε νὰ ίδοῦμε τὸν Ἰησοῦ».

22 Πηγαίνει ὁ Φίλιππος καὶ τὸ λέγει στὸν Ἀνδρέα, καὶ ἔπειτα ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Φίλιππος τὸ λέγουν στὸν Ἰησοῦ.

23 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε τότε· «Ἔφθασε ἡ ὥρα, για νὰ δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

24 Άληθινὰ ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ἐὰν ὁ κόκκος τοῦ σίτου δὲν πέσῃ στὴ γῆ καὶ δὲν πεθάνῃ, μένει αὐτὸς μόνος. Ἐὰν ὅμως πεθόινῃ, φέρει πολὺ καρπὸ (Στὸν πολὺ καρπό, ποὺ ἔφερε ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ, περιλαμβάνονται καὶ οἱ Ἕλληνες, διὰ τῶν ὁποίων δοξάσθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου)».

Ὸ Ἰησοῦς ἀπὸ τοὺς ἀκολούθους του ζητεῖ αὺταπάρνησι

25 «Ὅποιος ὰγαπόιει τὸν ἑαυτό του (ὸ φίλαυτος δηλαδή), θὰ τὸν χάσῃ, Ἐνῷ ὅποιος μισεῖ τὸν ἑαυτὸ του στὸν κὸσμο τοῦτο (ὸ ἄνθρωπος τῆς αὑταιταρνήσεως δηλαδή), θὰ τὸν διατηρήσῃ γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.

26 Ὅποιος θέλει νὰ διακονῇ έμένα, ἂς ἁκο- λουθῇ έμένα (στὸ δρὸμο τῆς αὐταπαρνήσεως), καὶ ὅπου εἶμαι έγῶ, έκεῖ θὰ εἶναι καὶὸ δικὸς μου διάκονος. Ναί, ὅποιος διακονεῖ έμένα (τὸν Υἱό), θα τὸν τιμήσῃ ὁ Πατέρας».

Ὁ Ἰησοῦς ὁμιλεῖ γιὰ τὸ θάνατό του καὶ τὴ σημασία του

27 «Τῶραή ψυχή μου ἔχει ταραχθῆ. Καὶ τί νὰ εἰπῶ, Πατέρα, σῶσε με ἀπὸ τὴν ὥρα αὐτή. Ἀλλὰ γι’ αὐτὸ ἧλθα στὴν ὥρα αὐτή.

28 Πατέρα, δόξασε τὸ ὄνομά σου». Ἦλθε τότε φωνὴ ἀπὸ τὸν οῦρανὸ· «Καὶ δόξασα, καὶ πάλι θα δοξάσω».

29 Ὁ δὲ λαός, ποὺ παρίστατο καὶ ἄκουσε, ἔλεγε, ὅτι ἔγινε βροντή. Ἄλλοι έλεγαν, «Ἅγγΰιος μίλησε σ’ αὑτὸν». 493 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 12,30-47

30 Ὁ Ἰησοῦς εἶπε τότε· «Ἠ φωνὴ αὐτὴ δὲν ἦλθε γιὰ με’να, ἁλλὰ γιὰ σᾶς.

31 Τώρα θὰ γίνῃ δικαίωσι αύτοῦ τοῦ κόσμου (ἔναντι τοῦ ἀντιδίκου Διαβόλσυ). Τώρα ὁ ἅρχων αὐτοῦ τοῦ κόσμου θὰ πεταχθῂ ἔξω.

32 Ἐγὼ δέ, ὅταν ὑψωθῶ ἀπὸ τὴ γῆ (πάνω στὸ σταυρό), θὰ ἑλκύσω ὅλους πρὸς τὸν ἑαυτό μου»,

33 Αύτὸ δὲ ἔλεγε ὺποδηλώνοντας μὲ ποιό εἶδος θανάτου ἔμελλε νά πεθάνῃ.

34 Ὁ λαὸς τοῦ εἶπε· «Ἐμεῖς ἁκούσαμε ἀπὸ τὸ νόμο, ὅτι ὁ Χριστὸς (ὸ Μεσσίας) θὰ ζῇ αίωνίως. Καὶ πῶς σὺ λέγεις, ’Ὀ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νὰ ύψωθῇ”; Ποιός εἶναι αύτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ άνθρώπου;>>.

35 Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Λίγο χρόνο ἀκόμη τὸ φῶς θὰ εἶναι μαζί σας. Περιπατεῖτε, ἕως ὅτου ἔχετε τὸ φῶς, γιὰ νὰ μὴ σάς καταλάβῃ τὸ σκοτάδι Διότι ἐκεῖνος, ποὺ πε- ριπατεῖ στὸ σκοτάδι, δὲν ξέρει ποῦ πηγαίνει.

36 Ἕως ὅτου ἔχετε τὸ φῶς, νὰ πιστεύετε στὸ φῶς, γιὰ νὰ γίνετε παιδιὰ τοῦ φωτός». Αύτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἔφυγε καὶ κρύφθηκε ἀπ’ αὐτούς.

Ἡ ἀπιστία τῶν Ἰουδαίων παρὰ τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων

37 Ἐνῲ δὲ εἶχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά τους, δὲν πίστευαν σ’ αύτόν,

38 καὶ ἔτσι ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος, πού εἶπε ὁ προφήτης Ἡσαΐας- Κύριε, ποιός πίστευσε στὸ κήρυγμά μας; Καὶ ποιός κατάλαβε τὴ δύναμι τοῦ Κυρίου;

39 Ὁ Ἡσαΐας εἶπε ἐπίσης γιὰ ποιό λόγο δὲν μποροῦσαν νὰ πιστεύσσυν-

40 Τύφλω- σε τὰ μάτια τους καὶ σκότισε τὸ νοῦ τους, γιὰ νὰ μὴν ἱδοῦν μὲ τὰ μάτια καὶ καταλάβουν μὲ τὸ νοῦ καὶ ἐπιστρέψουν, καὶ τοὺς συγχωρήσω.

41 Αύτὰ εἷπε ὁ Ἡσαΐας, ὅταν εἶδε τὴ δόξα του καὶ μίλησε γι’ αύτόν.

42 Ἐν τούτοις καὶ ἀπὸ τοὺς άρχοντες πολλοὶ πίστευσαν σ’ αὐτόν, ἀλλ’ ἐξ αἰτίας τῶν Φαρισαίων δὲν ὼμολογοῦσαν, γιὰ νὰ μὴ γίνουν ἀποσυνάγωγοι (γιὰ νὰ μὴν άφορισθσῦν),

43 Διότι τῆς τιμῆς ἀπὸ τὸ Θεό προτίμησαν τήν τιμὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Συνοπτική διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ

44 Ὁ Ἰησοῦς δὲ φώναξε δυνατὰ καὶ εἶπε· «Ὅποιος πιστεύει σ’ ἐμένα, δὲν πιστεύει σ’ ἐμένα, άλλά σ’ ἐκεῖνον, που μὲ ἔστειλε.

45 Καὶ ὅποιος παραδέχεται ἑμένα, παραδέχεται ἐκεῖνον, πού μὲ ἔστειλε.

46 Ἐγὼ ἦλθα στὸν κόσμο ὡς φῶς, γιὰ νὰ μὴ μείνῃ στὸ σκοτάδι κανείς, ποὺ πιστεύει σ’ ἑμένα.

47 Καὶ ἂν κανεὶς ἀκούσῃ τὰ λόγια μου καὶ δὲν πιστεύσῃ, ἐγὼ δὲν τὸν καταδικάζω. Διότι δὲν ἧλΘα γιὰ νὰ καταδικάσω τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσω τὸν κοσμο. 495 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 12,48 - 13,15

48 ”Οποιος μὲ ἀπορρίπτει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, έχει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν καταδικάσῃ. Ὁ λόγος, ποὺ κήρυξα, ἐκεῖνος θὰ τὸν καταδικάσῃ κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα.

49 Διότι ἐγὼ δέν κήρυξα ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ὁ Πατέρας, ποὺ μὲ ἔστειλε, αὐτὸς μὲ δίδαξε τί θὰ εἰπῶ καὶ τί θὰ κηρύξω.

50 Καὶ ξέρω, ὅτι ἡ διδα- σκαλία του εἶναι ζωὴ αἰώνια. Αύτὰ λοιπόν, ποὺ κηρύττω ἐγώ, έτσι τὰ κηρύττω, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ Πατέρας».

Κεφάλαιο 13

Ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν

13 Πρὸ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, γνωρίζοντας ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα του γιὰ νὰ μεταβῇ ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο στὸν Πατέρα, ἔχοντας ἀγαπήσει τοὺς δικούς του, ποὺ ἦταν στὸν κόσμο, -μὲ τελεία ἀγάπη τοὺς ἁγάπησε-,

2 καὶ ἀφοῦ έτοιμάσθη- κε δεῖπνο, ἐνῷ ὁ Διάβολος εἶχε πλέον βάλει στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰούδα, τοῦ υἱοῦ τοῦ Σίμωνος, τοῦ Ἰσκαριώτη, νὰ τὸν παραδώσῃ,

3 ἂν καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶχε τὴ συνείδησι, ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε τὰ πάντα στὰ χέρια, καὶ ὅτι προῆλθε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ πηγαίνει πρὸς τὸ Θεό, (έν τούτοις)

4 σηκώνεται ἀπὸ τὸ δεῖπνο καὶ βγάζει τὰ έξωτερικὰ ἐνδύματα, καί, ἀφοῦ πῆρε μιὰ ποδιά, ζώσθηκε,

5 ἔπειτα ρίχνει νερὸ στὴ λεκάνη καὶ ἅρχισε νὰ πλύνῃ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν καὶ νὰ τὰ σκουπίζῃ μὲ τὴν ποδιά, μὲ τὴν ὸποία ἦταν ζωσμένος.

6 Ἔρχεται δὲ πρὸς τὸ Σίμωνα Πέτρο, καὶ ἐκεῖνος τοῦ λέγει· «Κύριε, σὺ θὰ πλύνῃς τὰ πόδια μους».

7 Άποκρίθηκε ὸ Ἰησοῦς καὶτοῦ εἶπε· «Αύτό, ποὺ ἐγὼ κάνω, σύ δὲν καταλαβαίνεις τώρα, θὰ καταλάβῃς ὅμως ὕστερα».

8 Τοῦ λέγει ὁ Πέτρος· «Δὲν θὰ πλύνῃς τὰ πόδια μου ποτέ». Τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς· «Ἂν δὲν σὲ πλύνω, δὲν θὸι ἔχῃς Θέσι μαζί μου».

9 Τοῦ λέγει ὁ Σίμων Πέτρος, «Κύριε, ὄχι μόνο τὰ πόδια μου, ἀλλὰ καὶτὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι».

10 Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ὁ λουσμένος δὲν χρειάζεται, παρὰ νὰ νίψῃ τὰ πόδια, καὶ ἔτσι εἶναι καθαρὸς ὁλόκληρος. Καὶ σεῖς εἶσθε καθαροί, ἀλλ’ ὄχι ὅλοι».

11 Γνώριζε δηλαδὴ τὸν προδὸτη του, γι’ αύτὸ εἷπε, «Δὲν εἶσθε ὅλοι καθαροί».

12 Ὅταν δὲ έπλυνε τὰ πόδια τους καὶ φόρεσε τὰ ἐνδύματά του, κάθησε πάλι στὸ τραπέζι καὶ τοὺς εἶπε· «Καταλαβαίνετε τί ἔκανα σὲ σᾶς,

13 Σεῖς μὲ προσφωνεῖτε, ”Διδάσκαλε” καὶ ”Κύριε”, καὶ καλῶς λέγετε, διότι εἶμαι,

14 Ἀφοῦ δὲ ἐγώ, ὁ Κύριος καὶ ὸ Διδάσκαλος, έπλυνα τὰ δικά σας πὸδια, καὶ σεῖς ὀφείλετε νὰ πλύνετε τὰ πόδια ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.

15 Παράδειγμα δηλαδὴ σᾶς ἔδωσα, γιὰ νὰ κάνετε καὶ σεῖς, ὅπως ἔκανα ἐγώ. 497 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 13,16-32

16 Άληθινά ἀληθινὰ σᾶς λέγω, δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτε- ρος τοῦ κυρίου του, οὔτε ἀπεσταλμένος άνώτερος αὐτοῦ ποὺ τὸν ἀπέστειλε.

17 Ἀφοῦ καταλαβαίνετε αύτά, εὐωχεῖς θὰ εἶσθε, ἐὰν ἐφαρμόζετε αὑτά».

Ὸ Ἰησοῦς προλέγει τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα

18 «Δὲν ὸμιλῶ γιὰ ὅλους σας. Ἐγὼ γνωρίζω αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξα. Άλλ ’ ἓτσι έκπλη ρώθη κε ὁ Γραφικὸς λόγος, Αύτός, ποὺ τρώγει μαζί μου τὸν ἅρτο, σήκωσε έναντίον μού τὴν πτέρνα του (μὲ κλώτσησε).

19 Σᾶς λέγω ἀπὸ τώρα, προτοῦ γίνῃ (ἡ προδοσία), ὥστε, ὅταν γίνῃ, νὰ πιστεύσετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι

20 Άληθινά ἀληθινὰ σάς λέγω, ὅποιος δέχεται ὅποιον στείλω, δέχεται ἐμένα, Καὶ ὅποιος δέχεται έμένα, δέχεται ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἔστειλε».

21 Αύτά εἶπε ὁ Ἰησοῦς, καὶ ταράχθηκε στὸ πνεῦμα καὶ μίλη- σε ἔντονα καὶ εἶπε· «ΆληΘινά ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἕνας ἀπὸ σᾶς θὰ μὲ προδώσῃ».

22 Τότε οἱ μαθηταὶ κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἀλλο ἀπορώντας γιὰ τὸ ποιόν ὁμιλεῖ.

23 Ἕνας δὲ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, τὸν ὸποῖον ὁ Ἰησοῦς άγαποῦσε ίδιαιτέρως, ἦταν γερμένος κοντὰ στὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ

24 Ὁ δὲ Σίμων Πέτρος τοῦ κάνει νεῦμα γιὰ νὰ ρωτήσῃ, ποιός ἆραγε εἶναι αύτός, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖ.

25 Εκεῖνος τότε ἔγειρε πάνω στὸ στῆθος τοῦ Ιησοῦ, καὶτοῦ λέγει-ι (Κύριε, ποιός εἶναιῖ» ,

26 Άποκρίνεται ὁ Ἰ-η σοῦς·« «Ἐκεῖνος εἶναι, στὸν ὁποῖον ἐγὼ θὰ δώσω αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ ψωμί, ἀφοῦ τὸ βουτήξω στὸ ζωμό». Καὶ ἀφοῦ βούτηξε στὸ ζωμὸ τὸ ψωμί, τὸ δίνει στὸν Ἰούδα, τὸν υἰὸ τοῦ Σίμωνος, τὸν Ἰσκαριώτη.

27 Ἀφοῦ δὲ πῆρε τὸ ψωμί, τότε μπήκε μέσα του ὸ Σατανᾶς. Τοῦ λέγει δὲ ὁ Ἰησοῦς· «Ὅ,τι σκοπεύεις νὰ κάνῃς, κάνε το γρήγορα».

28 Ἀλλ’ αύτὸ κανεὶς ἀπὸ τοὺς σύνδαιτύμὸνες δὲν κατάλαβε γιατί τοῦ τὸ εἷπε.

29 Μερικοὶ δὲ νόμιζαν, ἐπειδὴ ὸ Ἰούδας κρατοῦσε τὸ ταμεῖο, ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέγει, «Ἀγόρα- σε αὐτά, ποὺ χρειαζὸμεθα γιὰ τὴν ἑορτή», ἢ γιὰ νὰ δώσῃ κάτι στοὺς πτωχούς.

30 Ἀφοῦ δὲ ἐκεῖνος πήρε τὸ ψωμί, άμέσως άναχώρησε. Ἦταν δὲ νύκτα.

Ἡ καινούργια ἐντολή τῆς ἀγάπης

31 Ὅταν δὲ άναχώρησε, λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Τώρα δοξάσθηκε ὸ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς δοξάσθηκε δι’ αὐτοῦ.

32 Ἀφοῦ ὸ Θεὸς δοξάσθηκε δι’ αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς θὰ δοξάσῃ αύτὸν διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ πολὺ γρήγορα θὰ δοξάσῃ αὐτὸν. 499 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 1333 - 14,9

33 Παιδάκια μου, ἀκόμη γιὰ λίγο θὰ εἶμαι μαζί σας. θὰ μὲ ζητήσετέ, ἀλλ’ ὅπως εἷπα στοὺς Ἰουδαίους ’Ὅπου πηγαίνω ἐγώ, σείς δὲν δύνασθε νὰ ἔλθετε”, καὶ σὲ σᾶς λέγω τώρα

34 Σᾶς δίνω καινούργια έντολή· Ν’ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἀλλο. Ὅπως σᾶς ἀγάπησα, ἔτσι ν’ ἀγαπᾶτε καὶ σεῖς ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

35 Ἀπ’ αὐτὸ θὰ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι εἶσθε δικοί μου μαθηταί, ἐὰν έχετε ἀγάπη μεταξύ σας».

Ἡ μεγαλοστομία τοῦ Πέτρου καὶ ἡ πρόρρησι τῆς τριπλῆς ἀρνήσεως του

36 Τοῦ λέγει ὁ Σίμων Πέτρος· «Κύριε, ποῦ πηγαίνεις». Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς- «Ὅπου ἐγὼ πηγαίνω, δὲν δύνασαι νὰ μὲ ἀκολουθήσῃς τώρα, ἀλλ’ ὕστερα θὰ μὲ ἀκολουθήσῃς».

37 Τοῦ λέγει ὁ Πέτρος· «Κύριε, γιαῖί δὲν δύναμαι νὰ σὲ ἀκολουθήσω τώρα, Γιά σένα εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου».

38 Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Γιὰ μένα εἷσαι ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃς τή ζωή σουί Άληθινὰ ἀληθινὰ σοῦ λέγω, προτοῦ λαλήσῃ ὁ πετεινός, θὰ μὲ ἁπαρνηθῇς τρεῖς φορές».

Κεφάλαιο 14

«Ἐγώ είμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ὴ ζωή»

14 «Ἀς μὴ ταράσσεται ἡ καρδιά σας. Νὰ πιστεύετε στὸ Θεό, καὶ σ’ έμένα νὰ πιστεύετε.

2 Στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μου ὑπάρχουν πολλοὶ τόποι διαμονῆς. Ἐὰν δὲν ῦπῆρχαν, θὰ σᾶς τὸ έλεγα. Πηγαίνω γιὰ νὰ σᾶς ἑτοιμάσω τόπο.

3 Καὶ ὅταν πάω καὶ σᾶς ἑτοιμάσω τόπο, πάλι θὰ έλθω καὶ θα σᾶς παραλάβω κοντά μου, ὥστε, ὅπου εἶμαι ἐγώ, νὰ εἶσθε καὶ σεῖς.

4 Καὶ ποῦ ἐγὼ πη- γαίνω ξέρετε, καὶ τὴν ὁδὸ ξέρετε».

5 Τοῦ λέγει ὁ Θωμᾶς· << Κύριε, δὲν ξέρουμε ποῦ πηγαίνεις. Καὶ πῶς μποροῦμε νὰ ξέρωμε τήν ὁδὸῖ».

6 Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδὸς καὶὴ ἀλήθεια καὶὴ ζωή. Κανεὶς δὲν ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, παρὰ διὰ μέσου ἐμοῦ.

7 Ἐὰν μὲ ε’ίχατε γνωρίσει, θὰ ε’ίχατε γνωρίσει καὶ τὸν Πατέρα μου. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τώρα τὸν γνωρίζετε, καὶ τὸν ἔχετε ἰδεῖ».

«Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ έώρακε τὸν Πατέρα» «Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶὸ Πατὴρ ἐν έμοί ἐστι»

8 Τοῦ λέγει ὁ Φίλιππος· «Κύριε, δεῖξε μας τὸν Πατέρα, καὶ μᾶς ἀρκεῖ».

9 Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Τὸσο χρόνο εἶμαι μαζί σας καὶ δέν μὲ γνώρισες, Φίλιππε, Ὅποιος εἶδε έμένα, εἶδε τὸν Πατέρα. Καὶ πῶς σὺ λέγεις, ”Δεῖξε μας τὸν Πατέρα”; 501 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 14,1Ο-26

10 Δὲν πιστεύεις, ὅτι ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Πατέρα καὶ ὸ Πατέρας εἶναι μέσα σ’ έμένα, Τὰ λόγια, τὰ ὸποῖα ἐγὼ σᾶς λέγω, δὲν λέγω ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ὁ Πατέρας ἐπίσης, ὁ ὁποῖος μένει μέσα μου, αὐτὸς κάνει τὰ ἔργα.

11 Νά μὲ πιστεύετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Πατέρα, καὶὸ Πατέρας μέσα σ’ έμένα, Ἀλλιῶς, νὰ μὲ πιστεύετε ἐξ αἰτίας τῶν ἰδίων τῶν ἔργων.

12 Άληθινά ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅποιος πιστεύει σ’ έμένα, τὰ ἔργα, ποὺ ἐγὼ κάνω, καὶ ἐκεῖνος Θά κάνῃ, καὶ μεγαλύτερα ἀπ’ αὐτὰ θὰ κάνῃ, διότι ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πατέρα μου,

13 καὶ ὅ,τι θὰ ζητήσετε στὸ ὄνομά μου, θὰ τὸ κάνω, γιὰ νὰ δοξασθῇ ὁ Πατέρας διὰ τοῦ Υὶοῦ.

14 Ἐὰν κάτι ζητήσετε στὸ ὅνομά μου, ἐγὼ θὰ τὸ κάνω».

Σ’ ὅποιον ἀγαπᾷ τὸ Χριστὸ κατοικεῖ ἡ Ἁγία Τριάς

15 «Ἐὰν μὲ ἀγαπᾶτε, τηρήσετε τἰς έντολές μου.

16 Καὶ έγὼ Θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα καὶ θὰ σᾶς δώσῃ ἀλλο Παράκλητο (Βοηθό), γιὰ νὰ μένῃ μαζί σας αἰωνίως,

17 τὸ Πνεῦμα τῆς ἀλη- Θείας, τὸ ὁποῖον ὁ κόσμος δὲν δύναται νὰ λάβῃ, διότι δὲν τὸ πα- ραδέχεται καὶ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει. Σεῖς ὅμως τὸ ἀναγνωρίζετε, γι’ αὐτὸ μένει κοντά σας, καὶ Θά έλθῃ μέσα σας.

18 Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς. θὰ ἐπανῦιθω σ’ έσᾶς.

19 Λίγο ἀκόμη καὶ ὸ κόσμος δὲν Θά μὲ βλέπῃ, έσεῖς ὅμως θὰ μὲ βλέπετε (στήν πρόνοιά μου), διότι ἐγὼ ἔχω ζωὴ καὶ σεῖς θά έχετε ζωή (πνευματικὴ ζωή, ποὺ θὰ λάβετε ἀπὸ μένα).

20 Τότε σεῖς Θὸι συνειδητσποιήσε- τε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι στὸν Πατέρα μου, καὶ σεῖς σ’ έμένα, καὶ ἐγὼ σ’ έσᾶς.

21 ’Ὀποιος κρατεῖ τὶς ἐντολές μου καὶ τὶς ἐφαρμόζει, ἐκεῖνος μόνο μὲ ἀγαπᾷ. Ὅποιος δὲ μὲ ἀγαπᾷ, δ’ ἀγαπηθῇ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, καὶ ἐγὼ θὰ ἀγαπήσω αὐτόν, καὶ θὰ φανερώσω σ’ αὐτὸν τὸν ἑαυτό μου».

22 Τοῦ λέγει ὁ Ἰούδας, ὄχι ὁ Ἰσκα- ριώτης· «Κύριε, τί συνέβη καὶ πρόκειται νὰ έμφανίσῃς σ’ έμᾶς τὸν ἑαυτό σου καὶ ὄχι στὸν κόσμος»,

23 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἷπε· «Ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾷ, Θά τηρήσῃ τὸ λόγο μου, καὶ ὸ Πατέρας μου Θά ἀγαπήσῃ αὐτόν, καὶ θὰ έλθωμε πρὸς αὐτόν, καὶ θὸι κατοικήσωμε σ’ αὐτόν.

24 Ὅποιος δὲν μὲ ἀγαπᾷ, δὲν τηρεῖ τοὺς λόγους μου. Ὁ δὲ λόγος, ποὺ ἀκούετε, δὲν εἶναι δικός μου, ἀλλὰ τοῦ Πατέρα ποὺ μὲ ἔστειλε».

Ὁ Παράκλητος διδάσκει καὶ ὺπενθυμίζει

25 «Αὐτά σᾶς εἷπα κατὰ τὸ χρόνο, ποὺ έμενα κοντά σας.

26 Ὸ δὲ Παράκλητος (ὁ Βοηθός), τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ποὺ θὰ στείλῃ ὁ Πατέρας στὸ ὅνομά μου, ἐκεῖνος θὰ σᾶς διδάξῃ ὅλα καὶ θα σᾶς ὺπενθυμίσῃ ὅλα, ὅσα σᾶς εἶπα».

503 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 14,27 - 15,12

Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ

27 «Σᾶς ἁφήνω εἰρήνη, σᾶς δίνω τὴ δική μου είρήνη, δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ ὅπως δίνει ὁ κόσμος (ψεύτικη εἰρήνη). Νὰ μὴ ταράσσε- ται ἡ καρδιά σας καὶ νὰ μὴ δειλιάζῃ.

28 Ἀκούσατε, ὅτι ἐγὼ σᾶς εἶπα, ”Πηγαίνω καὶ ἐπανέρχομαι σ’ έσάς”. Ἐὰν μὲ ἀγαπούσατε, θὰ εῖχατε χαρὰ διότι σᾶς εἶπα, ”Πηγαίνω στὸν Πατέρα”. Διότι ὁ Πατέρας μου εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ μένα (ὼς ἀνθρωπο).

29 Σᾶς τὰ εἶπα δὲ τώρα, πρὶν γίνουν, ὥστε, ὅταν γίνουν, νὰ πιστεύσε- τε.

30 Δὲν θὰ ὁμιλήσω πλέον μαζί σας πολύ, διότι ἔρχεται ό ἀρχων τοῦ κόσμου (ὸ κοσμοκράτωρ Διάβολος). Καὶ ἐναντίον μου δὲν δύναται τίποτε,

31 ἀλλά (θὰ μὲ θανατώσῃ) γιὰ νὰ μάθῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἀγαπῶ τὸν Πατέρα, καὶ ὅπως μοῦ ἔδωσε ἐντολή ὸ Πατέρας, ἔτσι κάνω. Σηκωθῆτε, ἂς φύγωμε ἀπ’ έδῶ».

Κεφάλαιο 15

Ὸ Χριστὸς τὸ ἀληθινὸ κλῆμα καὶ ἐμεῖς οἱ κληματόβεργες

1 5 «Ἐγὼ εἶμαι τὸ κλῆμα τὸ ἀληθινό, καὶ ὁ Πατέρας μου εἶναι ὁ γεωργός.

2 Κάθε κληματόβεργα σ’ έμένα, ποὺ δὲν φέρει καρπό, τὴν ἀφαιρεῖ, καὶ κάθε μία, ποὺ φέρει καρπό, τήν καθαρίζει (κλαδεύει), γιὰ νὰ καρποφορήσῃ περισσότερο.

3 Σεῖς εἶσθε ἤδη καθαροὶ ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου ποὺ σᾶς δίδαξα.

4 Μείνετε ἐνωμένοι μαζί μου, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι ἐνωμένος μαζί σας. Ὅπως ἠ κληματόβεργα δὲν δύναται νὰ φέρῃ καρπὸ ἀφ’ ἑαυτῆς, ἐὰν δὲν μείνῃ στὸ κλῆμα, ἔτσι οὔτε σεῖς, ἐὰν δὲν μείνετε σ’ έμένα.

5 Ἐγὼ εἶμαι τὸ κλῆμα, έσεῖς οἱ κληματόβεργες. ’Ὀποιος μένει ένωμένος μ’ έμένα καὶ ἐγὼ μ’ αὐτόν, αὐτὸς φέρει καρπὸ πολύ, ἐνῷ χωρὶς έμένα δὲν δύνασθε νὰ κάνετε τίποτε.

6 Ἐὰν κάποιος δὲν μείνῃ ὲνωμένος μ’ έμένα, έξάπαντος θὰ πεταχθῇ ἔξω, ὅπως ἡ κλη- ματόβεργα, καὶ θὰ ξεραθῇ. Αὺτὲς τὶς κληματόβεργες μαζεύουν καὶ ρίχνουν οτή φωτιὰ καὶ καίονται

7 Ἐὰν μείνετε σ’ έμένα, καὶ τὰ λόγια μου μείνουν σ’ ἐσᾶς, ὅ,τι θέλετε ζητήσετε, καὶ θὰ γίνῃ σ’ έσᾶς.

8 Γι’ αὐτὸ δοξάσθηκε ὁ Πατέρας μου, διότι φέρατε καρπὸ πολὺ, ὥστε ν’ ἀναδειχθῆτε μαθηταί μου».

Άγάπη καὶ τήρησι ἐντολῶν

9 «Ὅπως μὲ ἀγάπησε ὁ Πατέρας, καὶ ἐγὼ ἀγάπησα έσᾶς. Μείνετε στὴν ἀγάπη μου.

10 Ἐὰν τηρήσετε τὶς έντολές μου, θὰ μείνετε στὴν ἀγάπη μου, ὅπως ἐγὼ τήρησα τὶς έντολὲς τοῦ Πατέρα μου καὶ μένω στὴν ἀγάπη του.

11 Αὺτὰ σᾶς εἶπα, γιὰ νὰ μείνῃ ἡ χαρά μου σὲ σᾶς, καὶ ἡ χαρά σας νὰ εἶναι πλήρης.

12 Αὺτή εἶναι ἡ δική μου ἐντολή, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ὅπως σᾶς ἀγάπησα, 505 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 15,13-27

13 Κανεὶς δὲ) ἔχει ἀγάπη μεγαλύτερη ἀπ’ αὐτή, νὰ Θυσιάζῃ δηλαδὴ κανεὶς τὴ ζωή του γιὰ τοὺς φίλους του.

14 Σεῖς εἶσθε φίλοι μου, ἐὰν κὰνετε ὅσα ἐγὼ σᾶς παραγγέλλω.

15 Δὲν σᾶς ὀνομάζω πλέον δούλους, διότι ὁ δοῦλος δὲν γνωρίζει τί κάνει ὸ κύριός του. Ἀλλὰ σᾶς ώνόμασα φίλους, διότι σᾶς ἔκανα γνωστὰ ὅλα, ὅσα ἄκουσα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου.

16 Δὲν μὲ έξελέξατε σεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα, καὶ σᾶς ὥρισα γιὰ νὰ πηγαίνετε καὶ νὰ φέρετε καρπό, καὶ ὁ καρπός σας νὰ μένῃ, ὥστε, ὅ,τι ζητήσετε ἀπὸ τὸν Πατέρα στὸ ὄνομα μου, νὰ σᾶς τὸ δώσῃ.

17 Αὺτὰ σᾶς λέγω, γιὰ ν ’ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο».

Τὸ μῖσος τοῦ κόσμου κατὰ τοῦ Κυρίου καὶτῶν πιστῶν

18 «Ἂν ὁ κόσμος σᾶς μισῇ, νὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὅψι σας, ὅτι πρὶν ἀπὸ σᾶς μίσησε ἐμένα,

19 Ἐὰν ἤσασθε ἀπὸ τὸν κόσμο, ὸ κόσμος ὡς δικούς του θὰ σᾶς ἁγαποῦσε. Ἀλλὰ διότι δὲν εἶσθε ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ξεχώρισα ἀπὸ τὸν κόσμο, γι ’ αὐτὸ σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος.

20 Νὰ ένθυμῆσθε τὸ λόγο, ποὺ ἐγὼ σᾶς εἶπα· ”Δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἁνώτερος ἀπὸ τὸν κύριό του”. Ἂν καταδίω- ξαν ἐμένα, θὰ καταδιώξουν καὶ σᾶς. Ἂν τήρησαν τὸ λόγο μου, θὰ τηρήσουν καὶτὸ δικό σας.

21 Ὄλα δὲ αὐτὰ θὰ σᾶς κάνουν ἔξ αἰτίας τοῦ ὀνόματός μου, διότι δὲν γνωρίζουν αὐτόν, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε.

22 Ἂν δὲν ἔρχόμουν καὶ δὲν κήρυττα σ’ αὐτούς, δὲν θὰ εἶχαν ἁμαρτία (γιὰ τὴν ἀπιστία τους). Τώρα ὅμως δὲν ἔχουν δικαιολογία γιὰ τὴν ἁμαρτία τους.

23 Ὀποιος μισεῖ ἐμένα, μισεῖ καὶ τὸν Πατέρα μου.

24 Ἂν δὲν ἔκανα σ’ αὐτοὺς τὰ ἔργα, ποὺ κανεὶς ἄλλος δὲν ἔκανε, δὲν θὰ εἶχαν ἁμαρτία. Τώρα ὅμως καὶ ἔχουν ίδεῖ, καὶ ἔχουν μισήσει καὶ ἐμένα καὶ τὸν Πατέρα μου.

25 Ἀλλὰ μ’ αὑτό, ποὺ συνέβη, ἔκπληρώθηκε ὁ λόγος, ποὺ εἶναι γραμμένος στὸ νόμο τους· Μὲ μίσησαν χωρὶς λόγο».

Ὁ Παράκλητος καὶ οἱ μαθηταὶ δίνουν μαρτυρία γιὰ τὸ Χριστό

26 «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος (ὁ Βοηθός), τὸν ὁποῖο ἐγὼ Θὰ σᾶς οτείλω ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τὸ ὸποῖο ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος θὰ δώσῃ μαρτυρία γιὰ μένα.

27 Ἀλλὰ καὶ σεῖς δίνετε μαρτυρία, διότι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶσθε μαζί μου».

507 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 16,1-17

Κεφάλαιο 16

Θὰ σᾶς ἁφορίσουν καὶ θὰ σᾶς φονεύσουν

1 6 «Αύτὰ σᾶς εἶπα, γιὰ νὰ μὴ κλονισθῆτε.

2 θὰ σᾶς κάνουν ἀποσυναγώγους (Θὰ σᾶς ἀφορίσουν). Ἔρχεται μάλιστα ὥρα νὰ νομίζῃ καθένας, ποὺ θὰ σᾶς φονεύσῃ, ὅτι προσφέρει λατρεία στὸ Θεόί

3 Καὶ θὰ κάνουν αύτά, διότι δὲν γνώρισαν τὸν Πατέρα οὔτε έμένα.

4 Σᾶς εἶπα δὲ αύτά, ὥστε, ὅταν έλθῃ ἡ ὥρα, νὰ τὰ ένθυμῆσθε ὅτι σᾶς τὰ εἶπα. Δὲν σᾶς τὰ εἶπα δὲ ἀπ’ τὴν ἀρχή, διότι ἤμουν μαζί σας».

Τί ἀποδεικνύει στὸν κόσμο ὁ Παράκλητος

5 «Τώρα δὲ πηγαίνω σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἔστειλε, καὶ κανεὶς δέν μ’ ἐρωτᾷ, ”Ποῦ πηγαίνειςῗ

6 Ἀλλὰ διότι σᾶς εἶπα αύτά, ἡ λύπη γέμισε τὴν καρδιά σας.

7 Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω τὴν ἀλήθεια· σᾶς συμφέρει νὰ φύγω ἐγώ. Διότι, ἐὰν ἐγὼ δὲν φύγω, ὁ Παράκλητος (ό Βοηθὸς) δὲν θὰ ἔλθῃ σ’ έσᾶς. Ἐὰν ὅμως φύγω, θὰ τὸν στείλω σ’ έσᾶς.

8 Καὶ ὅταν ἐλθῃ ἐκεῖνος, θ’ ἀποδείξῃ στὸν κόσμο μία ἁμαρτία καὶ μία δικαίωσι καὶ μία τιμωρία.

9 Άμαρτία μέν, διότι δὲν πιστεύουν σ’ έμένα-

10 δικαίωσι δέ, διότι πηγαίνω στὸν Πατέρα μου, καὶ δὲν θὰ μὲ βλέπετε πλέον·

11 καὶ τιμωρία, διότι ὸ ἅρχων αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἔχει ὺποστῆ τιμωρία».

Τὸ Πνεῦμα ὁδηγεῖ σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ δοξάζει τὸ Χριστό

12 «Ἕχω πολλὰ ἀκόμη νὰ σᾶς πῶ, ἀλλὰ δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ ἐννοήσετε καὶ νὰ τὰ συγκρατήσετε τώρα

13 Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, θὰ σᾶς ὸδηγήσῃ σ’ ὅλη τήν ἀλήθεια Δὲν θὰ λαλήσῃ δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ θὰ είπῇ ὅσα θὰ ἀκούσῃ, καὶ θὰ σᾶς ἀναγγείλῃ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν.

14 Ἐκεῖνος θὰ δοξάσῃ ἐμένα, διότι ἀπ’ αύτό, ποὺ εἶναι δικό μου, θὰ λάβῃ καὶ θὰ ἀναγγείλῃ σὲ σᾶς.

15 Ὅλα, ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας, εἶναι δικά μου. Γι’ αύτὸ εἶπα, ὅτι θὰ λάβῃ ἀπ’ αύτό, ποὺ εἶναι δικό μου, καὶ θὰ ἀναγγείλῃ σὲ σᾶς».

Μεταβολή τῆς λύπης σὲ χαρά

16 «Λίγο ἀκόμη καὶ δὲν θὰ μὲ βλέπετε, καὶ πάλι λίγο καὶ θὰ μὲ ίδήτε, διότι ἐγὼ (δὲν μένω στὸν ᾅδη καὶ στὸν τάφο, ἀλλ’ ἀνα- σταίνομαι καὶ ἔτσι) πηγαίνω στὸν Πατέρα».

17 Εἶπαν τότε μερι- κοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητάς του μεταξύ τους· «Τί εἶναι αύτό, ποὺ μᾶς λέγει, ”Λίγο ἀκόμη καὶ δὲν θὰ μὲ βλέπετε, καὶ πάλι λίγο καὶ θὰ μὲ ίδήτε” καὶ ’”Εγὼ πηγαίνω στὸν Πατέρα”;>>. 509 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 16,18-33

18 Ἕλεγαν έπίσης· «Αύτὸ τὸ ”Λίγο”, ποὺ λέγει, τί σημαίνει, Δὲν ξέρουμε τί ἑννοεῖ».

19 Κατάλαβε δὲ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ήθελαν νὰ τὸν ρωτήσουν, καὶ τοὺς εἶπε· «Γ ι’ αύτὸ συζητεῖτε μεταξύ σας, πού εἶπα δηλαδή, ”Λίγο ἀκόμη καὶ δὲν θὰ μὲ βλέπετε, καὶ πάλι λίγο καὶ θὰ μὲ ἰδῆτε”;

20 Άληθινά ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θά κλαύσετε καὶ θὰ θρηνήσε- τε έσεῖς, ἐνῷ ὁ κόσμος θά χαρῇ. Ναί, έσεῖς θὰ λυπηθῆτε. Ἀλλ’ ή λύπη σας θὰ μεταβληθῇ σὲ χαρά.

21 Ἡ γυναῖκα, ὅταν γεννᾷ, ἔχει λύπη, διότι ἦλθε ἡ ὥρα της. Ἀλλ’ ὅταν γεννήσῃ τὸ παιδί, λη- σμονεῖ τὴ θλῖψι λόγῳ τῆς χαρᾶς, ὅτι γεννήθηκε ἄνθρωπος στὸν κόσμο.

22 Καὶ σεῖς, λοιπόν, τώρα μὲν έχετε λύπη, ἀλλὰ πάλι θὰ σᾶς δῶ, καὶ θὰ χαρῇ ἡ καρδιά σας, καὶ τὴ χαρά σας κανεὶς δὲν θὰ μπορῇ νὰ άφαιρέσῃ ἀπὸ σᾶς.

23 Ἐκεῖνο δὲ τὸν καιρὸ δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσετε τίποτε ἀπὸ μένα. Άληθινά ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι, ὅσα ζητήσετε ἀπὸ τὸν Πατέρα στὸ ὄνομά μου, θὰ σᾶς τὰ δώσῃ.

24 Ἕως τώρα δὲν ζητήσατε τίποτε στὸ ὄνομά μου. Ζητεῖτε καὶ θὰ λάβετε, γιὰ νὰ εἶναι ἡ χαρά σας πλήρης».

«Θαρσεῖτεέ Ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»

25 «Αύτά σᾶς εἶπα μὲ τρόπο συνεσκιασμένο. Ἀλλ’ έρχεται ὥρα, πού δὲν θὰ ὁμιλήσω πλέον μὲ τρόπο συνεσκιασμένο, ἀλλὰ θὰ σᾶς ὁμιλήσω γιὰ τὸν Πατέρα καθαρά.

26 Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ θὰ ζητήσετέ στὸ ὄνομά μου, καὶ δὲν σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ θὰ πα- ρακαλέσω τὸν Πατέρα γιὰ σᾶς.

27 Διότι ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας σᾶς ἀγαπᾷ, διότι σεῖς έχετε ἀγαπήσει έμένα, καὶ έχετε πιστεύσει, ὅτι έγὼ προῆλθα ἀπὸ τὸ Θεό.

28 Προῆλθα ἀπὸ τὸ Θεό καὶ ἧλθα στὸν κόσμο. Πάλι άφήνω τὸν κόσμο καὶ πηγαίνω στὸν Πατέρα».

29 Τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί του· «Νά, τώρα ὁμιλεῖς καθαρά, καὶ τίποτε δὲν λέγεις μέ τρόπο συνεσκιασμένο.

30 Τώρα εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι γνωρίζεις τὰ πάντα, καὶ δὲν έχεις ἀνάγκη νὰ σὲ ἐρωτᾷ κανείς. Γι’ αύτὸ πιστεύσυμε, ὅτι προῆλθες ἀπὸ τὸ Θεό».

31 Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Τώρα πιστεύετε.

32 Ἰδοὺ έρχε- ται ὥρα, καὶ ήδη ἔφθασε, γιὰ νὰ σκορπισθῆτε καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ καθένας στὰ δικά του, καὶ ν ’ ἀφήσετε έμένα μόνο. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι μόνος, διότι ὁ Πατέρας εἶναι μαζί μου.

33 Αύτὰ εἶπα σ’ έσᾶς, γιὰ νὰ έχετε ἐξ αἰτίας μου χαρά. Ἐξ αἰτίας τού κόσμου θὰ ἔχετε θλῖψι. Ἀλλ’ ἔχετε θάρροςέ Ἐγὼ έχω νικήσει τὸν κόσμο»,

511 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ].7,1-17

Κεφάλαιο 17

Ὀ Ἰησοῦς προσεύχεται γιὰ τὸν ἑαυτό του

1-7Αὑτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἔπειτα ὕψωσε τοὺς ὀφθαλ- μούς του πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε. «Πατέρα, ἔφθασε ἡ ὥρα. Δόξασε τὸν Υἱό σου, γιὰ νὰ σὲ δοξάσῃ καὶ ὁ Υἱός σου,

2 συμφώνως μὲ τὴν ἐξουσία, ποὺ ἔδωσες σ’ αὐτὸν ἐπάνω σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε κάθε χάρισμα, ποὺ ἔδωσες σ’ αὐτόν, νὰ δώσῃ σ’ αὐτοὺς ζωή αἰώνια.

3 Αὐτὴ δὲ εἶναι ἠ αἰώνια ζωή, νὰ γνωρίζουν (νὰ πιστεύουν, ν’ άγαηοῦν, νὰ λα- τρεύουν) έσένα, τὸ μόνο άληθινὸ Θεό, καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ὸποῖον ἁπέστειλες.

4 Ἐγὼ σὲ δόξασα ἐπάνω στὴ γῆ. Τὸ ἔργο τελείωσα, ποὺ μοῦ άνέθεσες νὰ κάνω.

5 Καὶ τώρα δόξασέ με σύ, Πατέρα, κοντά σὲ σένα τὸν ἴδιο μὲ τὴ δόξα, τὴν ὁποία εῖχα κοντά σου προτοῦ ὑπάρξῃ ὁ κόσμος».

Ὸ Ἰησοῦς προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητάς του

6 «Φανέρωσα τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ μοῦ ἔδωσες ἀπὸ τὸν κόσμο. Δικοί σου ἦταν, καὶ τοὺς ἔδωσες σ’ ἐμένα, καὶ τὸ λόγο σου ἔχουν τηρήσει.

7 Τώρα πείσθηκαν, ὅτι ὅλα, ὅσα μοῦ ἔδωσες, εἶναι ἀπὸ σένα.

8 Διότι τὰ λόγια, ποὺ μου ἔδωσες, ἔδωσα σ’ αὐτούς, καὶ αὐτοὶ τὰ δέχθηκαν, καὶ πείσθηκαν πραγματικά, ὅτι ἀπὸ σε’να προῆλθα, καὶ πίστευσαν, ὅτι σὺ μὲ άπέστειλες.

9 Ἐγώ γι’ αὐτοὺς παρακαλῶ. Δὲν παρα- καλῶ γιὰ τὸν κόσμο, άλλά γι’ αὐτούς, ποὺ μοῦ ἔδωσες, διότι εἶναι δικοί σου.

10 Καὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου, καὶτὰ δικά σου δικά μου, καὶ ἔχω δοξασθῇ δι’ αὐτῶν.

11 Καὶ δὲν εἶμαι πλέον στὸν κόσμο, ἐνῷ αὐτοὶ εἶναι στὸν κόσμο, ἐγὼ δὲ ἔρχομαι σ’ ἐσένα. Πατέρα δυνατέ, φύλαξέ τους μὲ τὴ δύναμί σου, τὴν ὁποία έδωσες σ’ έμένα, γιὰ νὰ εἶναι ἕνα, ὅπως ὲμεῖς.

12 Ὅταν ἤμουν μαζί τους στὸν κόσμο, ἐγώ τοὺς φύλασσα μὲ τὴ δύναμί σου. ’Ὀσους μοῦ ἔδωσες φύλαξα, καὶ κανεὶς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν άπωλέσθηκε, παρὰ ὁ ἄνθρωπος τῆς άπωλείας (ὁ Ἰούδας), καὶ έτσι ἑκπληρώθηκε ἡ Γ ραφή.

13 Ἀλλὰ τώρα ἔρχομαι σ’ ὲσένα, καὶ λε’γω αὐτὰ στὸν κόσμο, γιὰ νὰ ἔχουν πλήρη τὴ χαρά μου μέσα τους,

14 Ἐγὼ τοὺς ἔδωσα τὸ λόγο σου, καὶ ὁ κόσμος τοὺς μίσησε, διότι δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο (δὲν ἔχουν τὰ φρονήματα τοῦ κόσμου), ὅπως ἐγώ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὸν κόσμο.

15 Δὲν παρα- καλῶ νὰ τοὺς πάρῃς ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τοὺς φυλάξῃς ἀπὸ τὸν Πονηρό.

16 Δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅπως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὸν κόσμο.

17 Δόξασέ τους μὲ τὴν ἀλήθειά σου. Ὁ λόγος ὁ δικός σου εἶναι ἀλήθεια. 513 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 17,18 - 18,5

18 Ὅπως ἀπέστειλες έμένα στὸν κόσμο, ἔτσι καὶ ἐγὼ ἀπέστει- λα αὐτοὺς στὸν κόσμο.

19 Καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν ἐγὼ δοξάζω τὸν ἑαυτό μου, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ δοξασμένοι ἀληθινὰ».

Ὀ Ἰησοῦς προσεύχεται γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς

20 «Δὲν παρακαλῶ δὲ μόνο γι· αὐτούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσους θὰ πιστεύσουν μὲ τὸ κήρυγμά τους σ’ έμένα,

21 γιὰ νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα. Ὅπως σύ, Πατέρα μ’ έμένα καὶ ἐγὼ μ’ έσένα, ἔ-τσι καὶ αὐτοὶ δι’ ἡμῶν1 νὰ εἶναι ἕνα, γιὰ νὰ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι οὺ μὲ ἁπέοτειλες.

22 Ἐγὼ δὲ τὴ δύναμι, ποὺ ἔδωσες σ’ έμένα, ἔδωσα σ’ αὐτούς, γιὰ νὰ εἶναι ἕνα (μεταξύ τους), ὅπως ἐμεῖς εἴμεθα ἔνα,

23 (ἐπίσης ἕνα) ἐγὼ μ’ αὐτοὺς καὶσὺ μ’ έμένα (ὼς ἄνθρωπο), για νὰ ἔχουν φθάσει σὲ τελεία ἑνότητα (ὁποία εἶναι ἡ ἑνότης ὄχι μόνο μεταξὺ πιστῶν, ἀλλὰ πιστῶν-Χριστοῦ-Θεοῦ), καὶ γιὰ νὰ πείθεται ὁ κόσμος, ὅτι σὺ μὲ απέστειλες, καὶ τοὺς ἁγαπησες, ὅπως ἁγότπησες ἑμένα.

24 Πατέρα, ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους μοῦ έδωσες, Θέλω, ὅπου εἶμαι ἐγώ, νὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι μαζί μου, γιὰ νὰ βλέπουν τὴ δόξα τὴ δική μου, τὴν ὁποία μοῦ έδωσες, διότι μὲ ἁγάπησες πρὸ τῆς δη- μιουργίας τοῦ κόσμου.

25 Πατέρα δίκαιε, βεβαίως ὁ κόσμος δὲν σὲ γνώρισε, ἀλλ’ ἐγὼ σὲ γνώρισα, καὶ αὐτοὶ πείσθηκαν, ὅτι σὺ μὲ ἁπέστειλες.

26 Καὶ έκανα σ’ αὐτοὺς γνωστὸ τὸ ὄνομά σου, καὶ θὰ τὸ κάνω γνωστότερο, ὥστε ἡ ἀγάπη, μὲ τὴν ὁποία μὲ ἁγάπησες, νὰ εἶναι μέσα τους, καὶ ἐγὼ ὁ ἰ’διος νὰ εἶμαι μέσα τους».

Κεφάλαιο 18

Ἠ σὺλληψι τοῦ Ἰησοῦ

1 Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς καὶ βγῆκε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του πέρα ἀπὸ τὸ χείμαρρο τῶν Κέδρων, ὅπου ἦταν κῆπος, στὸν ὁποῖο μπῆκε αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταί του.

2 Ἥξερε δὲ τὸν τόπο καὶ ὁ Ἰούδας, ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε, διότι πολλὲς φορὲς ὁ Ἰησοῦς πῆγε έκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του.

3 Ὁ Ἰούδας λοιπόν, ἀφοῦ πῆρε ρωμαϊκὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα, καὶ ἀστυνομι- κοὺς ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους, φθάνει ε’κεῖ μὲ δαυλοὺς καὶ λυχνάρια καὶ ὅπλα.

4 Ὁ Ἰησοῦς τότε, γνωρίζοντας ὅλα ὅσα θὰ τοῦ συνέβαιναν, προχώρησε καὶ τοὺς εἶπε· «Ποιόν ζητεῖτεῖ».

5 Τοῦ ἁποκρίθηκαν· «Τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο». Τοὺς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Ἐγὼ εἶμαι». Ἦταν δὲ μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας ό προδότης του. 1, Ἥ, ὡς πρὸς ἡμᾶς 515 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 18,6-22

6 Μόλις δὲ τοὺς εἶπε, «Ἐγὼ εἶμαι», ώπισθοχώρησαν καὶ έπε- σαν κάτω.

7 Πάλι δέ τοὺς ρώτησε· «Ποιόν ζητεῖτεῖ». Καὶ αὐτοὶ εἶπαν- «Τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο».

8 Είπε τότε ὁ Ἰησοῦς· «Σᾶς εἶπα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι. Ἐὰν λοιπὸν ζητῆτε έμένα, ἀφήσετε αὐτοὺς (τοὺς μαθητὰς) νὰ φύγουν».

9 Ἔτσι έκπληρώθηκε ὁ λόγος ποὺ εἶχε πεῖ, «Ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μοῦ έδωσες, δὲν ἔχασα κανένα».

10 Τότε ὁ Σίμων Πέτρος, ἔχοντας μαχαίρι, τὸ τράβηξε καὶ κτύπη- σε τὸ δοῦλο τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ δεξιὸ αῦτί Ὁ δὲ δοῦλος ὡνομαζόταν Μάλχος.

11 Ὁ Ἰησοῦς εἶπε τότε στὸν Πέτρο· «Βάλε τὸ μαχαίρι στὴ Θήκη. Τὸ ποτήρι, ποὺ μοῦ έδωσε ὸ Πατέρας, νὰ μὴ τὸ πιῶῖ».

Ὁ Ἰησοῦς ὸδηγεῖται στὸν Ἅννα. Πρώτη ἄρνησι τοῦ Πέτρου

12 Τότε τὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶτὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τῶν Ἰουδαίων συνέλαβαν τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν έδεσαν,

13 καὶ τὸν ὡδήγησαν πρῶτα στὸν Ἅννα, διότι ἦταν πε- Θερὸς τοῦ Καϊάφα, ποὺ ῆταν ἀρχιερεὺς τοῦ ἔτους ἐκείνου.

14 Ὸ δὲ Καϊάφας ἦταν ἐκεῖνος, ποὺ συμβούλευσε τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι συμφέρει νὰ Θανατωθῇ ἕνας ἄνθρωπος γιὰ τὸ λαό.

15 Άκολουθοῦσε δὲ τὸν Ἰησοῦ ὁ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής (ὸ Ἰωάννης). Ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦταν γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα, καὶ μπήκε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὴν αύλή τοῦ ἀρχι- ερέως,

16 ἐνῷ ὁ Πέτρος στεκόταν ἔξω κοντὰ στὴν έξώπορτα. Βγῆκε τότε ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁ γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα, καὶ μίλησε στὴ Θυρωρό, καὶ ἔβαλε τὸν Πέτρο μέσα.

17 Ἀλλὰ λέγει ήὺπηρέτρια ἡ Θυρωρὸς στὸν Πέτρο· «Μήπως καὶ σὺ εἶσαι ἀπὸ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπουῖ». Λέγει ἐκεῖνος· «Δὲν εἶμαι».

18 Ἦταν δὲ ἐκεῖ οἱ δοῦλοι καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ εἶχαν ἀνάψει φωτιά, διότι έκανε ψῦχος, καὶ θερμαίνονταν. Μαζί τους δὲ ἦταν καὶ θερμαινόταν καὶ ὁ Πέτρος.

19 Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ρώτησε τὸν Ἰησοῦ γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ τὴ διδασκαλία του.

20 Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε· «Ἐγὼ φα- νερὰ μίλησα στὸν κόσμο, ἐγὼ πάντοτε δίδαξα στὴ συναγωγὴ καὶ στὸ ναό, ὅπου πάντοτε οἱ Ἰουδαῖοι συγκεντρώνονται, καὶ κρυφὰ δὲν εἶπα τίποτε.

21 Γιατί ρωτᾷς έμένα; Ρώτησε αὐτούς, ποὺ ἔχουν ἀκούσει, τί κήρυξα σ’ αὐτούς. Νά, αὐτοὶ ξέρουν τί εἶπα ἐγώ».

22 Ὅταν δὲ εἷπε αὑτά, ἕνας ἀπὸ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ποὺ ἦταν κοντά, έδωσε ράπισμα στὸν Ἰησοῦ καὶ εἶπε· «Ἔτσι ὁμι- λεῖς στὸν ἀρχιερέα;». 517 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 18,23-35

23 Τοῦ άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἐὰν ὡμίλησα κακῶς, λέγε τί κακὸ εἴποι Ἀλλ’ ἐὰν ὡμίλησα καλῶς, γιατί μὲ κτυπᾷςῖ».

Ὰπὸ τὸν Ἅννα στὸν Καϊάφα. Δευτερη καὶ τρίτη ἄρνησι τοῦ Πέτρου

24 Ὁ Ἅννας τὸν ἔστειλε δεμένο στὸν Καϊάφα τὸν άρχι- ερέα.

25 Ὁ δὲ Σίμων Πέτρος έξακολουθοῦσε νὰ εἶναι ἐκεῖ καὶ νὰ Θερμαίνεται. Καὶ τοῦ εἶπαν· «Μήπως εἶσαι καὶ σὺ ἀπὸ τοὺς μαθητάς τουῖ». Ἐκεῖνος δὲ άρνήθηκε καὶ εἶπε· «Δὲν εἶμαι».

26 Τοῦ λέγει ἕνας ἀπὸ τοὺς δούλους τοῦ άρχιερέως, ποὺ ἦταν συγ- γενής ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἔκοψε ὁ Πέτρος τὸ αὐτί· «Δὲν σὲ εἷδα ἐγὼ στὸν κῆπο μαζί τους».

27 Πάλι δὲ ὁ Πέτρος άρνήθηκε, καί άμέσως ἕνας πετεινὸς λάλησε.

Ὰπὸ τὸν Καϊάφα στὸν Πιλᾶτο

28 Ὸδηγοῦν ἔπειτα τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Καιάφα στὸ πραιτώ- ριο (τὸ παλάτι τοῦ Ρωμαίου ἡγεμόνος). Ἦταν δὲ πρωί Καὶ αὐτοὶ δὲν μπήκαν στὸ πραιτώριο, γιὰ νὰ μὴ μολυνθοϋν, ἀλλὰ (ὼς καθα- ροὶ τελετουργικὰ νὰ μποροῦν) νὰ φάγουν τὸ πασχαλινὸ φαγητό.

29 Τι’ αὐτὸ ὁ Πιλᾶτος βγῆκε ἔξω πρὸς αὐτούς, καὶ εἶπε· «Ποιά κατηγορία ἔχετε ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ άνΘρώπουῖ».

30 Άποκρίθη- καν καὶ τοῦ εἶπαν· «Ἁν δὲν ἦταν αὐτὸς κακοποιὸς δὲν θὰ τὸν παραδίδαμε σ’ έσένα».

31 Τοὺς εἶπε τότε ὁ Πιλᾶτος· «Λάβετε αὐτὸν σεῖς, καὶ Θανατώσετε αὐτὸν συμφώνως πρὸς τὸ νόμο σας». Ἀλλ’ οἱ Ἰουδαῖοι τοῦ εἶπαν, «Ἐμεῖς δὲν έχουμε δικαίωμα νὰ Θα- νατώσωμε κανένα».

32 Ἔτσι έκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ, τὸν ὁποῖον εἶπε δεικνύοντας μὲ τί εἶδος Θανάτου θὰ πέθαινε (ὅτι θὰ τὸν σταύρωναν δηλαδὴ οἱ Ρωμαῖοι, ὅπως συνήθιζαν νὰ έκτε- λοῦν τοὺς καταδίκους, ἐνῷ οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς λιθοβολοῦσαν).

Ὁ Ἰησοῦς πνευματικὸς βασιλεὺς καὶ μάρτυς τῆς ἀληθείας

33 Μπῆκε τότε πάλι ὁ Πιλᾶτος στὸ πραιτώριο, καὶ φώναξε τὸν Ἰησοῦ καὶτοῦ εἶπε· «Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ίουδαίωνῖ».

34 Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἀφ’ ἑαυτοῦ σὺ λέγεις αὐτὸ, ἢ ἄλλοι σοῦ εἶπαν γιὰ μέναῖ».

35 Άποκρίθηκε ὁ Πιλᾶτος· «Μήπως ἐγὼ εἶμαι Ἰουδαῖος,- Τὸ ἔθνος τὸ δικὸ σου καὶ οἱ ἀρχιερεῖς σὲ παρέδω- σαν σ’ έμένα. Τί ἔκανες». 519 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 18,Ξό - 19]

36 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Ἡ βασιλεία ἡ δική μου δὲν εἶναι ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ἐὰν ἡ βασιλεία ἡ δική μου ἦταν ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, τὰ δικά μου στρατιωτικὰ ὄργανα θ’ άγωνίζονταν, γιὰ νὰ μὴ παραδοθῶ στοὺς Ἰουδαίους. Ἀλλὰ τώρα ἡ δική μου βασιλεία δὲν εἶναι ἀπ ’ έδῶ».

37 Τοῦ εἷπε τότε ὁ Πιλᾶτος· «Λοιπὸν εἶσαι βασιλεὺς έσύῖ». Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Τὸ λέγεις σύ, ὅτι εἶμαι βασιλεὺς ἐγώ. Ἐγὼ γι’ αὐτὸ γεννήθηκα καὶ γι’ αὐτὸ ἧλθα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ δώσω μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια. Καθένας, ὁ ὁποῖος εἶναι τέκνο τῆς ἀληθείας, παραδέχεται τὴ διδασκαλία μου».

38 Τοῦ λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Τί εἶναι ἀλήθειαρ).

Ο“ι Ἰουδαῖοι ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ προτιμοῦν τὸ Βαραββᾶ

Καὶ ὅταν εἶπε αὑτό, πάλι βγῆκε ἔξω πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς λέγει· «Ἐγὼ καμμία ένοχή δὲν βρίσκω σ’ αὐτόν.

39 Ὑπάρχει δὲ συνήθεια σ’ έσᾶς, νὰ ἐλευθερώσω γιὰ χάρι σας ἕνα ὑπόδικο κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἐλευθερώσω γιὰ χάρι σας τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίωνῖ».

40 Παρὰ ταῦτα ὅμως ὅλοι κραύγασαν λέγοντας· «Ὄχι αὐτόν, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶ». Ὁ δὲ Βαραββᾶς ἦταν λῃστής.

Κεφάλαιο 19

«Ἴδε ὁ ἄνθρωποςέ»

1 9 Τότε δὲ ὁ Πιλᾶτος διέταξε τοὺς στρατιῶτες καὶ πῆραν τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν μαστίγωσαν.

2 Ἐπίσης οἱ στρατιῶτες έπλε- ξαν στεφάνι ἀπὸ ἁγκάθια καὶτὸ ἔθεσαν πάνω στὸ κεφάλι του (ὡς βασιλικὸ δῆθεν στέμμα), καὶ τὸν έντυσαν μὲ κόκκινο μανδύα (ὼς βασιλικὴ δῆθεν πορφύρα),

3 καὶ ἔλεγαν· «Χαῖρε, βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίωνί». Καὶ τοῦ ἔδιναν ραπίσματα.

4 Τότε ὁ Πιλᾶτος βγήκε πάλι ἔξω καὶ τοὺς λέγει· «Νά, σᾶς τὸν φέρνω πάλι ἔξω, γιὰ νὰ ίδῆτε, ὅτι δὲν βρίσκω σ’ αὐτὸν καμμία ένοχή».

5 Βγῆκε λοιπὸν ὁ Ἰησοῦς ἔξω, φορώντας τὸ ἁκάνθινο στεφάνι καὶ τὸν κόκκινο μανδύα, καὶ τοὺς λέγει· «Ἰδοὺ ὁ άνθρωποςέ».

«Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὑτόνέ» Ὸ Πιλᾶτος ἀπὸ δειλία ένδίδει στὴν ἁπαίτησι τῶν Ἰουδαίων

6 Ὅταν δὲ τὸν εἶδαν ο“ι ἀρχιερεῖς καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργα- να, κραύγασαν λέγοντας· «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τονί». Τοὺς λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Πάρετε αὐτὸν έσεῖς καὶ σταυρώσετε. Διότι ἐγὼ δὲν βρίσκω σ’ αὑτὸν ὲνοχή».

7 Τοῦ εἶπαν τότε οἱἸουδαῖοι· «Ἐμεῖς ἔχουμε νόμο, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο μας πρέπει νὰ πεθάνῃ, διότι ἔκανε τὸν ἑαυτό του Υἰὸ τοῦ Θεοῦ». 521 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 19,8-22

8 Ὅταν δὲ ὁ Πιλᾶτος ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, μᾶλλον φοβήθη- κε,

9 καὶ μπῆκε πάλι στὸ πραιτώριο, καὶ λέγει στὸν Ἰησοῦ· «Ἀπὸ ποῦ εἶσαι σύῖ». Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν τοῦ άποκρίθηκε.

10 Τοῦ λέγει τότε ὁ Πιλᾶτος· «Σ’ έμένα δὲν ὁμιλεῖς, Δὲν ξέρεις, ὅτι ἔχω ἐξουσία νὰ σὲ σταυρώσω, καὶ έχω ἐξουσία νὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερα».

11 Άποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς· «Δὲν θὰ εἶχες καμμία ἐξουσία ἐναντίον μου, ἂν δὲν σοῦ εἶχε δοΘῆ άνωθεν (ἀπὸ τὸ Θεό). Γι’ αὐτὸ ἐκεῖνος, ποὺ μὲ παρέδωσε σ έσένα (ὁ Καϊάφας μὲ τὸ συνέδριο), ἔχει μεγαλύτερη νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ. Άλλ οίἸουδαῖοι κραύγαζαν λέγοντας-« «Ἐὰν έλευθερώσῃς αὐτόν, δὲν εἷσαι φίλος του Καίσαρος. Καθένας, ποὺ κάνει τὸν ἑαυτό του βασιλέα άντιπράττει στὸν Καίσαρα».

13 Ὁ Πιλᾶτος λοιπόν, ὅταν ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο, ὼδήγησε έξω τὸν Ἰησοῦ, καὶ κάθησε στὴ δικαστική έδρα, σὲ τόπο λεγόμε- νο Λιθόστρωτο, στὰ ἑβραϊκά δὲ Γαββαθᾶ.

14 Ἦταν δὲ ἡ Πα- ρασκευή τοῦ Πάσχα (παραμονή τοῦ Πάσχα, κατὰ τὴν ὁποία γινόταν προετοιμασία γιὰ τὸ Πάσχα), ὥρα δὲ δώδεκα περίπου τὸ μεσημέρι. Καὶ λέγει στοὺς Ἰουδαίους· «Ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σαςί».

5 Ἀλλ’ αὐτοὶ κραύγασαν· «Θανάτωσέ τον, Θανάτωσέ τον, σταύρωσέ τονί». Τοὺς λέγει ὁ Πιλᾶτος· «Τὸν βασιλέα σας νὰ σταυρώσωῖ». Ἀποκρίθηκαν οἱ ἀρχιερεῖς. «Δὲν ἔχουμε βασιλέα, παρὰ τὸν Καίσαρα».

16 Καὶ τότε, γιὰ νὰ τοὺς ίκανοποιήσῃ, τὸν παρέδωσε γιὰ νὰ σταυρωθῇ.

Ὁ Ἰησοῦς ὁδηγεῖ-ται στὸ Γολγοθᾶ καὶ σταυρώνεται

Παρθιαβαν δὲ τὸν Ἰησοῦ (οἱ στρατιῶτες) καὶ έφυγαν.

17 Ἔτσι βαστάζοντας τὸ σταυρό του βγῆκε (ἀπὸ τὴν πόλι) στὸν λεγόμε- νο Κρανίου τόπο, ὁ ὁποῖος οτὰ Ἑβραϊκὰ λέγεται Γολγοθᾶς,

18 ὅπου τὸν οταύρωσαν, καὶ μαζί του ἄλλους δύο, ἕνα ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὴν άλλη, καὶ οτὸ μέσον τὸν Ἰησοῦ.

19 Ἔγρα- ψε δὲ καὶ ἐπιγραφὴ ὁ Πιλᾶτος καὶ τὴν έθεσε πάνω στὸ σταυρό. Ἣταν δὲ γραμμένο (οτήν ἐπιγραφή) Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὸ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

20 Αὐτὴ δὲ τὴν ἐπιγραφὴ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἀνέγνωσαν, διότι ὁ τόπος, ὅπου σταυρώθηκε ὸ Ἰησοῦς, ἦταν κοντὰ στὴν πόλι. Αὐτὸ δὲ ἦταν γραμμένο στὰ Ἑβραϊκά (ἀκριβέστερα Άραμαϊκά), οτὰ Ἑλληνικά καὶ στὰ Ρωμα- ἰ’κά (Λατινικά)

21 Άλλ οι άρχιερεῖς τῶν Ῑουδαίων ἔλεγαν στὸν Πιλᾶτο «Νὰ μὴ γράψῃς, Ὁ βασιλεὺς τῶν Ῑουδαίων, άλλ ὅτι ἐκεῖνος εἶπε, Εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων».

22 Άποκρίθηκε ὸ Πιλᾶτος( <“,Οτι έγραψα, ἔγραψα»,

523 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 19,23-33

«Διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς...»

23 Οἱ δὲ στρατιῶτες, ὅταν σταύρωσαν τὸν Ἰησοῦ, πήραν τὰ ένδύμαιά του, καὶ τὰ χώρισαν σὲ τέσσερα μερίδια, ένα μερίδιο γιὰ κάΘε στρατιώτη. Πήραν καὶ τὸ χιτῶνα. Ὁ δὲ χιτὼν ἠταν ἄρραφος, ὺφασμένος ὁλόκληρος ἀπὸ πάνω ἕως κάτω.

24 Εἶπαν δὲ μεταξύ τους, «Ἂς μὴ τὸν σχίσωμε, ἀλλ’ ἂς ρίξωμε κλῆρο, γιὰ νὰ ἰδοῦμε ποιός θὰ τὸν παρη». Ἔτσι ἐκπληρώθηκε τὸ Γραφικὸ χωρίο, τὸ ὸποῖο λέγει· Μοίρασαν τὰ ἐνδύματα μου μεταξύ τους, καὶ γιὰ τὴν ἑνδυμασία μου ἔρριξαν κλῆρο. Καὶ οἱ μὲν στρατιῶτες αὐτὰ έκαναν.

Ὸ Ἐσταυρωμένος ἁναθέτει τὴ μητέρα στὸν ἀγαπημένο μαθητή

25 Κοντὰ δὲ στὸ σταυρὸ τοῦ Ἰησοῦ βρίσκονταν ἡ μητέρα του, καὶ ἡ ἀδελφὴ (συννύμφη, συννυφάδα) τῆς μητέρας του Μαρία ἡ γυναῖκα τοῦ Κλωπᾶ, καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.

26 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴ μητέρα καὶ τὸ μαθητή, ποὺ ἁγαποῦσε ἰδιαιτέρως, νὰ παρίσταται, λέγει στὴ μητέρα του· «Γυναῖκα, ἰδοὺ ὁ υἱός σου».

27 ’Ἔπειτα λέγει στὸ μαθητή- «Ἰδοὺ ἡ μητέρα σου». Καὶ ἀπὸ τὴν ὥρα έκείνη ὁ μαθητὴς τὴν πῆρε μαζί του.

«Τετέλεσταιε». Ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ

28 Μετὰ ἀπ’ αὐτὸ, γνωρίζοντας ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ὅλα πλέον ἔχουν συντελεσθῆ, γιὰ νὰ ὲπαληθεύσῃ τελείως ἡ Γραφή, λέγει· «Διψῶ».

29 Βρισκόταν δὲ ἐκεῖ ἕνα δοχεῖο γεμᾶτο ξύδι. Καὶ ἀφοῦ γέμισαν ἕνα σφουγγάρι μὲ ξύδι, καὶ τὸ στηριξαν σ’ ἕνα κλωνάρι ὑσσώπου, τὸ έφεραν στὸ στόμα του.

30 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς πῆρε τὸ ξύδι, εἶπε· «Ἕχουν ὅλα έκπληρωθῇέ»1. Καὶ ἀφοῦ ἔγειρε τὸ κεφάλι, παρέδωσε τὸ πνεῦμα.

Αἷμα καὶ ὕδωρ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἐσταυρωμένου

31 Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ ἦταν Παρασκευή, γιὰ νὰ μὴ μείνουν στὸ σταυρὸ τὰ σώματα κατὰ τὸ Σάββατα- ἦταν δὲ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ Σαββάτου (ἄρχιζε τὸ Πάσχα)-, παρακάλεσαν τὸν Πιλᾶτο νὰ συντριβοῦν τὰ σκθιη τους καὶ νὰ ξεκρεμασθοῦν ἀπὸ τοὺς σταυροὺς.

32 ἮλΘαν λοιπὸν οἱ στρατιώτες, καὶτοῦ μὲν πρώτου συνέτριψαν τὰ σκέλη, καὶτοῦ ἄλλου, ποὺ σταυρώθηκε μαζί του.

33 Ἀλλ’ ὅταν ἦλθαν στὸν Ἰησοῦ, ἐπειδὴ εἶδαν, ὅτι εἶχε πλέον πεθάνει, δὲν συνέτριψαν τὰ σκέλη του, 525 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 1934 - 20,4

34 ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς οτρατιῶτες τρύπησε τὴν πλευρά του μὲ λόγχη, καὶ άμέσως βγῆκε αἷμα καὶ νερό.

35 Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ εἶδε, ἔδωσε μαρτυρία, καὶ ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινή, ναί, ἐκεῖνος ἔχει τὴ συνείδησι, ὅτι λέγει τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ πιστεύσε- τε καὶ σεῖς,

36 Μ’ αὐτὰ δέ, ποὺ έγιναν, έκτιληρώθηκε ὁ λόγος τῆς Γραφῆς, Ὀστοῦν αὐτοῦ δὲν θὰ συντριβῇ.

37 Καὶ πάλι ἄλλος λόγος τῆς Γραφῆς λέγει, Θ’ ἁτενίσουν σ’ ἐκεῖνον, ποὺ κέντησαν μὲ τὴ λόγχη.

Ἰωσὴφ ὁ Ὰριμαθαῖος καὶ Νικόδημος ε’νταφιάζουν τὸν Ἰησοῦ

38 Μετὰ δὲ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Άριμαθαία, ὁ ὁποῖος ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ κρυφὸς γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἰου- δαίων, παρακάλεσε τὸν Πιλόπο ν ’ άποκαΘηλώσῃ (νὰ ξεκρεμάσῃ ἀπὸ τὸ σταυρὸ) τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἐπέτρεψε ὁ Πιλᾶτος. Ἦλθε λοιπὸν καὶ ἀποκαθήλωσε (ξεκρέμασε ἀπὸ τὸ οταυρὸ) τὸ σῶμα τοῦ Ίησοῦ.

39 Ἦλθε δὲ καὶ ὁ Νικόδημος, ποὺ πῆγε νύκτα οτήν άρχή στὸν Ἰησοῦ, καὶ ἔφερε μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης (ἀρωμάτων) περίπου ἑκατὸ (ρωμαῖκὲς) λίτρες (περισσότερο ἀπὸ τριανταδύο κιλά).

40 Πήραν λοιπὸν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ τὸ περιτὺλιξαν μὲ λινὲς ταινίες, ἀφοῦ τὸ ἔλουσαν μὲ τὰ ἀρώματα, καθὼς ουνηθίζουν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ έτοιμάζουν τοὺς νεκροὺς για τήν ταφή.

41 Στὸν τὸπο δέ, ὅπου οταυρώθηκε, ἦταν κῆπος, καὶ μέσα στὸν κῆπο ένα καινούργιο μνῆμα, στὸ ὁποῖο ποτὲ κανεὶς δὲν εἶχε ἐνταφιασθῆ.

42 Ἐκεῖ λοιπόν, λόγῳ τῆς Παρασκευῆς τῶν Ἰουδαίων (ἡμέρας προετοιμασίας γιὰ τὸ Σάββατο καὶ τὸ Πάσχα), ἐπειδὴ τὸ μνῆμα ἦταν κοντά, ένταφίασαν τὸν Ἰησοῦ.

Κεφάλαιο 20

Ἐπισκέψεις σὲ κενὸ τὰφο

ΖΟΚατὰ τὴν πρώτη δὲ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνῆμα πρωί, ἐνῷ ἀκόμη ἦταν σκοτάδι, καὶ βλέπει τὸ λίΘο μετατοπισμένο ἀπὸ τὴν εἵσοδο τοῦ μνήματος.

2 Τρέχει τότε καὶ ἔρχεται πρὸς τὸ Σίμωνα Πέτρο καὶ πρὸς τὸν ἄλλο μαθητή, ποὺ άγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς ἰδιαιτέρως, καὶ τοὺς λέγει· «Πῆραν τὸν Κύριο ἀπὸ τὸ μνῆμα, καὶ δὲν ξέρουμε ποῦ τὸν ἔθεσαν».

3 Ξεκίνησε τότε ὁ Πέτρος καὶὸ ἄλλος μαθητὴς καὶ έρχονταν πρὸς τὸ μνῆμα.

4 Ἕτρεχαν δέ οἱ δύο μαζί. Ἀλλ’ ὸ ἄλλος μαθητὴς έτρεξε έμπρὸς γρηγορώτερα ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ ἔφθασε στὸ μνῆμα πρῶτος. 527 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 20,5-19

5 Καὶ έσκυψε νὰ ἰδῇ, καὶ βλέπει τὶς νεκρικὲς ταινίες κατὰ γῆς, ἀλλὰ δὲν μπῆκε μέσα.

6 Φθάνει κατόπιν ὁ Σίμων Πέτρος ποὺ τὸν ἁκολουθοῦσε, καὶ μπῆκε μέσα στὸ μνῆμα, καὶ βλέπει τὶς νε- κρικὲς ταινίες κατὰ γῆς,

7 καὶ τὸ μαντήλι, ποὺ ἦταν οτὸ κεφάλι του, νὰ μὴν εἶναι μαζὶ μὲ τἰς νεκρικὲς ταινίες, ἀλλὰ χωριστά, δι- πλωμένο καὶ τοποθετημένο σ’ ἕνα μέρος.

8 Τότε δὲ μπήκε μέσα καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, ποὺ ἔφθασε οτὸ μνῆμα πρῶτος, καὶ εἶδε καὶ πίστευσε.

9 Ποτὲ δὲ μέχρι τότε δὲν συνειδητσποίησαν τὴ Γραφικὴ μαρτυρία, ὅτι πρόκειται ν’ ἁναστηθῇ ἐκ νεκρῶν,

10 Ἔτσι οἱ μαθηταὶ έφυγαν καὶ γύρισαν πάλι οτὰ καταλύματά τους.

Ὁ ἀναστὰς Ἰησοῦς ἐμφανίζεται στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνή

11 Ἡ Μαρία ὅμως στεκόταν ἔξω ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ έκλαιε. Καὶ καθὼς ἔκλαιε, ἔσκωψε καὶ κοίταξε στὸ μνῆμα,

12 καὶ βλέπει δύο ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα νὰ κάθωνται, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τῆς κεφαλῆς καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου ἦταν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

13 Καὶ τῆς λέγουν έκεῖνοι· «Γυναῖκα, γιατί κλαίεις». Τοὺς λέγει· «Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου, καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔθεσαν».

14 Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω, καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ οτέκεται, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε, ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς.

15 Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Γυναῖκα, γιατί κλαίεις,- Ποιόν ζητεῖςῖ». Ἐκείνη, νομίζο- ντας ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός, τοῦ λέγει· «Κύριε, ἐὰν τὸν σήκωσες έσύ, πές μου ποῦ τὸν ἔβαλες καὶ ἐγὼ θὰ τὸν πάρω».

16 Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Μαρίαί». Στράφηκε έκείνη καὶ τοῦ λέγει· «Ραβ- βουνίέ», ποὺ σημαίνει «Διδάσκαλεέ».

17 Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Μή μὲ έγγίζῃς. Δὲν ἔχω βεβαίως ἁνεβῆ ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου, ἀλλὰ πήγαινε στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους· Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ πατέρα σας, καὶ Θεό μου καὶ Θεό σας».

18 Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἀναγγέλλει στοὺς μαθητάς, ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ τῆς εἶπε αὑτά.

Ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Ἰησοῦ στοὺς μαθητάς

19 Τήν ἡμέρα δὲ έκείνη, τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος ὅταν βράδυασε, καὶ ἐνῷ οἱ Θύρες (τοῦ σπιτιοῦ), ὅπου ἦταν συγκε- ντρωμένοι ο“ι μαθηταί, ἦταν κλειοτὲς γιὰ τὸ φόβο τῶν Ἰου- δαίων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καὶ στάθηκε άνάμεσόι τους καὶ τοὺς λέγει· «Εὐλογία σὲ σᾶς». 529 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ 20,20 - 21,1

20 Καὶ μόλις εἶπεν αὑτό, τοὺς ἔδειξε τὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά του. Χάρηκαν δὲ ο“ι μαθηταί, διότι εἶδαν τὸν Κύριο.

21 Τοὺς εἶπε δὲ πάλι ὁ Ἰησοῦς· «Εὑλογία σὲ σᾶς. Ὅπως ὁ Πατέρας ἀπέστει- λεν ἐμένα, ἔτσι καὶ ἐγὼ ἀποστέλλω έσᾶς».

22 Καὶ ἀφοῦ εἶπεν αὐτὸ, φυσηξε σ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς λέγει· «Λάβετε ἁγία ἐξουσία (πνευματικὴ ἐξουσία)·

23 Σ’ ὅσους συγχωρήσετε τὶς άμαρτίες (λόγῳ μετανοίας καὶ έξομολογήσεως), σ’ αὐτοὺς συγχωροῦνται- σ’ ὅσους τὶς άφήνετε άσυγχώρητες (λόγῳ άμετανοησίας καὶ μή ἐξομολογήσεως), μένουν άσυγχώρητες».

Ὁ ἀναστὰς Κύριος ἐμφανίζεται στὸ Θωμᾶ

24 Ὁ Θωμᾶς ὅμως, ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, δὲν ἦταν μαζί τους ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς.

25 Τοῦ ἑλε- γαν δὲ οἱ ἄλλοι μαθηταί· «Εἴδαμε τὸν Κύριο». Ἀλλ’ αὐτὸς τοὺς εἶπε· «Ἐὰν δὲν δῶ στὰ χέρια του τὸ σημάδι ἀπὸ τὰ καρφιά, καὶ δὲν βάλω τὸ δάκτυλό μου στὸ σημάδι ἀπὸ τὰ καρφιά, καὶ δὲν βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του (τή λογχισμένη), ὁὲν θὰ πι- στεύσω».

26 Μετὰ δὲ ἀπὸ ὀκτὼ ἠμέρες πάλι οἱ μαθηταί του ἦταν μέσα (στὸ σπίτι), καὶὸ Θωμᾶς μαζί τους. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ένῷ οἱ Θύρες ἦταν κλειστές, καὶ στάθηκε άνάμεσά τους καὶ εἶπε· «Εὑλογία σὲ σᾶς».

27 Ἔπειτα λέγει στὸ Θωμᾶ· «Φέρε τὸ δάκτυλὸ σου έδῶ, καὶ κοίταξε τὰ χέρια μου. Ἐπίσης φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλε στὴν πλευρά μου, καὶ μὴ γίνεσαι άπιστος, ἀλλὰ πιστός».

28 Καὶ ὁ Θωμᾶς τοῦ εἶπε τότε· «Εἶσαι ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου1>>1,

29 Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· «Διότι μὲ εἶδες, πίοτευσες. Εὐτυ- χεῖς ἐκεῖνοι, ποὺ χωρὶς νὰ μὲ ἰδοῦν θὰ πιοτεύσουν».

Ὀ σκοπὸς τῆς συγγραφῆς τοῦ Εὑαγγελίου

30 Καὶ άλλα δὲ πολλὰ Θαύματα έκανε ὁ Ἰησοῦς μπροστὰ στὰ μάτια τῶν μαθητῶν του, ποὺ δὲν εἶναι γραμμένα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο.

31 Αύτὰ δὲ γράφτηκαν γιὰ νὰ πιστεύσετε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός (ὁ Μεσσίας), ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ γιὰ νὰ ἔχετε πιστεύοντας ζωή διὰ τοῦ ὀνόματός του.

Κεφάλαιο 21

Ἐμφάνισι τοῦ Ὰναστάντος στὴν Τιβεριάδα. Θαυμαστή ἁλιεία

Ζ 1 Μετὰ ἀπ’ αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς φανέρωσε τὸν ἑαυτό του π