ΙΣΤΟΡΙΑ ΨΥΧΩΦΕΛΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΑΙΘΙΟΠΩΝ, Η ΟΠΟΙΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΙΝΔΩΝ, ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΟΝΑΧΟ ΙΩΑΝΝΗ, ΑΝΔΡΑ ΤΙΜΙΟ ΚΑΙ ΕΝΑΡΕΤΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΩΝ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΩΝ ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΙ ΙΩΑΣΑΦ

Ὅσοι καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ εἶναι τέκνα τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ θεῖος Ἀπόστολος, τὸ νὰ ἀξιωθοῦμε ὅμως τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ γίνουμε τέκνα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὸ ἀνώτατο ἀπὸ τὰ ἐπιθυμητὰ, καὶ ὅταν τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, ἐπέρχεται ἀνάπαυση ἀπὸ κάθε ἄσκηση τοῦ θεωρητικοῦ (μοναχικοῦ) βίου, ὅπως εἶναι γραμμένο.

Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ὑπέροχη καὶ ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἐπιθυμητὴ μακαριότητα ἀξιώθηκαν νὰ ἐπιτύχουν οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἅγιοι μὲ τὴν ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῶν ἀρετῶν· ἄλλοι μὲ τὸ νὰ ἀγωνισθοῦν μαρτυρικὰ καὶ νὰ ἀντισταθοῦν στὴν ἁμαρτία μέχρι θανάτου, καὶ ἄλλοι μὲ τὸ νὰ ἀγωνισθοῦν ἀσκητικὰ καὶ νὰ βαδίσουν τὴ στενὴ ὁδὸ καὶ μὲ τὸ νὰ γίνουν μὲ τὴ θέλησή τους μάρτυρες.

Αὐτῶν τὰ ἀνδραγαθήματα καὶ τὰ κατορθώματα, καὶ ἐκείνων ποὺ τελείωσαν τὴ ζωή τους μαρτυρικά, καὶ ἐκείνων ποὺ μὲ τὴν ἄσκηση μιμήθηκαν τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ παρέλαβε τὴ συνήθεια ἀπὸ τοὺς θεόπνευστους ἀποστόλους καὶ τοὺς μακάριους Πατὲρες νὰ τὰ καταγράφει καὶ νὰ τὰ παραδίδει ὡς ὑπόδειγμα ἀρετῆς στὶς ἐπερχόμενες γενεές, ποὺ τὸ θέσπισαν αὐτὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ γένους μας.

Γιατὶ ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀρετὴ εἶναι κακοτράχαλη καὶ ἀνηφορικὴ καὶ πρὸ πάντων γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν πρόσφεραν ὁλόκληρους τοὺς ἑαυτούς τους στὸν Κύριο, ἀλλὰ πολεμοῦνται ἀκόμα ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν παθῶν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἔχουμε ἀνάγκη νὰ μᾶς προτρέπουν πρὸς αὐτὴν πολλοί, τόσο μὲ παραινέσεις, ὅσο καὶ μὲ τὴν ἐξιστόρηση τῶν βίων ἐκείνων ποὺ προχώρησαν στὴν ὁδὸ ἐκείνη, πρᾶγμα ποὺ ἑλκύει χωρὶς στενοχώρια πρὸς αὐτὴν καὶ μᾶς κάνει νὰ μὴ ἀπογοητευόμαστε ἀπὸ τὴ δυσκολία τῆς πορείας.

Γιατὶ καὶ ἐκεῖνον ποὺ πρόκειται νὰ βαδίσει δύσβατο καὶ κακοτράχαλο δρόμο, συμβουλεύοντάς τον κάποιος καὶ προτρέποντάς τον λίγο θὰ τὸν πείσει, ἐνῶ ὑποδεικνύοντάς του πολλοὺς ποὺ ἔχουν ἤδη διασχίσει τὸ δρόμο αὐτό, καὶ ὅτι ἔφθασαν στὸ τέλος αἰσίως, θὰ πείσει ἔτσι περισσότερο καὶ αὐτὸν νὰ ἀναλάβει τὴν πορεία.

Ἀκολουθώντας λοιπὸν κι ἐγὼ αὐτὸν τὸν κανόνα καὶ φοβούμενος ἐπίσης τὸν ἐπικρεμάμενο κίνδυνο στὸν δοῦλο ἐκεῖνο, ὁ ὁποῖος, παίρνοντας ἀπὸ τὸν Κύριο τὸ τάλαντο, τὸ ἔκρυψε στὴ γῆ καὶ ἐκεῖνο ποὺ τοῦ δόθηκε γιὰ νὰ τὸ δουλὲψει, τὸ ἄφησε ἀνεκμετάλλευτο, δὲν θὰ ἀποσιωπήσω μιὰ ἱστορία ψυχωφελῆ ποὺ ἔφθασε ὣς σὲ μένα, τὴν ὁποία μοῦ διηγήθηκαν εὐλαβεῖς ἄνδρες ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ τῆς χώρας τῶν Αἰθιόπων, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουν Ἰνδούς, ἀφοῦ τὴν μετέφρασαν ἀπὸ ἀδιάψευστα σημειώματα. Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἔχει ὡς ἑξῆς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ἡ λεγομένη χώρα τῶν Ἰνδῶν βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, εἶναι μεγάλη καὶ πολυάνθρωπη καὶ περικλείεται ἀπὸ θάλασσες καὶ πελάγη ποὺ διασχίζονται μὲ πλοῖα, ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Αἰγύπτου, ἐνῶ ἀπὸ τὴ στεριὰ ἀγγίζει τὰ σύνορα τῆς Περσίας, ἡ ὁποία τὰ παλιὰ χρόνια ἦταν κατάμαυρη ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας, τελείως βάρβαρη καὶ διαβιοῦσε μὲ τὶς πιὸ ἀθέμιτες πράξεις.

Ὅταν ὅμως ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ βρισκόταν στὸν κόλπο τοῦ Πατέρα, μὴ ὑποφέροντας νὰ βλέπει τὸ πλάσμα του ὑποδουλωμὲνο στὴν ἁμαρτία, καμπτόμενος ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία του γι’ αὐτό, φανερώθηκε στὸν κόσμο σὰν ἐμᾶς χωρὶς ἁμαρτία, καί, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει τὸ θρόνο τοῦ Πατέρα του, κατοίκησε στὴν Παρθὲνο γιὰ χάρη μας, γιὰ νὰ κατοικήσουμε ἐμεῖς τοὺς οὐρανούς, νὰ ξανασηκωθοῦμε ἀπὸ τὴν παλιὰ πτώση καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀποκτώντας τὴν προηγούμενη υἱοθεσία.

Καί, ἀφοῦ ἐκπλήρωσε ὅλο τὸ ἔργο του γιὰ μᾶς μέσω τῆς σαρκώσεώς του, ὑπέμεινε σταύρωση καὶ θάνατο καί, ἑνώνοντας κατὰ τρόπο παράδοξο τὰ ἐπίγεια μὲ τὰ ἐπουράνια, ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀφοῦ ἀναλήφθηκε μὲ δόξα στοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Πατέρα του, ἐξαπέστειλε τὸ παράκλητο Πνεῦμα στοὺς αὐτόπτες καὶ μαθητές του, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή του, μὲ τὴ μορφὴ πύρινων γλωσσῶν, καὶ τοὺς ἔστειλε σ’ ὅλα τὰ ἔθνη νὰ φωτίσουν ἐκείνους ποὺ κάθονταν στὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καὶ νὰ τοὺς βαπτίζουν στὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἔτσι ἀπὸ ἐκεῖ, ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς κληρώθηκαν νὰ περιέρχονται τὰ ἀνατολικὰ πέρατα καὶ ἄλλοι τὰ δυτικά, καὶ νὰ διατρέχουν τὰ βόρεια καὶ τὰ νότια κλίματα, ἐκτελώντας τὴν ἐντολὴ ποὺ τοὺς δόθηκε.

Τότε καὶ ὁ ἱερώτατος Θωμᾶς, ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τὴ δωδεκάριθμη φάλαγγα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στάλθηκε στὴ χώρα τῶν Ἰνδῶν, κηρύττοντάς τους τὴ διδασκαλία τοῦ Σωτήρα. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωνε τὸ κήρυγμα μὲ τὰ θαύματα ποὺ τὸ συνόδευαν, ἐκδιώχθηκε τὸ σκοτάδι τῆς δεισιδαιμονίας καὶ ἀφοῦ ἀπαλλάχθηκαν ἀπὸ τὶς σπονδὲς καὶ τὰ βδελύγματα τῶν εἰδώλων, προσχώρησαν στὴν ἀλάνθαστη πίστη καὶ ἔτσι, ἀφοῦ διαπλάσθηκαν μὲ τὰ ἀποστολικὰ χέρια, ἔγιναν μὲ τὸ βάπτισμα οἰκεῖοι τοῦ Χριστοῦ, καὶ βελτιούμενοι μὲ τὶς ἐπὶ μέρους προσθῆκες, προόδευαν στὴν ἀμώμητη πίστη, καὶ ἔκτιζαν ἐκκλησίες σὲ ὅλες τὶς χῶρες.

Ὅταν ἄρχισαν καὶ στὴν Αἴγυπτο νὰ ἱδρύονται μοναστήρια καὶ νὰ συναθροίζονται τὰ πλήθη τῶν μοναχῶν, καὶ ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς ἐκείνων καὶ τῆς ἀγγελομίμητης διαγωγῆς τους ξαπλωνόταν στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ ἔφθασε καὶ στοὺς Ἰνδούς, ξεσήκωσε καὶ αὐτοὺς πρὸς τὸν ἴδιο ζῆλο, κατὰ τρόπο ὥστε πολλοὶ ἀπὸ αὐτούς, ἐγκαταλείποντας τὰ πάντα, νὰ καταλάβουν τὶς ἐρήμους καὶ μὲ θνητὸ σῶμα νὰ ζοῦν τὴ ζωὴ τῶν ἀσωμάτων.

Ἔτσι, ἐνῶ τὰ πράγματα πήγαιναν καλὰ καὶ μὲ χρυσὰ φτερά, ὅπως λέγεται, πολλοὶ πετοῦσαν στοὺς οὐρανούς, ἐμφανίζεται κάποιος βασιλιὰς στὴ χώρα αὐτή, μὲ τὸ ὄνομα Ἀβεννήρ, ὁ ὁποῖος ἀναδείχθηκε βέβαια μεγάλος σὲ πλοῦτο καὶ ἐξουσία καὶ στὴ νίκη ἐναντίον ἐχθρῶν, ἀλλὰ καὶ γενναῖος στοὺς πολέμους, ὑπερηφανευὸμενος γιὰ τὸ μεγάλο του ἀνάστημα καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου του, καὶ καυχόμενος γιὰ ὅλα τὰ ἐγκόσμια προτερήματά του ποὺ πολὺ γρήγορα μαραίνονται.

Στὴν ψυχὴ ὅμως πιεζόταν ἀπὸ μεγάλη φτώχεια καὶ συνθλιβόταν ἀπὸ πολλὰ κακά, ἐπειδὴ ἀνῆκε στὴν παράταξη τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ ἦταν παθιασμὲνος μὲ τὴν δαιμονικὴ πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐνῶ ζοῦσε μὲ πολλὴ καλοπὲραση καὶ ἀπόλαυση τῶν ἡδονῶν καὶ τῶν τέρψεων τῆς ζωῆς καὶ δὲν στεροῦνταν τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἤθελε καὶ ἐπιθυμοῦσε, ἕνα μόνο πρᾶγμα εἶχε ποὺ τοῦ χαλοῦσε τὴν εὐχαρίστηση καὶ τοῦ ἔβαζε φροντίδες στὴν ψυχή του, τὸ κακὸ τῆς ἀτεκνίας. Γιατί, μὴ ἔχοντας παιδιά, συλλογιζόταν πολύ, πῶς θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὸν δεσμὸ καὶ θὰ ὀνομασθεῖ πατέρας παιδιῶν, πρᾶγμα ποὺ οἱ περισσότεροι εὔχονται πάρα πολύ. Τὲτοιος λοιπὸν ἦταν ὁ βασιλιὰς καὶ ἔτσι σκεπτόταν.

Τὸ ἐνδοξότατο ὅμως γένος τῶν Χριστιανῶν καὶ τὰ πλήθη τῶν μοναχῶν, περιφρονώντας τὸ σεβασμὸ τοῦ βασιλιᾶ καὶ ἀψηφώντας τελείως τὴν ἀπειλή του, πρόκοβαν μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, καὶ δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στὸ κήρυγμα ἔδιναν μικρὴ σημασία στὸ λόγο τοῦ βασιλιᾶ καὶ προσκολλοῦνταν μὲ ἐνδιαφέρον πρὸς ἐκείνους ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτὸ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν διαλέξει τὴ μοναχικὴ ζωή, ὅλα τὰ ἐδῶ εὐχάριστα τὰ ἀπέρριπταν, καὶ μόνο σὲ ἕνα ἀφοσιώνονταν μὲ ἔρωτα, στὴν εὐσέβεια, διψοῦσαν τὸ θάνατο γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ἐπιθυμοῦσαν τὴν μακαριότητα ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτόν.

Κήρυτταν λοιπὸν ὄχι μὲ κάποιο φόβο καὶ συστολή, ἀλλὰ μὲ πολλὴ παρρησία τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ὑπῆρχε στὸ στόμα τους τίποτε ποὺ νὰ μὴ εἶναι γι’ αὐτοὺς Χριστός, καὶ ἔδειχναν σ’ ὅλους φανερά, ὅτι τὰ παρόντα εἶναι ρευστὰ καὶ μαραίνονται εὔκολα, ἐνῶ ἡ μέλλουσα ζωὴ εἶναι σταθερὴ καὶ ἄφθαρτη, καὶ ἔδιναν κατὰ κάποιο τρόπο ἀφορμὲς καὶ σπόρους γιὰ νὰ γίνουν φίλοι μὲ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἀξιωθοῦν νὰ ἀπολαύσουν τὴ ζωὴ ποὺ κρύβεται στὸ Χριστό.

Ἔτσι πολλοί, ἀπολαμβάνοντας ἐκείνη τὴν τόσο γλυκειὰ διδασκαλία, ἀπομακρύνονταν ἀπὸ τὸ πικρὸ σκοτάδι τῆς ἀπάτης καὶ προσθέτονταν στὸ γλυκὸ φῶς τῆς ἀλήθειας, σὲ σημεῖο ποὺ καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς συγκλητικοὺς νὰ ἐγκαταλείπουν ὅλα τὰ βάρη τῆς ζωῆς καὶ νὰ γίνονται μοναχοί.

Ὁ βασιλιὰς ὅμως, ἀκούοντάς τα αὐτά, γεμᾶτος ὀργὴ καὶ βράζοντας ἀπὸ θυμό, ἔβγαλε ἀμέσως διάταγμα, ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἐξαναγκασθοῦν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν εὐσέβεια. Ταυτόχρονα ἐπινοοῦσε καὶ ἐφάρμοζε ἐναντίον τους καινούργια εἴδη βασάνων καὶ ἀπειλοῦσε καινούργιους τρόπους θανάτων.

Ἔστελνε καὶ γράμματα σ’ ὁλόκληρη τὴ χώρα ποὺ ἦταν ὑποτελὴς σ’ αὐτόν, στοὺς ἄρχοντες καὶ τοὺς ἡγεμόνες, τὰ ὁποῖα ὅριζαν τιμωρίες καὶ ἄδικες σφαγὲς ἐναντίον τῶν εὐσεβῶν. Πολεμώντας μάλιστα μὲ ἰδιαίτερο πεῖσμα ἐναντίον τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ μοναχικοῦ σχήματος, προκάλεσε ἄσπονδο καὶ ἀκήρυκτο πόλεμο πρὸς αὐτούς. Ἔτσι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχαναν τὰ λογικά τους, ἐνῶ ἄλλοι, μὴ μπορώντας νὰ ὑποφέρουν τὰ βασανιστήρια, ὑποχωροῦσαν στὸ ἀθέμιτο πρόσταγμά του.

Οἱ ἀρχηγοὶ πάλι καὶ ἡγούμενοι τοῦ μοναχικοῦ τάγματος, ἄλλοι ἐλέγχοντας τὴν παρανομία του, ὑπέστησαν μαρτυρικὸ θάνατο καὶ κέρδησαν τὴν ἀτέλειωτη μακαριότητα, ἐνῶ ἄλλοι κρύβονταν σὲ ἐρημιὲς καὶ βουνά, ὄχι ἀπὸ φόβο γιὰ τὰ βασανιστήρια μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπειλοῦσε, ἀλλὰ ἀπὸ κάποια θεϊκὴ πρόνοια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ἐνῶ λοιπὸν κατέλαβε τὴ χώρα τῶν Ἰνδῶν αὐτὴ ἡ σκοτεινὴ καὶ ἀσέληνη νύχτα, καὶ οἱ μὲν πιστοὶ διώκονταν ἀπὸ παντοῦ, ἐνῶ οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς ἀσέβειας δυνάμωναν καὶ μὲ τὰ αἵματα καὶ τὶς κνίσες τῶν θυσιῶν ἀκόμα καὶ ὁ ἀέρας μολυνόταν, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ βασιλιᾶ, ποὺ εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχισατράπη, διέφερε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ στὸ ψυχικὸ παράστημα καὶ στὸ ἀνάστημα καὶ στὴν ὀμορφιὰ καὶ σ’ ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ χαρακτηρίζουν συνήθως ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σώματος καὶ ἡ γενναιότητα τῆς ἀνδρείας ψυχῆς.

Ὅταν λοιπὸν αὐτὸς ἄκουσε τὸ ἀσεβὲς διάταγμα, ἀφοῦ ἀποχαιρέτισε αὐτὴ τὴ μάταιη καὶ χαμερπῆ δόξα καὶ ἀπόλαυση, συγκατὲλεξε τὸν ἑαυτό του στοὺς ἐκλεκτοὺς τῶν μοναχῶν, ἀπομακρυνθεὶς σὲ ἔρημους τόπους, καί, ἀφοῦ μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ μὲ τὴν ἐπιμελῆ μελέτη τῶν θείων λόγων καθάρισε ἄριστα τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν ψυχή του ἀπὸ κάθε σχέση μὲ τὰ πάθη, τὶς καταφώτισε μὲ τὸ φῶς τῆς ἀπάθειας.

Ὁ βασιλιὰς ὅμως, ποὺ τὸν ἀγαποῦσε πολὺ καὶ τὸν ἐκτιμοῦσε, ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτά, πόνεσε βέβαια ἡ ψυχή του γιὰ τὴ στέρηση τοῦ φίλου του, ἄναψε ὅμως περισσότερο ἡ ὀργή του ἐναντίον τῶν μοναχῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔστειλε ἀνθρώπους πρὸς ἀναζήτησή του παντοῦ καὶ κίνησε, ποὺ λέει ὁ λόγος, κάθε πέτρα, γιὰ νὰ τὸν ἀνακαλύψει, μετὰ ἀπὸ πολὺ χρονικὸ διάστημα ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἔστειλε νὰ τὸν ἀναζητήσουν, ὅταν ἀντιλήφθηκαν ὅτι κατοικεῖ στὶς ἐρήμους, ἔψαξαν τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν παρουσίασαν στὸ βῆμα τοῦ βασιλιᾶ.

Ὁ βασιλιὰς βλέποντας μὲ τόσο φτωχικὸ καὶ σκληρὸ ἱμάτιο αὐτὸν ποὺ ἄλλοτε φοροῦσε πολυτελῆ ἐνδύματα, καὶ αὐτὸν ποὺ ζοῦσε μὲ πολλὲς ἀπολαύσεις νὰ εἶναι γερασμένος ἀπὸ τὴ σκληρὴ ἀγωγὴ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς καὶ νὰ φέρει φανερὰ τὰ σημάδια τοῦ ἐρημικοῦ βίου, κυριεύθηκε ἀπὸ λύπη μαζὶ καὶ ὀργὴ καὶ ἀναμιγνύοντας κι ἀπὸ τὰ δύο τὰ λόγια του τοῦ εἶπε:

Ὦ ἀνόητε καὶ τρελλέ, γιὰ χάρη τίνος ἀντάλλαξες τὴν τιμὴ μὲ ντροπὴ καὶ τὴ λαμπρὴ δόξα μὲ αὐτὴν τὴν αἰσχρὴ ἐμφάνιση; Σὺ ὁ ἀνώτατος ἄρχοντας τοῦ βασιλείου μου καὶ ἀρχιστράτηγος τῆς δυναστείας μου, κατάντησες τὸν ἑαυτό σου παιχνίδι γιὰ παιδιά, καὶ ὄχι μόνο ξέχασες τὴ δική μου φιλία καὶ παρρησία, ἀλλά, ἐπαναστατώντας καὶ ἐναντίον τῆς ἴδιας τῆς φύσεως καὶ χωρὶς νὰ λυπηθεῖς οὔτε τὰ παιδιά σου, περιφρονώντας καὶ πλοῦτο καὶ ὅλην τὴν περίφημη ζωή, προτίμησες ἀπὸ τὴν ἀξιοζήλευτη δόξα τὴν τόση ντροπή, γιὰ νὰ ἐπιτύχεις τί;

Καὶ τί θὰ κερδήσεις ἀπὸ αὐτό. ἀπὸ τὸ ὅτι ἀπὸ ὅλους τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους προτίμησες αὐτὸν ποὺ λέγεται Ἰησοῦς, καὶ αὐτὴ τὴ σκληρὴ καὶ κουρελιάρικη ζωή, ἀπὸ τὶς χαρὲς καὶ ἀπολαύσεις τῆς γλυκειᾶς ζωῆς;

Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τοῦ Θεοῦ, μὲ εὐγένεια ἀλλὰ καὶ ἠρεμία ἀποκρίθηκε·

Ἐὰν θέλεις, βασιλιά μου, νὰ συζητήσεις μαζί μου, βγάλε τοὺς ἐχθρούς σου ἀπὸ τὸ δικαστήριο, καὶ τότε θὰ σοῦ ἀπαντήσω γιὰ ὅλα ὅσα θὰ θελήσεις νὰ μάθεις. Γιατί, ὅσο θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνοι παρόντες μαζί σου, δὲν θὰ σοῦ πῶ τίποτε. Χωρὶς ἀπολογία τιμώρησέ με, σφάξε με, κάνε μὲ ὅ,τι θέλεις· γιατὶ «γιὰ μένα ὁ κόσμος ἔχει σταυρωθεῖ καὶ ἐγὼ γιὰ τὸν κόσμο», λέει ὁ θεῖος καὶ δικός μου δάσκαλος.

Καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς εἶπε· Καὶ ποιοί εἶναι οἱ ἐχθροὶ αὐτοὶ τοὺς ὁποίους προστάξεις νὰ βγάλω ἔξω; Ἀπάντησε ὁ θεῖος ἄνδρας·

Ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία. Γιατὶ αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἔγιναν ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ ὡς συνεργοὶ τῆς φύσεως, καὶ τώρα τέτοια εἶναι γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν πολιτεύονται σαρκικά, ἀλλὰ πνευματικά. Σὲ σᾶς ὅμως ποὺ εἶστε μόνο σάρκες καὶ δὲν ἔχετε καθόλου πνεῦμα, ἔγιναν ἀντίδικοι καὶ κάνουν αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς ἀντιπάλους. Γιατὶ ἡ ἐπιθυμία σὲ σᾶς, ὅταν βέβαια ἐνεργοποιεῖται προκαλεῖ ἡδονή, ἐνῶ ὅταν καταργεῖται, θυμό. Ἂς φύγουν λοιπὸν σήμερα αὐτὰ ἀπὸ σένα, καὶ ἂς παρακαθίσουν νὰ ἀκούσουν ὅσα λέγονται καὶ νὰ κρίνουν ἡ φρόνηση καὶ ἡ δικαιοσύνη. Γιατί, ἐὰν βγάλεις ἀπὸ τὴ μέση τὸ θυμὸ καὶ τὴν ἐπιθυμία καὶ φέρεις ἀντὶ αὐτῶν τὴ φρόνηση καὶ τὴν δικαιοσύνη, θὰ σοῦ τὰ πῶ ὅλα μὲ εἰλικρίνεια.

Σ’ αὐτὰ ὁ βασιλιὰς εἶπε· Ὁρίστε, ὑποχωρώντας στὴν ἀξίωσή σου, θὰ ἀποβάλω ἀπὸ τὸ δικαστήριο καὶ τὴν ἐπιθυμία καὶ τὸν θυμὸ καὶ θὰ φέρω ὡς μεσάζουσες τὴ φρόνηση καὶ τὴ δικαιοσύνη. Λέγε μου λοιπὸν χωρὶς φόβο ἀπὸ ποῦ σοῦ ἦρθε ἡ τόσο μεγάλη πλάνη καὶ τὸ νὰ προτιμᾶς ἐκεῖνα ποὺ ἀποτελοῦν μάταιες ἐλπίδες, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶναι σίγουρα.

Ἀπαντώντας τότε ὁ ἐρημίτης εἶπε: Ἐάν, βασιλιά μου, θέλεις νὰ μάθεις τὴν ἀρχή, ἀπὸ ποῦ δηλαδὴ μοῦ ἦρθε νὰ περιφρονήσω τὰ πρόσκαιρα καὶ νὰ δώσω ὅλο τὸν ἑαυτό μου στὶς αἰώνιες ἐλπίδες, ἄκουσε.

Τὸν παλιὸ καιρό, ὅταν ἀκόμα ἤμουν πολὺ νέος, ἄκουσα ἕνα λόγο καλὸ καὶ σωτήριο, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμη μὲ κυρίεψε ἐξ ὁλοκλήρου, καί, σὰν θεϊκὸς σπόρος, ἡ ἀνάμνησή του, φυτεμένη στὴν καρδιά μου, διατηρήθηκε ἀχώριστη, μέχρι ποὺ ριζώθηκε καὶ βλάστησε καὶ ἔφερε τὸν καρπὸ ποὺ βλέπεις σὲ μένα.

Καὶ ἡ σημασία τοῦ λόγου ἐκείνου ἦταν ἡ ἑξῆς περίπου· Οἱ ἀνόητοι, λέει, θεωροῦν καλὸ νὰ περιφρονοῦν τὰ ὑπάρχοντα ὡς μὴ ὑπάρχοντα, καὶ νὰ προσκολλῶνται καὶ νὰ ἀποκτοῦν αὐτὰ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ὡς ὑπάρχοντα. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ δὲ δοκίμασε τὴ γλυκύτητα αὐτῶν ποὺ ὑπάρχουν, δὲν θὰ μπορέσει νὰ μάθει καλὰ τὴ φύση ἐκείνων ποὺ δὲν ὑπάρχουν. Καὶ ἀφοῦ δὲν τὰ μάθει καλά, πῶς θὰ τὰ περιφρονήσει; Ὑπάρχοντα βέβαια ὁ λόγος ὀνόμασε αὐτὰ ποὺ εἶναι αἰώνια καὶ δὲν μετακινοῦνται, ἐνῶ μὴ ὑπάρχοντα τὴν ἐδῶ ζωὴ καὶ τὴν ἀπόλαυση καὶ τὴν ψεύτικη εὐημερία, στὰ ὁποῖα, βασιλιά μου, κακῶς, ἀλίμονο, ἔχει προσηλωθεῖ ἡ καρδιά σου.

Κάποτε καὶ ἐγὼ ἐπιδιδόμουν σ’ αὐτά, ἀλλὰ ἡ δύναμη τοῦ λόγου, κεντρίζοντας διαρκῶς τὴν ψυχή μου, ξεσήκωσε τὸν νοῦ ποὺ ἡγεμονεύει, στὸ νὰ διαλὲξω τὸ ἀνώτερο, ἐνῶ ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἀντιστρατεύεται στὸ νόμο τοῦ νοῦ μου, ὡσὰν μὲ κάποιες χειροπὲδες, μὲ κρατοῦσε αἰχμάλωτο στὸ νὰ ἐπιδιώκω τὰ παρόντα.

Ὅταν εὐδόκησε ἡ καλωσύνη καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ Σωτῆρα μας Θεοῦ νὰ μὲ ἐλευθερώσει ἀπὸ ἐκείνη τὴ φοβερὴ αἰχμαλωσία, δυνάμωσε τὸ νοῦ μου νὰ κατανικήσει τὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια, ὥστε νὰ διακρίνω τὸ φαῦλο ἀπὸ τὸ ἀνώτερο. Τότε λοιπὸν κατάλαβα καὶ εἶδα ὅτι ὅλα τὰ παρόντα εἶναι μάταια καὶ ἐπιθυμία τοῦ πνεύματος, ὅπως εἶπε καὶ ὁ σοφώτατος Σολομὼν κάπου στὰ συγγράμματά του. Τότε ἀφαιρέθηκε ἀπὸ τὴν καρδιά μου τὸ κάλυμμα τῆς ἁμαρτίας καὶ διασκορπίσθηκε τὸ σκοτάδι ποὺ εἶχε ἐπικαθίσει στὴν ψυχή μου ἀπὸ τὴ σωματικὴ παχύτητα, καὶ κατάλαβα γιὰ ποιό σκοπὸ ἔγινα καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀνεβῶ πρὸς τὸν Δημιουργὸ μὲ τὴν ἐκτὲλεση τῶν ἐντολῶν.

Γι’ αὐτό, ἀφοῦ τὰ ἐγκατέλειψα ὅλα, ἀκολούθησα αὐτὸν καὶ εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ μὲσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, γιατὶ μὲ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸν πηλὸ καὶ τὰ πλιθιά, καὶ ἀπὸ τὸν σκληρὸ καὶ ὀλέθριο ἄρχοντα τοῦ σκότους τοῦ αἰώνα αὐτοῦ, καὶ μοῦ ἔδειξε δρόμο σύντομο καὶ εὔκολο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ μπορέσω μὲ αὐτὸ τὸ ὀστράκινο σῶμα νὰ δεχθῶ τὸν ἀγγελικὸ βίο, τὸν ὁποῖο θέλοντας νὰ φθάσω προτίμησα νὰ βαδίζω τὴ στενὴ καὶ κακοτράχαλη ὁδό, καταδικάζοντας τελείως τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ τὴν ἀσταθῆ πορεία καὶ συμπεριφορά τους, χωρὶς πιὰ νά πείθομαι νὰ θεωρῶ καλὸ τίποτε ἄλλο μπροστὰ στὸ πραγματικὰ καλό, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σύ, βασιλιά μου, ἀποσχίσθηκες καὶ ἀπομακρύνθηκες.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς ἀπομακρυνθήκαμε καὶ ἀποχωρισθήκαμε ἀπὸ σένα, ἐπειδὴ καὶ ἐσὺ ἔχεις ξεπέσει σὲ σίγουρη καὶ ὁμολογημένη ἀπώλεια, καὶ ἐμᾶς μᾶς ἀναγκάζεις νὰ ριφθοῦμε στὸν ἴδιο κίνδυνο. Γιατί, ὅσον καιρὸ ἐξεταζόμασταν μόνο γιὰ τὴν κοσμικὴ στράτευση, δὲν παραλείπαμε τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔπρεπε· θὰ βεβαιώσεις καὶ σὺ ἀσφαλῶς γιὰ μένα ὅτι δὲν κατηγορήθηκα ποτὲ οὔτε γιὰ κάποια νωθρότητα οὔτε γιὰ ἀμέλεια.

Ἐπειδὴ ὅμως προσπάθησες καὶ αὐτὸ τὸ ἀποκορύφωμα τῶν καλῶν νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσεις, δηλαδὴ τὴν εὐσέβεια, καὶ νὰ ζημιώσεις τὸν Θεὸ μὲ αὐτὴ τὴν ἔσχατη τῶν ποινῶν, καὶ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ὑπενθυμίζεις τὶς τιμὲς καὶ γενναιοδωρίες, πῶς νὰ μὴ πῶ δικαίως, ὅτι δὲν γνωρίζεις τὸ καλό, καὶ ὅτι ἀντιπαραβάλλεις τελείως αὐτὰ μεταξύ τους, ἐννοῶ τὴν εὐσέβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀνθρώπινη φιλία καὶ δόξα, ἡ ὁποία κυλάει καὶ φεύγει ὅπως τὸ νερό;

Καὶ πῶς νὰ συμφωνήσουμε μαζί σου σ’ αὐτό, καὶ δὲν θὰ ἀρνηθοῦμε, ἀντίθετα, καὶ τὴν φιλία καὶ τὶς τιμὲς καὶ τὴν ἀγάπη τῶν παιδιῶν καὶ ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἀνώτερο ὑπῆρχε; Καὶ μάλιστα, βλέποντάς σε, βασιλιά μου, νὰ φὲρεσαι μὲ ἀγνωμοσύνη στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος σοῦ παρέχει καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀναπνοή, ποὺ εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Κύριος τῶν ὅλων, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ εἶναι συνάναρχος καὶ συναΐδιος μὲ τὸν Πατέρα, καὶ μὲ τὸ λόγο του δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, καὶ ἔπλασε μὲ τὰ ἴδια του τὰ χὲρια τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐτίμησε μὲ ἀθανασία, καὶ τὸν ἔκανε βασιλιὰ αὐτῶν ποὺ ὑπάρχουν πάνω στὴ γῆ, παραχωρώντας του σὰν ἀνάκτορο τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα, τὸν παράδεισο.

Αὐτὸς ὅμως ἀπατημένος ἀπὸ φθόνο καὶ σαγηνευμὲνος ἀπὸ ἡδονὴ (ἀλίμονο σὲ μένα!), τὰ ἔχασε ὅλα αὐτὰ κατὰ τρόπο ἄθλιο· καὶ αὐτὸς ποὺ πρὶν ἦταν ἀξιοζήλευτος, ἐμφανιζόταν ἐλεεινὸς καὶ ἀξιοδάκρυτος γιὰ τὴ συμφορά του. Αὐτὸς ὅμως ποὺ μᾶς ἔπλασε καὶ μᾶς δημιούργησε, βλέποντας πάλι μὲ μάτια φιλάνθρωπα τὸ ἔργο τῶν χεριῶν του, χωρὶς νὰ παύσει νὰ εἶναι Θεός, ὅπως ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἔγινε γιὰ χάρη μας ἀναμάρτητα αὐτὸ ποὺ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς, καὶ ἀφοῦ δέχθηκε θεληματικὰ καὶ σταύρωση καὶ θάνατο, νίκησε τὸν ἐχθρὸ ποὺ ἀνέκαθεν φθονοῦσε τὸ γένος μας, καὶ ἀφοῦ μᾶς ἔσωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν πικρὴ αἰχμαλωσία, μᾶς ξανάδωσε ἀπὸ ἀγάπη τὴν ἀρχικὴ ἐλευθερία, καὶ μᾶς ἀνέβασε πάλι ἀπὸ φιλανθρωπία ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου εἴχαμε πέσει ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς, ἀξιώνοντάς μας μεγαλύτερης τιμῆς ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἴχαμε προηγουμένως.

Αὐτὸν λοιπὸν ποὺ γιὰ χάρη μας ἔπαθε αὐτὰ καὶ μᾶς ἀξίωσε τέτοιων ἀγαθῶν, αὐτὸν ἐσὺ τὸν ἀρνεῖσαι καὶ χλευάζεις τὸν σταυρό του; Καὶ ὄντας ὁλόκληρος προσηλωμένος στὶς ἀπολαύσεις τοῦ σώματος καὶ στὰ ὀλέθρια πάθη, ἀνακηρύττεις θεοὺς τὰ εἴδωλα τῆς ντροπῆς; Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό σου τὸν ἀποξένωσες ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὰ οὐράνια ἀγαθά, ἀλλὰ καὶ ὅλους ὅσους ὑπακούουν στὶς διαταγές σου τοὺς ἀπέκοψες ἀπὸ αὐτὴν καὶ τοὺς παρὲδωσες σὲ ψυχικὸ κίνδυνο.

Γνώριζε λοιπὸν ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ πεισθῶ σὲ σένα, οὔτε θὰ πάρω μέρος σ’ αὐτὴ τὴν ἀχαριστία σου πρὸς τὸ Θεό, οὔτε θὰ ἀρνηθῶ τὸν εὐεργέτη καὶ Σωτήρα μου, ἔστω καὶ ἂν μὲ φονεύσεις μὲ θηρία, ἔστω καὶ ἂν μὲ παραδώσεις σὲ ξίφος καὶ φωτιά, ποὺ εἶναι στὴν ἐξουσία σου. Γιατὶ οὔτε τὸν θάνατο φοβᾶμαι, οὔτε ποθῶ τὰ παρόντα, γνωρίζοντας καλὰ τὴν μεγάλη ἀδυναμία καὶ ματαιότητά τους. Γιατὶ ποιό ἀπὸ αὐτὰ εἶναι χρήσιμο ἢ μόνιμο ἢ διαρκές;

Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή τους ὑπάρχει μαζὶ μ’ αὐτὰ πολλὴ ταλαιπωρία, πολλὴ λύπη, πολλὴ καὶ ἀδιάκοπη φροντίδα. Γιατὶ μαζὶ μὲ τὴν εὐχαρίστηση καὶ τὴν ἀπόλαυση αὐτῶν εἶναι δεμένη καὶ κάθε κατήφεια καὶ ὀδύνη. Ὁ πλοῦτος αὐτῶν εἶναι φτώχεια καὶ τὸ ὕψος τους εἶναι ἔσχατη ταπείνωση.

Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ ἀπαριθμήσει τὰ κακὰ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μὲ λίγα λόγια μοῦ ἔδειξε ὁ δικός μου θεολόγος; Γιατὶ λέγει· «ὅλος ὁ κόσμος βρίσκεται μέσα στὴν πονηρία»· καί· «μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο, οὔτε ὅσα ἀνήκουν στὸν κόσμο, γιατὶ κάθε τι στὸν κόσμο εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς σάρκας καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τῆς ζωῆς»· καί· «ὁ κόσμος παρέρχεται, ὅπως καὶ ἡ ἐπιθυμία του, ἐνῶ αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει αἰώνια».

Αὐτὸ τὸ ἀγαθὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀναζητώντας ἐγώ, τὰ ἄφησα ὅλα καὶ ἑνώθηκα μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὸν ἴδιο πόθο καὶ ἀναζητοῦν τὸν ἴδιο Θεό, στοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει ἔριδα ἢ φθόνος, λύπες καὶ φροντίδες, ἀλλὰ ὅλοι τρέχουν τὸν ἴδιο δρόμο, γιὰ νὰ φτάσουν στὸν αἰώνιο τόπο διαμονῆς, ποὺ ἑτοίμασε ὁ Πατέρας τῶν φώτων γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν. Αὐτοὺς ἐγὼ ἔκανα γονεῖς, αὐτοὺς ἀδελφούς, αὐτοὺς φίλους καὶ γνωστούς, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ ἀδελφοὺς ποὺ εἶχα κάποτε ἀπομακρύνθηκα φεύγοντας, καὶ στρατοπέδευσα στὴν ἔρημο περιμένοντας τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ σώζει ἀπὸ τὴν ὀλιγοψυχία καὶ τὴν καταιγίδα.

Ὅταν εἰπώθηκαν αὐτὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ τόσο εὔκαιρα καὶ μειλίχια, ὁ βασιλιὰς βέβαια ἔβραζε ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ ἤθελε νὰ βασανίσει τὸν ἅγιο σκληρά, δίσταζε ὅμως καὶ τὸ ἀνέβαλλε, ἐπειδὴ ἐκτιμοῦσε τὸ σεβασμὸ ποὺ ἐνέπνεε καὶ τὴ φήμη του. Παίρνοντας ὅμως τὸ λόγο του εἶπε·

Ἀφοῦ ἀπὸ παντοῦ, ἄθλιε, μελέτησες καλὰ τὴν ἀπώλειά σου, ἀκολουθώντας την, ὅπως φαίνεται, στὴν τύχη, ἀκόνισες τὸ μυαλὸ καὶ τὴ γλώσσα σου, καὶ γι’ αὐτὸ ἔκανες μιὰ ἀκαθόριστη καὶ μάταιη φλυαρία. Καὶ ἐὰν δὲ σοῦ ὑποσχόμουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ λόγου, ὅτι θὰ ἔβγαζα ἔξω ἀπὸ τὸ δικαστήριο τὸ θυμό, θὰ παρέδιδα τώρα τὶς σάρκες σου στὴ φωτιά. Ἐπειδὴ ὅμως πρόλαβες καὶ μὲ σιγούρεψες μ’ αὐτὰ τὰ λόγια, ἀνέχομαι τὸ θράσος σου, ἐξαιτίας τῆς παλαιότερης φιλίας μου πρὸς ἐσένα. Σήκω λοιπὸν καὶ φύγε ἀπὸ τὰ μάτια μου, γιὰ νὰ μὴ σὲ δῶ ποτὲ πιὰ καὶ σὲ σκοτώσω κατὰ τρόπο κακό.

Ἀφοῦ βγῆκε ἔξω ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀναχώρησε στὴν ἔρημο, λυπούμενος βέβαια ποὺ δὲν μαρτύρησε, μαρτυρώντας ὅμως κάθε μέρα μὲ τὴ συνείδηση καὶ παλεύοντας μὲ τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, μὲ τοὺς ἐξουσιαστὲς τοῦ σκοτεινοῦ αὐτοῦ κόσμου, μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ὅπως λέει ὁ μακάριος Παῦλος. Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος πέθανε, περισσότερο θυμωμένος ὁ βασιλιὰς κήρυξε πιὸ σφοδρὸ διωγμὸ ἐναντίον τοῦ μοναχικοῦ τάγματος καὶ ἔκρινε ἄξιους πιὸ μεγάλης τιμῆς τοὺς ὑπηρέτες τῶν εἰδώλων καὶ τοὺς νεωκόρους.

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ βασιλιὰς βρισκόταν σὲ τόσο τρομερὴ ἀπάτη καὶ πλάνη, τοῦ γεννήθηκε παιδὶ πάρα πολὺ ὄμορφο, ποὺ ἀπὸ τὴν ἔκδηλη αὐτὴ ὀμορφιά του προανήγγελλε τὸ μέλλον του. Γιατὶ λεγόταν ὅτι πουθενὰ στὴ χώρα ἐκείνη δὲ φάνηκε ποτὲ τόσο χαριτωμὲνο καὶ ὄμορφο παιδί.

Γεμᾶτος χαρὰ ὁ βασιλιὰς γιὰ τὴ γέννηση τοῦ παιδιοῦ, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Ἰωάσαφ, καὶ πῆγε ὁ ἴδιος στοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς ἀνόητα γιὰ νὰ θυσιάσει στοὺς πιὸ ἀνόητους θεούς τους καὶ νὰ ἀναπέμψει εὐχαριστήριους ὕμνους, ἀγνοώντας ποιός εἶναι ἀληθινὰ ὁ αἴτιος ὅλων τῶν καλῶν, πρὸς τὸν ὁποῖο ἔπρεπε νὰ προσφέρει τὴν πνευματικὴ θυσία.

Ἐκεῖνος λοιπὸν ἀποδίδοντας τὴν αἰτία τῆς γέννησης τοῦ παιδιοῦ στὰ ἄψυχα καὶ κωφά, ἔστειλε παντοῦ κήρυκες νὰ μαζέψουν τὰ πλήθη στὰ γενέθλιά του. Καὶ ἔβλεπες νὰ συρρέουν ὅλοι ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ βασιλιᾶ καὶ νὰ τοποθετοῦν ὅσα ἦταν ἕτοιμα γιὰ τὴ θυσία, ἀνάλογα μὲ τὸ πόσο μποροῦσαν τὰ χὲρια τοῦ καθενὸς καὶ μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸν βασιλιά. Καὶ βέβαια τοὺς παρακινοῦσε νὰ δείξουν γενναιοδωρία, φέρνοντας γιὰ θυσία ταύρους πολλοὺς καὶ μεγάλους, καὶ ἔτσι, ἀφοῦ τέλεσε πάνδημη γιορτή, μοίραζε σ’ ὅλους δῶρα, τόσο σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀνῆκαν στὸ βουλευτικὸ σῶμα καὶ τοὺς ἄρχοντες, ὅσο καὶ στοὺς στρατιωτικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς παρακατιανοὺς καὶ ἀσήμαντους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Σ’ αὐτὴ τὴ γιορτὴ τῶν γενεθλίων τοῦ παιδιοῦ ἦρθαν στὸ βασιλιὰ μὲ ἐπιλογὴ κάπου πενήντα πέντε ἄνδρες, ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἀστρολογία τῶν Χαλδαίων. Αὐτούς, ἀφοῦ τοὺς τοποθέτησε κοντά του ὁ βασιλιάς, τοὺς ρωτοῦσε νὰ τοῦ πεῖ ὁ καθένας τί πρόκειται νὰ γίνει τὸ παιδί του ποὺ γεννήθηκε. Ἐκεῖνοι τότε, ἀφοῦ συσκέφθηκαν πολλὴ ὥρα, εἶπαν ὅτι θὰ γίνει μεγάλος καὶ σὲ πλοῦτο καὶ σὲ δύναμη καὶ θὰ ξεπεράσει ὅλους ὅσοι βασίλευσαν πρὶν ἀπὸ αὐτόν.

Ἕνας ὅμως ἀπὸ τοὺς ἀστρολόγους, ποὺ ἦταν τελείως διαφορετικὸς ἀπὸ ὅλους ὅσους ἦταν μαζί του, εἶπε· Ἀπὸ ὅσα μὲ διδάσκουν οἱ δρόμοι τῶν ἄστρων, βασιλιά μου, ἡ προκοπὴ τοῦ παιδιοῦ ποὺ σοῦ γεννήθηκε τώρα δὰ δὲ θὰ εἶναι στὴ δική σου βασιλία, ἀλλὰ σὲ ἄλλη ἀνώτερη καὶ ἀσύγκριτα ὑπέρτερη. Νομίζω μάλιστα ὅτι θ’ ἀσπασθεῖ καὶ τὴ θρησκεία τῶν Χριστιανῶν τὴν ὁποία ἐσὺ διώκεις, καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐκεῖνος θὰ διαψευσθεῖ στὸ σκοπὸ καὶ τὴν ἐλπίδα του. Αὐτὰ βέβαια εἶπε ὁ ἀστρολόγος, ὅπως παλιὰ ὁ Βαρλαὰμ, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι ἡ ἀστρολογία ἔλεγε τὴν ἀλήθεια, ἀλλ’ ὅτι ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἀντίθετους ἔδειξε τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ ἀφαιρέσει κάθε πρόφαση ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς.

Ὁ βασιλιὰς τότε, ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτά, δέχθηκε τὴν ἀγγελία μὲ πολὺ βαρειὰ καρδιά, καὶ λύπη ποὺ τὸν κυρίευσε διέκοπτε τὴν εὐφροσύνη. Ἀφοῦ ἔκτισε ἕνα πολὺ ὡραῖο παλάτι σὲ μιὰ ἀπομονωμένη πόλη καὶ διαμόρφωσε λαμπρὲς κατοικίες, ἔβαλε τὸ παιδὶ νὰ κατοικεῖ ἐκεῖ, μετὰ τὴ συμπλήρωση τῆς πρώτης του ἡλικίας, διέταξε νὰ εἶναι ἀπλησίαστο, καὶ προσέλαβε γιὰ χάρη του παιδαγωγοὺς καὶ ὑπηρέτες, νέους στὴν ἡλικία καὶ πολὺ ὡραίους στὴν ἐμφάνιση, δίνοντάς τους ἐντολὴ νὰ μὴ τοῦ φανερώσουν τίποτε ἀπὸ τὰ ἐνοχλητικὰ τῆς ζωῆς, οὔτε θάνατο, οὔτε γηρατειά, οὔτε ἀσθένεια, οὔτε φτώχεια, οὔτε τίποτε ἄλλο λυπηρὸ καὶ τέτοιο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ διακόψει τὴν εὐφροσύνη, ἀλλὰ νὰ τοῦ παρουσιάζουν ὅλα τὰ εὐχάριστα καὶ ἀπολαυστικά, ὥστε, δοκιμάζοντας ὁ νοῦς του μὲ αὐτὰ χαρὰ καὶ ἀπόλαυση, νὰ μὴ μπορεῖ νὰ σκέφτεται καθόλου γιὰ τὰ μέλλοντα, οὔτε καὶ ν’ ἀκούσει ἔστω καὶ σὰν ἁπλὲς λέξεις ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὸ Χριστὸ καὶ τὰ δόγματά του. Γιατὶ αὐτὸ κυρίως περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα σκεφτόταν νὰ τοῦ ἀποκρύψει, φοβούμενος τὴν προφητεία τοῦ ἀστρολόγου.

Καὶ ἂν συνέβαινε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες του νὰ ἀρρωστήσει, διέτασσε νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ ἐκεῖ τὸ γρηγορότερο, καὶ τοποθετοῦσε στὴ θέση του ἄλλον γεμᾶτον σφρῖγος καὶ εὔρωστο, γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ νὰ δοῦν κανένα ἀνώμαλο πρᾶγμα τὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ. Ὁ βασιλιὰς λοιπὸν αὐτὰ εἶχε στὶς σκέψεις του καὶ αὐτὰ ἔκαμνε· γιατὶ βλέποντας δὲν ἔβλεπε καὶ ἀκούοντας δὲν καταλάβαινε.

Ὅταν μάλιστα ἔμαθε ὅτι μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς διασώζονται ἀκόμα, ἐνῶ νόμιζε ὅτι δὲν εἶχε ἀπομείνει οὔτε ἴχνος ἀπὸ αὐτούς, ὀργίσθηκε πάρα πολὺ καί, στρεφόμενος μὲ μανία ἐναντίον τους, διέταξε κήρυκες νὰ διατρέξουν κάθε πόλη καὶ ὁλόκληρη τὴ χώρα, διακηρύσσοντας νὰ μὴ βρίσκεται κανένας πουθενὰ ἀπὸ τὸ τάγμα τῶν μοναχῶν μέσα σὲ τρεῖς μέρες. Ἐὰν μετὰ τὴ διορία αὐτὴ βρεθοῦν μερικοί, νὰ παραδοθοῦν στὸν διὰ πυρὸς καὶ ξίφους θάνατο· γιατὶ αὐτοὶ (λέει) μεταπείθουν τὸ λαὸ νὰ πιστεύουν τὸν Ἐσταυρωμένο ὡς Θεό.

Στὸ μεταξὺ ὅμως συνέβηκε καὶ κάτι ἄλλο, ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου ὁ βασιλιὰς ἦταν ἀγριεμένος ἐναντίον τῶν μοναχῶν καὶ ὀργισμένος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ὑπῆρχε στὰ ἀνάκτορα ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἄρχοντες, ποὺ ἦταν στὴ ζωή του ἐπιεικὴς καὶ εὐσεβὴς ὡς πρὸς τὴν πίστη, καὶ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ σωτηρία του, ὅσο ἦταν δυνατό, κρυβόταν ἀπὸ φόβο πρὸς τὸ βασιλιά. Γι’ αὐτὸ κάποιοι ποὺ τὸν ζήλευαν γιὰ τὴν παρρησία ποὺ εἶχε στὸ βασιλιά, σκέφτονταν νὰ τὸν συκοφαντήσουν, καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ φροντίδα τους.

Ὅταν λοιπὸν κάποτε ὁ βασιλιὰς βγῆκε γιὰ κυνήγι μὲ τὴ συνηθισμένη ἀκολουθία του, ἕνας μεταξὺ τῶν ἀκολούθων του ἦταν καὶ ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος ἄνθρωπος. Καθὼς περπατοῦσε μόνος του, κατὰ θεία πρόνοια, ὅπως νομίζω, βρίσκει ἕνα ἄνθρωπο πεταμένο καταγῆς μέσα σὲ πυκνοὺς θάμνους, μὲ τὸ πόδι του τρομερὰ πληγωμὲνο ἀπὸ κάποιο θηρίο· μόλις αὐτὸς τὸν εἶδε νὰ περνάει δίπλα του, τὸν παρακάλεσε νὰ μὴ τὸν προσπεράσει, ἀλλὰ νὰ τὸν λυπηθεῖ γιὰ τὴ συμφορά του καὶ νὰ τὸν μεταφέρει στὸ σπίτι του, προσθέτοντας συγχρόνως καὶ αὐτό, ὅτι «Δὲν θὰ σοῦ φανῶ ἀνώφελος καὶ ἐντελῶς ἄχρηστος ἐγώ».

Καὶ ὁ ἐξαίρετος ἐκεῖνος ἄνδρας τοῦ λεει· «Ἐγὼ βέβαια θὰ σὲ παραλάβω ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ καλοῦ καὶ θὰ προσπαθήσω ὅσο μπορῶ νὰ σὲ θεραπεύσω, ποιά εἶναι ὅμως ἡ ὠφέλεια ποὺ εἶπες ὅτι θὰ ἔχω ἀπὸ σένα;»

Τότε ὁ φτωχὸς ἐκεῖνος καὶ ἄρρωστος εἶπε· «Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ποὺ θεραπεύει λόγια· ἐὰν καμμιὰ φορὰ σὲ λόγια ἢ ὁμιλίες βρεθεῖ κὰποια κάκωση ἢ πληγή, θὰ τὰ θεραπεύσω μὲ κατάλληλα φάρμακα, γιὰ νὰ μὴ προχωρήσει τὸ κακὸ πιὸ πολύ».

Ὁ εὐσεβὴς λοιπὸν ἐκεῖνος ἄνδρας δὲν ἔδωσε σημασία σ’ αὐτὸ ποὺ εἰπώθηκε, ἐκεῖνον ὅμως ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ σπίτι του καὶ δὲν παρέλειπε νὰ τὸν φροντίζει. Ὅμως οἱ φθονεροὶ ἐκεῖνοι καὶ συκοφάντες, ποὺ ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω, φέρνοντας στὸ φῶς τὴν κακία ποὺ ἀπὸ καιρὸ κυοφοροῦσαν, συκοφαντοῦν τὸν ἄνδρα στὸ βασιλιά, ὅτι, ὄχι μόνο ξεχνώντας τὴ φιλία του περιφρόνησε τὴ λατρεία τῶν θεῶν καὶ στράφηκε πρὸς τὸν Χριστιανισμό, ἀλλ’ ὅτι ἑτοιμάζει δεινὰ ἐναντίον τῆς βασιλείας του, μεταστρέφοντας τὰ πλήθη καὶ κάνοντάς τα δικά του.

Καὶ ἂν θέλεις, τοῦ λὲνε, νὰ βεβαιωθεῖς ὅτι τίποτε τὸ πλαστὸ δὲν σοῦ λέμε, κάλεσέ τον ἰδιαιτέρως καὶ πές του πειράζοντάς τον, ὅτι θέλεις, ἀφοῦ ἐγκαταλείψεις τὴν πατροπαράδοτη θρησκεία καὶ τὴ δόξα τῆς βασιλείας, νὰ γίνεις Χριστιανὸς καὶ νὰ περιβληθεῖς τὸ μοναχικὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖο παλιὰ τὸ δίωξες, μὲ τὴ δικαιολογία, ὅτι δῆθεν κακῶς ἔγινε αὐτό. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ ἐκτόξευαν αὐτὰ τὰ τρομερὰ ἐναντίον τοῦ ἄνδρα γνώριζαν τὴν εὐσυγκίνητη διάθεση τῆς ψυχῆς του, ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἄκουε τέτοια λόγια ἀπὸ τὸν βασιλιά, θὰ τὸν συμβούλευε νὰ μὴ ἀναβάλει νὰ πράξει ὅσα καλῶς ἀποφάσισε, καὶ ἔτσι θὰ ἀποδεικνυόταν ὅτι ἐκεῖνοι ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια.

Ὁ βασιλεὺς ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἀγνοοῦσε πόση ἦταν ἡ ἀφοσίωση τοῦ ἄνδρα ἐκείνου πρὸς αὐτόν, θεώρησε ἀπίθανα τὰ λεγόμενα καὶ ψεύτικα καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ δεχθεῖ ἀβασάνιστα, καὶ σκέφθηκε νὰ ἐλέγξει τὴν ὑπόθεση καὶ τὴ συκοφαντία. Ἀφοῦ τὸν κάλεσε λοιπὸν ἰδιαίτερα τοῦ εἶπε πειράζοντάς τον.

«Γνωρίζεις, φίλε μου, ὅσα ἔκανα ἐναντίον τῶν λεγομένων μοναχῶν καὶ ὅλων τῶν Χριστιανῶν. Τώρα ὅμως μετάνοιωσα γι’ αὐτὸ καί, ἀπαρνούμενος τὰ παρόντα, θέλω νὰ ἀσπασθῶ τὶς ἐλπίδες ἐκεῖνες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἄκουσα νὰ λένε, ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθει κάποια ἀθάνατη βασιλεία στὴ μέλλουσα ζωή, γιατὶ ἡ ἐδῶ ὁπωσδήποτε διακόπτεται μὲ τὸ θάνατο.

Καὶ νομίζω πὼς δὲν μπορῶ αὐτὸ νὰ τὸ κατορθώσω ἀλλιῶς καὶ νὰ μὴ ἀστοχήσω στὸ σκοπό μου, ἂν δὲ γίνω Χριστιανός, καί, ἐγκαταλείποντας τὴ δόξα τῆς βασιλείας μου καὶ τὰ ἄλλα εὐχάριστα καὶ τερπνὰ τῆς ζωῆς, νὰ ἀναζητήσω τοὺς ἀσκητὲς ἐκείνους καὶ τοὺς μοναχοὺς τοὺς ὁποίους ἄδικα ἐδίωξα, ὅπου καὶ ἂν βρίσκονται, καὶ νὰ ἀναμίξω τὸν ἑαυτό μου μ’ ἐκείνους.

Σ’ αὐτὰ τί λὲς καὶ σύ, καὶ ποία συμβουλὴ μοῦ δίνεις; Πές μου τὴν ἀλήθεια. Γιατὶ ξέρω ὅτι εἶσαι εἰλικρινὴς καὶ εὐγνώμων περισσότερο ἀπὸ ὅλους».

Ὅταν ὁ ἀγαθὸς ἐκεῖνος ἄνδρας τ’ ἄκουσε αὐτά, χωρὶς νὰ καταλάβει τὸ δόλο ποὺ ἔκρυβαν, συγκινήθηκε ψυχικὰ καὶ μὲ δάκρυα ἀνακατεμένα ἀποκρίθηκε ἀπονήρευτα·

«Βασιλιά μου, νὰ ζήσεις στοὺς αἰῶνες· γιατὶ ἔλαβες ἀπόφαση ἀγαθὴ καὶ σωτήρια, ἀφοῦ, ἂν καὶ εἶναι δυσεύρετη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πρέπει νὰ τὴν ἀναζητοῦμε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη. Γιατὶ λέει, «αὐτὸς ποὺ τὴν ἀναζητεῖ, τὴ βρίσκει». Ἐνῶ τὴν ἀπόλαυση τῶν παρόντων, καὶ ἂν ἀκόμη φαινομενικὰ εὐχαριστεῖ καὶ γλυκαίνει, εἶναι καλὸ νὰ τὴν ἀποφεύγουμε· γιατὶ δὲ βρίσκεται σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, καὶ αὐτοὺς ποὺ εὐχαριστεῖ τοὺς στενοχωρεῖ ἑπταπλάσια. Διότι καὶ τὰ καλά της καὶ οἱ λύπες της εἶναι πιὸ ἀδύναμα καὶ ἀπὸ τὴ σκιὰ καὶ ἐξαφανίζονται πολὺ γρήγορα σὰν ἴχνη πλοίου ποὺ διασχίζει τὴ θάλασσα ἢ πτηνοῦ ποὺ πετᾶ στὸν ἀέρα.

Ἐνῶ ἡ ἐλπίδα τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, ποὺ κηρύττουν οἱ Χριστιανοί, εἶναι σίγουρη καὶ πολὺ ἀσφαλής· ὅμως ἔχει στενοχώρια στὸν κόσμο. Καὶ τὰ δικά μας βέβαια τὰ εὐχάριστα τώρα εἶναι ὀλιγοχρόνια καὶ ἐκεῖ δὲν προξενοῦν ὅλως διόλου τίποτε, παρὰ μόνο κόλαση καὶ τιμωρία ποὺ δὲ σταματᾶ στοὺς αἰῶνες· γιατὶ ἡ ἡδονή τους εἶναι πρόσκαιρη, ἐνῶ ἡ λύπη τους διαρκής· ἀντίθετα τῶν Χριστιανῶν τὸ ἐπίπονο εἶναι πρόσκαιρο, ἐνῶ τὸ γλυκὺ καὶ ὠφέλιμο εἶναι ἀθάνατο. Ἂς εὐοδωθεῖ λοιπὸν ἡ καλὴ ἀπόφαση τοῦ βασιλιᾶ· γιατὶ εἶναι καλό, πάρα πολὺ καλό, ν’ ἀνταλλάξει κανεὶς μὲ τὰ φθαρτὰ τὰ αἰώνια.

Τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλιὰς καὶ στενοχωρήθηκε πολύ, ἀλλὰ συγκράτησε τὴν ὀργή του καὶ δὲν εἶπε πρὸς τὸ παρὸν τίποτε στὸν ἄνδρα. Ἐκεῖνος ὅμως, ὄντας συνετὸς καὶ εὔστροφος, κατάλαβε ὅτι ὁ βασιλιὰς δὲχτηκε μὲ βαρειὰ καρδιὰ τὰ λόγια του καὶ ὅτι τὸν δοκίμαζε μὲ δόλο.

Ὅταν γύρισε στὸ σπίτι αἰσθανόταν ἀνία καὶ δυσφορία, μὴ ξὲροντας μὲ ποιό τρόπο νὰ ἐξευμενίσει τὸν βασιλιὰ γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν κίνδυνο ποὺ ἦταν κρεμασμὲνος ἀπὸ πάνω του. Καθὼς λοιπὸν ἦταν ἄϋπνος ὅλη τὴ νύχτα, θυμήθηκε ἐκεῖνον ποὺ εἶχε συντριμμὲνο τὸ πόδι καί, ἀφοῦ τὸν ἔφερε κοντά του, τοῦ εἶπε·«Θυμήθηκα ποὺ εἶπες ὅτι εἶσαι θεραπευτὴς λόγων ποὺ βλάπτουν». Καὶ ἐκεῖνος εἶπε·«Ναί· καὶ ἂν ἔχεις ἀνάγκη, θὰ σοῦ δείξω τὴν ἐπιστήμη μου».

Παίρνοντας τότε τὸ λόγο ὁ συγκλητικὸς τοῦ διηγήθηκε καὶ τὴ συμπάθεια ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ εἶχε πρὸς τὸ βασιλιά, καὶ τὴν παρρησία ποὺ εἶχε, καὶ τὴν ἀπατηλὴ συνομιλία ποὺ εἶχε πρόσφατα μαζί του, καθὼς καὶ ὅτι αὐτὸς βέβαια τοῦ ἀποκρίθηκε καλά, ἐκεῖνος ὅμως δέχτηκε μὲ δυσαρέσκεια τὸ λόγο του καὶ μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ προσώπου του ἔδειξε τὴν ἐνδόμυχη ὀργή του.

Ὁ φτωχὸς ἐκεῖνος καὶ ἄρρωστος ἀφοῦ σκέφθηκε τοῦ εἶπε· «Γνώριζε, ἐνδοξότατε, ὅτι ὁ βασιλιὰς ἔχει γιὰ σένα πονηρὴ ὑπόνοια, ὅτι δηλαδὴ θέλεις νὰ τοῦ πάρεις τὴ βασιλεία, καὶ θέλοντας νὰ σὲ δοκιμάσει σοῦ εἶπε ὅσα σοῦ εἶπε. Σήκω λοιπὸν καὶ ἀφοῦ κουρὲψεις τὰ μαλλιά σου καὶ βγάλεις αὐτὰ τὰ πολυτελῆ ἐνδύματα, φόρεσε τρίχινα καὶ τὸ πρωὶ πήγαινε στὸ βασιλιά. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος σὲ ρωτήσει, «Τί σημαίνει ἡ ἐμφάνιση αὐτή;» ἀπάντησέ του·

Γι’ αὐτὰ ποὺ μοῦ μίλησες χθές, βασιλιά μου, ὁρίστε ἦρθα ἕτοιμος νὰ σὲ ἀκολουθήσω στὸ δρόμο ποὺ προτίμησες νὰ βαδίσεις· γιατί, ἂν καὶ ἡ ἀπόλαυση μοῦ εἶναι ἐπιθυμητὴ καὶ πολὺ εὐχάριστη, ὅμως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὴν δεχθῶ μετὰ ἀπὸ σὲνα· ἐνῶ ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς, τὸν ὁποῖο πρόκειται νὰ βαδίσεις, μολονότι εἶναι δύσκολος καὶ κακοτράχαλος ὅμως ἐφόσον θὰ βρίσκομαι μαζί σου, θὰ εἶναι γιὰ μένα καλὸς καὶ εὔκολος καὶ ἐπιθυμητός· γιατί, ὅπως συμμετεῖχα στὰ ἐδῶ ἀγαθά, ἔτσι θὰ συμμετέχω καὶ στὶς λύπες σου, γιὰ νὰ γίνω μέτοχος καὶ τῶν μελλοντικῶν».

Ὁ ἐξαίρετος ἐκεῖνος ἄνδρας δὲχθηκε τὰ λόγια τοῦ ἀρρώστου καὶ ἔκανε ὅπως ἀκριβῶς τοῦ εἶπε· καὶ ὅταν τὸν εἶδε ὁ βασιλιὰς καὶ τὸν ἄκουσε, εὐχαριστήθηκε πολὺ γι’ αὐτό, καὶ θαυμάζοντας τὴν ἀφοσίωσή του σ’ αὐτὸν καὶ καταλαβαίνοντας ὅτι ἦταν ψέματα ὅσα τοῦ εἰπώθηκαν ἐναντίον του, τὸν τίμησε ἀκόμα πιὸ πολὺ καὶ τοῦ αὔξησε τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ τοῦ εἶχε. Ὅμως γέμισε πάλι ὀργὴ ἐναντίον τῶν μοναχῶν, λέγοντας ὅτι δικές τους εἶναι οἱ διδασκαλίες, τὸ νὰ ἀπέχουν δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς καὶ νὰ ὀνειροπολοῦν μὲ ἀβέβαιες ἐλπίδες.

Βγαίνοντας ὅμως πάλι σὲ κυνήγι, βλέπουν δύο μοναχοὺς ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ τὴν ἐρημο, τοὺς ὁποίους διέταξε νὰ συλληφθοῦν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν στὸ ὄχημά του· ἀφοῦ τοὺς κοίταξε μὲ ὀργὴ καὶ βγάζοντας φωτιά, ὅπως λέει ἡ παροιμία, εἶπε·«Δὲν ἀκούσατε, δόλιοι καὶ ἀπατεῶνες, τοὺς κήρυκες ποὺ φώναζαν καθαρὰ νὰ μὴ βρεθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴ δική σας κακοδαιμονία μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες σὲ πόλη ἢ χώρα τῆς δικαιοδοσίας μου, γιατὶ ὁπωσδήποτε θὰ καεῖ στὴ φωτιά;»

Καὶ οἱ μοναχοὶ ἀπάντησαν·«Νά, ὅπως διέταξες, φεύγουμε ἀπὸ τὶς πόλεις καὶ τὶς χῶρες· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος γιὰ νὰ πᾶμε στοὺς ἀδελφούς μας καὶ δὲν εἴχαμε τροφή, προσπαθούσαμε νὰ τὴν ἐξασφαλίσουμε, γιὰ νὰ ἔχουμε τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια, γιὰ νὰ μὴ γίνουμε θύματα τῆς πείνας». Ὁ βασιλιὰς τότε εἶπε·«Αὐτὸς ποὺ φοβᾶται τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἐξεύρεση τροφῶν».

Τοῦ λὲνε οἱ μοναχοί·«Καλὰ εἶπες, βασιλιά μας· αὐτοὶ ποὺ φοβοῦνται τὸν θάνατο φροντίζουν πῶς νὰ τὸν ἀποφύγουν. Ποιοί ὅμως εἶναι αὐτοί, ἂν ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι προσκολλημένοι στὰ ρευστὰ καὶ τρομοκρατοῦνται ἀπὸ αὐτά, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, μὴ ἐλπίζοντας νὰ βροῦν κανένα ἀγαθὸ ἀπὸ αὐτά, προσκολλοῦνται γερὰ στὰ παρόντα καὶ γι’ αὐτὸ φοβοῦνται τὸ θάνατο;

Ἐνῶ ἐμεῖς ποὺ ἀπὸ παλιὰ μισήσαμε τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια καὶ βαδίζουμε τὸ στενὸ καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο γιὰ τὸν Χριστό, οὔτε τὸ θάνατο φοβούμαστε, οὔτε τὰ παρόντα ποθοῦμε, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦμε μόνο τὰ μέλλοντα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ θάνατος, τὸν ὁποῖο ἐσεῖς μᾶς προκαλεῖτε, γίνεται διαβατήριο γιὰ τὴν αἰώνια καὶ ἀνώτερη ζωή, γι’ αὐτὸ γιὰ μᾶς ὁ θάνατος αὐτὸς εἶναι μᾶλλον ἐπιθυμητὸς παρὰ φοβερός».

Ἀκούοντας αὐτὰ ὁ βασιλιὰς καὶ θέλοντας, ἀπὸ ἐξυπνάδα τάχα, νὰ προσβάλλει τοὺς μοναχούς, εἶπε·«Μὰ τί λετε; Πρὶν ἀπὸ λίγο δὲν εἴπατε ὅτι φεύγετε, σύμφωνα μὲ τὴ διαταγή μου; Καὶ ἀφοῦ δὲ φοβᾶσθε τὸ θάνατο, γιατί φεύγετε; Ὁρίστε πού, καὶ αὐτὰ ποὺ τὰ λέτε κομπάζοντας ἄσκοπα, διαψεύδονται».

Ἀποκρίθηκαν οἱ μοναχοί·«Δὲ φεύγουμε φοβούμενοι τὸ θάνατο μὲ τὸν ὁποῖο μᾶς ἀπειλεῖς, ἀλλὰ ἀπὸ λύπη πρὸς ἐσένα. Γιὰ νὰ μὴ γίνουμε αἴτιοι νὰ κατακριθεῖς περισσότερο, προτιμήσαμε νὰ φύγουμε· γιατί, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ μᾶς, καθόλου δὲ φοβούμαστε τὶς ἀπειλές σου».

Ὀργίσθηκε μὲ αὐτὰ ὁ βασιλιὰς καὶ διάταξε νὰ τοὺς κάψουν. Ἔτσι τελείωσαν τὴ ζωή τους οἱ ἀφοσιωμένοι στὸ Χριστὸ στὴ φωτιά, κερδίζοντας τὰ μαρτυρικὰ στεφάνια. Ὁ βασιλιὰς τότε ἔβγαλε διαταγή, ὅπου τυχὸν βρεθεῖ κανένας μοναχός, νὰ φονεύεται χωρὶς δίκη. Ἔτσι κανεὶς δὲν ἔμεινε σ’ ἐκείνη τὴ χώρα ἀπὸ αὐτὸ τὸ τάγμα, παρὰ μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἔκρυψαν τοὺς ἑαυτούς τους στὰ βουνὰ καὶ στὰ σπήλαια καὶ στὶς τρύπες τῆς γῆς. Αὐτὰ λοιπὸν ἦταν τὰ ὅσα συνέβηκαν τότε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ἐν τῶ μεταξὺ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ξεκίνησε ἡ διήγηση νὰ μιλήσει, ζώντας στὸ παλάτι ποὺ γι’ αὐτὸν κτίστηκε ἀπλησίαστος, ἔφθασε στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία, διδάχθηκε ὅλη τὴ σοφία τῶν Αἰθιόπων καὶ τῶν Περσῶν καὶ δὲν ἦταν λιγότερο ὡς πρὸς τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα ἔξυπνος καὶ ὡραῖος καὶ μυαλωμένος καὶ φρόνιμος· διακρινόταν σ’ ὅλα τὰ ἀγαθὰ πλεονεκτήματα, καί, προβάλλοντας ἐρωτήματα φυσικὰ στοὺς δασκάλους του, τοὺς ἔκανε νὰ θαυμάζουν γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ σύνεση τοῦ παιδιοῦ, ἐνῶ ὁ βασιλιὰς καμάρωνε γιὰ τὸ χαριτωμένο του πρόσωπο καὶ γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς του.

Παράλληλα ἔδινε ἐντολὲς σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν περιέβαλλαν νὰ μὴ τοῦ μάθουν τίποτε ἀπὸ τὰ δυσάρεστα τῆς ζωῆς, οὔτε κἂν ὅτι τὰ παρόντα εὐχάριστα τὰ διαδέχεται ὁ θάνατος. Καὶ στηριζόταν σὲ μάταιες ἐλπίδες, ἐνῶ ἐπιχειροῦσε, σύμφωνα μὲ τὴν παροιμία, νὰ τοξεύσει τὸν οὐρανό. Γιατὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ κρυφτεῖ στὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ θάνατος; Δὲν μπόρεσε λοιπὸν οὔτε ἀπὸ τὸ παιδὶ νὰ κρυφτεῖ. Γιατί, ἔχοντας μὲ κάθε σύνεση στολισμένο τὸ λογικό του, σκεφτόταν μόνο του γιὰ ποιό λόγο τὸ καταδίκασε ὁ πατέρας του νὰ εἶναι ἀπλησίαστο καὶ δὲν ἐπιτρέπει σὲ ὅποιον θέλει νὰ πλησιάσει σ’ αὐτό. Γιατὶ κατάλαβε καὶ μόνο του, ὅτι αὐτὸ δὲν γινόταν χωρὶς τὴ διαταγὴ τοῦ πατέρα του. Ὅμως φοβόταν νὰ τὸν ἐρωτήσει, ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος γιατὶ ἔλεγε ὅτι εἶναι ἀπίθανο νὰ μὴ σκέφτεται ὅσα συμφέρουν σ’ αὐτὸ ὁ πατέρας του, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο γιατὶ σκεπτόταν ὅτι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα εἶναι σύμφωνο μὲ τὴ γνώμη τοῦ πατέρα του, καὶ ἂν ἀκόμα τὸν ἐρωτήσει, δὲν θὰ τοῦ πεῖ τὴν ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ κατέληξε ὅτι αὐτὰ θὰ τὰ μάθει ἀπὸ ἄλλους καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν πατέρα του.

Ἔτσι συνδέθηκε ἀκόμα περισσότερο μὲ ἕνα παιδαγωγὸ ποὺ εἶχε πολὺ ἀγαπητὸ καὶ περισσότερο φίλο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ ἀφοῦ τοῦ πρόσφερε πλούσια δῶρα, τὸν ρώτησε νὰ μάθει ἀπὸ αὐτόν, σὲ τί ἀπέβλεπε ἡ φυλάκισή του ἀπὸ τὸν βασιλιὰ σὲ ἐκεῖνο τὸ φρούριο, καὶ τοῦ εἶπε·

Ἂν μοῦ τὸ πεῖς αὐτὸ καθαρά, θὰ μοῦ εἶσαι ὁ πιὸ ξεχωριστὸς ἀπὸ ὅλους καὶ θὰ σοῦ κάνω συμβόλαιο παντοτινῆς φιλίας.

Ὁ παιδαγωγὸς τότε, ποὺ ἦταν κι αὐτὸς μυαλωμένος καὶ γνώριζε τὴν συνετὴ καὶ τέλεια φρονιμάδα τοῦ παιδιοῦ καὶ ὅτι δὲ θὰ τοῦ προξενοῦσε κακό, τοῦ ἐξιστόρησε τὰ πάντα μὲ λεπτομέρεια, τὸ διωγμὸ ποὺ κίνησε ὁ βασιλιᾶς ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν καὶ προπαντὸς ἐναντίον τῶν ἀσκητῶν, καὶ ὅτι διώχθηκαν καὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ ἐκείνη, καὶ ὅσα προφήτευσαν οἱ ἀστρολόγοι ὅταν γεννήθηκε αὐτός. Γιὰ νὰ μὴ ἀκούσεις τὴ διδασκαλία ἐκείνων καὶ τὴν προτιμήσεις ἀπὸ τὴ δική μας θρησκεία, φρόντισε ὁ βασιλιὰς νὰ μὴ συναναστρέφεσαι πολλούς, ἀλλὰ λίγους, καὶ μᾶς ἔδωσε διαταγὲς νὰ μὴ σοῦ διδάξουμε τίποτε ἀπὸ τὰ δυσάρεστα τῆς ζωῆς.

Ὅταν ὁ νεαρὸς τὰ ἄκουσε αὐτά, δὲν εἶπε τίποτε ἄλλο· ἄγγιξε ὅμως τὴν καρδιὰ του ὁ σωτήριος λόγος, καὶ ἡ χάρη τοῦ Παρακλήτου ἐπιχείρησε νὰ τοῦ ἀνοίξει τὰ νοητὰ μάτια, χειραγωγῶντας τον πρὸς τὸν ἀψευδῆ Θεό, ὅπως θὰ δείξει ἡ διήγηση παρακὰτω. Καθὼς ὁ πατέρας του καὶ βασιλιὰς ἐρχόταν συχνὰ νὰ δεῖ τὸ παιδὶ (γιατὶ τὸ ἀγαποῦσε μὲ ὑπερβολικὴ ἀγάπη), μιὰ μέρα τοῦ λέει ὁ γιός του·

«Θέλω νὰ μάθω κάτι ἀπὸ σένα, κύριε καὶ βασιλιά μου, γιὰ τὸ ὁποῖο λύπη διαρκὴς καὶ ἀκατάπαυστη φροντίδα μοῦ κατατρώει τὴν ψυχή».

Ὁ πατέρας του τότε, ποὺ μ’ αὐτὰ τὰ λόγια πόνεσε βαθειά, εἶπε· «Πές μου, παιδί μου πολυαγάπητο, ποιά εἶναι ἡ λύπη ποὺ σὲ βασανίζει, καὶ θὰ σπεύσω νὰ τὴν μετατρέψω ἀμέσως σὲ χαρά». 55 Καὶ τὸ παιδὶ εἶπε· «Ποιός εἶναι ὁ λόγος τῆς φυλακίσεώς μου ἐδῶ, γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ ἔκλεισες μέσα σὲ τείχη καὶ πύλες, κάνοντάς με τελείως ἀπλησίαστο καὶ ἀθέατο σ’ ὅλους;»

Ὁ πατέρας τότε ἀπάντησε· «Δὲ θέλω, παιδί μου, νὰ δεῖς κάτι ἀπ’ αὐτὰ ποὺ θὰ ἀηδίαζαν τὴν καρδιά σου καὶ θὰ σοῦ διέκοπταν τὴν εὐφροσύνη. Διότι θέλω νὰ ζήσεις γιὰ πάντα σὲ ἀδιάκοπη ἀπόλαυση καὶ κάθε χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση».

Ὁ γιὸς τότε λέγει στὸν πατέρα του· «Νὰ τὸ ξέρεις ὅμως καλά, κύριε, ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δὲ ζῶ μὲ χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ θλίψη καὶ μεγάλη στενοχώρια, ὥστε ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ πιοτὸ νὰ μοῦ φαίνονται ἀηδιαστικὰ καὶ πικρά. Γιατὶ ποθῶ νὰ δῶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἔξω ἀπὸ τὶς πύλες αὐτές. Ἐὰν λοιπὸν θέλεις νὰ μὴ ζῶ μέσα σὲ θλίψη, δῶσε διαταγὴ νὰ βγαίνω ὅποτε θέλω καὶ νὰ εὐχαριστιέται ἡ ψυχή μου βλέποντας αὐτὰ ποὺ ὡς τώρα μοῦ ἦταν ἀθέατα».

Λυπήθηκε ὁ βασιλιὰς ἀκούοντας αὐτὰ καὶ ἔβλεπε ὅτι, ἂν ἐμποδίσει τὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός του, θὰ τοῦ προκαλέσει περισσότερη ἀνία καὶ ἀγωνία. Καὶ ἀφοῦ τοῦ εἶπε, «Ἐγώ, παιδί μου, θὰ κάνω ὅτι ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιά σου», διέταξε ἀμέσως νὰ ἑτοιμασθοῦν ἄλογα ἐκλεκτὰ καὶ σωματοφύλακες τέτοιοι ποὺ ταιριάζουν σὲ βασιλιά, καὶ ὅρισε νὰ βγαίνει ὅποτε θέλει, παραγγέλλοντας σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦταν μαζί του νὰ μὴ ἀφήνουν νὰ συναντήσει τίποτε τὸ ἀηδιαστικό, παρὰ μόνο ὅ,τι εἶναι ὡραῖο καὶ προκαλεῖ εὐχαρίστηση, αὐτὸ νὰ δείχνουν στὸ παιδί, νὰ συγκροτοῦν χορωδίες στοὺς δρόμους οἱ ὁποῖες νὰ τραγουδοῦν ἁρμονικὰ τραγούδια καὶ νὰ παρουσιάζουν διάφορα θεατρικὰ ἔργα, γιὰ νὰ ἀπασχολεῖται μὲ αὐτὰ ὁ νοῦς του καὶ νὰ εὐχαριστιέται.

Ὅμως, καθὼς σύχναζε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ στοὺς περιπάτους ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, εἶδε μιὰ μέρα, ἀπὸ ἀμέλεια τῶν ὑπηρετῶν, δύο ἄνδρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ ἕνας ἦταν ἀνάπηρος καὶ ὁ ἄλλος τυφλός. Ὅταν τοὺς εἶδε αὐτοὺς ἀηδίασε ἡ ψυχή του καὶ εἶπε στοὺς συνοδούς του·«Ποιοί εἶναι αὐτοὶ καὶ ποῦ ὀφείλεται ἡ ἀηδιαστική τους θέα;»

Ἐκεῖνοι τότε, μὴ μπορώντας νὰ ἀποκρύψουν αὐτὸ ποὺ εἶχε δεῖ, εἶπαν· «Αὐτὰ εἶναι πάθη ἀνθρώπινα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν συνήθως στοὺς ἀνθρώπους ὅταν φθείρεται ἡ ὕλη καὶ κακοποιεῖται τὸ σῶμα τους».

Τότε λέει τὸ παιδί·«Σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους συμβαίνουν αὐτά;» Τοῦ ἀπαντοῦν ἐκεῖνοι· «Ὄχι σὲ ὅλους, ἀλλὰ μόνο σ’ ἐκείνους ποὺ φθείρεται ἡ ὑγεία ἀπὸ τὴν ἀνικανότητα τῶν χυμῶν ποὺ περιέχονται μέσα στοὺς ὀργανισμούς».

Καὶ πάλι ρώτησε τὸ παιδί· «Ἐάν, λέει, δὲν συμβαίνει συνήθως σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ σὲ κάποιους, εἶναι ἄραγε γνωστοὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ βροῦν αὐτὰ τὰ δεινά, ἢ συμβαίνουν ἀκαθόριστα καὶ ἀπρόοπτα;»

Τοῦ ἀπαντοῦν ἐκεῖνοι·«Ποιός ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ δεῖ τὰ μέλλοντα καὶ ἀκριβῶς νὰ τὰ γνωρίσει; Γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἀποτελεῖ προνόμιο ποὺ τὸ ἔχουν μόνο οἱ ἀθάνατοι θεοί».

Σταμάτησε τότε νὰ ρωτάει ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, πόνεσε ὅμως ἡ καρδιά του μὲ τὸ θέαμα καὶ ἀλλοιώθηκε ἡ ὄψη τοῦ προσώπου του μὲ τὸ ἀσυνήθιστο αὐτὸ πρᾶγμα.

Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες περνώντας πάλι συναντᾶ ἕνα γέρο πολὺ ἡλικιωμένο, ποὺ εἶχε ρυτιδιασμένο τὸ πρόσωπο καὶ τρεμάμενα τὰ πόδια του, ἦταν καμπουριασμένος, μὲ κατάλευκα τὰ μαλλιά του καὶ χωρὶς δόντια καὶ μιλοῦσε διακεκομμένα. Τὸν κυρίεψε λοιπὸν ἔκπληξη, καὶ ἀφοῦ τὸν ἔφερε κοντά του, ρωτοῦσε νὰ μάθει ποὺ ὀφείλεται ἡ παράξενη θέα του.

Οἱ ἀκόλουθοί του τότε τοῦ εἶπαν·«Αὐτὸς εἶναι μεγάλος στὴν ἡλικία καὶ ἐπειδὴ λίγο λίγο μειώνεται ἡ δύναμή του καὶ ἐξασθενίζουν τὰ μέλη του, ἔφτασε σ’ αὐτὴ τὴν ταλαιπωρία ποὺ βλέπεις.

Λέει ἐκεῖνος· «Καὶ ποιό εἶναι τὸ τέλος του;» Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν·«Τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ θὰ τὸν διαδεχθεῖ».

Ρώτησε ἐκεῖνος·«Αὐτὸ συμβαίνει σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἢ καὶ αὐτὸ συμβαίνει σὲ μερικοὺς ἀπὸ αὐτούς;» Ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν·«Ἐὰν δὲν προλάβει ὁ θάνατος νὰ μεταθέσει κάποιον ἀπὸ τὴν ἐδῶ ζωή, εἶναι ἀδύνατο, καθὼς προχωροῦν τὰ χρόνια, νὰ μὴ φθάσει στὴν πεῖρα αὐτὴ τῆς κατάστασης».

Καὶ πάλι ρώτησε τὸ παιδί· «Σὲ πόσα λοιπὸν χρόνια συμβαίνει αὐτὸ σὲ κάποιον, καὶ ἐὰν ὁπωσδήποτε ἔρχεται ὁ θάνατος, καὶ δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ τὸν ἀποφύγει καὶ νὰ μὴ φθάσει σ’ αὐτὴν τὴν ταλαιπωρία».

Τοῦ λένε· «Σὲ ὀγδόντα ἢ καὶ ἑκατὸ ἔτη καταντοῦν σ’ αὐτὸ τὸ γῆρας οἱ ἄνθρωποι, ἔπειτα πεθαίνουν, χωρὶς νὰ ὑπάρχει ἄλλο ἐνδεχόμενο. Γιατὶ ὁ θάνατος εἶναι φυσικὸ χρέος, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ προστέθηκε στοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶναι ἀναπόφευκτος ὁ ἐρχομός του».

Ὅταν τὰ εἶδε ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ ἄκουσε ὁ συνετὸς ἐκεῖνος καὶ φρόνιμος νέος, στέναζε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του καὶ εἶπε· «Εἶναι πικρὴ αὐτὴ ἡ ζωὴ καὶ γεμάτη ἀπὸ πόνο καὶ ἀηδία, ἐὰν αὐτὰ εἶναι ἔτσι. Καὶ πῶς νὰ μείνει κανεὶς ἀμέριμνος μὲ τὴν ἀναμονὴ τοῦ ἄγνωστου θανάτου, τοῦ ὁποίου ὁ ἐρχομὸς ὄχι μόνο ἀναπόφευκτος εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἄγνωστος, ὅπως εἴπατε;»

Ἔφυγε τότε, περιστρέφοντάς τα αὐτὰ μέσα του καὶ σκεπτόμενος ἀκατάπαυστα καὶ ἐνθυμούμενος συχνὰ τὸ θάνατο, καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ ζοῦσε μὲ πόνους καὶ στενοχώρια καὶ εἶχε ἀκατάπαυστη λύπη. Γιατὶ ἔλεγε μὲσα του· «Ἄραγε πότε θὰ μὲ βρεῖ ὁ θάνατος; Καὶ ποιός θὰ μὲ θυμᾶται μετὰ θάνατο, ἀφοῦ ὁ χρόνος τὰ παραδίνει ὅλα στὴ λήθη; Καὶ ἐὰν πεθάνω, θὰ διαλυθῶ στὸ μηδέν; Ἢ μήπως ὑπάρχει ἄλλη ζωὴ καὶ ἄλλος κόσμος;»

Αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια σκεπτόμενος διαρκῶς, ἔλειωνε κιτρινίζοντας· ἀλλὰ μπροστὰ στὸν πατέρα του, ὅταν συνέβαινε νὰ ἔρθει, προσποιόταν τὸν χαρούμενο καὶ χωρὶς λύπη, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ μάθει ὁ πατέρας του αὐτὰ ποὺ σκεπτόταν. Ποθοῦσε ὅμως μὲ ἀσυγκράτητο πόθο καὶ ἐπιθυμοῦσε διακαῶς νὰ συναντήσει κάποιον ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ πληροφορήσει τὴν καρδιά του καὶ νὰ μεταδώσει στ’ αὐτιά του ἦχο λόγου ἀγαθοῦ. Καὶ ξαναρωτοῦσε πάλι τὸν παιδαγωγὸ ποὺ προαναφέρθηκε, ἐὰν γνωρίζει πουθενὰ κανέναν ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει σ’ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε καὶ νὰ βεβαιώσει τὸν νοῦ του, ποὺ τρομάζει πολὺ τοὺς λογισμοὺς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποβάλει τὴν ἀγωνία γι’ αὐτούς.

Ἐκεῖνος, ὑπενθυμίζοντάς του πάλι ὅσα εἶχαν πεῖ προηγουμένως, τοῦ εἶπε· «Σοῦ εἶπα καὶ προηγουμένως ὅτι ὁ πατέρας σου ἐκείνους τοὺς σοφοὺς καὶ ἀσκητές, ποὺ φιλοσοφοῦν πάντοτε γύρω ἀπὸ αὐτά, ἄλλους τοὺς φόνευσε, καὶ ἄλλους τοὺς ἔδιωξε μὲ ὀργή, καὶ δὲν γνωρίζω τώρα δὰ κανέναν τέτοιο στὴν περιοχὴ αὐτή».

Γεμᾶτος ἀπὸ μεγάλη στενοχώρια γι’ αὐτὰ καὶ πληγωμένος τρομερὰ στὴν ψυχή, ἔμοιαζε μὲ ἄνδρα ποὺ ἔχασε μεγάλο θησαυρὸ καὶ ὅλος ὁ νοῦς του ἦταν ἀπασχολημένος μὲ τὴν ἀνεύρεσή του. Ἔτσι ζοῦσε μὲ διαρκῆ ἀγωνία καὶ μέριμνα καὶ ὅλα τὰ εὐχάριστα καὶ τερπνὰ τοῦ κόσμου ἦταν στὰ μάτια του σὰν μίασμα καὶ ἀηδία.

Ἐνῶ λοιπὸν ὁ νέος βρισκόταν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ ποθοῦσε μ’ ὅλη του τὴν ψυχὴ νὰ βρεῖ τὸ ἀγαθό, τὸν εἶδε τὸ μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, καὶ δὲν τὸν παράβλεψε ἐκεῖνος «ποὺ θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια», ἀλλὰ δείχνοντας καὶ σ’ αὐτὸν τὴ συνηθισμένη φιλανθρωπία του, τοῦ ἔδειξε τὸ δρόμο ποὺ ἔπρεπε νὰ βαδίσει μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Ὑπῆρχε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ κάποιος μοναχὸς σοφὸς στὰ θεῖα, ποὺ διακρινόταν καὶ στὴ ζωὴ καὶ στὸ λόγο καὶ εἶχε ἐφαρμόσει μὲ αὐστηρότητα ὅλη τὴ μοναχικὴ ζωή. Ἀπὸ ποῦ βέβαια καταγόταν καὶ ἀπὸ ποιό γένος δὲν μπορῶ νὰ τὸ πῶ, ζοῦσε ὅμως σὲ ἕνα πανέρημο μέρος τῆς Σενααρίτιδας χώρας καὶ εἶχε δεχθεῖ τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης. Βαρλαὰμ ἦταν τὸ ὄνομα τοῦ γέροντα αὐτοῦ.

Αὐτὸς λοιπὸν μὲ κάποια ἀποκάλυψη ποὺ τοῦ ἔγινε ἀπὸ τὸ Θεό, ἀφοῦ ἄλλαξε τὸ σχῆμα του καὶ φόρεσε ροῦχα κοσμικά, ἀνέβηκε σὲ πλοῖο καὶ ἦρθε στὰ ἀνάκτορα τῶν Ἰνδῶν καὶ ὑποδυόμενος τὸν ρόλο ἐμπόρου πηγαίνει στὴ πόλη ὅπου ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ εἶχε τὸ παλάτι του. Ἀφοῦ ἔμεινε ἐκεῖ πολλὲς ἡμέρες, ἐξακρίβωσε τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν καὶ ποιοί εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν πλησιάζουν. Ὅταν λοιπὸν ἔμαθε ὅτι ὁ παιδαγωγὸς ποὺ ἀναφέρθηκε προηγουμένως εἶναι ὁ πιὸ οἰκεῖος μὲ αὐτὸν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους, πῆγε σ’ αὐτὸν ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ εἶπε·

«Θέλω νὰ γνωρίζεις, κύριέ μου, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἔμπορος ποὺ ἦρθα ἀπὸ μακρινὴ χώρα καὶ ἔχω ἕνα πολύτιμο λίθο παρόμοιο τοῦ ὁποίου δὲ βρέθηκε ποτέ, καὶ αὐτὸν δὲν τὸν φανέρωσα σὲ κανένα μέχρι τώρα· τὸν φανερώνω μόνο σὲ σένα, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι εἶσαι συνετὸς καὶ μυαλωμένος ἄνδρας, ὥστε νὰ μὲ παρουσιάσεις στὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ γιὰ νὰ τὸν δώσω σ’ αὐτόν. Γιατὶ ὑπερέχει ἀσύγκριτα ἀπὸ ὅλα τὰ καλὰ καὶ εἶναι σὲ θέση νὰ δωρήσει σοφία ἀκόμα καὶ σὲ τυφλοὺς στὴν καρδιά, νὰ ἀνοίξει αὐτιὰ κωφῶν, νὰ δώσει φωνὴ σὲ βωβοὺς καὶ νὰ δώσει ὑγεία σὲ ἀρρώστους. Τοὺς ἀνόητους τοὺς κάνει σοφούς, διώχνει τοὺς δαίμονες καὶ χορηγεῖ στὸν κάτοχό του κάθε τι καλὸ καὶ ἀγαπητό».

Τοῦ λέει ὁ παιδαγωγός· «Σὲ βλέπω ἄνθρωπο μὲ σταθερὴ καὶ σίγουρη αὐτοπεποίθηση, ἀλλὰ τὰ λόγια σου δείχνουν ὅτι καυχιέσαι ὑπέρμετρα. Γιατὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σοῦ διηγηθῶ τοὺς τόσους πολύτιμους λίθους καὶ τὰ μαργαριτάρια ποὺ ἔχω δεῖ; Ἀλλὰ νὰ ἔχουν τέτοιες ἰδιότητες ποὺ εἶπες οὔτε εἶδα οὔτε ἄκουσα ποτέ. Ὅμως δεῖξέ μού τον καὶ ἐὰν εἶναι ὅπως εἶπες, γρήγορα θὰ τὸν φέρω στὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ καὶ θὰ δεχθεῖς ἀπὸ αὐτὸν πολὺ μεγάλες τιμὲς καὶ δῶρα. Προτοῦ ὅμως βεβαιωθῶ βλέποντάς τον μὲ τὰ ἀψευδῆ μάτια μου εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀναγγείλω στὸν κύριο καὶ βασιλιά μου αὐτὰ τὰ ὑπερβολικὰ γιὰ ἕνα πρᾶγμα κρυφό».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ εἶπε· «Σωστὰ εἶπες ὅτι οὔτε θεάθηκαν οὔτε ἀκούστηκαν τέτοιες ἰδιότητες καὶ ἐνέργειες· γιατὶ ὁ λόγος ποὺ ἔκανα σὲ σένα δὲν ἀναφερόταν σὲ τυχαῖο πρᾶγμα, ἀλλὰ γιὰ κάτι θαυμαστὸ καὶ σπουδαῖο. Ὅσο γιὰ τὸ ὅτι ζήτησες νὰ τὸν δεῖς, ἄκουσε τὰ λόγια μου. Ὁ πολύτιμος αὐτὸς λίθος μὲ τὶς ἐνέργειες καὶ ἰδιότητες ποὺ προανέφερα ἔχει καὶ τὴν ἑξῆς δύναμη· δὲν μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ αὐτὸν ἔτσι πρόχειρα ὅποιος δὲν ἔχει ὑγιῆ καὶ δυνατὴ ὅραση, καθὼς καὶ ἁγνὸ καὶ τελείως ἀμόλυντο τὸ σῶμα του. Ἐὰν κάποιος, χωρὶς νὰ ἔχει αὐτὰ τὰ δύο καλά, κοιτάξει μὲ αὐθάδεια τὸν πολύτιμο αὐτὸ λίθο, θὰ χάσει καὶ αὐτὴ τὴν ὁποιαδήποτε δύναμη τῶν ματιῶν καὶ τὰ μυαλὰ ποὺ ἔχει. Ἐγώ, ποὺ δὲν εἶμαι ἀμύητος στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, βλέπω ὅτι τὰ μάτια σου δὲν εἶναι ὑγιῆ, καὶ φοβᾶμαι μήπως σοῦ στερήσω καὶ τὴν ὅραση ποὺ ἔχεις. Ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ ὅμως ἄκουσα ὅτι ἔχει μετρημένη ζωὴ καὶ μάτια ὡραῖα ποὺ βλὲπουν σωστά. Γι’ αὐτὸ πῆρα τὸ θάρρος νὰ δείξω σ’ ἐκεῖνον τὸν θησαυρὸ αὐτό. Ἐσὺ λοιπὸν μὴν ἀμελήσεις γι’ αὐτό, οὔτε νὰ στερήσεις τὸν κύριό σου ἀπὸ ἕνα τέτοιο πρᾶγμα».

Ἐκεῖνος τότε τοῦ εἶπε· «Ἐὰν αὐτὰ ἔχουν ἔτσι, μὴ μοῦ δείξεις τὸν λίθο, γιατὶ ἡ ζωή μου εἶναι λερωμένη μὲ πολλὲς ἁμαρτίες, καὶ τὰ μάτια μου, ὅπως εἶπες, δὲν εἶναι ὑγιῆ. Ἀλλὰ ἐγώ, ἐπειδὴ πίστεψα στὰ λόγια σου, δὲ θὰ διστάσω νὰ τὰ ἀναφέρω στὸν κύριο καὶ βασιλιά μου».

Αὐτὰ εἶπε, καὶ ἀφοῦ μπῆκε μέσα τὰ ἀνάφερε ὅλα κατιδίαν στὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ. Ἐκεῖνος μόλις ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ παιδαγωγοῦ, αἰσθάνθηκε κάποια χαρὰ καὶ πνευματικὴ εὐφορία νὰ πνέει στὴν καρδιά του καὶ καθὼς κυριεύθηκε ἡ ψυχή του ἀπὸ ἐνθουσιασμό, διέταξε νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνδρα γρήγορα μέσα.

Μόλις μπῆκε μέσα ὁ Βαρλαὰμ καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὸν εἰρηνικὸ χαιρετισμὸ ποὺ ἔπρεπε, τοῦ ἐπέτρεψε νὰ καθίσει, καὶ ὅταν ὁ παιδαγωγὸς ἀποχώρησε, λέει ὁ Ἰωάσαφ στὸν γέροντα· «Δεῖξε μου τὸν πολύτιμο λίθο, γιὰ τὸν ὁποῖο μοῦ ἀνέφερε ὁ παιδαγωγός μου ὅτι λὲς μεγάλα καὶ θαυμαστὰ πράγματα».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ ἄρχισε ὡς ἑξῆς τὴν ὁμιλία του πρὸς αὐτόν· «Δὲν εἶναι δίκαιο, βασιλιά μου, νὰ πῶ κάτι ψεύτικο καὶ ἀπερίσκεπτο πρὸς τὸ ὑπέροχο μεγαλεῖο σου· διότι ὅλα ὅσα σοῦ ἀναφέρθηκαν ἀπὸ μένα εἶναι ἀληθινὰ καὶ ἀναμφιβήτητα. Ὅμως, ἐὰν προηγουμένως δὲ δοκιμάσω τὴ φρονιμάδα σου, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ σοῦ φανερώσω τὸ μυστικό.

Γιατὶ ὁ δικός μου Κύριος λέει· «βγῆκε ὁ σπορέας νὰ σπείρει τὸ σπόρο του· καὶ καθὼς ἔσπερνε, ἄλλοι σπόροι ἔπεσαν στὸ δρόμο, καὶ ἦρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τοὺς ἔφαγαν ὅλους· ἄλλοι ἔπεσαν σὲ ἔδαφος πετρῶδες, ὅπου δὲν ὑπῆρχε πολὺ χῶμα, καὶ ἀμέσως φύτρωσαν, ἐπειδὴ τὸ χῶμα ἦταν λιγοστό, μόλις ὅμως ἀνέτειλε ὁ ἥλιος κάηκαν, καί, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ρίζα, ξεράθηκαν· ἄλλοι σπόροι πάλι ἔπεσαν στ’ ἀγκάθια καὶ ὅταν μεγάλωσαν τοὺς ἔπνιξαν τὰ ἀγκάθια· τέλος ἄλλοι ἔπεσαν σὲ γόνιμο ἔδαφος καὶ ἔδωσαν καρπὸ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο».

Ἐὰν λοιπὸν βρῶ στὴν καρδιά σου ἔδαφος καρποφόρο καὶ γόνιμο, δὲν θὰ διστὰσω νὰ φυτέψω μέσα σου τὸ θεϊκὸ σπόρο καὶ νὰ σοῦ φανερώσω τὸ μεγάλο μυστικό. Ἐὰν ὅμως αὐτὴ εἶναι πετρώδης καὶ γεμάτη ἀγκάθια καὶ δρόμος ποὺ καταπατεῖται ἀπὸ ὅποιον θέλει, εἶναι καλύτερο νὰ μὴ ρίξω καθόλου αὐτὸν τὸν σωτήριο σπόρο καὶ νὰ τὸν ἐκθέσω σὲ ἁρπαγὴ στὰ πτηνὰ καὶ στὰ θηρία, μπροστὰ στὰ ὁποῖα ἔχω ἐντολὴ νὰ μὴ ρίχνω ποτὲ μαργαριτάρια.

Ἀλλὰ ἔχω πεισθεῖ γιὰ σένα ὅτι εἶσαι ἄξιος γιὰ τὰ ἀνώτερα καὶ αὐτὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὴ σωτηρία, καὶ ὅτι καὶ τὸν ἀνεκτίμητο λίθο θὰ δεῖς καὶ ἀπὸ τὴ λάμψη τοῦ φωτός του θὰ ἀξιωθεῖς καὶ σὺ νὰ γίνεις φῶς, καὶ νὰ ἀποδώσεις καρπὸ ἑκατονταπλάσιο. Γιατὶ γιὰ σένα πῆρα τὴ ἀπόφαση καὶ διάνυσα τόσο δρόμο, γιὰ νὰ σοῦ δείξω αὐτὰ ποὺ ποτέ σού δὲν ἔχεις δεῖ καὶ νὰ σοῦ διδάξω αὐτὰ ποὺ δὲν ἄκουσες.

Ὁ Ἰωάσαφ τότε τοῦ εἶπε· «Ἐγὼ βέβαια, ἔντιμε γέροντά μου, μὲ κάποιο πόθο καὶ ἀσυγκράτητο ἔρωτα ζητῶ νὰ ἀκούσω κάποιο καινούργιο καὶ καλὸ λόγο, καὶ μέσα στὴν καρδιά μου καίει φωτιὰ ποὺ μὲ φλογίζει τρομερὰ καὶ μὲ ὠθεῖ νὰ μάθω κάποια ἀναγκαῖα ζητήματα, ἀλλὰ δὲν συνάντησα μέχρι τώρα ἄνθρωπο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ μὲ πληροφορήσει γι’ αὐτά. Ἐὰν ὅμως πετύχω κάποιο σοφὸ καὶ ἐπιστήμονα καὶ ἀκούσω λόγο σωτηρίας, δὲν θὰ τὸν δώσω οὔτε στὰ πουλιά, ὅπως νομίζω, οὔτε στὰ θηρία, οὔτε καὶ θὰ φανῶ πετρώδης, ὅπως εἶπες, οὔτε ἀκανθώδης, ἀλλὰ θὰ τὸν δεχθῶ μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ θὰ τὸν διαφυλάξω μὲ σεβασμό. Ἐσὺ λοιπόν, ἐὰν γνωρίζεις κάτι τέτοιο, μὴ τὸ κρύψεις ἀπὸ ἐμένα, ἀλλὰ νὰ μοῦ τὸ ἀνακοινώσεις. Γιατί, ὅταν ἄκουσα ὅτι ἦρθες ἀπὸ μακρινὴ χώρα, χάρηκε ἡ ψυχή μου καὶ ἔλπισα πὼς μὲ σένα θὰ ἐπιτύχω αὐτὸ ποὺ ποθῶ. Γι’ αὐτὸ σὲ ἔφερα γρήγορα κοντά μου καὶ σὲ δέχθηκα μὲ προσήνεια, σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς καὶ συνομήλικούς μου, ἐὰν βέβαια δὲν διαψευσθεῖ ἡ ἐλπίδα μου».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ τοῦ εἶπε·«Καλὰ τὸ ἔκανες αὐτὸ καὶ ἀντάξια πρὸς τὴ βασιλική σου μεγαλοπρέπεια, τὸ ὅτι δὲν ἔδωσες σημασία στὴ φαινομενικὴ εὐτέλεια, ἀλλὰ στηρίχθηκες στὴν κρυμμένη ἐλπίδα. Πράγματι ὑπῆρχε κάποιος μεγάλος καὶ ἔνδοξος βασιλιάς, ὁ ὁποῖος, περνώντας κάποτε πάνω σὲ χρυσοστόλιστο ἅρμα, μὲ τὴν ταιριαστὴ σὲ βασιλιὰ ἀκολουθία, συνάντησε δύο ἄνδρες ποὺ φοροῦσαν σχισμένα καὶ βρώμικα ροῦχα, μὲ τὰ πρόσωπα μαραμὲνα καὶ πολὺ κάτωχροι. Τοὺς γνώριζε αὐτοὺς ὁ βασιλιὰς καὶ ὅτι αὐτοὶ εἶχαν καταστρέψει τὸ σαρκίο τους μὲ τὸ βασανισμὸ τοῦ σώματός τους καὶ τὸν ἱδρώτα τῆς ἀσκήσεως. Μόλις λοιπὸν τοὺς εἶδε, πηδώντας ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἅρμα καὶ πέφτοντας στὴ γῆ προσκύνησε καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε τοὺς ἀγκάλιασε καὶ τοὺς ἀσπάσθηκε πολὺ φιλικά.

Οἱ ἀξιωματοῦχοι ὅμως καὶ οἱ ἄρχοντές του δυσανασχέτησαν γι’ αὐτό, νομίζοντας ὅτι ἔκανε πράγματα ποὺ δὲν ταιριάζουν στὸ βασιλικὸ μεγαλεῖο· μὴ τολμῶντας ὅμως νὰ τὸν ἐλέγξουν κατὰ πρόσωπο, ἔλεγαν στὸ γνήσιο ἀδελφό του νὰ μιλήσει στὸ βασιλιὰ νὰ μὴ ντροπιάζει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸ ὕψος τοῦ στέμματος. Ὅταν ἐκεῖνος τὰ εἶπε αὐτὰ στὸν ἀδελφό του καὶ ἔψεξε τὴν ἄστοχη μικροπρέπειά του, τοῦ ἔδωσε ὁ βασιλιὰς ἀπάντηση, τὴν ὁποία δὲν κατάλαβε ὁ ἀδελφός του.

Γιατὶ ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος εἶχε τὴ συνήθεια, ὅταν ἐξέδιδε ἀπόφαση θανάτου ἐναντίον κάποιου, νὰ στὲλνει στὴν πόρτα του κήρυκα μὲ σάλπιγγα εἰδικὴ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, καὶ μὲ τὴ φωνὴ ἐκείνης τῆς σάλπιγγας καταλάβαιναν ὅλοι ὅτι αὐτὸς εἶναι ἔνοχος θανάτου. Ὅταν λοιπὸν νύχτωσε, ἔστειλε ὁ βασιλιὰς τὴ σάλπιγγα τοῦ θανάτου νὰ σαλπίσει στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἀδελφοῦ του. Ὅταν λοιπὸν ἐκεῖνος ἄκουσε τὴ σάλπιγγα τοῦ θανάτου, ἀπογοητεύθηκε γιὰ τὴ σωτηρία του καὶ ὅλη τὴ νύχτα μοίραζε μὲ διαθήκη τὰ ὑπάρχοντά του, καὶ τὸ πρωί, ἀφοῦ φόρεσε μαῦρα καὶ πένθιμα, πῆγε μὲ τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του στὴν πόρτα τοῦ παλατιοῦ κλαίοντας καὶ θρηνώντας. Ὅταν τὸν ἔβαλε μέσα ὁ βασιλιὰς καὶ τὸν εἶδε νὰ κλαίει ἔτσι, εἶπε·

«Ὢ ἀνόητε καὶ ἄμυαλε, ἐὰν ἐσὺ φοβήθηκες τόσο πολὺ τὸν κήρυκα τοῦ ἰσότιμου ἀδελφοῦ σου, πρὸς τὸν ὁποῖο γνωρίζεις ὅτι δὲν ἔχεις κάνει ὅλως διόλου τίποτε, γιατί μὲ κατηγόρησες ποὺ μὲ ταπείνωση ἀσπάσθηκα τοὺς κήρυκες τοῦ Θεοῦ μου, οἱ ὁποῖοι πιὸ εὔηχα ἀπὸ σάλπιγγα μοῦ μήνυσαν τὸ θάνατο καὶ τὴ φοβερὴ συνάντηση τοῦ Κυρίου, ἀπέναντι στὸν ὁποῖο γνωρίζω ὅτι ὁ ἑαυτός μου ἔχει κάνει πολλὲς καὶ μεγάλες ἁμαρτίες; Νὰ λοιπόν, γιὰ νὰ ἐλέγξω τὴν ἀπερισκεψία σου, χρησιμοποίησα αὐτὸν τὸν τρόπο, γιὰ νὰ ἐλέγξω γρήγορα καὶ ἐκείνους, ποὺ σοῦ ὑπέδειξαν νὰ μὲ κατηγορήσεις, ὅτι εἶναι ἀνόητοι».

Καὶ ἀφοῦ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀθώωσε τὸν ἀδελφό του καὶ τὸν ὠφέλησε, τὸν ἔστειλε στὸ σπίτι. Διέταξε τότε νὰ κατασκευασθοῦν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τὰ δύο ἀπὸ αὐτά, ἀφοῦ τὰ κάλυψε ἀπὸ παντοῦ μὲ χρυσάφι καὶ ἔβαλε μέσα τους κόκκαλα νεκρῶν ποὺ μύριζαν, τὰ ἀσφάλισε μὲ χρυσὰ καρφιά, ἐνῶ τὰ ἄλλα, ἀφοῦ τὰ ἔχρισε μὲ πίσσα καὶ τὰ ἀσφάλτωσε, τὰ γέμισε μὲ πολύτιμα πετράδια καὶ πολύτιμα μαργαριτάρια καὶ μὲ κάθε εἴδους ἀρωματικὴ εὐωδιά.

Ἀφοῦ τὰ ἔδεσε ὅλα αὐτὰ μὲ τρίχινα σχοινιά, φώναξε τοὺς ἀξιωματούχους ἐκείνους ποὺ τὸν κατηγόρησαν κατὰ τὴ συνάντησή του μὲ τοὺς ἄνδρες ἐκείνους, τοὺς ἔβαλε μπροστά τους τὰ τέσσερα κιβώτια, γιὰ νὰ ἐκτιμήσουν πόσο ἀξίζουν αὐτὰ καὶ πόσο τὰ ἄλλα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι τὰ δύο χρυσωμένα ἔχουν πολὺ μεγάλη ἀξία, γιατί, ἔλεγαν, εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχουν μέσα σ’ αὐτὰ βασιλικὰ στέμματα καὶ ζῶνες· ἐνῶ ἐκεῖνα ποὺ ἦταν χρισμένα μὲ πίσσα καὶ ἄσφαλτο, εἶναι ἀνάξια λόγου καὶ ἔχουν εὐτελῆ ἀξία.

Ὁ βασιλιὰς τότε τοὺς εἶπε· «Ἤξερα κι ἐγὼ ὅτι αὐτὰ θὰ λέγατε· γιατὶ μὲ τὰ αἰσθητὰ μάτια βλέπετε τὴν αἰσθητὴ ἐμφάνιση· ὅμως δὲν πρέπει νὰ κάνετε ἔτσι, ἀλλὰ μὲ τὰ ἐσωτερικὰ μάτια νὰ βλέπετε τὴν ἀξία ἢ ἀπαξία ποὺ ὑπάρχει μέσα».

Διέταξε τότε ν’ ἀνοιχθοῦν τὰ χρυσωμένα κιβώτια. Ὅταν ἀνοίχθηκαν, μιὰ τρομερὴ δυσωδία σκορπίστηκε καὶ φάνηκε μιὰ θέα πάρα πολὺ ἀηδής. Καὶ λέει ὁ βασιλιάς·«Αὐτὸς ὁ τύπος ἀνήκει σ’ ἐκείνους ποὺ φοροῦν τὰ πολυτελῆ καὶ ἐντυπωσιακὰ ἐνδύματα, καὶ κάνουν τὸν σοβαρὸ μὲ πολλὴ μεγαλοπρέπεια καὶ κατάρχηση ἐξουσίας, ἐνῶ μέσα τους ὑπάρχουν νεκρὰ καὶ πονηρὰ ἔργα».

Ἔπειτα, διατάσσοντας νὰ ξεσκεπασθοῦν καὶ τὰ πισσωμένα καὶ ἀσφαλτωμένα κιβώτια, χαροποίησε ὅλους τοὺς παρόντες μὲ τὴν ἀκτινοβολία καὶ τὴν εὐωδία ἐκείνων ποὺ ὑπῆρχαν μέσα σ’ αὐτά. Εἶπε τότε πρὸς αὐτούς·

«Γνωρίζετε μὲ τί μοιάζουν αὐτά; μ’ ἐκείνους τοὺς ταπεινοὺς ποὺ φοροῦσαν εὐτελῆ ἐνδύματα, τῶν ὁποίων ἐσεῖς τὴν μέχρις ἐδάφους προσκύνησή μου, προσέχοντας τὴν ἐξωτερική τους ἐμφάνιση, τὴ θεωρήσατε προσβολή, ἐνῶ ἐγώ, βλέποντας μὲ τὰ νοερὰ μάτια μου τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ὡραιότητα τῶν ψυχῶν τους, μὲ τὴν ἐπαφή μου μ’ αὐτοὺς δοξὰστηκα, τοὺς θεώρησα πιὸ πολύτιμους ἀπὸ κάθε στέμμα καὶ βασιλικὴ ἁλουργίδα».

Ἔτσι λοιπὸν τοὺς ντρόπιασε καὶ τοὺς δίδαξε νὰ μὴν ἐξαπατοῦνται ἀπὸ τὰ φαινόμενα, ἀλλὰ νὰ προσέχουν τὰ νοούμενα. Καὶ σὺ λοιπὸν ἐνήργησες ὅπως κι ἐκεῖνος ὁ εὐσεβὴς καὶ σοφὸς βασιλιάς, μὲ τὸ νὰ μὲ δεχθεῖς μὲ τὴν καλὴ ἐλπίδα, γιὰ τὴν ὁποία δὲν θὰ διαψευσθεῖς, ὅπως τουλάχιστον ἐγὼ νομίζω».

Καὶ ὁ Ἰωάσαφ τότε τοῦ εἶπε· «Ὅλα αὐτὰ βέβαια τὰ εἶπες καλὰ καὶ ταιριαστά, ἀλλὰ θέλω νὰ μάθω ἐκεῖνο, ποιός εἶναι ὁ Κύριός σου, τὸν ὁποῖο ἀνάφερες στὴν ἀρχὴ τοῦ λόγου σου γιὰ ἐκεῖνο τὸν σπορέα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Παίρνοντας λοιπὸν πάλι τὸ λόγο ὁ Βαρλαὰμ, εἶπε· «Ἐὰν θέλεις νὰ μάθεις τὸν Κύριό μου, ὁ Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μακάριος καὶ μοναδικὸς κυρίαρχος, «ὁ Βασιλιὰς τῶν βασιλιάδων καὶ Κύριος αὐτῶν ποὺ ἐξουσιάζουν, ὁ μόνος ποὺ εἶναι ἀθάνατος, ποὺ κατοικεῖ σὲ ἀπλησίαστο φῶς» καὶ τιμᾶται μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.

Γιατὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀναγνωρίζουν αὐτοὺς τοὺς πολλοὺς καὶ ἄτακτους θεοὺς καὶ σέβονται αὐτὰ τὰ ἄψυχα καὶ κωφὰ εἴδωλα, ἀλλὰ γνωρίζω καὶ ὁμολογῶ ἕνα Θεό, ποὺ τιμᾶται σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, ἐννοῶ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, σὲ μιὰ ὅμως φύση καὶ οὐσία, σὲ μία δόξα καὶ βασιλεία, ποὺ δὲ μοιράζεται.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἕνας Θεὸς μὲ τρεῖς ὑποστάσεις, ὄντας χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος, αἰώνιος καὶ ἀίδιος, ἄκτιστος, ἀμετάβλητος καὶ ἀσώματος, ἀόρατος, ἀπερίγραπτος, ἀκατάληπτος, μόνος ἀγαθὸς καὶ δίκαιος, αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδέν, καὶ τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, πρῶτα δημιούργησε τὶς οὐράνιες καὶ ἀόρατες δυνάμεις, κάποια ἀναρίθμητα πλήθη ἄϋλα καὶ ἀσώματα, ὑπηρετικὰ πνεύματα τῆς μεγαλειότητας τοῦ Θεοῦ.

Ἔπειτα δημιούργησε αὐτὸ τὸν ὁρατὸ κόσμο, τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα, τὸν ὁποῖο, ἀφοῦ τὸν ἔκανε νὰ λάμπει μὲ τὸ φῶς, στόλισε τὸν οὐρανὸ μὲ τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, τὴ γῆ μὲ κάθε εἴδους βλάστηση καὶ διάφορα ζῶα, καὶ τὴ θάλασσα μὲ τὸ ἄπειρο πλῆθος τῶν ὀργανισμῶν ποὺ ζοῦν κολυμπώντας. Ὅλα αὐτὰ αὐτὸς εἶπε καὶ γεννήθηκαν, αὐτὸς ἔδωσε ἐντολὴ καὶ δημιουργήθηκαν.

Ἔπειτα δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, παίρνοντας χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ γιὰ τὴ διάπλαση τοῦ σώματος, καὶ δίνοντάς του ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερὴ μὲ τὸ φύσημά του, ἡ ὁποία εἶναι γραμμένο ὅτι δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ». «Κατ’ εἰκόνα» βέβαια, ἐπειδὴ τοῦ ἔδωσε τὸ λογικὸ καὶ τὸ αὐτεξούσιο, καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν», ἐπειδὴ εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ ὁμοιάσει στὴν ἀρετὴ τὸ Θεό. Αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τὸν προίκισε μὲ ἐλευθερία καὶ ἀθανασία, τὸν ἔκανε βασιλιὰ ὅλων τῶν κτισμάτων τῆς γῆς, καὶ ἔκανε ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸ θηλυκό, ὡς βοηθό του.

Καὶ ἀφοῦ φύτεψε παράδεισο πρὸς ἀνατολικὰ τῆς Ἐδέμ, γεμᾶτο χαρὰ καὶ εὐχαρίστηση, ἔβαλε μέσα σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔπλασε, δίνοντάς του ἐντολὴ νὰ τρώει ἀπὸ ὅλα τὰ θεῖα φυτὰ ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ, καὶ μόνο ἕνα ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μὴ τὸ γευθεῖ καθόλου, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται δὲντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, λέγοντας τὰ ἑξῆς· «ὅποια ἡμέρα θὰ φᾶτε ἀπὸ αὐτό, θὰ πεθάνετε».

Ἕνας ὅμως ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις ποὺ ἀναφέραμε, ἀρχηγὸς μιᾶς στρατιᾶς, χωρὶς νὰ ἔχει μέσα του ἀπὸ τὸ Δημιουργὸ κανένα ἴχνος φυσικῆς κακίας, ποὺ δημιουργήθηκε γιὰ τὸ καλό, μὲ δική του προαίρεση στράφηκε ἀπ’ τὸ καλὸ στὸ κακὸ καὶ ἔφτασε στὴν παραφροσύνη νὰ θέλει νὰ ἐπαναστατήσει ἐναντίον τοῦ Δεσπότη καὶ Θεοῦ.

Γι’ αὐτὸ διώχθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν τιμὴ ποὺ εἶχε καί, ἀντὶ τῆς μακάριας ἐκείνης δόξας καὶ τῆς ὀνομασίας τοῦ ἀγγέλου, ὀνομάσθηκε διάβολος, μὲ τὸ ἐπώνυμο Σατανᾶς. Γιατὶ ὁ Θεὸς τὸν ἔρριξε, ὡς ἀνάξιο, ἀπὸ τὴν οὐράνια δόξα· μαζὶ ὅμως μὲ αὐτὸν ἀποσπάσθηκε καὶ ἀποβλήθηκε καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τὸ τάγμα τῶν ἀγγέλων ποὺ ἦταν κάτω ἀπὸ τὶς διαταγές του, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔγιναν κακοὶ μὲ τὴ θέλησή τους καὶ ἀντὶ τοῦ καλοῦ ἀκολούθησαν στὴν ἀποστασία τὸν ἄρχοντά τους, ὀνομάσθηκαν δαίμονες, ὡς δόλιοι καὶ ἀπατεῶνες.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ διάβολος ἀρνήθηκε τελείως τὸ ἀγαθὸ καὶ ἀπόκτησε κακὴ φύση, φθόνησε τὸν ἄνθρωπο, βλέποντας τὸν ἑαυτό του νὰ ἔχει ἐκπέσει ἀπὸ τόση δόξα, ἐνῶ ἐκεῖνον νὰ ἀνεβαίνει σὲ τόση τιμή, καὶ σκέφθηκε νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ ἐκείνον τὸν μακάριο τρόπο ζωῆς.

Χρησιμοποιώντας λοιπὸν τὸ φίδι ὡς ὄργανο τῆς ἀπάτης του μίλησε μέσω αὐτοῦ στὴ γυναίκα καὶ ἀφοῦ τὴν ἔπεισε νὰ φάει ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀπαγορευμένο δὲντρο μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ θεωθεῖ, μέσω αὐτῆς ἐξαπάτησε καὶ τὸν Ἀδάμ, ὅπως εἶχε ὀνομασθεῖ ὁ πρωτόπλαστος.

Καὶ ὅταν ἔφαγε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς παρακοῆς τὸν ἐξόρισε ὁ Δημιουργὸς ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς ἀπολαύσεως, καὶ ἀντὶ τῆς μακάριας ἐκείνης ζωῆς καὶ ἀθάνατης διαβίωσης, ἔπεσε σ’ αὐτὴ τὴν ἄθλια καὶ ταλαίπωρη (ἀλίμονό μου) ζωή, καὶ τελικὰ καταδικάσθηκε στὸ θάνατο.

Ἀπὸ αὐτὸ παίρνοντας δύναμη ὁ διάβολος καὶ ὑπερηφανευόμενος γιὰ τὴ νίκη του, ὅταν πολλαπλασιάστηκε τὸ ἀνθρώπινο γένος, ὑπέδειξε στοὺς ἀνθρώπους κάθε μεθόδευση κακίας. Ἐξαιτίας αὐτοῦ ὁ Θεός, θέλοντας νὰ ἀνακόψει τὴ μεγάλη τάση πρὸς τὴν ἁμαρτία, προκάλεσε στὴ γῆ κατακλυσμό, σκοτώνοντας κάθε τι τὸ ζωντανό· βρίσκοντας μόνο ἕνα εὐσεβῆ στὴ γενεὰ ἐκείνη, τὸν ἔσωσε μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του καὶ τὰ παιδιά του σὲ μιὰ κιβωτό, ἀφήνοντάς τον ἐντελῶς μόνο πάνω στὴ γῆ. Ὅταν ἄρχισε πάλι τὸ ἀνθρώπινο γένος νὰ αὐξάνεται, λησμόνησαν τὸ Θεὸ καί, προχωρώντας περισσότερο στὴν ἀσέβεια, ὑποδουλώθηκαν σὲ διάφορα ἁμαρτήματα, διεφθάρησαν μὲ διάφορα ἀτοπήματα καὶ διαμοιράστηκαν σὲ πολυειδῆ πλάνη.

Γιατὶ ἄλλοι νόμισαν ὅτι τὸ σύμπαν πορεύεται στὴν τύχη καὶ ἀπερίσκεπτα δίδαξαν ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας Δεσπότης· ἄλλοι εἰσήγαγαν τὴν εἱμαρμένη καὶ ἀπέδωσαν σ’ αὐτὴν τὴ δημιουργία τοῦ σύμπαντος· ἄλλοι λάτρευσαν πολλοὺς θεοὺς κακοὺς καὶ μὲ πολλὰ πάθη, γιὰ νὰ τοὺς ἔχουν συνηγόρους τῶν δικῶν τους παθῶν καὶ τῶν ἄθλιων πράξεών τους, τῶν ὁποίων ἔκαναν καὶ ὁμοιώματα καὶ ἔστησαν ξόανα κωφὰ καὶ εἴδωλα ποὺ δὲν ἔχουν αἰσθήσεις, καὶ ἀφοῦ τὰ τοποθέτησαν μέσα σὲ ναοὺς τὰ προσκύνησαν, λατρεύοντας τὴν κτίση καὶ ὄχι τὸν Κτίστη, ἄλλοι τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, τὰ ὁποῖα τοποθέτησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ φέγγουν τὸν γύρω ἀπὸ τὴ γῆ κόσμο, ποὺ εἶναι ἄψυχα καὶ ἀναίσθητα καὶ φωτίζονται καὶ συγκρατοῦνται ἀπὸ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ μποροῦν ἀπὸ μόνα τους νὰ κάνουν ὁ,τιδήποτε.

Ἄλλοι πάλι λάτρευσαν τὴ φωτιὰ καὶ τὰ νερὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς γῆς, ποὺ εἶναι ἄψυχα καὶ ἀναίσθητα, καὶ δὲν ντράπηκαν οἱ ἔμψυχοι καὶ λογικοὶ νὰ σέβονται ὅλα αὐτά. Ἄλλοι πάλιν ἀπένειμαν τὸ σεβασμό τους σὲ θηρία καὶ ἑρπετὰ καὶ τετράποδα κτήνη, ἀποδεικνύοντας ὅτι οἱ ἴδιοι εἶναι πιὸ κτηνώδεις ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σέβονται·

ἄλλοι πάλι κατασκεύασαν ὁμοιώματα μερικῶν ἀνθρώπων αἰσχρῶν καὶ τιποτένιων καὶ αὐτοὺς τοὺς ὀνόμασαν θεούς, καὶ ἄλλους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὀνόμασαν μὲ ἀρσενικὸ ὄνομα καὶ μερικοὺς μὲ θηλυκό, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ οἱ ἴδιοι τοποθέτησαν σὲ δημόσιους χώρους, καὶ εἶπαν ὅτι εἶναι μοιχοὶ καὶ δολοφόνοι, ὀργίλοι, ζηλιάρηδες καὶ θυμώδεις, πατροκτόνοι καὶ ἀδελφοκτόνοι, κλέφτες, ἅρπαγες, κουτσοί, κουλλοί, μάγοι καὶ μανιακοί, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μερικοὶ ἔχουν πεθάνει, ἄλλοι κεραυνοβολήθηκαν, καὶ κόπτονταν καὶ θρηνοῦσαν, καὶ ἔγιναν δοῦλοι σὲ ἀνθρώπους, καὶ ἐξορίσθηκαν, καὶ μεταμορφώθηκαν σὲ ζῶα, γιὰ νὰ κάνουν πονηρὲς καὶ αἰσχρὲς συνουσίες. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι, παίρνοντας ἀφορμὲς ἀπὸ τοὺς θεούς τους, κηλιδώνονταν χωρὶς φόβο σὲ κάθε ἀκαθαρσία. Διακατεῖχε λοιπὸν τὸ γένος μας στὰ χρόνια ἐκεῖνα τρομερὸ σκοτάδι «καὶ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς μὲ σύνεση, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ποὺ νὰ ἀναζητεῖ τὸ Θεό».

Σ’ ἐκείνη τὴ γενεὰ βρὲθηκε μόνο κάποιος Ἀβραὰμ ποὺ εἶχε τὶς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς του, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ θέα τῶν δημιουργημάτων ἀναγνώρισε τὸ Δημιουργό. Γιατί, παρατηρώντας τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα, τὸν ἥλιο καὶ τὴ σελήνη καὶ τὰ ἄλλα, θαύμασε αὐτὴ τὴν ἁρμονικὴ διακόσμηση· βλέποντας τὸν κόσμο καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν σ’ αὐτόν, κατάλαβε ὅτι δὲν ἔχουν γίνει οὔτε συντηροῦνται ἀπὸ μόνα τους, οὔτε ἀπὲδωσε στὰ στοιχεῖα τῆς γῆς ἢ στὰ ἄψυχα εἴδωλα τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς διακόσμησης, ἀλλὰ ἀναγνώρισε μέσω αὐτῶν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ κατάλαβε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς καὶ συντηρητὴς τοῦ σύμπαντος.

Ἀποδεχόμενος αὐτὸν ἐξαιτίας τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς ὀρθῆς κρίσεώς του, ὁ Θεὸς ἐμφάνισε τὸν ἑαυτό του σ’ αὐτόν, ὄχι ὅπως εἶναι στὴ φύση του (γιατὶ εἶναι ἀδύνατο σὲ ἄνθρωπο νὰ τὸν δεῖ), ἀλλὰ μὲ κάποιες θεοφάνειες συμβολικές, ὅπως ὁ ἴδιος γνωρίζει· καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔβαλε στὴν ψυχή του πιὸ τέλεια γνώση, τὸν δόξασε καὶ τὸν ἔκανε δικό του ὑπηρέτη, ὁ ὁποῖος, παραδίνοντας διαδοχικὰ στοὺς ἀπογόνους του τὴν εὐσέβεια, τοὺς δίδαξε νὰ ἀναγνωρίζουν τὸν ἀληθινὸ Θεό.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Δεσπότης ἐπέτρεψε τὸ σπέρμα του νὰ γίνει πολὺ μεγὰλο πλῆθος, τὸ ὁποῖο γιὰ χάρη του τὸ ὀνόμασε λαὸ περιούσιο, καὶ ὅταν ὑποδουλώθηκαν σὲ αἰγυπτιακὸ ἔθνος καὶ σὲ κάποιον Φαραὼ τυραννικό, μὲ τρομερὰ καὶ ὑπέροχα σημεῖα καὶ θαύματα τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ ἐκεῖ μέσω τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Ἀαρών, ποὺ ἦταν ἄνδρες ἅγιοι καὶ τιμήθηκαν καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας. Μὲ αὐτοὺς καὶ τοὺς Αἰγυπτίους τιμώρησε ὅπως ταίριαζε στὴν κακία τους, καὶ τοὺς Ἰσραηλίτες (γιατὶ ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ λαὸς ἐκεῖνος ποὺ ἦταν ἀπόγονος τοῦ Ἀβραὰμ) τοὺς ὁδήγησε μέσα ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, ἀφοῦ χωρίστηκαν τὰ νερά της καὶ ἔγιναν τεῖχος ἀριστερὰ καὶ δεξιά. Ἐνῶ τὸν Φαραὼ καὶ τοὺς Αἰγύπτιους, ποὺ εἰσῆλθαν ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη τους, ἐπανερχόμενα τὰ νερὰ τοὺς ἔπνιξαν ὅλους.

Ἔπειτα μὲ θαύματα μεγάλα καὶ θεοφάνειες ἐπὶ σαράντα χρόνια ὁδηγώντας τὸ λαὸ στὴν ἔρημο καὶ διατρέφοντάς τον μὲ οὐράνιο ἄρτο, ἔδωσε νόμο σὲ πλάκες πέτρινες γραμμένο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ὁποῖο παρὲδωσε στὸ Μωϋσῆ πάνω στὸ ὄρος καὶ ἦταν προτύπωση καὶ σκιαγραφία αὐτῶν ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν, ἀπομακρύνοντας ἀπὸ τὰ εἴδωλα καὶ ὅλες τὶς κακὲς πράξεις, καὶ διδάσκοντάς τους νὰ σέβονται ἐκεῖνον ποὺ ἦταν πραγματικὸς Θεὸς καὶ νὰ ἐπιδίδονται στὰ καλὰ ἔργα.

Μὲ τέτοιες λοιπὸν θαυματουργίες τοὺς ὁδήγησε σὲ μιὰ χώρα καλή, τὴν ὁποία ἀπὸ παλιὰ εἶχε ὑποσχεθεῖ σ’ ἐκεῖνο τὸν πατριάρχη Ἀβραὰμ ὅτι θὰ τὴ δώσει στὸ σπέρμα του. Θὰ ἦταν πολὺ μακρὰ ἡ διήγηση γιὰ ὅσα τοὺς ἔδειξε μεγάλα καὶ θαυμαστά, ἔνδοξα καὶ ὑπέροχα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀπαριθμηθοῦν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀποσκοποῦσαν στὸ ν’ ἀποσπάσουν τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ κάθε παράνομη λατρεία καὶ πράξη καὶ νὰ τὸ ἐπαναφέρουν στὴν ἀρχικὴ κατάσταση. Ὅμως καὶ πάλι ἡ φύση μας ἔμενε ὑποδουλωμὲνη στὴν κυριαρχία τῆς πλάνης καὶ βασίλευε στοὺς ἀνθρώπους ὁ θάνατος, ποὺ τοὺς ἔστελνε ὅλους στὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ στὴν καταδίκη τοῦ ἅδη.

Ὅταν λοιπὸν φθάσαμε σὲ τέτοια συμφορὰ καὶ ταλαιπωρία, δὲν μᾶς παρὲβλεψε αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔπλασε καὶ μᾶς ἔφερε στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὸ μηδὲν, οὔτε ἄφησε νὰ χαθεῖ ὅλως διόλου τὸ ἔργο τῶν χεριῶν του, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα καὶ τὴ σύμπραξη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὸν κόλπο τοῦ Πατέρα καὶ εἶναι ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ὁ προαιώνιος, ὁ ἄναρχος, ποὺ ὑπῆρχε στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας, καὶ ἦταν μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα, καὶ ὄντας Θεός, συγκαταβαίνει γιὰ χάρη τῶν δούλων του συγκατάβαση ἀπερίγραπτη καὶ ἀκατάληπτη, καί, ἐνῶ εἶναι τέλειος Θεός, γίνεται τέλειος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴ Μαρία τὴν ἁγία Παρθένο καὶ Θεοτόκο, χωρὶς νὰ συλληφθεῖ στὴν ἄχραντη μήτρα τῆς Παρθένου ἀπὸ σπέρμα ἢ θέλημα καὶ ἐπαφὴ ἀνδρική, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως εἶπε καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψη ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους, ποὺ στάλθηκε καὶ ἀνάγγειλε στὴν Παρθένο τὴν παράδοξη ἐκείνη σύλληψη καὶ τὸν ἀπερίγραπτο τοκετό.

Γιατὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ συνελήφθηκε ἀσπόρως ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ συγκρότησε στὴ μήτρα τῆς Παρθένου γιὰ τὸν ἑαυτό του σάρκα ἐμψυχωμένη μὲ ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή, γεννήθηκε μὲ μιὰ ὑπόσταση καὶ δύο φύσεις, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀφοῦ διαφύλαξε τὴν παρθενία ἐκείνης ποὺ τὸν γέννησε ἀδιάφθορη καὶ μετὰ τὸν τοκετό, καὶ ἔγινε σὲ ὅλα ὅμοιος μὲ μᾶς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, προσέλαβε τὶς ἀδυναμίες μας καὶ βάσταξε τὶς ἀσθένειές μας. Γιατί, ἐφόσον μὲ τὴν ἁμαρτία μπῆκε ὁ θάνατος στὸν κόσμο, ἔπρεπε αὐτὸς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸν λυτρώσει νὰ εἶναι ἀναμάρτητος καὶ νὰ μὴ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὸ θάνατο λόγω ἁμαρτίας.

Ἀφοῦ ἐπὶ τριάντα χρόνια συναναστράφηκε τοὺς ἀνθρώπους, βαπτίσθηκε στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄνδρας ἅγιος καὶ ἀνώτερος ὅλων τῶν προφητῶν. Ὅταν βαπτίσθηκε, ἦρθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸ Θεὸ Πατέρα του, ἡ ὁποία ἔλεγε, «αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπημένος, στὸν ὁποῖο ἔδειξα ὅλην μου τὴν εὐαρέσκεια», καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε ἐπάνω του μὲ τὴ μορφὴ περιστεριοῦ. Καὶ ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ κάνει θαύματα μεγάλα καὶ ἀξιοθαύμαστα, ἀνασταίνοντας νεκρούς, φωτίζοντας τυφλούς, ἀπομακρύνοντας δαίμονες, θεραπεύοντας κωφοὺς καὶ κουλλούς, καθαρίζοντας λεπρούς, καὶ ἀνακαινίζοντας ἀπὸ κάθε πλευρὰ τὴ φύση μας ποὺ εἶχε παλιώσει, ἐκπαιδεύοντας καὶ διδάσκοντάς μας μὲ ἔργα καὶ μὲ λόγια τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀποσπῶντας μας ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ ὁδηγώντας μας στὴ ζωὴ τὴν αἰώνια. Γι’ αὐτὸ καὶ διάλεξε δώδεκα μαθητές, τοὺς ὁποίους ὀνόμασε ἀποστόλους καὶ τοὺς ἀνέθεσε νὰ κηρύττουν τὴν οὐράνια πολιτεία, τὴν ὁποία ἦρθε νὰ δείξει στὴ γῆ, καὶ νὰ κάνει οὐράνιους ἐμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ γήϊνους, μὲ τὴ δική του οἰκονομία.

Οἱ ἀρχιερεῖς ὅμως καὶ ἀρχηγοὶ τῶν Ἰουδαίων τοῦ τόπου στὸν ὁποῖο διέμεινε, ἀπὸ φθόνο γιὰ τὴ θαυμαστὴ καὶ θεοπρεπῆ του ζωὴ καὶ τὰ ἄπειρα θαύματά του, κυριεύθηκαν ἀπὸ μανία μὲ ἐκείνους στοὺς ὁποίους εἶχε κάνει τὰ ἀξιοθαύμαστα σημεῖα καὶ θαύματα, καὶ λησμονώντας τα ὅλα, τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο, ἀφοῦ προσεταιρίσθηκαν ἕνα ἀπὸ τοὺς μαθητές του στὴν προδοσία· καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν, παρέδωσαν στὰ ἔθνη τὴ ζωὴ τῶν ἁπάντων, ὁ ὁποῖος τὰ δέχθηκε αὐτὰ μὲ τὴ θέλησή του. Γιατὶ ἦρθε νὰ τὰ πάθει αὐτὰ γιὰ χάρη μας, μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ πάθη. Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἀπέδωσαν πολλὲς κατηγορίες, στὸ τέλος τὸν καταδίκασαν σὲ σταυρικὸ θάνατο. Καὶ ὅλα τὰ ὑπέμεινε μὲ τὴ φύση τῆς σάρκας του, τὴν ὁποία εἶχε προσλάβει ἀπὸ ἐμᾶς, ἐνῶ ἡ θεία φύση του ἔμεινε ἀπαθής. Γιατί, ἔχοντας δύο φύσεις, τὴ θεία καὶ ἐκείνη ποὺ πῆρε ἀπὸ μᾶς, ἔπαθε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐνῶ ἡ θεότητα ἔμεινε ἀπαθὴς καὶ ἀθάνατη.

Σταυρώθηκε λοιπὸν κατὰ σάρκα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ ἦταν ἀναμάρτητος. Γιατὶ «δὲν διέπραξε ἁμαρτία, οὔτε βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του», καὶ δὲν ἦταν ὑποταγμὲνος σὲ θάνατο. Γιατί, ὅπως εἶπα καὶ πρίν, μὲ τὴν ἁμαρτία εἰσῆλθε ὁ θάνατος στὸν κόσμο. Ἀλλὰ γιὰ χάρη μας πὲθανε σαρκικά, γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ θανάτου. Κατὲβηκε στὸν ἅδη καί, ἀφοῦ τὸν συνέτριψε, ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς ποὺ ἦταν κλεισμένες ἐκεῖ ἀπὸ αἰῶνες. Τοποθετήθηκε στὸν τάφο καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε, ἀφοῦ νίκησε τὸ θάνατο καὶ δώρησε σὲ μᾶς τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου, καὶ ἀφοῦ ἔκανε ἄφθαρτη τὴ σάρκα, αὐτὸς ποὺ ἔδωσε τὴν ἀφθαρσία, φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς του δωρίζοντάς τους εἰρήνη, καὶ μέσω αὐτῶν στὸ ἀνθρώπινο γένος.

Ὕστερα ἀπὸ σαράντα ἡμέρες ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔτσι κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, καὶ πρόκειται νὰ ἔρθει καὶ πάλι, γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους καὶ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθὲνα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἔνδοξη ἀνάληψή του στοὺς οὐρανούς, ἔστειλε τὸ πανάγιο Πνεῦμα στοὺς ἅγιους μαθητές του μὲ τὴ μορφὴ φωτιᾶς, καὶ ἄρχισαν νὰ μιλοῦν ξένες γλῶσσες, ἔτσι καθὼς τοὺς φώτιζε τὸ Πνεῦμα νὰ μιλοῦν. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν μὲ τὴ χάρη του σκορπίστηκαν σ’ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ κήρυξαν τὴν ὀρθόδοξη πίστη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ διδάσκοντας τους νὰ τηροῦν ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Σωτήρα. Φώτισαν λοιπὸν τὰ πλανημὲνα ἔθνη καὶ κατάργησαν τὴ δεισιδαίμονα πλάνη τῶν εἰδώλων. Καί, μολονότι ὁ ἐχθρός, μὴ ὑποφέροντας τὴν ἧττα του, προκαλεῖ καὶ τώρα πολέμους ἐναντίον τῶν πιστῶν, πείθοντας τοὺς ἄφρονες καὶ ἀνόητους νὰ μένουν καὶ τώρα στὴν εἰδωλολατρία, ὅμως ἡ δύναμή του ἐξασθὲνησε καὶ τὰ ξίφη του χάθηκαν γιὰ πάντα μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ.

Ὁρίστε, σοῦ ἔκανα γνωστὸ τὸν Δεσπότη μου καὶ Θεὸ καὶ Σωτήρα μου, μὲ λίγα λόγια. Θὰ τὸν γνωρίσεις ὅμως τελειότερα, ἐὰν δεχθεῖς τὴ χάρη του στὴν ψυχή σου καὶ ἀξιωθεῖς νὰ γίνεις δοῦλος του».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ὅταν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, ἄστραψε φῶς στὴν ψυχή του καὶ ἀφοῦ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ θρόνο του γεμᾶτος χαρὰ καὶ ἀγκάλιασε τὸν Βαρλαάμ, εἶπε·

«Κατὰ πᾶσα πιθανότητα αὐτὸς εἶναι, ὅπως ὑποθέτω, ἐντιμότατε ἄνθρωπε, ὁ ἀνεκτίμητος ἐκεῖνος λίθος, τὸν ὁποῖο δικαιολογημὲνα κρατᾶς μυστικὸ καὶ δὲν τὸν δείχνεις στὸν καθὲνα ποὺ θέλει νὰ τὸν δεῖ, ἀλλὰ μόνο σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν γερὰ τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς. Γιατὶ νά, μόλις δέχτηκα αὐτὰ τὰ λόγια στ’ αὐτιά μου, ἕνα πολὺ γλυκὸ φῶς εἰσέδυσε μέσα στὴν καρδιά μου, καὶ ἀμέσως ἀφαιρέθηκε ἐκεῖνο τὸ βαρὺ κάλυμμα τῆς λύπης ποὺ γιὰ πολὺ τώρα χρόνο τύλιγε τὴν καρδιά μου. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέτω καλῶς, νὰ μοῦ τὸ πεῖς, καὶ ἐὰν γνωρίζεις καὶ κάτι ἀνώτερο ἀπὸ αὐτό, μὴ ἀναβάλλεις ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ νὰ μοῦ τὸ φανερώσεις».

Ἀμέσως λοιπὸν ὁ Βαρλαὰμ ἀποκρίθηκε· «Καὶ βέβαια, κύριέ μου καὶ βασιλιά μου, αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστικὸ ποὺ ἦταν κρυμμένο ἐδῶ καὶ αἰῶνες ἀπὸ τὶς γενεές, καὶ φανερώθηκε τὰ τελευταῖα χρόνια στὸ ἀνθρώπινο γένος, τοῦ ὁποίου τὴ φανέρωση ἀπὸ παλιά, μὲ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, προανάγγειλαν πολλοὶ προφῆτες καὶ δίκαιοι, ἀφοῦ τὸ διδάχθηκαν πολλὲς φορὲς καὶ μὲ ποικίλους τρόπους καὶ τὸ διακήρυξαν μεγαλόφωνα, καὶ ὅλοι, προβλέποντας τὴ σωτηρία ποὺ θὰ ἐρχόταν, ποθοῦσαν νὰ τὴ δοῦν καὶ δὲν τὴν εἶδαν, ἀλλὰ ἡ τελευταία γενεὰ αὐτὴ ἀξιώθηκε νὰ δεχθεῖ τὸ Σωτήρα. Ὅποιος λοιπὸν πιστέψει καὶ βαπτισθεῖ θὰ σωθεῖ, ἐνῶ ὅποιος ἀπιστήσει θὰ κατακριθεῖ».

Ὁ Ἰωάσαφ τότε εἶπε· «Ὅλα ὅσα εἶπες τὰ πιστεύω χωρὶς ἐνδοιασμὸ καὶ ὁμολογῶ τὸ Θεὸ ποὺ κηρύττεις. Μόνο νὰ μοῦ ἀποσαφηνίσεις αὐτὰ χωρὶς πλάνη καὶ δίδαξέ μου τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ κάνω, ἀλλὰ καὶ τί εἶναι τὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖο εἶπες ὅτι δέχονται ὅσοι πιστεύουν, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ γνώρισέ μου τα ὅλα στὴ συνέχεια».

Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε· «Ἡ χάρη τοῦ θείου βαπτίσματος εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο ρίζα καὶ ἀσφαλὲς ὑποστήριγμα τῆς ἁγίας καὶ ἀμώμητης πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ποὺ καθαρίζει ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔχουμε ὅταν γεννιώμαστε καὶ πλένει τελείως τὰ μολύσματα ποὺ προστέθηκαν ἀπὸ τὴν κακία.

Γιατὶ ἔτσι παράγγειλε ὁ Σωτήρας, νὰ ξαναγεννιώμαστε μὲ τὸ νερὸ καὶ τὸ Πνεῦμα, γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε στὴν ἀρχαία τιμή, δηλαδὴ μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποὺ γίνεται στὸ νερὸ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ ἐπίκλησή του.

Βαπτιζόμαστε λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἔτσι ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐγκαθίσταται στὴν ψυχὴ τοῦ βαπτισμὲνου, κάνοντάς την ὡραία καὶ ὅμοια μὲ τὸ Θεό, καὶ ἀνανεώνοντας σ’ αὐτὴν τὸ «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν».

Ἔτσι, ἀφοῦ ἀπορρίψουμε ὅλα τὰ παλιὰ ἔργα τῆς κακίας, κάνουμε συμφωνία μὲ τὸ Θεὸ γιὰ δεύτερη ζωὴ καὶ ἀρχὴ πιὸ καθαρῆς συμπεριφορᾶς, γιὰ νὰ γίνουμε καὶ συγκληρονόμοι ἐκείνων ποὺ ἀναγεννήθηκαν στὴν ἀφθαρσία καὶ ἐπέτυχαν τὴν αἰώνια σωτηρία.

Χωρὶς τὸ βάπτισμα ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιτύχει κανεὶς ἐκείνη τὴν καλὴ ἐλπίδα, ἔστω καὶ ἂν γίνει πιὸ εὐσεβὴς ἀπὸ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς. Γιατὶ ἔτσι εἶπε ὁ Θεός Λόγος ποὺ ἐνανθρώπησε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ γένους μας· «σᾶς βεβαιώνω πὼς ἂν δὲν ξαναγεννηθεῖτε μὲ τὸ νερὸ καὶ τὸ Πνεῦμα, δὲ θὰ εἰσὲλθετε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Γι’ αὐτὸ πρὶν ἀπὸ ὅλα σοῦ ζητῶ νὰ δεχθεῖς μὲ τὴν ψυχή σου τὴν πίστη καὶ νὰ προσέλθεις ἀμέσως μὲ πόθο θερμὸ στὸ βάπτισμα καὶ νὰ μὴ τὸ ἀναβάλλεις αὐτὸ καθόλου· διότι ἡ ἀναβολὴ εἶναι ἐπικίνδυνη, ἐπειδὴ εἶναι ἄγνωστη ἡ προθεσμία τοῦ θανάτου».

Ὁ Ἰωάσαφ τότε τοῦ εἶπε· «Καὶ ποιά εἶναι ἐκείνη ἡ καλὴ ἐλπίδα, τὴν ὁποία εἶπες ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἐπιτύχουμε χωρὶς τὸ βάπτισμα; Ποιά εἶναι ἐπίσης αὐτὴ ποὺ ὀνομάζεις βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ ἀπὸ ποῦ ἄκουσες ἐσὺ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνανθρώπησε; Κι ἀκόμα ποιά εἶναι ἡ ἄγνωστη προθεσμία τοῦ θανάτου, γιὰ τὴν ὁποία ἐπέπεσε ξαφνικὰ πολλὴ ἀγωνία στὴν καρδιά μου καὶ μοῦ τρώει τὶς σάρκες μὲ λύπες καὶ θλίψεις, καὶ ἀγγίζει ἀκόμα καὶ τὰ κόκκαλά μου, κι ἂν πεθαίνοντας οἱ ἄνθρωποι θὰ διαλυθοῦμε στὸ μηδέν, ἢ μήπως ὑπάρχει ἄλλη ζωὴ μετὰ τὴν ἐκδημία μας ἀπὸ ἐδῶ; Αὐτὰ καὶ ὅλα τὰ παρεπόμενα θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθω».

Ὁ Βαρλαὰμ τότε ἔδωσε τὶς ἑξῆς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα αὐτά· «Ἡ καλὴ ἐλπίδα ποὺ εἶπα εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, κι αὐτὴ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ ἀνθρώπινη γλώσσα. Γιατὶ ἡ Γραφὴ λέει· «αὐτὰ ποὺ δὲν τὰ εἶδε μάτι καὶ αὐτὶ δὲν τὰ ἄκουσε καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀνὲβηκαν, αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν».

Ὅταν ὅμως κατορθώσουμε, ἀφοῦ ἀποβάλουμε αὐτὴ τὴν παχειὰ σάρκα, νὰ ἐπιτύχουμε τὴ μακαριότητα ἐκείνη, τότε ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ μὴ ἀποτύχουμε στὴν ἐλπίδα μας, θὰ μᾶς διδάξει καὶ θὰ μᾶς γνωρίσει τὴν ὑπερβολικὴ λάμψη τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων ποὺ ξεπερνᾶ κάθε νοῦ, τὸ ἀπερίγραπτο φῶς, τὴ ζωὴ τὴν ἀδιάκοπη, τὴν συμβίωσή μας μὲ τοὺς ἀγγέλους.

Γιατί, ἐὰν ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεό, ὅσο εἶναι δυνατὸ στὴν ἀνθρώπινη φύση, θὰ γνωρίσουμε ἀπὸ αὐτὸν ὅλα αὐτὰ ποὺ τώρα ἀγνοοῦμε. Γιατὶ ἐγώ, μυημένος ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν θεόπνευστων Γραφῶν, αὐτὸ θεωρῶ πάνω ἀπὸ ὅλα στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τὸ ὅτι θὰ εἴμαστε κοντὰ καὶ θὰ βλέπουμε τὴν ἁγία καὶ ζωοποιὸ Τριάδα, θὰ λάμπουμε μὲ τὸ ἀπλησίαστο φῶς της πιὸ πολὺ καὶ πιὸ καθαρὰ καὶ μὲ ξεσκεπασμένο τὸ πρόσωπο θὰ δεχόμαστε τὸν ἀντικατοπτρισμὸ τῆς ἀπερίγραπτης δόξας της.

Ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ παραστήσουμε μὲ τὸ λόγο ἐκείνη τὴ δόξα καὶ τὸ φῶς καὶ τὰ κρυμμένα ἀγαθά, αὐτὸ δὲν εἶναι παράδοξο· γιατὶ δὲ θὰ ἦταν μεγάλα καὶ ἐξαίρετα, ἐὰν μποροῦσαν νὰ κατανοηθοῦν μὲ τὸ νοῦ καὶ νὰ παρασταθοῦν μὲ τὸ λόγο σὲ μᾶς τοὺς γήινους καὶ θνητοὺς ποὺ κουβαλοῦμε αὐτὴ τὴ βαρειὰ καὶ γεμάτη πάθη σάρκα.

Ἔτσι λοιπὸν γνωρίζοντας γι’ αὐτὰ μόνο μὲ τὴν πίστη, σὲ παρακαλῶ νὰ δεχθεῖς χωρὶς ἐνδοιασμὸ ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε τὸ πλαστό, καὶ βιάσου νὰ ἐπιτύχεις ἐκείνη τὴν ἀθάνατη βασιλεία μὲ ἔργα ἀγαθά, καὶ ὅταν τὴν ἐπιτύχεις, θὰ μάθεις τὴν τελειότητα.

Ὅσο γιὰ ἐκεῖνα ποὺ ρώτησες, πῶς εμεῖς ἀκούσαμε τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ ποὺ σαρκώθηκε, γνώριζε ὅτι ὅλα γιὰ τὴ θεανθρώπινη οἰκονομία τὰ μάθαμε μέσω τῶν ἱερῶν εὐαγγελίων. Γιατὶ ἔτσι ὀνομάζεται ἐκείνη ἡ ἱερὴ βίβλος, ἐπειδὴ εὐαγγελίζεται σὲ μᾶς τοὺς θνητοὺς καὶ γήϊνους ἀθανασία καὶ ἀφθαρσία καὶ αἰώνια ζωὴ καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ τὴν ὁποία ἔγραψαν οἱ αὐτόπτες καὶ ὑπηρέτες τοῦ Λόγου, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα πιὸ πάνω, ποὺ τοὺς διάλεξε ὁ Σωτήρας μας Χριστὸς μαθητὲς καὶ ἀποστόλους, καὶ μᾶς παρέδωσαν ἐγγράφως, μετὰ τὴν ἔνδοξη ἄνοδο τοῦ Δεσπότη στοὺς οὐρανούς, τὶς διδασκαλίες καὶ τὰ θαύματα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, ὅσο εἶναι δυνατὸ νὰ παραδοθοῦν μὲ τὴ γραφή. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε πρὸς τὸ τέλος τοῦ λόγου του ὁ ἐξαίρετος μεταξὺ τῶν θείων ἐκείνων εὐαγγελιστῶν εἶπε· «ὑπάρχουν», λέει, «καὶ ἄλλα πολλὰ ποὺ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πού, ἂν γραφόταν ἕνα πρὸς ἕνα, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲ θὰ χωροῦσε τὰ βιβλία ποὺ θὰ γράφονταν».

Σ’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ θειότατο Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται ἡ γραμμένη μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἱστορία τῆς σαρκώσεως, τῆς δημόσιας ἐμφάνισης, τῶν θαυμάτων καὶ τῶν πράξεών του, ἐπίσης γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὸ ἄχραντο πάθος, τὸ ὁποῖο ὑπέμεινε γιὰ μᾶς ὁ Κύριος, γιὰ τὴν ἅγια καὶ τριήμερη ἀνάσταση καὶ γιὰ τὴν ἀνάληψη στοὺς οὐρανούς, καὶ ἐπίσης γιὰ τὴν ἔνδοξη καὶ φοβερὴ δευτέρα παρουσία του. Γιατὶ πρόκειται νὰ ἔρθει πάλι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀπερίγραπτη μεγαλοπρέπεια καὶ μεγάλο πλῆθος ἀπὸ τὴν οὐράνια στρατιά, γιὰ νὰ κρίνει τὸ γένος μας καὶ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του. Διότι ὁ Θεὸς πλάθοντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ χῶμα, ὅπως σοῦ εἶπα προηγουμένως, φύσησε σ’ αὐτὸν πνοή, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή. Ἐπειδὴ ὅμως καταδικασθήκαμε σὲ θάνατο, πεθαίνουμε ὅλοι, καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποφύγει τὸ ποτήρι αὐτό· ὁ θάνατος εἶναι χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα. Τὸ σῶμα λοιπὸν ἐκεῖνο ποὺ πλάσθηκε ἀπὸ τὸ χῶμα, χωριζόμενο ἀπὸ τὴν ψυχή, ἐπιστρέφει στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχει ληφθεῖ καὶ καθὼς φθείρεται διαλύεται. Ἡ ψυχὴ ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι ἀθάνατη, πηγαίνει ἐκεῖ ὅπου διατάσσει ὁ Δημιουργός, ἢ καλύτερα στὸ μέρος ποὺ αὐτὴ ἑτοίμασε γιὰ τὸν ἑαυτό της, ὅταν ἀκόμα ἦταν μαζὶ μὲ τὸ σῶμα. Γιατί, ὅπως θὰ πολιτευθεῖ κανεὶς ἐδῶ, ἔτσι πρόκειται ν’ ἀπολαμβάνει ἐκεῖ.

Στὴ συνέχεια μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια θὰ ἔρθει ὁ Χριστὸς ὁ Θεός μας νὰ κρίνει τὸν κόσμο μέσα σὲ φοβερὴ καὶ ἀνεκδιήγητη μεγαλοπρέπεια, ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ ὁποίου οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν θὰ διασαλευθοῦν καὶ ὅλες οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων θὰ στὲκονται μὲ τρόμο μπροστά του. Τότε μὲ τὴ φωνὴ ἀρχαγγέλου καὶ μὲ σάλπιγγα τοῦ Θεοῦ θὰ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροὶ καὶ θὰ παρουσιασθοῦν στὸ φοβερὸ θρόνο του. Ἀνάσταση σημαίνει ἐπανὲνωση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Αὐτὸ τὸ σῶμα λοιπόν, ποὺ φθείρεται καὶ διαλύεται, αὐτὸ θ’ ἀναστηθεῖ ἄφθαρτο. Καὶ ἂς μὴ σοῦ περάσει σκὲψη ἀπιστίας γι’ αὐτό· γιατὶ δὲν εἶναι ἀδύνατο σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ ἔπλασε ἐξαρχῆς ἀπὸ τὸ χῶμα, ὅταν ἔπειτα ἐπιστρέψει στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐλήφθη, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφαση τοῦ Δημιουργοῦ, πάλι νὰ τὸ ἀναστήσει. Ἂν σκεφθεῖς πόσα πράγματα ἔκανε ἀπὸ τὸ τίποτε ὁ Θεός, θὰ σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἀπόδειξη. Γιατὶ παίρνοντας χῶμα ἔκανε ἄνθρωπο, χῶμα ποὺ δὲν ὑπῆρχε προηγουμένως· πῶς λοιπὸν τὸ χῶμα ἔγινε ἄνθρωπος; Καὶ πῶς δημιουργήθηκε αὐτὸ ἐνῶ δὲν ὑπῆρχε; Ποιό ὑποστήριγμα ἔχει ἡ γῆ; Καὶ πῶς ἀπὸ αὐτὴ προῆλθαν τὰ ἄπειρα εἴδη τῶν ἄλογων ζώων, τῶν σπόρων καὶ τῶν φυτῶν; Ἀλλὰ καὶ τώρα σκέψου σχετικὰ μὲ τὴ δική μας γέννηση· δὲν μπαίνει μικρὸ σπέρμα στὴ μήτρα ποὺ τὸ ὑποδέχεται; Ἀπὸ ποῦ προέρχεται ἡ τόσο μεγάλη διάπλαση τοῦ ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ;

Γι’ αὐτὸν λοιπὸν ποὺ δημιούργησε ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὸ τίποτε καὶ ποὺ ἀκόμα δημιουργεῖ, δὲν εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀναστήσει ἀπὸ τὴ γῆ τὰ νεκρωμένα καὶ κατεστραμμένα σώματα, γιὰ νὰ ἀνταμειφθεῖ ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του. Γιατὶ λέει, «ὁ τωρινὸς καιρὸς εἶναι καιρὸς ἐργασίας, ἐνῶ ὁ μελλοντικὸς καιρὸς ἀνταπόδοσης». Ἐξάλου, ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἀνάσταση; Γιατὶ πολλοί, ἐνῶ ἦταν δίκαιοι, ἀφοῦ ὑπέφεραν πολλὲς κακουχίες στὴ ζωὴ αὐτὴ καὶ τιμωρήθηκαν, φονεύθηκαν κατὰ τρόπο βίαιο· ἀντίθετα μερικοί, ἐνῶ ἦταν ἀσεβεῖς καὶ παράνομοι, πέρασαν τὴν ἐδῶ ζωὴ μέσα σὲ ἀπόλαυση καὶ εὐημερία· ὁ Θεὸς ὅμως, ποὺ εἶναι ἀγαθὸς καὶ δίκαιος, ὅρισε ἡμέρα ἀναστάσεως καὶ κρίσεως, ὥστε, λαμβάνοντας ξανὰ ἡ κάθε ψυχὴ τὸ σῶμα της, ὁ μὲν κακός, ποὺ ἀπόλαυσε ἐδῶ τὰ ἀγαθά, νὰ τιμωρηθεῖ ἐκεῖ γιὰ ὅσα ἁμάρτησε, ἐνῶ ὁ ἀγαθός, ποὺ τιμωρήθηκε ἐδῶ γιὰ ὅσα ἁμάρτησε, ἐκεῖ νὰ γίνει κληρονόμος τῶν ἀγαθῶν. Γιατὶ ὁ Κύριος λέει· «θ’ ἀκούσουν ὅσοι βρίσκονται μέσα στὰ μνήματα τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ βγοῦν, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔπραξαν τὰ ἀγαθὰ θ’ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ ζήσουν, ἐνῶ ὅσοι ἔπραξαν ἔργα φαῦλα θ’ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ καταδικασθοῦν», τότε ποὺ καὶ θρόνοι θὰ τοποθετηθοῦν, καὶ ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν καὶ Δημιουργὸς ὅλων θὰ προεδρεύει, καὶ βιβλία θὰ ἀνοιχθοῦν, ποὺ θὰ ἔχουν γραμμένες τὶς πράξεις καὶ τὰ λόγια ὅλων μας, καὶ τὶς σκέψεις, καὶ ποτάμι πύρινο θὰ κυλάει, καὶ ὅλα τὰ κρυφὰ θὰ ἀποκαλυφθοῦν. Δὲν θὰ ὑπάρχει κανένας συνήγορος ἐκεῖ, οὔτε δυνατότητα λόγων, οὔτε ψεύτικη δικαιολογία, οὔτε δύναμη πλούτου, οὔτε ὕψος ἀξιωμάτων, οὔτε πλῆθος δωροδοκιῶν, ποὺ νὰ μποροῦν νὰ διαστρεβλώσουν τὴν ὀρθὴ κρίση· ἀλλὰ ὁ ἀδέκαστος ἐκεῖνος καὶ σωστὸς δικαστὴς θὰ ἐκτιμήσει μὲ δίκαιη ζυγαριὰ τὰ πάντα, καὶ πράξεις καὶ λόγια καὶ σκέψεις. Καὶ θὰ πορευθοῦν ὅσοι ἔπραξαν τὰ ἀγαθὰ στὴν αἰώνια ζωή, στὸ φῶς τὸ ἀπερίγραπτο, γιὰ νὰ εὐφραίνονται μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ν’ ἀπολαμβάνουν τὰ ἀπερίγραπτα ἀγαθὰ καὶ νὰ βρίσκονται καθαρὰ κοντὰ στὴν ἁγία Τριάδα. Ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔπραξαν τὰ φαῦλα καὶ ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ θὰ ὁδηγηθοῦν στὴν αἰώνια κόλαση, ἡ ὁποία λέγεται γέεννα καὶ σκότος τὸ ἐξώτερο, καὶ σκουλήκι ἀκοίμητο καὶ τρίξιμο τῶν δοντιῶν καὶ μυριάδες ἄλλα βασανιστήρια, ἢ μᾶλλον, τὸ πιὸ φοβερό, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἡ ἀπόρριψη ἀπὸ τὸ γλυκύτατο πρόσωπό του καὶ ἡ στέρηση τῆς ἀπερίγραπτης ἐκείνης δόξας, ἡ διαπόμπευση σ’ ὅλη τὴν κτίση καὶ τὸ ὅτι θὰ αἰσθάνονται ντροπὴ ποὺ δὲν θὰ ἔχει τελειωμό. Γιατὶ μετὰ τὴν ἔκδοση ἐκείνης τῆς φρικτῆς ἀπόφασης ὅλα θὰ μείνουν ἀμετάτρεπτα καὶ ἀναλλοίωτα, χωρὶς ἡ εὐχάριστη διαβίωση τῶν δικαίων νὰ ἔχει τέλος, οὔτε ἡ ταλαιπωρία καὶ κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν νὰ σταματᾶ ποτέ. Διότι οὔτε κριτὴς ἄλλος θὰ ὑπάρχει ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον, οὔτε δικαιολογία μὲ ἔργα μεταγενέστερα, οὔτε περιθώριο τροποποίησης, οὔτε ἄλλος τρόπος στοὺς κολαζόμενους, στοὺς ὁποίους ἡ τιμωρία εἶναι αἰώνια.

Ἀφοῦ αὐτὰ ἔτσι ἔχουν, πόσο πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ ἔχομε ἐμεῖς ἅγιες συναναστροφὲς καὶ εὐσεβῆ διαβίωση, ὥστε νὰ κατορθώσουμε νὰ ἀποφύγουμε τὴν μέλλουσα ἀπειλὴ καὶ νὰ σταθοῦμε στὰ δεξιὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ; Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέση τῶν δικαίων· ἐνῶ στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχει κληρωθεῖ ἡ πανάθλια μερίδα στὰ ἀριστερά. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Δεσπότης ὀνομάζοντας τοὺς δικαίους εὐλογημένους, τοὺς εἰσάγει στὴν ἀτελείωτη βασιλεία, ἐνῶ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μὲ ὀργὴ καὶ κατάρα τοὺς διώξει ἀπὸ τὸ ἤμερο καὶ γαλήνιο πρόσωπό του, τοὺς στὲλνει στὴν αἰώνια κόλαση, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ πικρὸ καὶ συχρόνως τὸ πιὸ φοβερὸ ἀπὸ ὅλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Ὁ Ἰωάσαφ τότε τοῦ εἶπε· «Πολὺ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ πράγματα μοῦ λές, ἄνθρωπέ μου, ποὺ προκαλοῦν πολὺ φόβο καὶ τρόμο, ἐὰν βέβαια αὐτὰ εἶναι σωστά, καὶ ὑπάρχουν πάλι, μετὰ τὸ θάνατο καὶ τὴ διάλυση σὲ στάχτη καὶ σκόνη, ἀνάσταση καὶ ἀναγέννηση, ἀμοιβὲς καὶ εὐθύνες γιὰ ὅσα πράξαμε στὴ ζωή μας. Ἀλλὰ ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη αὐτῶν, καὶ πῶς, μαθαίνοντας αὐτὸ ποὺ μέχρι τώρα δὲν φάνηκε, τὸ πιστέψατε τόσο στέρεα καὶ χωρὶς ἀμφιβολία; Γιατὶ ἐκεῖνα ποὺ ἔγιναν καὶ ἀποκαλύφθηκαν μὲ ἔργα, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὰ εἴδατε οἱ ἴδιοι, τὰ ἀκούσατε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἐξιστόρησαν, πῶς ὅμως, κηρύττοντας γιὰ τὸ μέλλον ,τόσο μεγάλα καὶ ὑπερβολικά, ἔχετε ἀσφαλῆ γι’ αὐτὰ τὴν πληροφορία;

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ λέει· «Τὴν πληροφορία γιὰ τὰ μέλλοντα τὴν ἔχω ἀπὸ ὅσα ἔχουν ἤδη γίνει. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὰ κήρυξαν αὐτὰ χωρὶς νὰ ἀστοχήσουν σὲ τίποτα ὡς πρὸς τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ στηρίζοντάς τα μὲ σημεῖα καὶ συμβάντα καταπληκτικὰ καὶ μὲ διάφορα θαύματα, αὐτοὶ μᾶς μίλησαν καὶ γιὰ τὰ μελλοντικά. Ὅπως λοιπὸν γιὰ τὰ ἐδῶ δὲν δίδαξαν τίποτε τὸ ἐπιζήμιο καὶ φανταστικό, ἀλλὰ ὅσα εἶπαν καὶ ἔκαναν ἔλαμψαν πιὸ φωτεινὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ γιὰ τὰ ἐκεῖ δίδαξαν ἀληθινά, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας καὶ Δεσπότης Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπιβεβαίωσε μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα. Γιατὶ λέει· «σᾶς βεβαιώνω ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς ποὺ ὅλοι οἱ νεκροὶ θὰ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅσοι τὴν ἀκούσουν θὰ ζήσουν»· καὶ πάλι· «ἔρχεται ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποία οἱ νεκροὶ θὰ ἀκούσουν τὴ φωνή του, καὶ ὅσοι ἔπραξαν τὰ ἀγαθὰ θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ ζήσουν, ἐνῶ ὅσοι ἔπραξαν ἔργα φαῦλα θὰ ἀναστηθοῦν γιὰ νὰ δικαστοῦν». Καὶ πάλι γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν λέει· Δὲ διαβάσατε αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπε ὁ Θεός, Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ; δὲν εἶναι ὁ Θεὸς Θεὸς τοῦ Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰακώβ· δὲν εἶναι ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζωντανῶν· «διότι, ὅπως συλλέγονται τὰ ζιζάνια καὶ καίονται στὴ φωτιά, ἔτσι θὰ γίνει καὶ κατὰ τὴ συντέλεια τοῦ αἰώνα αὐτοῦ· θὰ στείλει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀγγέλους του καὶ θὰ συγκεντρώσουν ὅλα τὰ σκάνδαλα καὶ αὐτοὺς ποὺ διαπράττουν τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ τοὺς ρίξουν στὸ φλεγόμενο καμίνι· ἐκεῖ θὰ ὑπάρχει θρῆνος καὶ τρίξιμο δοντιῶν· τότε οἱ δίκαιοι θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο στὴ βασιλεία τοῦ Πατέρα τους». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, πρόσθεσε· «ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούει, ἂς τὰ ἀκούει».

Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια καὶ ἄλλα πολλὰ ὁ Κύριος μᾶς φανέρωσε τὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων μας· ἐπιβεβαίωσε ὅμως τὰ λόγια καὶ μὲ ἔργα, ἀνασταίνοντας πολλοὺς νεκρούς, καὶ πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του καὶ κάποιον φίλο του Λάζαρο, ποὺ εἶχε τέσσερις μέρες νεκρὸς καὶ μύριζε ἄσχημα, ποὺ τὸν φώναξε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν παρουσίασε ζωντανὸ αὐτὸν ποὺ ἦταν νεκρός. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς τέλειας ἀνάστασης, ἡ ὁποία δὲν ὑπόκειται πιὰ σὲ θάνατο, ἀφοῦ γεύθηκε μὲ τὴ σάρκα του τὸ θάνατο καὶ ἀναστήθηκε σὲ τρεῖς ἡμέρες, γινόμενος ἔτσι πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Γιατὶ ἀναστήθηκαν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ πάλι πέθαναν καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ παρουσιάσουν εἰκόνα τῆς μέλλουσας ἀληθινῆς ἀναστάσεως, καὶ μόνο αὐτὸς ἔγινε ἀρχηγὸς τῆς ἀναστάσεως ἐκείνης, μὲ τὸ νὰ ἀναστηθεῖ πρῶτος ἀνάσταση ἀθάνατη. Αὐτὰ κήρυξαν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἔγιναν αὐτόπτες καὶ ὑπηρέτες τοῦ Λόγου. Γιατὶ λέει ὁ μακάριος Παῦλος, αὐτὸς τοῦ ὁποίου ἡ κλήση δὲν ἔγινε ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό· σᾶς γνωρίζω, ἀδελφοί μου, τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ σᾶς κήρυξα· διότι σᾶς παρέδωσα στὴν ἀρχὴ αὐτὸ ποὺ παρέλαβα, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς πὲθανε γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτιῶν μας, σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές· «ἐὰν ὁ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, πῶς ἰσχυρίζονται μερικοὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση;». Γιατί, «ἐὰν οἱ νεκροὶ δὲν θὰ ἀναστηθοῦν, οὔτε ὁ Χριστὸς ἔχει ἀναστηθεῖ, καὶ ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀναστηθεῖ, ἡ πίστη μας εἶναι μάταιη, βρίσκεσθε ἀκόμα στὶς ἁμαρτίες σας». «Ἐὰν ἐλπίζαμε στὸ Χριστὸ μόνο στὴ ζωὴ αὐτή, εἴμαστε οἱ πιὸ ἀξιολύπητοι ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ὅμως ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, κάνοντας τὴν ἀρχὴ γιὰ τὴν ἀνάσταση ὅλων τῶν νεκρῶν. Γιατὶ ὅπως ὁ θάνατος ἦρθε στὸν κόσμο ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπο, ἔτσι ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο ἦρθε καὶ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν· γιατί, ὅπως μὲ τὸν Ἀδὰμ πεθαίνουν ὅλοι, ἔτσι καὶ μὲ τὸ Χριστὸ ὅλοι θὰ ξαναλάβουν ζωή». Καὶ λίγο παρακάτω· «γιατὶ πρέπει αὐτὸ ποὺ εἶναι θνητὸ νὰ γίνει ἀθάνατο. Καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ φθαρτὸ μεταμορφωθεῖ σὲ ἄφθαρτο καὶ αὐτὸ τὸ θνητὸ γίνει ἀθάνατο, τότε θὰ πραγματοποιηθεῖ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς· Ὁ θάνατος ἐξαφανίσθηκε ἡττημένος. Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;». Πράγματι καταργήθηκε τελείως ἡ δύναμη τοῦ θανάτου τότε καὶ ἀφανίστηκε, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει, καὶ δίνεται στοὺς ἀνθρώπους ἀθανασία καὶ ἀφθαρσία αἰώνια.

Θὰ γίνει λοιπόν, θὰ γίνει ἀναμφισβήτητα ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, καὶ αὐτὸ τὸ πιστεύουμε χωρὶς ἐνδοιασμό. Ἀλλὰ καὶ ἀμοιβὲς καὶ εὐθύνες γιὰ ὅσα κάναμε στὴ ζωὴ ἀναγνωρίζουμε κατὰ τὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς ὁποίας οἱ οὐρανοὶ θὰ ἐξαφανισθοῦν μὲ πυρκαϊά, καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ λειώσουν στὴ φωτιά, ὅπως λέει κάποιος ἀπὸ τοὺς θεολόγους, καὶ περιμένουμε καινούργιους οὐρανοὺς καὶ καινούργια γῆ, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή του. Τὸ ὅτι λοιπὸν ἐκεῖ ὑπάρχουν ἀμοιβὲς καὶ εὐθύνες γιὰ τὰ ἔργα μας, καὶ δὲν θὰ παραβλεφθεῖ ἀπολύτως τίποτε ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ἢ πονηρά, καὶ ὅτι μᾶς περιμένουν ἀνταποδόσεις καὶ τῶν ἔργων καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν σκέψεων εἶναι φανερό. Γιατὶ λέει ὁ Κύριος· «ὅποιος δώσει σ’ ἕναν ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἄσημους ἕνα ποτήρι κρύο νερό, καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι μαθητής μου, δὲν θὰ χάσει τὴν ἀμοιβή του». Καὶ πάλι λέει· «ὅταν θἄρθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅλη τὴ μεγαλοπρέπειά του καὶ θὰ τὸν συνοδεύουν ὅλοι οἱ ἄγγελοι, τότε θὰ συγκεντρωθοῦν μπροστά του ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ θὰ τοὺς ξεχωρίσει ὅπως χωρίζει ὁ βοσκὸς τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια, καὶ θὰ τοποθετήσει τὰ μὲν πρόβατα στὰ δεξιά του, καὶ τὰ κατσίκια στ’ ἀριστερά του. Τότε θὰ πεῖ ὁ βασιλιὰς σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ βρίσκονται δεξιὰ του· ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Πατέρα μου κληρονομῆστε τὴ βασιλεία ποὺ σᾶς ἔχει ἑτοιμασθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου· γιατὶ πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ πιῶ, ἤμουν ξένος καὶ μὲ περιμαζέψατε, γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀσθένησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν φυλακισμένος καὶ ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε». Γιατί τὰ λέει αὐτά; Διότι τὶς καλωσύνες ποὺ κάναμε σ’ ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, τὶς δέχεται σὰν νὰ ἔγιναν στὸν ἑαυτό του. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο λέει· «ὅποιος ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἀνήκει σ’ ἐμένα, θὰ ὁμολογήσω κι’ ἐγὼ τὸ ἴδιο γι’ αὐτὸν μπροστὰ στὸν Πατέρα μου στοὺς οὐρανούς».

Νὰ λοιπόν, μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα περισσότερα φανέρωσε ὅτι εἶναι βέβαιες καὶ σίγουρες οἱ ἀμοιβὲς τῶν ἀγαθῶν ἔργων· ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἀντίθετα προανήγγειλε ὅτι ὑπάρχουν εὐθύνες μὲ θαυμάσιες καὶ ἐξαίσιες παραβολὲς, τὶς ὁποῖες διηγήθηκε ἡ πηγὴ τῆς σοφίας· ἄλλοτε προβάλλοντας ἕνα πλούσιο ποὺ φοροῦσε πολυτελῆ ἐνδύματα, καὶ εὐφραινόταν καθημερινὰ μεγαλοπρεπῶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδινε καὶ ἦταν ἄσπλαγχνος πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, στὸ σημεῖο ποὺ νὰ περιφρονεῖ καὶ κάποιο φτωχό, ποὺ λεγόταν Λάζαρος καὶ ἦταν πεταμὲνος στὴ πύλη του, καὶ δὲν τοῦ ἔδινε οὔτε τὰ ψίχουλα ἀπὸ τὸ τραπέζι του. Ὅταν λοιπὸν πέθαναν καὶ οἱ δύο, ὁ φτωχὸς ἐκεῖνος καὶ πληγωμένος μεταφὲρθηκε, λέει, στὸν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, δηλώνοντας μ’ αὐτὸ τὸν συναυλισμὸ τῶν δικαίων, ἐνῶ ὁ πλούσιος παραδόθηκε στὴ φλόγα τῆς φρικτῆς κόλασης στὸν ἅδη καὶ πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ Ἀβραὰμ ἔλεγε· «ἐσὺ ἀπόλαυσες τὰ ἀγαθὰ στὴ ζωή σου καὶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα τὰ κακά· τώρα λοιπὸν αὐτὸς χαίρεται, ἐνῶ ἐσὺ ὑποφέρεις».

Ἀλλοῦ πάλι παρομοιάζει τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ ἄνθρωπο βασιλιά, ὁ ὁποῖος τὲλεσε τοὺς γάμους τοῦ γιοῦ του, δηλώνοντας ἔτσι τὴ μέλλουσα χαρὰ καὶ μεγαλοπρέπεια. Γιατί, μιλώντας σὲ ἀνθρώπους ταπεινοὺς ποὺ σκὲφτονται τὰ γήϊνα, χρησιμοποιοῦσε στὶς παραβολές του εἰκόνες συνηθισμὲνες καὶ γνωστὲς σ’ αὐτούς. Δὲν ἤθελε δηλαδὴ νὰ πεῖ ὅτι θὰ ὑπάρχουν γάμοι καὶ τραπέζια σὲ ἐκεῖνο τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ κατεβαίνοντας στὴ δική τους πνευματικὴ ἱκανότητα, χρησιμοποιεῖ τέτοιες λέξεις, ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς κάνει γνωστὰ τὰ μέλλοντα. Λέει λοιπὸν ὅτι ὅλους τοὺς προσκάλεσε ὁ βασιλιὰς μὲ πρόσκληση σὲ ὅλους ξακουστὴ νὰ προσέλθουν στοὺς γάμους καὶ νὰ χορτάσουν μ’ ἐκεῖνα τὰ ἀπερίγραπτα ἀγαθά· πολλοὶ ὅμως ἀπὸ τοὺς καλεσμένους ἀμέλησαν καὶ δὲν πῆγαν, καὶ ἀπασχολημένοι ἄλλοι μὲ χωράφια, ἄλλοι μὲ τὸ ἐμπόριο, ἄλλοι μὲ γυναῖκες νιόπαντρες, στέρησαν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ τὸν νυμφώνα. Καὶ ἀφοῦ αὐτοὶ μὲ τὴ θέλησή τους ἀποξενώθηκαν ἀπὸ τὴν εὐφρόσυνη εὐωχία, προσκλήθηκαν ἄλλοι· «ἔτσι γέμισε ὁ γάμος ἀπὸ παρακαθήμενους. Μπαίνοντας ὁ βασιλιὰς νὰ δεῖ τοὺς συνδαιτυμόνες, εἶδε ἐκεῖ καὶ ἕνα ἄνθρωπο ποὺ δὲ φοροῦσε ἔνδυμα γάμου, καὶ τοῦ λέει· φίλε, πῶς μπῆκες μέσα ἐδῶ χωρὶς νὰ ἔχεις ἔνδυμα γάμου; Αὐτὸς δὲν ἤξερε τί νὰ πεῖ. Τότε εἶπε ὁ βασιλιὰς στοὺς ὑπηρέτες· ἀφοῦ τὸν δέσετε χειροπόδαρα, βγάλτε τον ἔξω στὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ κλαίει καὶ θὰ τρίζει τὰ δόντια του». Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ παραιτήθηκαν καὶ δὲν ἄκουσαν τὴν πρόσκληση εἶναι ὅσοι δὲν ἀκολούθησαν τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἐνέμειναν εἴτε στὴν εἰδωλολατρία εἴτε σὲ κάποια αἵρεση· ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶχε τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου εἶναι αὐτὸς ποὺ πίστεψε βέβαια, λέρωσε ὅμως τὸ νοητὸ ἔνδυμά του μὲ πράξεις ἀκάθαρτες, γι’ αὐτὸ καὶ δίκαια πετάχτηκε ἔξω ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ νυμφώνα.

Καὶ ἄλλη ὅμως παραβολή, ποὺ εἶναι παρόμοια μὲ αὐτήν, διηγήθηκε, χρησιμοποιώντας τὴν εἰκόνα δέκα παρθένων, ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ πέντε ἦταν συνετὲς καὶ οἱ πέντε ἄμυαλες. Οἱ ἄμυαλες αὐτές, παίρνοντας τὰ λυχνάρια τους, δὲν πῆραν μαζί τους λάδι, ἐνῶ οἱ συνετὲς πῆραν λάδι· μὲ τὸ λάδι ἤθελε νὰ δηλώσει τὴν ἀπόκτηση ἀγαθῶν ἔργων. «Τὰ μεσάνυχτα», λέει, «ἀκούστηκε μιὰ κραυγή· νά, ὁ γαμβρὸς ἔρχεται· βγεῖτε νὰ τὸν προϋπαντήσετε», θέλοντας μὲ τὰ μεσάνυχτα νὰ παραστήσει ὅτι ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἶναι ἄγνωστη. Τότε σηκώθηκαν ὅλες οἱ παρθένες ἐκεῖνες. Καὶ οἱ μὲν ἕτοιμες βγῆκαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν καὶ μπῆκαν μαζὶ μ’ αὐτὸν στὴ γιορτὴ τοῦ γάμου καὶ κλείσθηκε ἡ πόρτα. Οἱ ἀνέτοιμες ὅμως, ποὺ δίκαια τὶς ὀνόμασε μωρές, βλέποντας νὰ σβήνουν τὰ λυχνάρια τους, πῆγαν νὰ ἀγοράσουν λάδι. Ὅταν ὅμως ἐπέστρεψαν, ἐπειδὴ εἶχε κλείσει πιὰ ἡ πόρτα, φώναζαν λέγοντας· «κύριε, κύριε, ἄνοιξε μας. Ἐκεῖνος ὅμως, λέει, ἀπαντώντας εἶπε· σᾶς διαβεβαιώνω, πὼς δὲ σᾶς γνωρίζω».

Μὲ ὅλα αὐτὰ λοιπὸν εἶναι φανερὸ ὅτι ὑπάρχει ἀνταπόδοση ὄχι μόνο τῶν ἀντιθέτων πράξεων, ἀλλὰ καὶ τῶν λόγων καὶ τῶν λογισμῶν. Πράγματι ὁ Σωτήρας εἶπε· «σᾶς λέω ὅτι γιὰ κάθε ἄσχημο λόγο ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ λογοδοτήσουν γι’ αὐτὸν τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως». Καὶ πάλι· «ἀκόμα καὶ οἱ τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ σας εἶναι μετρημένες», δηλώνοντας μὲ τὶς τρίχες καὶ τὶς πιὸ μικρὲς σκέψεις καὶ λογισμούς. Σύμφωνα μ’ αὐτὰ καὶ ὁ μακάριος Παῦλος διδάσκει· «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικός, καὶ πιὸ κοφτερὸς ἀπὸ κὰθε δίκοπο μαχαίρι, καὶ εἰσχωρεῖ βαθειά, ὡς ἐκεῖ ποὺ χωρίζει τὴν ψυχὴ ἀπ’ τὸ πνεῦμα, τὰ κόκκαλα ἀπὸ τὸ μεδούλι, καὶ κρίνει τοὺς διαλογισμοὺς καὶ τὶς προθέσεις τῆς καρδιᾶς· καὶ δὲν ὑπάρχει δημιούργημα ποὺ νὰ μὴ ἐμφανισθεῖ μπροστά του, καὶ ὅτι ὅλα εἶναι γυμνὰ καὶ ὁλοφάνερα στὰ μάτια αὐτοῦ ποὺ θὰ δώσουμε λόγο».

Τὰ ἴδια κήρυξαν πολὺ φανερὰ πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ οἱ προφῆτες ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιατὶ λέει ὁ Ἠσαΐας· «ἐγὼ γνωρίζω καλὰ τὰ ἔργα καὶ τοὺς διαλογισμούς τους καὶ θὰ τοὺς τὰ ἀνταποδώσω· νά, ἔρχομαι νὰ συγκεντρώσω ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τὶς γλῶσσες καὶ θὰ ἔρθουν καὶ θὰ δοῦν τὸ μεγαλεῖο μου». «Καὶ θὰ γίνει ὁ οὐρανὸς καινούργιος καὶ ἡ γῆ καινούργια, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θὰ κάνω μπροστά μου· καὶ θὰ ἔρθει ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα νὰ προσκυνήσει μπροστά μου, λέει ὁ Κύριος, καὶ θὰ βγοῦν καὶ θὰ δοῦν τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔκαναν παραβάσεις σὲ μένα· διότι τὸ σκουλήκι τους δὲ θὰ πεθαίνει καὶ ἡ φωτιὰ δὲ θὰ σβήνει, καὶ θὰ φαίνονται σ’ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα». Καὶ πάλι γιὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη λέει· «καὶ θὰ τυλιχθεῖ ὁ οὐρανὸς ὅπως τὸ βιβλίο», «καὶ ὅλα τὰ ἄστρα θὰ πέσουν, ὅπως πέφτουν τὰ φύλλα τοῦ ἀμπελιοῦ». «Γιατὶ νά, ἔρχεται ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου, γεμάτη ἀθεράπευτο θυμὸ καὶ ὀργή, νὰ ἐρημώσει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη καὶ νὰ ἐξαφανίσει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ αὐτήν. Διότι τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὁ Ὠρίωνας» «καὶ ὅλος ὁ ἥλιος ἀνατέλλοντας καὶ τὸ φεγγάρι δὲ θὰ δώσει τὸ φῶς του· καὶ θὰ πατάξω τὴν ὕβρη τῶν παράνομων καὶ τὴν ὕβρη τῶν ὑπερήφανων θὰ τὴν ταπεινώσω». Καὶ πάλι λέει· ἀλίμονο σ’ ἐκείνους ποὺ σύρουν ἀπὸ πίσω τους τὶς ἁμαρτίες σὰν μακρὺ σχοινί, καὶ τὶς ἀνομίες σὰν ἱμάντα ζυγοῦ νεαρῆς ἀγελάδας»· «ἀλίμονο σ’ αὐτοὺς ποὺ λένε τὸ κακὸ καλὸ καὶ τὸ καλὸ κακό, ποὺ κάνουν τὸ σκοτάδι φῶς καὶ τὸ φῶς σκοτάδι, ποὺ θεωροῦν τὸ πικρὸ γλυκὸ καὶ τὸ γλυκὸ πικρό»· «ἀλίμονο στοὺς ἰσχυροὺς ποὺ σᾶς καταδυναστεύουν, σ’ ἐκείνους ποὺ νοθεύουν τὰ ποτά, ποὺ δικαιώνουν τὸν ἀσεβῆ, ἐπειδὴ τοὺς δωροδοκεῖ, καὶ πνίγουν τὸ δίκαιο ἐκείνου ποὺ εἶναι δίκαιος», «ποὺ παραβιάζουν τὸ δίκαιο τῶν φτωχῶν καὶ ἁρπάζουν τὸ δικαίωμά τους, μὲ τρόπο ὥστε νὰ ἁρπάζουν τὴ χήρα καὶ νὰ λεηλατοῦν τὰ ὀρφανά. Καὶ τί θὰ κάνουν τὴν ἡμέρα τοῦ ἐρχομοῦ; Σὲ ποιόν θὰ καταφύγουν γιὰ νὰ βοηθηθοῦν, καὶ ποῦ θὰ ἀφήσουν τὴ δόξα τους γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀντικείμενο ἁρπαγῆς;». «Ὅπως καίεται ἡ καλαμιὰ ἀπὸ ἀναμμένο κάρβουνο καὶ καίεται μὲ φλόγα φουντωμένη, ἔτσι θὰ γίνει ἡ ρίζα τους σὰν χνούδι καὶ τὸ ἄνθος τους θὰ διασκορπισθεῖ σὰν σκόνη· γιατὶ δὲ θέλησαν τὸ νόμο τοῦ Κυρίου Σαβαώθ, ἀλλὰ τὸν ἐξόργισαν περιφρονώντας τὸ λόγο του».

Συμφωνώντας μ’ αὐτὸν καὶ ἄλλος προφήτης λέει· «ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη πλησιάζει, πλησιάζει καὶ ἔρχεται μὲ μεγάλη ταχύτητα. Ἡ φωνὴ τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου θὰ εἶναι πικρὴ καὶ σκληρή. Ἡ ἡμέρα ἐκείνη θὰ εἶναι ἡμέρα μεγάλης ὀργῆς, ἡμέρα θλίψεως καὶ ἀνάγκης, ἡμέρα ταλαιπωρίας καὶ ἀφανισμοῦ, ἡμέρα σκοταδιοῦ καὶ γνόφου, ἡμέρα σκεπασμὲνη ἀπὸ σύννεφα καὶ πυκνὴ ὁμίχλη, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἀκούονται πολεμικὲς σάλπιγγες καὶ ἰαχές. Θὰ συντρίψω τοὺς κακοὺς καὶ θὰ βαδίζουν σὰν τυφλοί, ἐπειδὴ ἁμάρτησαν ἀπέναντι τοῦ Κυρίου· καὶ τὸ ἀσήμι καὶ τὸ χρυσάφι τους δὲν θὰ μπορεῖ νὰ τοὺς σώσει τὴν ἡμέρα ὀργῆς τοῦ Κυρίου. Γιατὶ μὲ τὴ φωτιὰ τῆς ὀργῆς του θὰ καεῖ ὁλόκληρη ἡ γῆ καὶ θὰ φέρει τὸ τέλος ὅλων ὅσοι κατοικοῦν τὴ γῆ». Μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ ὁ βασιλιὰς καὶ προφήτης Δαβὶδ φωνὰζει· «θὰ ἔρθει φανερὰ ὁ Θεός, ὁ Θεός μας, καὶ δὲ θὰ ἀποσιωπηθεῖ. Φωτιὰ θὰ καίεται μπροστά του καὶ γύρω του θὰ ὑπάρχει σφοδρὴ καταιγίδα. Θὰ προσκαλέσει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ γιὰ νὰ κρίνει τὸ λαό του». Καὶ πάλι λέει· «σήκω, Θεέ, κρίνε τὴ γῆ», «διότι ἡ ὀργὴ τοῦ ἀνθρώπου θὰ σοῦ ἀπολογηθεῖ» «καὶ σὺ θὰ ἀνταποδώσεις στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του».

Καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια κήρυξαν καὶ ὁ ψαλμωδὸς καὶ ὅλοι οἱ προφῆτες, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ θεῖο Πνεῦμα, γιὰ τὴ μέλλουσα κρίση καὶ τὴν ἀνταπόδοση, τῶν ὁποίων τὰ λόγια καὶ ὁ Σωτήρας ἀφοῦ τὰ ἐπιβεβαίωσε μὲ σιγουριά, μᾶς δίδαξε νὰ πιστεύουμε στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ στὴν ἀνταπόδοση ὅσων ἐπράξαμε καὶ στὴν αἰώνια ζωὴ τοῦ μελλοντικοῦ αἰώνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Ὁ Ἰωάσαφ τότε γεμᾶτος βαθειὰ κατάνυξη γι’ αὐτά, ἦταν ἕτοιμος νὰ δακρύσει. Καὶ λέει στὸ γέροντα. «Ὅλα μοῦ τὰ ἔκανες γνωστὰ μὲ σαφήνεια καὶ μὲ βεβαιότητα περάτωσες τὴν καταπληκτικὴ αὐτὴ καὶ θαυμάσια διήγηση. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αὐτὰ ἔτσι ἔχουν, τί πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τίς τιμωρίες ποὺ εἶναι ἑτοιμασμὲνες γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε τὴ χαρὰ τῶν δικαίων;»

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ ἀπάντησε· «Εἶναι γραμμὲνο πὼς κάποτε, καθὼς δίδασκε τὸ λαὸ ὁ Πέτρος, ποὺ ὀνομάστηκε καὶ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων, συγκινήθηκαν πάρα πολύ, ὅπως καὶ σὺ σήμερα, καὶ ὅταν ρώτησαν, «τί νὰ κάνουμε;», ὁ Πέτρος τοὺς ἀπάντησε· «μετανοῆστε, κι ἂς βαπτισθεῖ ὁ καθένας σας γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἀμαρτίες του, καὶ θὰ λάβετε τὴ δωρεὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος· γιατὶ γιὰ σᾶς προορίζεται ἡ ὑπόσχεση καὶ γιὰ τὰ παιδιά σας καὶ γιὰ ὅλους ὅσους βρίσκονται μακριὰ καὶ θὰ τοὺς καλέσει ὁ Κύριος καὶ Θεός μας». Νὰ λοιπὸν ποὺ καὶ σὲ σένα σκόρπισε τὸ πλούσιο ἔλεός του καὶ προσκάλεσε ἐσένα ποὺ ἤσουν μακριὰ ἀπὸ τὴν εὔνοιά του καὶ λάτρευες ξένους, ὄχι θεούς, ἀλλὰ δαίμονες ὀλέθριους καὶ κωφὰ καὶ ἀναίσθητα ξόανα. Γι’ αὐτὸ καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα πλησίασε σ’ αὐτὸ ποὺ σὲ κάλεσε, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ πάρεις γιὰ ὅσα εἶναι ὁρατὰ καὶ ἀόρατα σωστὴ γνώση. Ἐὰν ὅμως μετὰ τὴν κλήση δὲν θέλεις, ἢ καθυστερεῖς, θὰ γίνεις ἀπόκληρος μὲ δίκαιη ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ δὲ θὰ εἶσαι ἐπιθυμητός, ἀφοῦ δὲν τὸ θέλεις. Γιατὶ ἔτσι μίλησε καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς μαθητὲς του. Ἐγὼ ὅμως πιστεύω ὅτι ὑπάκουσες στὴν κλήση καὶ ὅταν ὑπακούσεις περισσότερο θὰ σηκώσεις τὸ σταυρὸ καὶ θὰ ἀκολουθήσεις τὸ Θεὸ καὶ Δεσπότη ποὺ σὲ καλεῖ, ὁ ὁποῖος σὲ προσκαλεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς. Γιατί, πραγματικά, ἡ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι σκοτάδι καὶ θάνατος τῆς ψυχῆς καὶ τὸ νὰ ὑπηρετεῖ κανεὶς σὲ εἴδωλα πρὸς καταστροφὴ τῆς φύσεως, μοῦ φαίνεται πὼς ξεπερνᾶ κάθε ἀναισθησία καὶ τρὲλλα.

Αὐτοὺς μὲ τί νὰ τοὺς παρομοιάσω καὶ ποιά εἰκόνα νὰ σοῦ δώσω τῆς ἀνοησίας τους; Ἀλλὰ θὰ σοῦ παραθέσω παράδειγμα τὸ ὁποῖο μοῦ εἶπε κάποιος πάρα πολὺ σοφὸς ἄνδρας. Μοῦ ἔλεγε λοιπόν, ὅτι ὅσοι προσκυνοῦν τὰ εἴδωλα μοιάζουν μὲ ἄνθρωπο ποὺ στήνει ξόβεργες, καὶ ὁ ὁποῖος ἔπιασε ἕνα ἀπὸ τὰ πολὺ μικρὰ σπουργίτια, ποὺ τὸ λὲνε ἀηδόνι. Παίρνοντας αὐτὸς τὸ μαχαίρι νὰ τὸ σφάξει καὶ νὰ τὸ φάει, δόθηκε στὸ ἀηδόνι ἔναρθρη φωνή. Καὶ λέει σ’ αὐτὸν ποὺ ἔστηνε τὶς ξόβεργες· «Τί θὰ ὠφεληθεῖς, ἄνθρωπέ μου, ἀπὸ τὸ σφάξιμό μου, ἀφοῦ δὲ θὰ μπορὲσεις νὰ χορτάσεις μὲ μένα τὴν κοιλία σου; Ἐὰν ὅμως μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερο, θὰ σοῦ δώσω τρεῖς ἐντολὲς, πού, ἂν τὶς φυλάξεις, θὰ ὠφεληθεῖς πολὺ σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή σου». Ἐκεῖνος θαμβωμένος ἀπὸ τὴν ὁμιλία του ὑποσχέθηκε πώς, ἐὰν ἀκούσει κάτι τὸ ἀσυνήθιστο ἀπὸ αὐτό, θὰ τὸ ἐλευθερώσει γρήγορα ἀπὸ τὴ σκλαβιά του. Τότε γυρίζει καὶ τοῦ λέει τὸ ἀηδόνι· «Ποτὲ νὰ μὴ ἐπιχειρήσεις νὰ ἐπιτύχεις κὰτι τὸ ἀδύνατο, νὰ μὴ μετανοεῖς γιὰ πρᾶγμα ποὺ ἀνήκει στὸ παρελθόν, καὶ νὰ μὴ πιστὲψεις ποτὲ λόγο ἀναξιόπιστο. Αὐτὲς λοιπὸν τὶς τρεῖς συμβουλὲς φύλαγε καὶ θὰ εὐτυχήσεις». Εὐχαριστημένος ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴ σαφήνεια καὶ τὸ συνετὸ τῶν λόγων, τὸ ἔλυσε ἀπὸ τὰ δεσμά του καὶ τὸ ἔστειλε στὸν ἀέρα. Τὸ ἀηδόνι τότε θέλοντας νὰ μάθει ἐὰν κατάλαβε ὁ ἄνθρωπος τὴ σημασία τῶν λόγων ποὺ τοῦ εἶπε καὶ ἂν εἶχε κάποια ὠφέλεια, τοῦ λέει καθὼς πετοῦσε στὸν ἀέρα· «Ἀλίμονο γιὰ τὴν ἔλλειψη ἀποφασιστικότητάς σου, ἄνθρωπέ μου! Νἄξερες τί θησαυρὸ ἔχασες σήμερα! Μέσα στὰ σπλάγχνα μου ὑπάρχει μαργαριτάρι ποὺ ξεπερνάει στὸ μέγεθος ἕνα αὐγὸ στρουθακαμήλου». Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς ξόβεργες ταράχθηκε ἀπὸ τὴ λύπη μετανοιώνοντας γιὰ τὸ ὅτι τοῦ ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια του ἐκεῖνο τὸ ἀηδόνι, καί, καθὼς προσπαθοῦσε νὰ τὸ ξαναπιάσει, τοῦ εἶπε· «Ἔλα στὸ σπίτι μου καὶ ἀφοῦ σὲ φιλοξενήσω καλὰ θὰ σὲ ἐξαποστείλω μὲ τιμή». Τὸ ἀηδόνι τότε τοῦ εἶπε· «Τώρα κατάλαβα ὅτι εἶσαι πολὺ ἀνόητος· γιατὶ δὲχτηκες πρόθυμα ὅσα σοῦ εἶπα καὶ τὰ ἄκουσες μὲ εὐχαρίστηση χωρὶς νὰ ἀποκομίσεις καμμιὰ ὠφέλεια. Σοῦ εἶπα νὰ μὴ μετανοεῖς γιὰ πρᾶγμα ποὺ ἀνήκει στὸ παρελθόν, καὶ ὅμως ταράχθηκες ἀπὸ τὴ λύπη σου ἐπειδὴ ξέφυγα ἀπὸ τὰ χέρια σου, μετανοώντας γιὰ πρᾶγμα ποὺ πέρασε. Σοῦ ἔδωσα συμβουλὴ νὰ μὴ ἐπιχειρεῖς νὰ ἐπιτύχεις κάτι τὸ ἀδύνατο, καὶ ἐπιχειρεῖς νὰ μὲ πιάσεις μὴ μπορώντας νὰ ἀκολουθήσεις τὴν πορεία μου. Ἐπίσης σὲ συμβούλεψα νὰ μὴ πιστεύεις ἀναξιόπιστα λόγια, καὶ ὅμως πίστεψες ὅτι στὰ σπλάγχνα μου ὑπάρχει μαργαριτάρι ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέγεθος τοῦ ἀναστήματός μου, καὶ δὲν σκέφθηκες μὲ φρόνηση ὅτι, ἀφοῦ ὁλόκληρο ἐγὼ δὲ φθάνω τὸ μέγεθος τῶν αὐγῶν τῆς στρουθοκαμήλου, πῶς χώρεσα τόσο μεγάλο μαργαριτάρι μέσα μου».

Ἔτσι ἀκριβῶς ἀνοηταίνουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν στὰ εἴδωλα· διότι τὰ ἔκαναν μὲ τὰ χὲρια τους, καὶ προσκυνοῦν αὐτὰ ποὺ ἔπλασαν τὰ δάκτυλά τους, λέγοντας· «αὐτοὶ εἶναι οἱ δημιουργοί μας». Πῶς λοιπὸν θεωροῦν δημιουργούς τους αὐτοὺς ποὺ οἱ ἴδιοι δημιούργησαν καὶ ἔπλασαν; Ἀλλὰ καὶ ἐνῶ τὰ διατηροῦν σὲ ἀσφάλεια, γιὰ νὰ μὴ συληθοῦν ἀπὸ κλέφτες, τὰ ὀνομάζουν φύλακες τῆς σωτηρίας τους· ἀλήθεια πόση ἀφροσύνη δείχνουν αὐτά, καθὼς καὶ τὸ ὅτι δὲν καταλαβαίνουν ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ φυλάγουν καὶ νὰ βοηθοῦν τοὺς ἑαυτούς τους, πῶς θὰ γίνουν φύλακες καὶ σωτῆρες τῶν ἄλλων; Γιατὶ λέει· «τί ζητοῦν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς οἱ ζωντανοί;». Καταξοδεύουν χρήματα, γιὰ νὰ ἀνεγείρουν στῆλες καὶ ἀγάλματα στοὺς δαίμονες, καὶ φλυαροῦν ὅτι οἱ δαίμονες εἶναι χορηγοὶ ἀγαθῶν, καὶ ζητοῦν νὰ λάβουν ἀπὸ αὐτοὺς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶχαν, οὔτε φυσικὰ θὰ ἔχουν ποτέ. Γι’ αὐτὸ εἶναι γραμμένο· «εἴθε νὰ γίνουν ὅμοιοι μ’ αὐτοὺς ἐκεῖνοι ποὺ τὰ κατασκευάζουν αὐτὰ καὶ ὅλοι ὅσοι πιστεύουν σ’ αὐτά»· οἱ ὁποῖοι, λέει, «ἀφοῦ μίσθωσαν χρυσοχόο, ἔκαναν εἴδωλα χρυσοποίητα, καὶ σκύβουν καὶ τὰ προσκυνοῦν». Τὰ παίρνουν στοὺς ὤμους καὶ πορεύονται, καὶ ἂν τὰ τοποθετήσουν σὲ ἕνα τόπο, μένουν σ’ αὐτὸν καὶ δὲν κινοῦνται. Καὶ ὅποιος φωνάξει σ’ αὐτά, δὲν θὰ τὸν ἀκούσουν, οὔτε θὰ τὸν σώσουν ἀπὸ τὰ κακά. Γι’ αὐτὸ ντραπεῖτε ντροπὴ αἰώνια ὅσοι πιστεύετε στὰ γλυπτά, ὅσοι λέτε στὰ χυτὰ ἀγάλματα· «σεῖς εἶσθε οἱ θεοί μας». Γιατὶ λέει, «θυσίασαν στὰ δαιμόνια κι ὄχι στὸ Θεό, σὲ θεοὺς τοὺς ὁποίους δὲ γνώριζαν οἱ πατέρες τους· καινούργιοι καὶ πρόσφατοι ἦρθαν, γιατὶ εἶναι γενεὰ διεστραμμένη καὶ δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς πίστη».

Ἀπὸ αὐτὴ λοιπὸν τὴν πονηρὴ καὶ ἄπιστη γενεὰ σὲ προσκαλεῖ ὁ Κύριος λέγοντάς σου· φύγε μακριὰ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ξεχώρισε τὸν ἑαυτό σου, καὶ μὴ ἀγγίζεις ἀκάθαρτο πρᾶγμα, ἀλλὰ σώσου ἀπὸ αὐτὴ τὴ διεστραμμένη γενεά. Σήκω καὶ προχώρα, διότι δὲν εἶναι αὐτὴ γιὰ σένα ἀνάπαυση. Γιατὶ ἡ πολυαρχία τῶν θεῶν σας εἶναι ἄτακτη καὶ στατικὴ καὶ ἀνύπαρκτη. Σὲ μᾶς ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι, οὔτε ὑπάρχουν πολλοὶ θεοὶ καὶ κύριοι, ἀλλὰ ἕνας Θεὸς ὁ Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονται τὰ πάντα καὶ ἐμεῖς ἀπὸ αὐτόν· καὶ ἕνας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μέσω τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα καὶ ἐμεῖς μέσω αὐτοῦ, «ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀόρατου Θεοῦ, πρωτότοκος ὅλης τῆς κτίσεως καὶ ὅλων τῶν αἰώνων, διότι δι’ αὐτοῦ κτίσθηκαν τὰ πάντα, καὶ τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε Θρόνοι, εἴτε Κυριότητες, εἴτε Ἀρχές, εἴτε Ἐξουσίες»· «ὅλα ἔγιναν δι’ αὐτοῦ καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἔγινε τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν». Καὶ ἕνα Πνεῦμα ἅγιο μὲ τὸ ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα, τὸ ὁποῖο εἶναι Κύριο καὶ ζωοποιό, Θεὸς καὶ θεοποιεῖ, Πνεῦμα ἀγαθό, Πνεῦμα εὐθύτητας, Πνεῦμα παρηγοριᾶς, Πνεῦμα υἱοθεσίας. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ καθένα ἐξεταζόμενο καθ’ ἑαυτὸ εἶναι Θεός, ὅπως ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱός, ὅπως ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ὅμως ἕνας Θεὸς εἶναι στὰ τρία, μία φύση, μία βασιλεία, μία δύναμη, μία δόξα, μία οὐσία, ποὺ διαιρεῖται μόνο ὡς πρὸς τὶς ὑποστάσεις. Γιατὶ ἕνας εἶναι ὁ Πατέρας, τοῦ ὁποίου ἰδίωμα εἶναι ἡ ἀγεννησία· ἕνας ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ ἰδίωμά του ἡ γέννηση· ἕνα ἐπίσης τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἰδίωμά του ἡ ἐκπόρευση. Γιατὶ ἐμεῖς δεχόμενοι ἀπὸ τὸν Πατέρα, ποὺ εἶναι φῶς, τὸν Υἱὸ ὡς ἀκτινοβολία φωτὸς μέσα στὸ ἅγιο Πνεῦμα ποὺ εἶναι φῶς, ὁμολογοῦμε μία θεότητα σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὁ ὁποῖος γνωρίζεται σὲ Τριάδα, διότι ἀπὸ αὐτὸν καὶ μέσω αὐτοῦ καὶ σ’ αὐτὸν ἀνήκουν τὰ πάντα.

Μὲ τὴ χάρη αὐτοῦ καὶ ἐγὼ γνώρισα τὰ προβλήματά σου καὶ στάλθηκα νὰ σοῦ διδάξω αὐτὰ ποὺ ἔμαθα καὶ τήρησα ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι σ’ αὐτὴ τὴν ἡλικία. Ἐὰν λοιπὸν πιστέψεις καὶ βαπτισθεῖς, θὰ σωθεῖς, ἐὰν ὅμως ἀπιστήσεις, θὰ κατακριθεῖς. Γιατὶ αὐτὰ ποὺ σήμερα βλέπεις καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα καμαρώνεις, καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ ἀπόλαυση καὶ ὁ πλοῦτος καὶ ὅλη ἡ ἀπάτη τῆς ζωῆς, ὅπου νἆναι σβήνουν καὶ θὰ σὲ βγάλουν καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλεις ἀπὸ ἐδῶ. Καὶ τὸ σῶμα σου βέβαια θὰ κλεισθεῖ καλὰ σ’ ἕνα πολὺ μικρὸ μνῆμα ἀφοῦ ἐγκαταλειφθεῖ τελείως μόνο καὶ ἀποστερηθεῖ κάθε συντροφιὰ φίλων καὶ συγγενῶν, θὰ φύγουν ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου καὶ θὰ χυθεῖ τριγύρω πολλὴ ἀηδία καὶ βρωμερὴ φθορά, στὴ θέση αὐτῆς ἐδῶ τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς εὐωδιᾶς· τὴν ψυχή σου ὅμως θὰ τὴν ρίξουν στὰ καταχθόνια τῆς γῆς, στὴν καταδίκη τοῦ ἅδη, μέχρι τὴν τελευταία ἀνάσταση, ὁπότε πάλι ἡ ψυχή, ἀφοῦ ξαναπάρει τὸ σῶμα της, θὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ θὰ παραδοθεῖ στὴ φωτιὰ τῆς γέεννας ποὺ καίει ἀσταμάτητα. Αὐτὰ θὰ σοῦ συμβοῦν καὶ πολὺ πιὸ χειρότερα ἀπὸ αὐτά, ἐὰν ἐπιμείνεις στὴν ἀπιστία.

Ἐνῶ, ἐὰν ὑπακούσεις πρόθυμα σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ καλεῖ νὰ σωθεῖς, καί, ἀφοῦ προσέλθεις σ’ αὐτὸν μὲ πόθο καὶ χαρά, δεχθεῖς τὸ σημεῖο τοῦ φωτός του καὶ τὸν ἀκολουθήσεις χωρὶς νὰ ἐπιστρὲψεις πίσω, ἀπαρνούμενος τὰ πάντα καὶ προσκολλώμενος μόνο σ’ αὐτόν, ἄκουσε ποιά ἀσφάλεια καὶ χαρὰ θὰ κερδίσεις. Ὅταν θὰ κάθεσαι, δὲ θὰ φοβᾶσαι· ὅταν κοιμᾶσαι, θὰ ἔχεις γλυκὸ ὕπνο καὶ δὲ θὰ αἰσθάνεσαι τὸ φόβο ταραχῆς ποὺ ἦρθε, ἢ ἐπιθέσεις ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ἀσεβεῖς δαίμονες· ἀντίθετα, θὰ βαδίζεις μὲ πεποίθηση σὰν λιοντάρι καὶ θὰ ζήσεις μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση αἰώνια· διότι τὸ κεφάλι σου θὰ τὸ καταλάβει ἀγαλλίαση καὶ δοξολογία καὶ εὐφροσύνη, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχει φύγει ὁ πόνος, ἡ λύπη καὶ ὁ στεναγμός· τότε θὰ θεραπευθοῦν πρόωρα τὰ μάτια σου καὶ θὰ ἀνατείλουν τὸ πρωὶ τὰ ἰάματά σου, καὶ θὰ περνάει μπροστά σου ἡ δικαιοσύνη σου καὶ θὰ σὲ καλύπτει ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ· τότε θὰ φωνάζεις καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἀκούει· καὶ ἐνῶ ἀκόμα μιλᾶς, θὰ σοῦ λέει· «νά, εἶμαι παρών». Διότι ἐγὼ εἶμαι αὐτὸς ποὺ ἐξαλείφει τὶς ἁμαρτίες σου καὶ δὲν τὶς θυμᾶμαι· σὺ ὅμως νὰ τὶς θυμᾶσαι καὶ θὰ τὶς συζητήσουμε· «λέγε σὺ τὶς ἀνομίες σου, γιὰ νὰ δικαιωθεῖς». «Καὶ ἐὰν οἱ ἁμαρτίες σου εἶναι ὅπως το χρῶμα τὸ πορφυρό, θὰ τὶς κάνω λευκὲς σὰν τὸ χιόνι· καὶ ἐὰν εἶναι ὅπως τὸ κόκκινο, θὰ τὶς κάνω λευκὲς σὰν τὸ μαλλί». Τὸ στόμα τοῦ Κυρίου τὰ εἶπε αὐτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Τοῦ λέει τότε ὁ Ἰωάσαφ· «Ὅλα τὰ λόγια σου εἶναι καλὰ καὶ θαυμαστὰ κι ἐγὼ πίστεψα καὶ πιστεύω, ἔχοντας μισήσει ὅλη τὴν εἰδωλολατρία ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου. Βέβαια καὶ πρὶν νὰ ἔρθεις ἐσὺ σὲ μένα, ἔμμεσα καὶ μὲ διστακτικότητα ἦταν στραμμένη ἡ ψυχή μου σ’ αὐτήν, ἀλλὰ τώρα τὴ μίσησα μὲ ὁριστικὸ μῖσος, ἀφοῦ ἔμαθα ἀπὸ σένα τὴ ματαιότητά τους καὶ τὴν ἀφροσύνη αὐτῶν ποὺ τὰ λατρεύουν. Ἐπιθυμῶ ὅμως πολὺ νὰ γίνω δοῦλος τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἐὰν βέβαια δὲν μὲ ἀπωθήσει ἐμένα τὸν ἀνάξιο γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ μοῦ τὰ συγχωρήσει ὅλα, ἀφοῦ εἶναι φιλάνθρωπος καὶ σπλαγχνικός, ὅπως διδάσκεις, καὶ μὲ ἀξιώσει νὰ γίνω δοῦλος του. Ἤδη λοιπὸν εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ καὶ τὸ βάπτισμα καὶ νὰ τηρήσω ὅλα ὅσα θὰ μοῦ πεῖς. Τί ὅμως πρέπει νὰ κάνω μετὰ τὸ βάπτισμα; Καὶ ἀρκεῖ αὐτὸ μόνο γιὰ τὴ σωτηρία, τὸ νὰ πιστέψω δηλαδὴ καὶ νὰ βαπτισθῶ, ἢ πρέπει νὰ προσθέσω καὶ κάποια ἄλλα;»

Τοῦ λέει τότε ὁ Βαρλαὰμ· «Ἄκουσε τί πρέπει νὰ κάνεις μετὰ τὸ βάπτισμα· νὰ ἀπέχεις ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ κάθε πάθος, καὶ νὰ οἰκοδομεῖς πάνω στὸ θεμέλιο τῆς ὀρθόδοξης πίστεως τὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἀρετῶν, γιατὶ «πίστη χωρὶς ἔργα εἶναι νεκρή», ὅπως καὶ ἔργα χωρὶς πίστη. Γιατὶ λέει ὁ ἀπόστολος· «νὰ ὁδηγεῖστε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ τότε δὲ θὰ ἐκτελεῖτε τὴν ἐπιθυμία τῆς σάρκας· καὶ εἶναι γνωστὰ τὰ ἔργα τῆς σάρκας, ὅπως μοιχεῖες, πορνεῖες, ἀκαθαρσίες, ἀκολασίες, εἰδωλολατρίες, μαγεῖες, ἐχθρότητες, φιλονεικίες, ζηλοτυπίες, θυμοί, ραδιουργίες, διχόνοιες, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, φυλαργυρίες, κακολογίες, φιληδονίες, μέθες, ἀσωτίες, ὑπερηφάνειες καὶ τὰ ὅμοια μ’ αὐτά· γι’ αὐτὰ σᾶς προειδοποιῶ, ὅπως σᾶς εἶπα καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ κάνουν τέτοια πράγματα δὲ θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστοήθεια, ἀγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, ἐγκράτεια», ἁγιασμὸς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ταπείνωση καὶ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, ἐλεημοσύνη, ἀμνησικακία, φιλανθρωπία, ἐπαγρύπνηση, μετάνοια εἰλικρινὴς γιὰ ὅλα τὰ προηγούμενα σφάλματα, δάκρυα κατάνυξης, πένθος γιὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα καὶ γιὰ τὰ ἁμαρτήματα τοῦ πλησίον, καὶ τὰ ὅμοια μ’ αὐτά, τὰ ὁποῖα σὰν κάποια σκαλοπάτια καὶ σκάλες ποὺ εἶναι συνεχόμενες καὶ συνδέονται ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στὸν οὐρανό. Ὁρίστε αὐτὲς τὶς ἐντολὲς δίνουμε, νὰ τὶς τηρεῖτε μετὰ τὸ βάπτισμα, καὶ νὰ ἀποφεύγετε τὶς ἀντίθετες.

Ἐὰν ὅμως, ἀφοῦ ἀποκτήσαμε τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ἐπαναλάβουμε καὶ πάλι τὰ προηγούμενα νεκρὰ ἔργα, καὶ σὰν σκυλιὰ γυρίσουμε πίσω στὸν ἐμετό μας, θὰ μᾶς συμβεῖ αὐτὸ ποὺ ἔχει πεῖ ὁ Κύριος. «Ὅταν», λέει, «βγεῖ τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο» (δηλαδὴ μὲ τὴ χάρη τοῦ βαπτίσματος) περνάει μέσα ἀπὸ ξηροὺς τόπους ζητώντας ξεκούραση καὶ δὲ βρίσκει. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀντέχει νὰ περιπλανιέται γιὰ πολὺ χωρὶς σπίτι καὶ ἑστία, λέει· Θὰ γυρίσω πίσω στὸ σπίτι μου, ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου βγῆκα. Καὶ ἐρχόμενο τὸ βρίσκει σκουπισμένο καὶ στολισμένο», ἄδειο ὅμως καὶ ἀργόσχολο, ἀφοῦ δὲν δέχτηκε νὰ κάνει ἔργα τῆς χάριτος, οὔτε γέμισε μὲ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρετῶν. «Τότε πηγαίνει, παίρνει μαζί του ἄλλα ἑφτὰ πνεύματα πιὸ πονηρὰ ἀπὸ αὐτὸ καὶ μπαίνουν καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ. Ἔτσι τὰ τελευταῖα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου γίνονται χειρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα». Γιατὶ τὸ βάπτισμα τὰ χρεώγραφα ὅλων τῶν πρὶν ἀπὸ αὐτὸ ἁμαρτιῶν, θάβοντάς τα στὸ νερό, τὰ ἐξαφανίζει τελείως, καὶ στὸ ἑξῆς γίνεται τεῖχος ἀσφαλὲς καὶ προπύργιο καὶ ὅπλο ἰσχυρὸ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ἐχθροῦ. Ὅμως δὲν καταργεῖ τὸ αὐτεξούσιο, οὔτε συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες ποὺ γίνονται μετὰ τὸ βάπτισμα, οὔτε γίνεται δεύτερη κατάδυση στὴν κολυμβήθρα. Γιατὶ ἕνα βάπτισμα ὁμολογοῦμε καὶ πρέπει μὲ κάθε προσοχὴ νὰ φυλάγουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ μὴ πέσουμε σὲ δεύτερους μολυσμούς, ἀλλὰ νὰ κρατοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου. Διότι λέγοντας στοὺς ἀποστόλους, «πηγαίνετε καὶ διδάξετε ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος», δὲ σταμάτησε σ’ αὐτό, ἀλλὰ πρόσθεσε· «διδάσκοντάς τους νὰ τηροῦν ὅλα ὅσα σᾶς παράγγειλα».

Παράγγειλε νὰ εἴμαστε ταπεινόφρονες, τοὺς ὁποίους καὶ μακαρίζει καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ ἄξιους τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἔπειτα λέει νὰ πενθοῦμε στὴν παροῦσα ζωή, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ παρηγορηθοῦμε στὴ μέλλουσα ζωή, νὰ εἴμαστε πρᾶοι καὶ νὰ πεινᾶμε πάντοτε καὶ νὰ διψᾶμε τὴ δικαιοσύνη, νὰ εἴμαστε ἐλεήμονες καὶ γενναιόδωροι, σπλαγχνικοὶ καὶ συμπονετικοί, καθαροὶ στὴν καρδιά, ἀπέχοντας ἀπὸ κάθε σαρκικὸ καὶ πνευματικὸ μολυσμό, εἰρηνοποιοὶ καὶ πρὸς τὸν πλησίο καὶ μέσα στὴν ψυχή μας, ὑποτάσσοντας δηλαδὴ τὸ χειρότερο στὸ ἀνώτερο καὶ κατευνάζοντας τὸν μεταξύ τους πόλεμο μὲ ὀρθὴ κρίση, νὰ ὑπομένουμε μὲ καρτερία κάθε δίωξη καὶ κάθε θλίψη καὶ κακολογία, ποὺ μᾶς γίνεται γιὰ χάρη τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ὀνόματός του, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τὴν αἰώνια χαρὰ κατὰ τὴν ἔνδοξη ἀπονομὴ τῶν δώρων. Ἀλλὰ παραγγέλλει καὶ μέσα στὸν κόσμο νὰ φέγγει κατὰ τέτοιο τρόπο τὸ φῶς μας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, «ὥστε, βλέποντας», λέει, «τὰ καλά μας ἔργα, νὰ δοξάζουν τὸν οὐράνιο Πατέρα σας».

Ὁ μωσαϊκὸς βέβαια νόμος, ποὺ δόθηκε στὰ παλιὰ χρόνια στοὺς Ἰσραηλίτες, λέει «νὰ μὴ φονεύσεις», «νὰ μὴ μοιχεύσεις», «νὰ μὴ κλέψεις», «νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσεις», ὁ Χριστὸς ὅμως λέει· «ὅποιος ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του χωρὶς λόγο, θὰ εἶναι ἔνοχος κατὰ τὴν κρίση». «Ὅποιος πεῖ «μωρέ», εἶναι ἔνοχος καὶ πρέπει νὰ παραδοθεῖ στὴ γέεννα τοῦ πυρός». Εἶπε ἀκόμα, «ὅταν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο, κι ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, ἄφησε τὸ δῶρο σου ἐκεῖ στὸ θυσιαστήριο καὶ πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου». Ἐπίσης «ὁ καθένας ποὺ βλέπει γυναίκα καὶ τὴν ἐπιθυμεῖ, ἤδη διέπραξε μοιχεία μέσα στὴν καρδιά του», ὀνομάζοντας μοιχεία τὸν μολυσμὸ τῆς ψυχῆς καὶ τὴ συγκατάθεση τοῦ πάθους. Ἀλλὰ καὶ ἐνῶ ὁ νόμος ἀπαγορεύει τὴν ἐπιορκία, ὁ Χριστὸς παράγγειλε νὰ μὴ ὁρκιζόμαστε καθόλου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «ναὶ» καὶ τὸ «ὄχι». Ὁ νόμος λέει, «ὀφθαλμὸ ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ δόντι ἀντὶ δοντιοῦ», ἐνῶ ὁ Χριστὸς λέει· «ὅποιος σὲ κτυπήσει στὸ δεξιὸ σαγόνι, γύρισέ του καὶ τὸ ἄλλο», καὶ «σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ σὲ πάει στὸ δικαστήριο γιὰ νὰ σοῦ πάρει τὸ χιτώνα σου, ἄφησέ του καὶ τὸ ἱμάτιό σου»· καὶ «ὅποιος σοῦ ἐπιβάλει ἀγγαρεία γιὰ ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο μίλια. Σ’ αὐτὸν ποὺ σοῦ ζητᾶ δίνε, καὶ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ δανεισθεῖ ἀπὸ σένα, μὴν τοῦ τὸ ἀρνηθεῖς». «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, εὐλογεῖτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς καταριοῦνται, εὐεργετεῖτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς μισοῦν, καὶ προσεύχεσθε γι’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς κακομεταχειρίζονται καὶ σᾶς καταδιώκουν, γιὰ νὰ γίνεται παιδιὰ τοῦ Πατέρα σας ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς, γιατὶ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο του γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς καλοὺς καὶ βρέχει γιὰ δίκαιους καὶ ἄδικους».

«Μὴ κατακρίνετε γιὰ νὰ μὴ κατακριθεῖτε»· «νὰ συγχωρεῖτε καὶ θὰ συγχωρηθεῖτε καὶ σεῖς». «Μὴ θησαυρίζετε γιὰ τὸν ἑαυτό σας θησαυροὺς πάνω στὴ γῆ, ὅπου ὁ σκόρος καὶ ἡ σκουριὰ τοὺς καταστρέφουν καὶ ὅπου οἱ κλέφτες σκάβουν καὶ τοὺς κλέβουν· νὰ θησαυρίζετε θησαυροὺς στὸν οὐρανό, ὅπου οὔτε ὁ σκόρος οὔτε ἡ σκουριὰ τοὺς καταστρέφουν καὶ ὅπου οἱ κλέφτες δὲ σκάβουν οὔτε κλέβουν. Γιατὶ ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θὰ βρίσκεται καὶ ἡ καρδιά σας». «Μὴ μεριμνᾶτε γιὰ τὴ ζωή σας τί θὰ φᾶτε ἢ τί θὰ πιεῖτε, οὔτε γιὰ τὸ σῶμα σας τί θὰ φορέσετε»· «γιατὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ὅτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπὸ ὅλα αὐτά». «Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔδωσε τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, θὰ δώσει ὁπωσδήποτε καὶ τροφὴ καὶ ἔνδυμα, αὐτὸς ποὺ τρέφει τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ στολίζει τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ μὲ τόση ὀμορφιά». «Ζητᾶτε», λέει, «πρῶτα τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δικαιοσύνη του, καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν ὡς ἐπιπρόσθετα. Μὴ μεριμνᾶτε γιὰ τὴν αὔριο, γιατὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα θὰ φροντίσει γιὰ τὰ δικά της πράγματα». «Ὅλα ὅσα θέλατε νὰ κάνουν σὲ σᾶς οἱ ἄνθρωποι, αὐτὰ νὰ κάνετε καὶ σεῖς σ’ αὐτούς». «Νὰ μπαίνετε ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη, γιατὶ εἶναι πλατειὰ ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή, καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνουν ἀπὸ αὐτήν. Ἐνῶ εἶναι στενὸς καὶ κακοτράχαλος ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή, καὶ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν βρίσκουν. «Δὲν θὰ μπεῖ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καθένας ποὺ μοῦ λέει, «Κύριε, Κύριε», ἀλλ’ ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα μου». «Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα του περισσότερο ἀπὸ ἐμὲνα, δὲν εἶναι ἄξιός μου, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν γιὸ ἢ τὴ θυγατέρα του περισσότερο ἀπὸ ἐμὲνα, δὲν εἶναι ἄξιός μου· καὶ ὅποιος δὲν παίρνει τὸν σταυρό του καὶ δὲν ἀκολουθεῖ πίσω μου, δὲν εἶναι ἄξιός μου». Ὁρίστε· αὐτὰ καὶ τὰ παρόμοια μὲ αὐτὰ παράγγειλε ὁ Σωτήρας στοὺς ἀποστόλους νὰ διδάσκουν τοὺς πιστούς, καὶ ὅλα αὐτὰ ὀφείλουμε νὰ τὰ φυλάσσουμε, ἐὰν ποθοῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν τελειότητα καὶ νὰ κερδίσουμε τὰ ἄφθαρτα στεφάνια τῆς δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνταποδώσει ὁ Κύριος τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ δίκαιος κριτὴς σὲ ὅλους ὅσους ἀγαποῦν τὴ φανέρωσή του».

Καὶ ὁ Ἰωάσαφ λέει στὸ γέροντα· «Ἐφόσον λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀκρίβεια τῶν ἐντολῶν ἀπαιτεῖ καὶ τὸν τόσο τέλειο καὶ καθαρὸ τρόπο ζωῆς, ἐὰν μετὰ τὸ βάπτισμα συμβεῖ νὰ παραβῶ μία ἢ δύο ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐντολές, μήπως θὰ εἶμαι παραβάτης ὅλου τοῦ σκοποῦ καὶ θ’ ἀποβεῖ μάταιη ὅλη ἡ ἐλπίδα;»

Ὁ Βαρλαὰμ τότε εἶπε·«Μὴ τὰ παίρνεις ἔτσι αὐτά. Γιατὶ ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ γένους μας, γνωρίζοντας τὴ μεγάλη ἀδυναμία καὶ ταλαιπωρία τῆς φύσεώς μας, οὔτε στὸ σημεῖο αὐτὸ μᾶς ἄφησε νὰ ἀσθενοῦμε ἀθεράπευτα, ἀλλὰ σὰν πάνσοφος γιατρός, μαζὶ μὲ τὴν ὀλισθηρὴ ἐπιθυμία μας ποὺ κλίνει πρὸς τὴν ἁμαρτία μᾶς ἔδωσε καὶ τὸ φάρμακο τῆς μετάνοιας, ποὺ τὴν «κήρυξε γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν». Γιατὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποκτήσαμε τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας καὶ ἁγιασθήκαμε μὲ νερὸ καὶ Πνεῦμα, καὶ καθαριστήκαμε χωρὶς κόπο ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ βρωμιά, ἐὰν συμβεῖ νὰ πέσουμε σὲ μερικὰ παραπτώματα ἁμαρτωλά, δὲν ὑπάρχει βέβαια δεύτερη ἀναγέννηση μὲσω τοῦ βαπτίσματος, ἡ ὁποία γίνεται μέσα στὸ νερὸ τῆς κολυμβήθρας μὲ τὸ Πνεῦμα καὶ μᾶς καθαρίζει τελείως· γιατὶ αὐτὸ τὸ δῶρο δίνεται μιὰ φορά. Ὅμως μὲ κοπιαστικὴ μετάνοια καὶ καυτὰ δάκρυα, κόπους καὶ ἱδρῶτες, γίνεται ἀπὸ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μας καθαρισμὸς καὶ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Γιατὶ βάπτισμα λέγονται καὶ τὰ πολλὰ δάκρυα, κατὰ παραχώρηση τοῦ Δεσπότη, ἀλλὰ βάπτισμα ποὺ χρειάζεται κόπο καὶ χρόνο πολύ, καὶ πολλοὺς ἔσωσε ἀπὸ πολλὰ παραπτώματα, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ ξεπερνάει τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἐὰν βέβαια προφθάσουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ξεπλύνουμε τὸ αἶσχος τῶν πταισμάτων μὲ τὰ δάκρυα, καὶ δὲν προλάβει ὁ θάνατος καὶ μᾶς πάρει ἀπὸ ἐδῶ ἀκάθαρτους· γιατὶ στὸν ἅδη δὲν ὑπάρχει ἐξομολόγηση, οὔτε μετάνοια. Ὅσο χρόνο ὅμως εἴμαστε μεταξὺ τῶν ζωντανῶν, ἐφόσον μένει ἀκλόνητο τὸ θεμέλιο τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, καὶ ἂν κάτι ἀπὸ τὰ δοκάρια ἢ τὴν τοιχοποιΐα φθαρεῖ, μποροῦμε αὐτὸ ποὺ ἔχει φθαρεῖ μὲ τὰ παραπτώματα νὰ τὸ ἐπισκευάσουμε μὲ τὴν μετάνοια. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑπολογίσουμε τὸ πλῆθος τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μετρήσουμε τὸ μέγεθος τῆς καλωσύνης του, ἐνῶ τὰ ἁμαρτήματα ὅποια καὶ ἂν εἶναι καὶ τὰ πταίσματα μετριοῦνται καὶ συμβαίνει νὰ εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπολογισθοῦν. Ἑπομὲνως τὰ πταίσματά μας ποὺ μετριοῦνται καὶ ὑπολογίζονται, δὲν μποροῦν νὰ νικήσουν τὸ ἀμὲτρητο ἔλεος καὶ τοὺς ἀναρίθμητους οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτὸ δὲν ἔχουμε ἐντολὴ νὰ ἀπογοητευόμαστε γιὰ τὰ σφάλματά μας, ἀλλὰ νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀγαθότητά του καὶ νὰ καταδικάζουμε τὰ ἁμαρτήματα, τῶν ὁποίων ἡ συγχώρηση ἐπαφίεται στὴ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτιῶν μας ἔχυσε τὸ αἷμα του. Τὴ δύναμη τῆς μετάνοιας τὴ διδασκόμαστε ἀπὸ πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς, καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὶς ἐντολὲς καὶ τὶς παραβολὲς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ λέει, «ἀπὸ τότε ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς νὰ διδάσκει καὶ νὰ λέει· «Μετανοεῖτε· γιατὶ πλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ἀλλὰ καὶ σὲ μιὰ παραβολὴ μιλάει γιὰ κάποιο γιό, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν περιουσία τοῦ πατέρα του, ἀποδήμησε σὲ χώρα μακρινή καὶ ἐκεῖ ξόδεψε τὰ πάντα σὲ ἀσωτεῖες. Ἔπειτα, ἐπειδὴ ἔπεσε πεῖνα στὴ χώρα ἐκείνη, πῆγε καὶ προσκολλήθηκε σ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς πονηροὺς πολίτες τῆς πολὺ ἁμαρτωλῆς ἐκείνης χώρας, ὁ ὁποῖος τὸν ἔστειλε, λέει, στοὺς ἀγρούς του νὰ βόσκει χοίρους· δηλώνοντας ἔτσι τὴ σκληρὴ καὶ βδελυρὴ ἁμαρτία. Ἀφοῦ λοιπὸν κουράστηκε πολὺ καὶ ἔφθασε σὲ μεγάλη ταλαιπωρία, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ γεμίσει τὴν κοιλιά του οὔτε μὲ τὴ βρωμερὴ τροφὴ τῶν χοίρων, κάποτε ἦρθε σὲ συναίσθηση τῆς οἰκτρῆς κατάντιας του καὶ κλαίοντας τὸν ἑαυτό του ἔλεγε· «πόσοι ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν περίσσιο ψωμὶ κι ἐγὼ ἐδῶ πεθαίνω τῆς πείνας! Θὰ σηκωθῶ καὶ θὰ πάω στὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· «πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα καὶ δὲν εἶμαι πιὰ ἄξιος νὰ λέγομαι γιός σου· κάνε με σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς ἐργάτες σου». Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὸν πατέρα του. Ἐκεῖνος ὅμως μόλις τὸν εἶδε ἀπὸ μακριά, τὸν σπλαχνίστηκε, ἔτρεξε, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν γέμισε μὲ φιλιά. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπανέφερε στὴν προηγούμενη τιμή, ὀργάνωσε χαρούμενη γιορτὴ μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀνεύρεσής του, θυσιάζοντας τὸ σιτευτὸ μοσχάρι. Ὁρίστε, αὐτὴ τὴν παραβολὴ τὴ διηγήθηκε σὲ μᾶς γιὰ ἐκείνους ποὺ ἐπιστρέφουν μετανοιωμένοι ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ παρακαλοῦν γονατιστοί. Ἀλλὰ καὶ γιὰ κάποιο βοσκὸ κάνει λόγο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἑκατὸ πρόβατα, καὶ ὅταν χάθηκε τὸ ἕνα, ἀφήνοντας τὰ ἐνενήντα ἐννιά, βγῆκε σὲ ἀναζήτηση τοῦ χαμένου, μέχρι ποὺ τὸ βρῆκε, καὶ ἀφοῦ τὸ πῆρε στοὺς ὤμους του τὸ ἔσμιξε μὲ τὰ ἄλλα, καλώντας τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονες σὲ φαγοπότι γιὰ τὴν ἀνεύρεσή του. Ἔτσι, λέει ὁ Σωτῆρας, χαρὰ γίνεται στὸν οὐρανὸ γιὰ ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ, παρὰ γιὰ ἐνενηνταεννιὰ δίκαιους, ποὺ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ μετάνοια.

Ἀλλὰ καὶ ὁ κορυφαῖος τῶν μαθητῶν Πέτρος, ἡ πέτρα τῆς πίστεως, τὴ στιγμὴ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου ἐγκαταλείφθηκε προσωρινὰ κατ’ οἰκονομίαν, γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν εὐτέλεια καὶ ταλαιπωρία τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, καὶ ἔπεσε στὸ ἁμάρτημα τῆς ἄρνησης. Ἔπειτα ἀμέσως θυμήθηκε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου καὶ βγαίνοντας ἔξω ἔκλαψε πικρά. Καὶ μὲ ἐκεῖνα τὰ καυτὰ δάκρυα, ἀνακαλώντας τὴν ἧττα του, πέτυχε ἡ νίκη νὰ ἔρθει μὲ τὸ μέρος του. Γιατί, ὄντας ἐμπειροπόλεμος, ἂν καὶ ἔπεσε, δὲν διαλύθηκε, οὔτε ἄφησε τὸν ἑαυτό του ν’ ἀποκάμει, ἀλλὰ μετανοώντας πρόσφερε ἀπὸ τὴ θλιμμένη καρδιά του πικρότατα δάκρυα· καὶ ἀμέσως ὁ ἐχθρὸς βλέποντάς τα, σὰν νὰ κάηκε ἀπὸ δυνατὴ φλόγα τὸ πρόσωπό του, ἀναπήδησε φεύγοντας μακριὰ καὶ οὐρλιάζοντας φρικτά. Καὶ ὁ κορυφαῖος, ἔμεινε πάλι κορυφαῖος, καὶ ὅπως τοποθετήθηκε δάσκαλος τῆς οἰκουμένης, ἔτσι ἔγινε καὶ ὑπόδειγμα μετάνοιας. Καὶ ὅταν μετὰ τὴ θεία ἀνάσταση ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε τρεῖς φορές, «Πέτρε, μὲ ἀγαπᾶς;», διόρθωσε τὴν τριπλῆ ἄρνησή του, ἀποκρινόμενος ὁ ἀπόστολος· «Ναί, Κύριε, γνωρίζεις ὅτι σὲ ἀγαπῶ».

Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ λοιπὸν καὶ ἄλλα πολλὰ παραδείγματα, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀπαριθμηθοῦν, μαθαίνουμε τὴ δύναμη τῶν δακρύων καὶ τῆς μετάνοιας· ἀρκεῖ ὁ τρόπος της νὰ εἶναι ἀξιόλογος, νὰ γίνεται δηλαδὴ μὲ διάθεση, ποὺ νὰ σιχαίνεται τὴν ἁμαρτία, νὰ τὴν μισεῖ καὶ νὰ τὴν καταδικάζει, καὶ νὰ γίνεται μὲ δάκρυα, ὅπως λέει ὁ προφήτης Δαβίδ· «ἐκοπίασα στενάζοντας· θὰ λούζω κάθε νύχτα τὸ κρεββάτι μου καὶ καταβρέχω τὸ στρῶμα μου μὲ δάκρυα». Καὶ φυσικὰ ὁ καθαρισμὸς τῶν ἁμαρτιῶν θὰ γίνει μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ μεγάλου ἐλέους του καὶ τοῦ πλήθους τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶπε· «ἐὰν οἱ ἁμαρτίες σας εἶναι σὰν τὸ χρῶμα τὸ βαθὺ κόκκινο, θὰ τὶς λευκάνω σὰν τὸ χιόνι» καὶ τὰ λοιπά.

Ἔτσι λοιπὸν ἔχουν αὐτὰ καὶ ἔτσι πιστεύουμε. Πρέπει ὅμως, ἀφοῦ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια, γίνομε ἄξιοι τῆς ἀναγέννησης καὶ υἱοθεσίας, καὶ μετέχουμε στὰ θεῖα μυστήρια, νὰ ἀσφαλιζόμαστε μὲ κάθε δύναμη γιὰ νὰ μὴ πέφτουμε. Γιατὶ ἡ πτώση δὲν ταιριάζει στὸν ἀθλητή, ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔπεσαν δὲν μπόρεσαν νὰ σηκωθοῦν· ἄλλοι διότι, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα στὰ πάθη καὶ μένοντας προσκολλημένοι σ’ αὐτά, δὲν μπόρεσαν νὰ ἐπιστρέψουν στὴ μετάνοια· ἄλλοι πάλι, ἐπειδὴ ἁρπάχτηκαν πρόωρα ἀπὸ τὸ θάνατο καὶ δὲν πρόφθασαν μὲ τὴ μεταμέλεια νὰ καθαρίσουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ τὴ βρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας, καταδικάστηκαν. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ πέφτει κανεὶς σ’ ὁποιοδήποτε πάθος· ἐὰν ὅμως συμβεῖ νὰ πέσει, πρέπει ἀμέσως νὰ ἀναπηδήσει καὶ νὰ ταχθεῖ πάλι στὸν ἀγώνα τὸν καλό. Καὶ ὅταν συμβεῖ αὐτό, καὶ ἐκεῖνο νὰ γίνει ἀμέσως, δηλαδὴ ἡ ἀνέγερση καὶ ἡ ἀντίσταση μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς. Γιατὶ ὁ Κύριος ὁ Θεός μας λέει· «ἐπιστρέψτε σὲ μένα καὶ θὰ γυρίσω κι ἐγὼ σὲ σᾶς».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Σ’ αὐτὰ ὁ Ἰωάσαφ εἶπε· «Πῶς λοιπὸν θὰ προφυλάξει κανεὶς τὸν ἑαυτό του μετὰ τὸ βάπτισμα καθαρὸ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία; Γιατί, καὶ ἂν ἀκόμα ὑπάρχει, ὅπως λές, μετάνοια γιὰ κείνους ποὺ ἁμαρτάνουν, ὅμως μὲ κόπο καὶ πόνο, κλάμα καὶ πένθος, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὐκολοκατόρθωτα στοὺς πολλούς. Θὰ ἤθελα λοιπὸν μᾶλλον νὰ βρῶ ἕνα δρόμο γιὰ νὰ τηρῶ ἐπακριβῶς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴ παρεκκλίνω ἀπ’ αὐτές, οὔτε, μετὰ τὴ συγχώρηση τῶν προηγούμενων ἁμαρτιῶν, νὰ ἐξοργίζω πάλι τὸν γλυκύτατο Δεσπότη καὶ Θεό».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ εἶπε· «Καλὰ τὰ εἶπες, κύριέ μου βασιλιά· αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ γιὰ μένα διακαῆ πόθο. Ἀλλὰ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ ἐντελῶς ἀδύνατο, κάποιος ποὺ συναναστρέφεται μὲ τὴ φωτιὰ νὰ μὴ καπνισθεῖ. Εἶναι δυσκολοκατόρθωτο λοιπὸν καὶ ἀνηφορικό, σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι δεμένος μὲ τὶς ὑποθέσεις τῆς ζωῆς, ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς φροντίδες καὶ συγκινήσεις της καὶ ζεῖ μὲ πλοῦτο καὶ ἀπολαύσεις, νὰ βαδίζει, χωρὶς νὰ παρακλίνει, τὸ δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ διαφυλάξει τὸν ἑαυτό του καθαρὸν ἀπὸ αὐτά. Γιατὶ ὁ Κύριος λέει· «κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπηρετεῖ σὲ δύο κυρίους, διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισήσει καὶ θὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσκολληθεῖ στὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσει τὸν ἄλλο. Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε στὸ Θεὸ καὶ στὸ μαμωνᾶ». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀγαπημένος μαθητής του, ὁ Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ θεολόγος, στὴν ἐπιστολή του γράφει τὸ ἑξῆς· «μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμο, οὔτε τὰ ἐγκόσμια. Ἐὰν κάποιος ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, δὲν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Πατέρα μέσα του. Γιατὶ κάθε τι τὸ ἐγκόσμιο, ἡ ἐπιθυμία τῆς σάρκας καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τῆς ζωῆς, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ ὁ κόσμος παρέρχεται, ὅπως καὶ ἡ ἐπιθυμία του· ἐνῶ ὅποιος κάμνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει αἰώνια».

Αὐτὰ λοιπὸν ἀφοῦ τὰ κατανόησαν οἱ θεῖοι καὶ θεοφόροι Πατέρες μας, καὶ ἀφοῦ ἄκουσαν τὸν ἀπόστολο, «ὅτι μέσω πολλῶν θλίψεων πρέπει νὰ μποῦμε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», ἔσπευσαν μετὰ τὸ ἅγιο βάπτισμα νὰ διατηρήσουν ἄψογο καὶ ἀκηλίδωτο τὸ ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας· γι’ αὐτὸ ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς φρόντισαν νὰ πάρουν καὶ ἄλλο βάπτισμα, ἐκεῖνο τοῦ αἵματος καὶ τοῦ μαρτυρίου· διότι καὶ αὐτὸ ἔχει ὀνομασθεῖ βάπτισμα καὶ μάλιστα πάρα πολὺ πολύτιμο καὶ σεβαστό, διότι δὲ μολύνεται μὲ δεύτερους μολυσμοὺς ἁμαρτίας, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Κύριός μας τὸ ὑπέμεινε γιὰ χάρη μας, καὶ τὸ ὀνόμασε, ὅπως ἦταν φυσικό, βάπτισμα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ δῶθε, γινόμενοι μιμητές του καὶ ζηλωτές, στὴν ἀρχὴ οἱ αὐτόπτες καὶ μαθητές του καὶ ἀπόστολοι, ἔπειτα ὅμως καὶ ὅλη ἡ χορεία τῶν ἁγίων μαρτύρων, ἐκθέτοντας τοὺς ἑαυτούς τους στοὺς βασιλιάδες καὶ τυράννους ποὺ λάτρευαν τὰ εἴδωλα, γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὑπέμειναν κάθε εἶδος βασανιστηρίων, ἐρχόμενοι σὲ ἐπαφὴ μὲ θηρία καὶ φωτιὰ καὶ ξίφη, καί, ἀφοῦ ὁμολόγησαν τὴν καλὴ ὁμολογία, τελείωσαν τὸ δρόμο καὶ τήρησαν τὴν πίστη, κέρδισαν τὰ βραβεῖα τῆς δικαιοσύνης, μὲ τὸ νὰ γίνουν ὁμοτράπεζοι μὲ τοὺς ἀγγέλους, καὶ κληρονόμοι μαζὶ μὲ τὸ Χριστό. Ἡ ἀρετὴ αὐτῶν ἔλαμψε τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσει σ’ ὅλη τὴ γῆ ὁ λόγος τους καὶ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης νὰ ἀστράψει ἡ λάμψη τῶν κατορθωμάτων τους. Αὐτῶν, ὄχι μόνο τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἴδια τὰ αἵματα καὶ τὰ κόκκαλα εἶναι γεμᾶτα ἁγιότητα, ποὺ διώχνουν κατὰ κράτος τοὺς δαίμονες καὶ παρέχουν θεραπεῖες ἀνίατων ἀσθενειῶν σ’ ἐκείνους ποὺ τὰ ἀγγίζουν μὲ πίστη. Ἀκόμα καὶ τὰ ἐνδύματα καὶ ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἄγγιξε τὰ πολύτιμα σώματά τους, εἶναι γιὰ πάντα σεβάσμια σ’ ὅλη τὴν κτίση, καὶ γιὰ νὰ διηγηθεῖ κανείς τὰ κατορθώματα αὐτῶν μὲ λεπτομέρεια χρειάζεται νὰ γίνει πολὺς λόγος.

Ὅταν ὅμως ἐκεῖνοι οἱ σκληροὶ καὶ θηριώδεις τύραννοι, ὡς κακοὶ ποὺ ἦταν, χάθηκαν κατὰ τρόπο κακὸ καὶ ἔπαυσε ὁ διωγμός, καὶ βασίλευψαν σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη βασιλεῖς πιστοί, ποὺ τοὺς διαδέχτηκαν ἄλλοι καὶ μιμήθηκαν τὸν ζῆλο καὶ τὸ θεῖο πόθο ἐκείνων, δηλαδὴ τῶν μαρτύρων, αὐτοί, πληγωμένοι μὲ τὸν ἴδιο ἔρωτα στὴν ψυχή, ἤθελαν νὰ παρουσιάσουν τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή τους στὸν Κύριο ἄψογα, ἀποκόπτοντας ὅλες τὶς ἐνέργειες τῶν παθῶν καὶ καθαρίζοντας τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σάρκας καὶ πνεύματος. Ἐπειδὴ ὅμως ἤξεραν ὅτι αὐτὸ δὲν κατορθώνεται ἀλλιῶς, παρὰ μόνο μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἡ τήρηση ὅμως τῶν ἐντολῶν καὶ ἡ ἄσκηση τῶν ἀρετῶν μέσα στοὺς θορύβους τοῦ κόσμου γίνεται δύσκολα, ἐφάρμοσαν στὸν ἑαυτό τους κάποια ἄλλη ζωὴ παράξενη καὶ διαφορετική, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τὰ ἐγκατάλειψαν ὅλα, γονεῖς, παιδιά, φίλους, συγγενεῖς, πλοῦτο, ἀπόλαυση, καὶ ἀφοῦ μίσησαν ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ἔφυγαν στὶς ἐρήμους, σὰν νὰ ἦταν κυνηγημένοι, «ζώντας μὲ στερήσεις, μὲ θλίψεις καὶ κακουχίες, περιπλανώμενοι σὲ ἐρημιές, βουνά, σπηλιὲς καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς», ἀφοῦ ἀπομάκρυναν ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς τους ὅλα τὰ εὐχάριστα καὶ ὅλες τὶς ἀπολαύσεις τῆς γῆς, στερούμενοι ἀκόμα καὶ αὐτὸ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ σκέπασμα. Γιὰ δύο κυρίως πράγματα ἀγωνίζονταν· τὸ νὰ μπορέσουν, μὴ προσέχοντας τὶς ὕλες τῶν παθῶν, νὰ κόψουν σύρριζα τὶς ἐπιθυμίες τους ἀπὸ τὴν ψυχή, καὶ νὰ φυτέψουν μέσα τους ἔρωτα καὶ πόθο γιὰ τὰ θεῖα καὶ οὐράνια πράγματα, σβήνοντας τὴν ἀνάμνηση τῶν παθῶν· καὶ ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ μὲ τὶς κακουχίες ἐξουθενώσουν τὴ σάρκα καὶ γίνουν μάρτυρες μὲ τὴν προαίρεσή τους, νὰ μὴ στερηθοῦν τὴ δόξα ἐκείνων ποὺ τελειώθηκαν μὲ μαρτύριο, ἀλλά, ἀφοῦ γίνουν κι αὐτοὶ μιμητὲς τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ, ὅσον ἐξαρτόταν ἀπὸ αὐτούς, νὰ γίνουν συμμέτοχοι καὶ τῆς αἰώνιας βασιλείας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔλαβαν τὴν τόσο ἄριστη ἀπόφαση, ἔζησαν τὴ μοναχικὴ καὶ ἥσυχη ζωή.

Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς πέρασαν τὴ ζωή τους μὲ καρτερία στὸ ὕπαιθρο, ταλαιπωρούμενοι ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ καύσωνα, τὸ δριμὺ κρύο, τὶς βροχὲς καὶ τὶς ταραχὲς τῶν ἀνέμων, ἐνῶ ἄλλοι ἔστησαν καλύβες, ἢ ἔζησαν κρυμμένοι σὲ σπηλιὲς καὶ τρῶγλες. Ἀσκώντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὴν ἀρετή, ἀπαρνήθηκαν τελείως κάθε σωματικὴ παρόρμηση καὶ ἀνάπαυση, τρώγοντας ὠμὰ χόρτα καὶ βότανα, ἢ βαλανίδια, ἢ ξερὸ καὶ πολὺ σκληρὸ ψωμί, ἀποφεύγοντας ὄχι μόνο τὴν ποιότητα τῶν εὐχάριστων πραγμάτων, ἀλλά, μὲ τὴν ὑπερβολὴ τῆς ἐγκράτειας, προεκτείνοντας τὴν προσπάθειά τους καὶ στὴν ποσότητα αὐτῶν. Γιατὶ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς εὐτελεῖς καὶ ἀπολύτως ἀπαραίτητες τροφὲς ἔτρωγαν τόσο μόνο, ὅσο χρειαζόταν γιὰ νὰ ἐπιβιώνουν. Γιατὶ ἄλλοι ἀπὸ αὐτούς, μένοντας νηστικοὶ ὅλες τὶς μέρες τῆς ἑβδομάδας, ἔτρωγαν μόνο τὴν Κυριακή, ἄλλοι θυμοῦνταν τὴν τροφὴ δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα, ἄλλοι μέρα παρὰ μέρα, ἢ κάθε βράδυ, ἔτρωγαν τόσο μόνο, ὅσο νὰ γεύονται ἁπλῶς τὴν τροφή. Μὲ τὶς προσευχὲς ὅμως καὶ τὶς ἀγρυπνίες λίγο ἔλλειψε νὰ συναγωνισθοῦν τὴ ζωὴ τῶν ἀγγέλων, ἀφοῦ ἔκοψαν κάθε δεσμὸ καὶ τάση γιὰ ἀπόκτηση χρυσαφιοῦ ἢ ἀσημιοῦ, καὶ λησμόνησαν τελείως ὅτι γίνονται ἀγοραπωλησίες μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.

Φθόνος καὶ ἔπαρση, ποὺ συνηθίζουν πάρα πολὺ νὰ συνοδεύουν τὰ ἀγαθὰ ἔργα, δὲν εὕρισκαν ἔδαφος μεταξύ τους. Γιατὶ οὔτε ἐκεῖνος ποὺ ὑστεροῦσε στοὺς ἱδρῶτες τῆς ἄσκησης ἔκανε μέσα του σκέψεις ζηλοτυπίας ἐναντίον ἐκείνου ποὺ διέπρεπε περισσότερο, οὔτε πάλι ἐκεῖνον ποὺ κατόρθωνε τὰ μεγάλα ἔργα, ἡ ἀλαζονεία τὸν ἀπάτησε καὶ τὸν ἔκανε νὰ ἐπαίρεται ἐναντίον τῶν πιὸ ἀδυνάτων, ἢ νὰ περιφρονεῖ τὸν πλησίον του, ἢ νὰ καυχιέται γιὰ τὴν ἀσκητικότητά του καὶ νὰ ὑπηρηφανεύεται γιὰ τὰ κατορθώματά του. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀνώτερος στὴν ἀρετή, ἀποδίδοντάς την ὄχι στοὺς δικούς του κόπους, ἀλλὰ στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, μὲ ταπεινόφρονα διάθεση προσπαθοῦσε νὰ πείσει τὸν ἑαυτό του ὅτι δὲν ἐργάζεται καθόλου, καὶ ὅτι ὀφείλει πολλὰ ἀκόμα, ὅπως λέει ὁ Κύριος· «ὅταν κάνετε ὅλα ὅσα σᾶς ἔχουν διαταχθεῖ, νὰ λὲτε, εἴμαστε δοῦλοι ἀνάξιοι, γιατὶ κάναμε ἐκεῖνο ποὺ ἤμασταν ὑποχρεωμὲνοι νὰ κάνουμε». Οἱ ἄλλοι πάλι ἔπειθαν τοὺς ἑαυτούς τους πὼς οὔτε ἔκαναν ποτὲ αὐτὰ ποὺ εἶχαν διαταχθεῖ νὰ κάνουν, καὶ ὅτι αὐτὰ ποὺ τοὺς ὑπολείπονται εἶναι πολὺ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἤδη κάνει. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὑστεροῦσε στὴν ἄσκηση, ἴσως ἐξαιτίας σωματικῆς ἀσθένειας, ἐξευτέλιζε ἐλεεινολογώντας τὸν ἑαυτό του, ἀποδίδοντας τὸ ὑστέρημά του ὄχι στὴ σωματική του ἀσθένεια, ἀλλὰ στὴν ὀκνηρία τῆς διαθέσεώς του. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ ὅλοι ἀπὸ ὅλους ἦταν μετριότεροι. Ποῦ νὰ βρεθεῖ πάθος ματαιοδοξίας ἢ ἀνθρωπαρέσκειας σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν κατοικούμενη γῆ, γι’ αὐτὸ κατοικοῦν στὴν ἔρημο, γιατὶ θέλουν νὰ δείχνουν τὰ κατορθώματά τους ὄχι στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ στὸ Θεό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἐλπίζουν νὰ δεχθοῦν καὶ τὶς ἀμοιβὲς τῶν κατορθωμάτων τους, γνωρίζοντας καλὰ ὅτι οἱ ἀσκήσεις ποὺ γίνονται ἀπὸ ματαιοδοξία δὲν ἔχουν ἀνταμοιβή, ἀφοῦ γίνονται γιὰ νὰ ἀποσπάσουν τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι γιὰ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀδικοῦνται διπλὰ αὐτοί, ἀφοῦ καταπιέζουν τὸ σῶμα τους, καὶ δὲν παίρνουν ἀμοιβή. Ἐνῶ ὅσοι ἐπιθυμοῦν τὴν οὐράνια δόξα καὶ ἁποβλέπουν σ’ αὐτήν, περιφρόνησαν κάθε δόξα ἐπίγεια καὶ ἀνθρώπινη.

Ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν τὶς κατοικίες τους σὲ τέλεια ἀναχώρηση καὶ ἐπιδίδονται στὸν ἀγώνα τους μόνοι, ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὴ συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ καὶ εὑρισκόμενοι κοντὰ στὸ Θεό. Ἄλλοι πάλι, ἔχοντας στήσει τὶς καλύβες τους μακριὰ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, τὶς Κυριακὲς ἐκκλησιάζονται σὲ μιὰ ἐκκλησία καὶ κοινωνοῦν τῶν θείων μυστηρίων, δηλαδὴ τῆς ἀναίμακτης θυσίας τοῦ ἄχραντου σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τὰ ὁποῖα δώρισε ὁ Κύριος στοὺς πιστοὺς γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ φωτισμὸ καὶ τὸν ἁγιασμὸ ψυχῆς καὶ σώματος. Αὐτοί, ἐνισχύοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὴν ἄσκηση τῶν θείων λόγων καὶ στὶς ἠθικὲς παραινέσεις, καί, διηγούμενοι τοὺς κρυφοὺς πολέμους τους μὲ τοὺς ἀντιπάλους, γιὰ νὰ μὴ καταβληθεῖ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἀγνοώντας τὴ μέθοδο τῆς πάλης τοῦ ἐχθροῦ, ἐπιστρέφει ὁ καθένας στὴν κατοικία του, ἔχοντας ἀποθέσει πλουσιοπάροχα τὸ μέλι τῆς ἀρετῆς στὶς κυψὲλες τῶν καρδιῶν τους καὶ καλλιεργώντας καρπὸ γλυκύτατο καὶ ἀντάξιο τῆς οὐράνιας τράπεζας.

Ἄλλοι πάλι ζοῦν κοινοβιακὴ ζωή, οἱ ὁποῖοι, ὄντας πλήθη ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ συγκεντρώθηκαν στὸν ἴδιο τόπο, ἔταξαν τοὺς ἑαυτούς τους κάτω ἀπὸ ἕνα ἀρχηγὸ καὶ προϊστάμενο, ποὺ εἶναι πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ ὅλους, ἀφοῦ ἀπέκοψαν κάθε τους θέλημα μὲ τὸ μαχαίρι τῆς ὑπακοῆς, καὶ θεώρησαν τοὺς ἑαυτούς τους δούλους ποὺ εἶχαν ἀγορασθεῖ μὲ τὴ θέλησή τους, ποὺ δὲ ζοῦσαν πιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ γιὰ Ἐκεῖνον στὸν ὁποῖο ὑπέταξαν τὸν ἑαυτό τους ἐξαιτίας τοῦ πόθου γιὰ τὸ Χριστό, ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε μὲ τρόπο πιὸ οἰκεῖο, ποὺ δὲ ζοῦν πιὰ οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ ζεῖ μέσα τους ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησαν, ἀφοῦ ἀπαρνήθηκαν τὰ πάντα. Γιατὶ αὐτὸ σημαίνει ἀναχώρηση, θεληματικὸ μῖσος τοῦ κόσμου καὶ ἄρνηση τῆς φύσεως ἀπὸ πόθο γιὰ τὰ ὑπερφυσικά. Αὐτοὶ λοιπὸν ζοῦν πάνω στὴ γῆ ὡς ἄγγελοι, ψάλλοντας ψαλμοὺς καὶ ὕμνους ὅλοι μὲ μιὰ ψυχὴ στὸν Κύριο καὶ γινόμενοι ὁμολογητὲς μὲ τοὺς ἄθλους τῆς ὑπακοῆς, καὶ ἐκπληρώνεται σ’ αὐτοὺς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου. Γιατὶ λέει, «ὅπου ὑπάρχουν δύο ἢ τρεῖς συγκεντρωμένοι στὸ ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι ἀνάμεσα σ’ αὐτούς». Δὲν περιόρισε βέβαια στὸ μέτρο αὐτὸ τὴν συνάθροιση ποὺ γίνεται στὸ ὄνομά του, ἀλλὰ μὲ τοὺς δύο ἢ τρεῖς δήλωσε ἀπροσδιόριστο τὸν ἀριθμό. Γιατὶ εἴτε λίγοι, εἴτε πολλοὶ συναχθοῦν στὸ ἅγιο ὄνομά του, λατρεύοντάς τον μὲ διακαῆ πόθο, πιστεύουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖ παρὼν ἀνάμεσα στοὺς δούλους του.

Μὲ αὐτοὺς τοὺς τύπους καὶ μὲ τέτοιες ἀσκήσεις οἱ γήινοι καὶ χωματὲνιοι ὡς πρὸς τὴ ζωή, πόθησαν τὰ οὐράνια· μὲ νηστεῖες καὶ προσευχὲς καὶ ἀγρυπνίες, μὲ καυτὰ δάκρυα καὶ ἀτελείωτο πένθος, μὲ ξενιτιὰ καὶ μνήμη τοῦ θανάτου, μὲ πραότητα καὶ ἀποφυγὴ τῆς ὀργῆς, μὲ σιωπὴ τῶν χειλιῶν, μὲ ἀκτημοσύνη καὶ φτώχεια, μὲ ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη, μὲ ταπεινόφρονα διάθεση καὶ ἡσυχία, μὲ τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, διήνυσαν τὴ ἐδῶ ζωὴ καὶ ἀποδείχθηκαν ἄγγελοι μὲ τοὺς τρόπους τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς προίκισε μὲ θαύματα καὶ σημεῖα καὶ μὲ διάφορες ἄλλες δυνάμεις, καὶ ἔκανε ν’ ἀντηχήσει ἡ φήμη τῆς θαυμάσιας ζωῆς τους στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Καὶ ἐὰν σοῦ διηγηθῶ λεπτομερῶς τὴ ζωὴ ἑνὸς ἀπὸ αὐτοὺς φέρνοντάς την στὸ στόμα μου, ὁ ὁποῖος λέγεται ὅτι ἔγινε καὶ ἀρχηγὸς τοῦ μοναχικοῦ βίου (Ἀντώνιος εἶναι τὸ ὄνομά του), θὰ γνωρίσεις ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὸ ἕνα δένδρο τὴ γλυκύτητα τῶν καρπῶν καὶ τῶν ἄλλων δένδρων ποὺ ἀνήκουν στὸ ἴδιο γένος καὶ εἶδος, καὶ ποιό θεμέλιο ἔβαλε ἐκεῖνος στὴν ἄσκηση καθὼς καὶ ποιά ὀροφὴ ἔθεσε, καὶ μὲ ποιά χαρίσματα προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Σωτήρα. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ποὺ διεξήγαγαν τὸν ἴδιο ἀγώνα, κέρδισαν τὰ ἴδια στεφάνια καὶ βραβεῖα.

Μακάριοι καὶ τρισευτυχισμένοι ὅσοι ἀγάπησαν τὸ Θεὸ καὶ γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης του περιφρόνησαν τὰ πάντα. Γιατὶ δάκρυσαν πενθώντας μέρα καὶ νύχτα, γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν αἰώνια παρηγοριά. Ταπείνωσαν θεληματικὰ τοὺς ἑαυτούς τους, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν ἐκεῖ. Ἔλειωσαν τὶς σάρκες τους μὲ τὴν πείνα, τὴ δίψα καὶ τὴν ἀγρυπνία, γιὰ νὰ τοὺς περιμένει ἐκεῖ ἡ ἀπόλαυση καὶ ἡ ἀγαλλίαση τοῦ παραδείσου. Ἔγιναν κατασκήνωση τοῦ ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς τους, ὅπως εἶναι γραμμένο· «θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω ἀνάμεσά τους». Σταύρωσαν τοὺς ἑαυτούς τους στὸν κόσμο, γιὰ νὰ σταθοῦν στὰ δεξιὰ ἐκείνου ποὺ σταυρώθηκε. Περιέζωσαν τὴ μέση τους μὲ τὴν ἀλήθεια, καὶ εἶχαν πάντοτε ἕτοιμες τὶς λαμπάδες, περιμένοντας τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἀθάνατου Νυμφίου. Γιατί, ἐπειδὴ εἶχαν ἀποκτήσει νοερὰ μάτια, προέβλεπαν διαρκῶς τὴ φρικτὴ ἐκείνη ὥρα, καὶ τὸ ὅραμα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καὶ τῆς αἰώνιας κόλασης τὸ εἶχαν ἀχώριστο στὶς καρδιές τους, καὶ φρόντιζαν νὰ κουρασθοῦν, γιὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν αἰώνια δόξα. Ἔγιναν ἀπαθεῖς ὅπως οἱ ἄγγελοι, καὶ τώρα ψάλλουν μαζὶ μὲ ἐκείνους, τῶν ὁποίων μιμήθηκαν τὴ ζωή. Μακάριοι καὶ τρισευτυχισμένοι αὐτοὶ ποὺ μὲ τὰ ἀλάνθαστα μάτια τοῦ νοῦ τους κατάλαβαν τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ τὴν ἀβεβαιότητα καὶ ἀνωμαλία τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας καί, ἀφοῦ τὴν ἀρνήθηκαν, ἐξασφάλισαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὰ αἰώνια ἀγαθά, καὶ ἐπέτυχαν τὴ ζωὴ ποὺ ποτὲ δὲ διαψεύδεται οὔτε καὶ διακόπτεται μὲ τὸ θάνατο.

Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς θαυμάσιους καὶ ἃγιους ἄνδρες προσπαθοῦμε νὰ μιμηθοῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ εὐτελεῖς καὶ ἀνάξιοι, χωρὶς βέβαια νὰ φθάνουμε τὸ ὕψος τῆς δικῆς τους οὐρανοπολίτικης συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ ὅσα μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ ἀσθενεῖς καὶ ταλαιπωρημένες δυνάμεις μας, δηλώνουμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τὴ ζωή τους καὶ φορᾶμε τὸ σχῆμα τους, μολονότι ἀστοχοῦμε στὰ ἔργα. Γιατὶ τὸ θεῖο αὐτὸ ἐπάγγελμα γνωρίζουμε ὅτι προκαλεῖ ἀναμαρτησία καὶ μᾶς βοηθάει στὴν ἀφθαρσία ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸ θεῖο βάπτισμα. Γι’ αὐτό, ἀκολουθώντας τὰ λόγια τῶν μακάριων ἐκείνων ἀνδρῶν, περιφρονοῦμε πολὺ αὐτὰ τὰ φθαρτὰ καὶ πρόσκαιρα πράγματα τῆς ζωῆς, μέσα στὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ βρεῖς τίποτε τὸ βέβαιο καὶ σταθερό, ποὺ νὰ στέκεται μόνιμα στὴν αὐτὴ κατάσταση. Ἀλλὰ ὅλα εἶναι μάταια καὶ θέμα πνευματικῆς προαιρέσεως, ποὺ παρουσιάζουν στὸ ἴδιο ἄτομο πολλὲς μεταβολές· γιατὶ εἶναι πιὸ ἀδύνατα καὶ ἀπὸ τὰ ὄνειρα καὶ ἀπὸ τὴ σκιὰ καὶ ἀπὸ τὴν αὔρα ποὺ πνέει στὸν ἀέρα· ἡ χαρὰ ποὺ προσφέρουν εἶναι μικρὴ καὶ διαρκεῖ γιὰ λίγο, καὶ οὔτε εἶναι χαρά, ἀλλὰ μιὰ πλάνη καὶ ἀπάτη τῆς κακίας τοῦ κόσμου, τὸν ὁποῖο ἔχουμε διδαχθεῖ νὰ μὴ τὸν ἀγαποῦμε καθόλου, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὸν μισοῦμε. Καὶ εἶναι πράγματι μισητὸς καὶ τέτοιος ποὺ νὰ τὸν ἀπεύχεται κανείς. Γιατὶ ὅσα δωρίζει σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν, τὰ ἁρπάζει πάλι μὲ θυμὸ καὶ τοὺς στέλνει στὴν αἰώνια θλίψη ἀπογυμνωμένους ἀπὸ κάθε ἀγαθό, ντυμένους μὲ ντροπὴ καὶ φορτωμένους μὲ βαρειὰ φορτία. Ἐκείνους πάλι ποὺ τοὺς ὑψώνει, γρήγορα τοὺς ταπεινώνει μὲ τὴ χειρότερη ταλαιπωρία, κάνοντάς τους νὰ τοὺς ποδοπατοῦν καὶ νὰ χαίρονται ὅλοι οἱ ἐχθροί τους. Αὐτὰ εἶναι τὰ δῶρα τοῦ κόσμου. Διότι εἶναι ἐχθρὸς ἐκείνων ποὺ τὸν ἀγαποῦν, ἐπιβουλεύεται ὅσους κάνουν τὰ θελήματά του, κλονίζει τρομερὰ ἐκείνους ποὺ στηρίζονται σ’ αὐτόν, καὶ ἐκνευρίζει αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν σ’ αὐτόν. Κάνει συνθῆκες μὲ τοὺς ἀνόητους καὶ δίνει ὑποσχέσεις ψεύτικες, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τοὺς προσελκύσει· καὶ ὅταν ἐκεῖνοι φανοῦν ἀχάριστοι, τότε καὶ αὐτὸς γίνεται ἀχάριστος καὶ ψεύτης, μὴ ἐκπληρώνοντας ὅσα ὑποσχέθηκε.

Σήμερα εὐχαριστεῖ μὲ νόστιμες τροφὲς τὸ φάρυγγά τους καὶ αὔριο ὅλους αὐτοὺς τοὺς κάνει καταβρόχθισμα στοὺς ἐχθρούς τους. Σήμερα ἀναδεικνύει κάποιον σὲ βασιλιά, καὶ αὔριο τὸν παραδίδει σὲ κὰποια κακὴ δουλεία. Σήμερα τὸν κάνει νὰ εὐημερεῖ μὲ μύρια ἀγαθά, καὶ αὔριο ζητιάνο καὶ δοῦλο τῶν δούλων. Σήμερα τοῦ βάζει στὸ κεφάλι του στεφάνι δόξας, ἐνῶ αὔριο κατασυντρίβει τὸ πρόσωπό του στὴ γῆ. Σήμερα στολίζει τὸ λαιμό του μὲ μεγάλες τιμὲς ἀξιωμάτων, καὶ αὔριο τὸν ταπεινώνει δένοντάς τον μὲ σιδερένιες χειροπέδες. Τὸν κάνει γιὰ λίγο διάστημα ἀγαπητὸ σὲ ὅλους, καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο πολὺ μισητὸ καὶ περιφρονημὲνο. Σήμερα τὸν εὐφραίνει καὶ αὔριο τὸν λειώνει μὲ θρήνους καὶ ὀδυρμούς. Ἄκουσε καὶ τί εἴδους τέλος τοὺς ἐπιφυλάσσει. Κάνει κατοίκους τῆς κόλασης κατὰ τρόπο ἐλεεινὸ ὅσους τὸν ἔχουν ἀγαπήσει. Τὲτοιο σκοπὸ ἔχει πάντοτε, τὲτοια πρόθεση εἰλικρινῶς. Οὔτε ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν κλαίει, οὔτε αὐτοὺς ποὺ ἀπομὲνουν τοὺς λυπᾶται. Γιατὶ τοὺς πρώτους τοὺς ἐξαπάτησε φρικτὰ καὶ τοὺς ἔκλεισε καλὰ στὶς παγίδες του, ἐνῶ σ’ αὐτοὺς προσπαθεῖ νὰ μεταφέρει τὴν τέχνη του, μὴ θέλοντας νὰ διαφύγει κανεὶς ἀπὸ τὶς φοβερὲς παγίδες του.

Ἐκείνους λοιπὸν ποὺ ὑπηρετοῦν σὲ τόσο σκληρὸ καὶ κακὸ δεσπότη, ἀφοῦ ἀπομάκρυναν τοὺς ἑαυτούς τους κατὰ τρόπο φρενοβλαβῆ ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο, καὶ χάσκουν στὰ παρόντα πράγματα καὶ ἀφοσιώνονται σ’ αὐτά, χωρὶς νὰ νοιάζονται καθόλου γιὰ τὰ μέλλοντα, καὶ τρέχουν χωρὶς διακοπὴ στὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις, ἐνῶ ἀφήνουν τὶς ψυχές τους νὰ λειώνουν ἀπὸ τὴν πείνα καὶ νὰ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ μύρια κακά, αὐτοὺς τοὺς παρομοιάζω μὲ τὸν ἄνδρα ἐκεῖνο ποὺ ἔφευγε μπροστὰ ἀπὸ μαινόμενο ρινόκερω ἐπειδὴ δὲν ἄντεχε τὸ θόρυβο τῆς βοῆς καὶ τὸ τρομακτικὸ μούγκρισμά του, φεύγοντας ὅμως γρήγορα γιὰ νὰ μὴν τὸν καταβροχθίσει ὁ ρινόκερως καὶ τρέχοντας μὲ ταχύτητα, ἔπεσε μέσα σὲ ἕνα μεγάλο βόθρο. Ἐνῶ δὲ ἔπεφτε μέσα σ’ αὐτόν, ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ πιάστηκε ἀπὸ ἕνα φυτὸ τὸ ὁποῖο κρατοῦσε γερά, καὶ ἀφοῦ στήριξε καὶ τὰ πόδια του σὲ κάποια βάση, νόμιζε ὅτι βρίσκεται σὲ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια. Καθὼς κοιτοῦσε ὅμως, βλέπει δύο ποντίκια, ἕνα ἄσπρο καὶ ἕνα μαῦρο, ποὺ ἔτρωγαν ἀδιάκοπα τὴ ρίζα τοῦ φυτοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἦταν κρεμασμένος, καὶ κόντευαν σὲ λίγο νὰ τὴν κόψουν. Κοιτάζοντας τοτὲ τὸν πυθμένα τοῦ βόθρου, εἶδε ἕνα δράκο τρομερὸ στὴν ὄψη, ποὺ ἔβγαζε φωτιὰ ἀπὸ τὰ ρουθούνια του, ἦταν πολὺ ἄγριος, εἶχε πολὺ φρικτὰ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα του καὶ βιαζόταν νὰ τὸν καταπιεῖ. Ρίχνοντας πάλι τὸ βλέμμα του στὴ βάση ἐκείνη ποὺ εἶχε στηριγμένα τὰ πόδια του, εἶδε νὰ προβάλλουν τὰ κεφάλια τεσσάρων ἀσπίδων ἀπὸ τὸν τοῖχο στὸν ὁποῖο στηριζόταν, ἐνῶ στρέφοντας τὰ μάτια πρὸς τὰ ἐπάνω, βλέπει νὰ στάζει ἀπὸ τὰ κλαδιὰ τοῦ φυτοῦ ἐκείνου λίγο μέλι. Ἀφήνοντας λοιπὸν τὶς σκέψεις γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ τὸν περικύκλωναν, ὅτι δηλαδὴ ἀπ’ ἔξω ὁ ρινόκερως μανιασμένος ἤθελε νὰ τὸν κατασπαράξει, ἀπὸ κάτω ὁ φοβερὸς δράκος περίμενε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα γιὰ νὰ τὸν καταπιεῖ, τὸ φυτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἦταν πιασμένος ὅπου νἆναι θὰ κοβόταν, καὶ ὅτι τὰ πόδια του στηρίζονταν σὲ γλυστερὴ καὶ ἄστατη βάση, ξεχνώντας ἀσυλλόγιστα τὰ τόσα καὶ τέτοιου εἴδους φρικτὰ θεάματα, προσηλώθηκε μ’ ὅλη τὴ σκέψη του στὴ γλυκύτητα τῆς μικρῆς ἐκείνης σταγόνας τοῦ μελιοῦ.

Αὐτὴ εἶναι ἡ παρομοίωση αὐτῶν ποὺ προσκολλῶνται στὴν ἀπάτη τοῦ κόσμου αὐτοῦ, τὴ σημασία τῆς ὁποίας θὰ σοῦ ἐξηγήσω ἀμέσως. Ὁ ρινόκερως εἶναι σύμβολο τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος καταδιώκει διαρκῶς καὶ βιάζεται νὰ συλλάβει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὁ βόθρος εἶναι σύμβολο τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ κάθε εἴδους κακὰ καὶ θανατηφόρες παγίδες. Τὸ φυτὸ ποὺ διαρκῶς τὸ ἔκοβαν τὰ δύο ποντίκια, ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε πιαστεῖ, εἶναι ἡ περίοδος τῆς ζωῆς τοῦ καθενός, ἡ ὁποία ξοδεύεται καὶ καταναλώνεται ὅλες τὶς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου καὶ κοντεύει λίγο-λίγο νὰ κοπεῖ. Οἱ τέσσερις πάλι ἀσπίδες σημαίνουν τὴ σύσταση τοῦ ἀνθρώπινου σώματος ἀπὸ τέσσερα ἀβέβαια καὶ ἀσταθῆ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀτακτοῦν καὶ ταράζονται, καταστρέφουν τὴ σύσταση τοῦ σώματος. Ἐπὶ πλέον, ὁ φλογώδης ἐκεῖνος σκληρὸς δράκος εἰκονίζει τὴ φοβερὴ κοιλιὰ τοῦ ἅδη, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ πάρα πολὺ νὰ δεχθεῖ αὐτοὺς ποὺ προτιμοῦν τὰ τωρινὰ εὐχάριστα, ἀπὸ τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά. Τέλος ἡ σταγόνα τοῦ μελιοῦ φανερώνει τὴ γλυκύτητα ποὺ ἔχουν οἱ χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὴν ὁποία, ἀπατώντας τοὺς φίλους του, δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ προνοήσουν γιὰ τὴ σωτηρία τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Ὁ Ἰωάσαφ ἀφοῦ δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση τὴν παραβολὴ εἶπε· Πόσο ἀληθινὸς εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς καὶ πόσο ταιριαστός! Νὰ μὴν ἀποκάμεις λοιπὸν νὰ μοῦ διηγεῖσαι πάντοτε τέτοιες ἀλληγορίες, γιὰ νὰ γνωρίσω καλὰ ποιά εἶναι ἡ ζωή μας καὶ ποιά πράγματα προξενεῖ στοὺς φίλους της.

Καὶ ὁ γέροντας εἶπε·«Αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦν τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς, ποὺ ἔχουν γλυκαθεῖ ἀπὸ τὴ γλυκύτητά της καὶ προτιμοῦν τὰ ρὲοντα καὶ ἀδύναμα, ἀπὸ τὰ μέλλοντα καὶ σταθερά, μοιάζουν μὲ ἕνα ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τρεῖς φίλους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τοὺς δύο τοὺς τιμοῦσε μὲ πολὺ πάθος καὶ ἦταν πάρα πολὺ ἀφοσιωμένος στὴν ἀγάπη τους, ἀγωνιζόμενος καὶ ριψοκινδυνεύοντας γι’ αὐτοὺς μέχρι θανάτου. Ἀντίθετα πρὸς τὸν τρίτο φερόταν μὲ πολὺ περιφρόνηση, χωρὶς νὰ τοῦ δείξει ποτὲ οὔτε ἐκτίμηση, οὔτε τὴν ἀνάλογη ἀγάπη, παρὰ μόνο κάποια μικρὴ καὶ μηδαμινὴ προσποιητὴ φιλία.

Τὸν συλλαμβάνουν λοιπὸν κάποια μέρα μερικοὶ φοβεροὶ καὶ ἄδικοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι βιάζονταν νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὸ βασιλιά, γιὰ νὰ λογοδοτήσει γιὰ μιὰ ὀφειλὴ δέκα χιλιάδων ταλάντων. Ἐκεῖνος στενοχωρημένος ζητοῦσε βοηθό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν συμπαρασταθεῖ στὴ τρομερὴ ἀπολογία του πρὸς τὸν βασιλιά. Τρέχει λοιπὸν στὸν πρῶτο καὶ πιὸ ἀληθινὸ ἀπ’ ὅλους φίλο του καὶ τοῦ λέει· «Γνωρίζεις, φίλε μου, ὅτι πάντοτε θυσίαζα τὴν ψυχή μου γιὰ σένα, τώρα ὅμως χρειάζομαι βοήθεια τὴν ἡμέρα αὐτὴ γιὰ μιὰ ἀνάγκη ποὺ μὲ βρῆκε. Πόσα λοιπὸν ὑπόσχεσαι ὅτι θὰ μοῦ δώσεις τώρα, καὶ ποιά εἶναι ἡ ἐλπίδα ποὺ μοῦ δίνεις, ἀγαπητέ μου;»

Ἀπαντώντας ὅμως ἐκεῖνος εἶπε· «Δὲν εἶμαι φίλος σου, ἄνθρωπέ μου· δὲν γνωρίζω ποιός εἶσαι. Ἄλλωστε ἔχω ἄλλους ἀγαπητούς, μὲ τοὺς ὁποίους πρέπει σήμερα νὰ συμφάγω, καὶ νὰ τοὺς κάνω ἀπὸ δῶ καὶ πέρα φίλους. Ὁρίστε, σοῦ δίνω δύο κουρέλια, γιὰ νὰ τὰ ἔχεις στὸ δρόμο ποὺ θὰ πηγαίνεις, τὰ ὁποῖα δὲ θὰ σὲ ὠφελήσουν σὲ τίποτε περισσότερο, καὶ μὴ περιμένεις καμμιὰ ἄλλη ἐλπίδα ἀπὸ μένα».

Ἀκούοντας αὐτὰ ἐκεῖνος καὶ ἀπογοητευμένος γιὰ τὴ βοήθεια ποὺ περίμενε ἀπὸ αὐτόν, πηγαίνει στὸν ἄλλο φίλο του καὶ τοῦ λέει· «Θυμᾶσαι, φίλε μου, πόση ἐκτίμηση καὶ εὐγνωμοσύνη εἶχες ἀπὸ ἐμένα· σήμερα ὅμως μὲ βρῆκε πολὺ μεγάλη θλίψη καὶ συμφορὰ καὶ ἔχω ἀνάγκη βοηθοῦ. Πές μου λοιπὸν πόσο μπορεῖς νὰ μὲ συμπαρασταθεῖς;»

Ἐκεῖνος τότε τοῦ ἀπαντᾶ·«Δὲν εὐκαιρῶ σήμερα ν’ ἀγωνισθῶ μαζί σου, γιατὶ ἔχω μπλέξει κι ἐγὼ σὲ φροντίδες καὶ περιστάσεις δύσκολες καὶ εἶμαι στενοχωρημένος. Ὅμως θὰ σὲ συνοδέψω λίγο, ἔστω καὶ ἂν δὲν σὲ ὠφελήσω σὲ τίποτε, καὶ θὰ ἐπιστρέψω γρήγορα στὸ σπίτι γιὰ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ δικά μου προβλήματα».

Ἐπιστρέφοντας λοιπὸν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος μὲ ἄδεια χέρια καὶ βρισκόμενος ἀπὸ παντοῦ σὲ ἀμηχανία, ἐλεεινολογοῦσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν μάταιη ἐλπίδα ποὺ εἶχε στοὺς ἀχάριστους φίλους καὶ τὶς ἀνώφελες ταλαιπωρίες ποὺ εἶχε ὑποστεῖ γιὰ τὴν ἀγάπη τους. Πηγαίνει τότε στὸν τρίτο φίλο του, τὸν ὁποῖο ποτὲ δὲν εἶχε ἐξυπηρετήσει, οὔτε τὸν κάλεσε ποτὲ νὰ πάρει μέρος στὴ χαρά του, καὶ τοῦ λέει μὲ καταντροπιασμένο καὶ κατσουφιασμένο πρόσωπο·

«Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ μιλήσω, γνωρίζοντας καλὰ ὅτι δὲν θυμᾶσαι νὰ σὲ ἔχω εὐεργετήσει, ἢ νὰ σοῦ φέρθηκα μὲ ἀγάπη. Ἐπειδὴ ὅμως μὲ βρῆκε μεγάλη συμφορὰ καὶ δὲν βρῆκα ἀπὸ πουθενὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους φίλους μου ἐλπίδα σωτηρίας, ἦρθα σὲ σένα ἱκετεύοντας, ἐὰν ἔχεις τὴ δυνατότητα νὰ μοῦ δώσεις κάποια μικρὴ βοήθεια. Μὴ μὲ ἀποπάρεις ὅμως, μνησικακώντας γιὰ τὴν ἀγνωμοσύνη μου».

Ἐκεῖνος μὲ χαρούμενο καὶ πρόσχαρο πρόσωπο τοῦ λέει· «Ναὶ βέβαια, ὁμολογῶ ὅτι εἶσαι φίλος μου ἀληθινὸς καὶ ἐπειδὴ θυμᾶμαι ἐκείνη τὴ μικρὴ ἀγαθοεργία σου, θὰ σοῦ τὴν ἀνταποδώσω σήμερα μὲ τόκο. Μὴ φοβᾶσαι λοιπὸν καὶ μὴ ἀνησυχεῖς· θὰ πάω πρὶν ἀπὸ σένα ἐγὼ καὶ θὰ ἱκετεύσω τὸ βασιλιὰ γιὰ χάρη σου, καὶ δὲ θὰ σὲ παραδώσει στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν σου. Ἔχε θάρρος λοιπόν, ἀγαπητέ μου, καὶ μὴ λυπᾶσαι».

Ἐκεῖνος τότε συγκινημένος ἔλεγε μὲ δάκρυα· «Ἀλίμονο! Τί νὰ θρηνήσω πρῶτο καὶ τί πρῶτο νὰ κλάψω; Νὰ καταδικάσω τὴ μάταιη προσπάθειά μου στοὺς ἐπιλήσμονες καὶ ἀχάριστους καὶ ψεύτικους ἐκείνους φίλους, ἢ νὰ ἐλεεινολογήσω τὴν φρενοβλαβῆ ἀγνωμοσύνη, ποὺ ἔδειξα σ’ αὐτὸν τὸν ἀληθινὸ καὶ γνήσιο φίλο;»

Ὁ Ἰωάσαφ τότε, ἀφοῦ δέχθηκε κι αὐτὸ τὸ λόγο μὲ θαυμασμό, ζήτησε τὴν ἐξήγησή του. Καὶ ὁ Βαρλαὰμ εἶπε· «Ὁ πρῶτος φίλος θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ περιουσία τοῦ πλούτου καὶ ὁ ἔρωτας τῆς φιλοχρηματίας, γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος πέφτει σὲ μύριους κινδύνους καὶ ὑφίσταται πολλὲς ταλαιπωρίες. Ὅταν ὅμως ἔρθει ἡ τελευταία στιγμὴ τοῦ θανάτου, δὲν παίρνει τίποτε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα, παρὰ μόνο τὰ ράκη, ποὺ εἶναι ἀνώφελα γιὰ τὴν κηδεία. Δεύτερος φίλος ὀνομάζεται ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά, καὶ οἱ ὑπόλοιποι συγγενεῖς καὶ φίλοι, στὴ συμπάθεια τῶν ὁποίων εἴμαστε ἀναπόσταστα δεμένοι, καί, γιὰ χάρη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός τους, περιφρονοῦμε τὴν ἀγάπη. Ὅμως κανένας δὲ βρῆκε καμμιὰ ὠφέλεια ἀπὸ αὐτοὺς κατὰ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι τὸν συνοδεύουν μέχρι τὸ μνῆμα ἀκολουθώντας τον. Ἔπειτα ἀμέσως ἐπιστρέφοντας ἀφοσιώνονται στὶς δικές τους φροντίδες καὶ ἀνάγκες, καλύπτοντας τὴ μνήμη του μὲ τὴ λήθη ὄχι λιγότερο ἀπὸ ὅ,τι κάλυψαν τὸ σῶμα τοῦ ἄλλοτε ἀγαπημένου τους στὸν τάφο. Ὁ τρίτος, τέλος, φίλος ὁ περιφρονημένος καὶ ἐνοχλητικός, αὐτὸς ποὺ δὲν πλησιάζεται, ἀλλὰ ἀποφεύγεται καὶ εἶναι κατὰ κάποιο τρόπο ἀπαίσιος, εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἄριστων ἔργων, ὅπως ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀγάπη ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ ὑπόλοιπη χορεία τῶν ἀρετῶν, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ προπορευθεῖ ὅταν βγαίνουμε ἀπὸ τὸ σῶμα, νὰ ἱκετεύσει γιὰ μᾶς τὸν Κύριο καὶ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς φρικτοὺς φοροεισπράκτορες, οἱ ὁποῖοι κινοῦν στὸν ἀέρα τὴν πικρὴ λογοδοσία καὶ ζητοῦν γεμᾶτοι ἀπὸ κακία νὰ μᾶς συλλάβουν. Αὐτὸς εἶναι ὁ εὐγνώμων καὶ ἀγαθὸς φίλος, ὁ ὁποῖος, ἐνθυμούμενος καὶ τὴν παραμικρὴ καλὴ πράξη, μᾶς τὴν ἀνταποδίδει ὁλόκληρη μὲ τόκο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Καὶ ὁ Ἰωάσαφ εἶπε· «Εἴθε νὰ σὲ ἔχει καλὰ ὁ Κύριος καὶ Θεός, σοφώτατε ἄνθρωπε, γιατὶ εὔφρανες τὴν ψυχή μου μὲ τὰ κατάλληλα καὶ ἄριστα λόγια σου. Λοιπὸν παράστησέ μου καὶ ἄλλη εἰκόνα τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου καὶ μὲ ποιό τρόπο θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὸν περάσει μὲ εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια».

Παίρνοντας τότε τὸ λόγο ὁ Βαρλαὰμ εἶπε· «Ἄκουσε λοιπὸν παρομοίωση καὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἔμαθα γιὰ κάποια πόλη μεγάλη, τῆς ὁποίας οἱ πολίτες εἶχαν ἀπὸ παλιὰ τὴν συνήθεια νὰ πιάνουν κάποιον ξένο καὶ ἄγνωστο ἄνδρα, ποὺ δὲ γνώριζε καθόλου τοὺς νόμους καὶ τὶς παραδόσεις τῆς πόλεως, καὶ νὰ τὸν κάνουν βασιλιά τούς μὲ ὅλες τὶς ἐξουσίες, κάνοντας ἀκώλυτα ὅλα τὰ θελήματά του μέχρι νὰ συμπληρωθεῖ ἕνας χρόνος. Ἔπειτα, ξαφνικὰ καὶ ἐνῶ βρισκόταν σὲ τέλεια ἀμεριμνησία, καθὼς ἀπολάμβανε καὶ σπαταλοῦσε ἀφειδῶς, καὶ νόμιζε πὼς ἡ βασιλεία θὰ εἶναι γιὰ πάντα μαζί του, ξεσηκώνονταν ἐναντίον του καί, ἀφοῦ τοῦ ἔβγαζαν τὴ βασιλικὴ στολὴ καὶ τὸν διαπόμπευαν γυμνὸ σ’ ὅλη τὴν πόλη, τὸν ἔστελναν ἐξόριστο σὲ κάποιο μεγάλο μακρινὸ νησί, στὸ ὁποῖο, μὴ ἔχοντας οὔτε τροφὴ οὔτε ἐνδύματα, ὑπέφερε τρομερὰ ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴ γύμνια, ἐνῶ ἡ ἀνέλπιστη ἀπόλαυση καὶ ψυχικὴ εὐχαρίστηση ποὺ τοῦ εἶχε δοθεῖ μεταβαλλόταν καὶ πάλι σὲ λύπη χωρὶς καμμιὰ ἐλπίδα καὶ προσδοκία.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸ ἔθιμο αὐτὸ τῶν πολιτῶν ἐκείνων ἐγκαταστάθηκε στὴ βασιλεία ἕνας ἄνδρας μὲ πολλὴ φρόνηση καὶ πλούσιο στοχασμό, ὁ ὁποῖος δὲν συναρπάσθηκε ἀμέσως ἀπὸ τὴν εὐημερία ποὺ τὸν βρῆκε ξαφνικά, οὔτε ζήλεψε τὴν ἀμεριμνησία ἐκείνων ποὺ εἶχαν βασιλεύσει πρὶν ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἐξορίστηκαν ἄθλια, ἀλλὰ εἶχε πολλὴ φροντίδα καὶ ἀγωνία στὴν ψυχή του, πῶς θὰ μπορέσει νὰ ρυθμίσει σωστὰ τὰ θέματά του. Μελετώντας συνέχεια καὶ ἀναζητώντας γνώρισε, μέσω κάποιου πολὺ σοφοῦ συμβούλου, τὴ συνήθεια τῶν πολιτῶν καὶ τὸν τόπο τῆς ἐξορίας, καὶ διδάχθηκε πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐξασφαλισθεῖ στὰ σίγουρα. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἔμαθε αὐτὰ καὶ ὅτι πρέπει ὅπου νἆναι νὰ βρεθεῖ σ’ ἐκεῖνο τὸ νησί, καὶ τὴν ξένη αὐτὴ βασιλεία ποὺ ἀπέκτησε νὰ τὴν ἐγκαταλείψει πάλι στοὺς ξένους, ἀνοίγοντας τὰ θησαυροφυλάκιά του, τῶν ὁποίων μέχρι τότε εἶχε ἐλεύθερη καὶ ἀνεμπόδιστη τὴ χρήση, καὶ παίρνοντας πολλὰ χρήματα καὶ μεγάλη ποσότητα ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀσήμι καὶ πολύτιμα πετράδια, τὰ παράδωσε σὲ πολὺ ἔμπιστους ὑπηρέτες καὶ τὰ ἔστειλε σ’ ἐκεῖνο τὸ νησὶ ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐξορισθεῖ. Ὅταν λοιπὸν συμπληρώθηκε ὁ καθορισμένος χρόνος, ξεσηκώθηκαν οἱ πολίτες καὶ γυμνόν, ὅπως καὶ τοὺς πρὶν ἀπὸ αὐτόν, τὸν ἔστειλαν στὴν ἐξορία. Καὶ οἱ ὑπόλοιποι βέβαια ἀνόητοι καὶ πρόσκαιροι βασιλεῖς πεινοῦσαν τρομερά, ἐνῶ αὐτός, ἔχοντας τοποθετήσει ἐκεῖ ἐκ τῶν προτέρων τὸν πλοῦτο ἐκεῖνο, ζοῦσε σὲ διαρκῆ εὐημερία καὶ εἶχε ἀτελείωτη ἀπόλαυση καί, ἀφοῦ ἀπομάκρυνε τελείως τὸ φόβο τῶν ἄτακτων καὶ πονηρῶν πολιτῶν, μακάριζε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν πολὺ σοφὴ ὀρθροφροσύνη του.

Ὡς πόλη σὲ παρακαλῶ νὰ ἐννοεῖς αὐτὸν τὸ μάταιο καὶ ἀπατηλὸ κόσμο, ὡς πολίτες τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες τῶν δαιμόνων, τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκοτεινοῦ αὐτοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι μᾶς δελεάζουν μὲ τὴ προκλητικότητα τῆς ἡδονῆς καὶ μᾶς κάνουν νὰ θεωροῦμε ὡς ἄφθαρτα τὰ φθαρτὰ καὶ πρόσκαιρα, καὶ ὅτι ἡ ἀπόλαυση ποὺ συνυπάρχει σ’ αὐτὰ εἶναι ἀθάνατη. Ἔτσι λοιπόν, καθὼς ξεγελιόμαστε καὶ δὲν σκεπτόμαστε τίποτε γιὰ ἐκεῖνα τὰ μόνιμα καὶ αἰώνια, οὔτε καὶ ἀποταμιεύουμε κάτι γιὰ τὸν ἑαυτό μας στὴν ἐκεῖ ζωή, ἔρχεται ξαφνικὰ ὁ ὄλεθρος τοῦ θανάτου. Τότε λοιπὸν ἀκριβῶς οἱ πονηροὶ καὶ τρομεροὶ πολίτες τοῦ σκότους μᾶς παίρνουν γυμνοὺς ἀπὸ ἐδῶ, ἐπειδὴ σ’ ἐκείνους ἀφιερώσαμε ὅλο τὸ χρόνο μας, καὶ μᾶς μεταφέρουν σὲ χώρα σκοτεινὴ καὶ ὁμιχλώδη, σὲ χώρα αἰώνιου σκοταδιοῦ, ὅπου δὲν ὑπάρχει φῶς, οὔτε δυνατότητα νὰ βλέπουμε ζωὴ ἀνθρώπινη. Ὡς σύμβουλο καλό, ποὺ τοῦ ἔκανε γνωστὰ τὰ ἀληθινὰ καὶ δίδαξε τὰ σωτήρια πράγματα στὸν συνετὸ καὶ σοφότατο βασιλιά, θεώρησε τὴ δική μου εὐτελῆ ταπεινότητα, ποὺ ἦρθα νὰ σοῦ δείξω τὸ σωστὸ καὶ σταθερὸ δρόμο, νὰ σὲ ὁδηγήσω στὰ αἰώνια καὶ ἀθάνατα καί, συμβουλεύοντάς σε νὰ τὰ ἀποβάλεις ὅλα, νὰ σὲ ἀπομακρύνω ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἀπατηλὸ κόσμο, τὸν ὁποῖο κι ἐγὼ δυστυχῶς ἀγαποῦσα καὶ ἤμουν προσκολλημένος στὶς δικές του εὐχαριστήσεις καὶ ἀπολαύσεις. Ὅταν ὅμως κατάλαβα μὲ τὰ μάτια τοῦ νοῦ, ποὺ δὲν ἀπατῶνται, ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καταναλώνεται σ’ αὐτά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἄλλα παρέρχονται καὶ ἄλλα μετακινοῦνται σὲ ἄλλους, καὶ ὅτι κανὲνας δὲν ἔχει κάτι τὸ σταθερὸ καὶ σίγουρο, οὔτε οἱ πλούσιοι τὸν πλοῦτο, οὔτε οἱ δυνατοὶ τὴ δύναμη, οὔτε οἱ σοφοὶ τὴ σοφία, οὔτε καὶ αὐτοὶ ποὺ εὐημεροῦν τὴν εὐημερία, οὔτε ὅσοι ἀπολαμβάνουν τὴ σπατάλη, οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν πὼς ζοῦν μὲ ἀσφάλεια, τὴ μάταιη καὶ πάρα πολὺ ἀδρανῆ ἀσφάλεια, οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ ὅσα διαφημίζονται ἐδῶ, ἀλλὰ μοιάζει τὸ πρᾶγμα μὲ τὴν ἀμὲτρητη ροὴ χειμάρρων ποὺ χύνονται στὸ βυθὸ (γιατὶ εἶναι ρευστά· τέτοια εἶναι ὅλα τὰ παρόντα καὶ πρόσκαιρα), κατάλαβα ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπὸ αὐτά, ἀλλά, ὅπως ὅλα τὰ προηγούμενα ἔχουν καλυφθεῖ μὲ τὴν λήθη, εἴτε δόξα, εἴτε βασιλεία, εἴτε λάμψη ἀξιωμάτων, εἴτε μέγεθος ἐξουσίας, εἴτε θρασύτητα τυράννων, εἴτε κάτι ἀπὸ αὐτά, ἔτσι καὶ τὰ παρόντα τὰ προσεχῆ καὶ ἑπόμενα χρόνια θὰ ἐπισκιασθοῦν. Καὶ ἐγὼ ποὺ εἶμαι ἕνας ἀπὸ αὐτὰ θὰ περιπέσω ὁπωσδήποτε στὴ συνηθισμὲνη ἀλλοίωση, καὶ ὅπως στοὺς πρὶν ἀπὸ μένα μέσα στοὺς αἰῶνες δὲν ἐπετράπη νὰ ἀπολαμβάνουν τὰ παρόντα, ἔτσι θὰ γίνει καὶ μὲ μένα. Γιατὶ γνωρίζω καλὰ τί ἐπιφυλάσσει στοὺς ἀνθρώπους ὁ τύραννος καὶ ταραγμὲνος αὐτὸς κόσμος, μεταθὲτοντας ὅλους αὐτοὺς ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἄλλους ἀπὸ τὸν πλοῦτο στὴ φτώχεια, ἄλλους ἀπὸ τὴ φτώχεια στὴ δόξα, ἄλλους ἀπομακρύντάς τους ἀπὸ τὴ ζωή, καὶ ἄλλους πάλι εἰσάγοντας σ’ αὐτή, κάποιους σοφοὺς καὶ φρόνιμους ἀποδοκιμάζοντάς τους, καὶ κάνοντας τοὺς τίμιους καὶ διάσημους ἄτιμους καὶ ἄσημους, ἄλλους πάλι ἄσοφους καὶ ἀνόητους ἀνεβάζοντάς τους σὲ θρόνο δόξας, καὶ ἀναδεικνύοντας ἔντιμους σ’ ὅλους τοὺς ἀνέντιμους καὶ ἀφανεῖς.

Καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ δεῖς τὸ ἀνθρώπινο γένος νὰ μὴ ἀντιστέκεται ἀπέναντι στὴ σκληρὴ τυραννία του, ἀλλά, ὅπως τὸ περιστέρι, προσπαθώντας νὰ ἀποφύγει ἀετὸ ἢ γεράκι, ἀλλάξει τὸν ἕνα τόπο μετὰ τὸν ἄλλο, κουρνιάζοντας πότε σ’ αὐτὸ τὸ δένδρο, πότε σ’ ἐκεῖνο τὸ θάμνο καὶ ἀμέσως μετὰ σὲ τρύπες ἀνάμεσα στὶς πέτρες καὶ σὲ διάφορα ἀγκάθια, καὶ δὲ βρίσκει πουθενὰ ἀσφαλὲς καταφύγιο, καὶ ταλαιπωρεῖται ζώντας σὲ διαρκῆ ταραχὴ καὶ μετακίνηση, ἔτσι εἶναι καὶ οἱ φοβισμὲνοι ἀπὸ τὰ παρόντα, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν ἄθλια ἀπὸ μιὰ παράλογη ὁρμή, χωρὶς νὰ ἔχουν τίποτε τὸ βέβαιο ἢ ἀσφαλὲς, οὔτε νὰ γνωρίζουν σὲ ποιό τέλος θὰ καταντήσουν καὶ ποῦ τοὺς ὁδηγεῖ ὁ μάταιος βίος, στὸν ὁποῖο ὑπέταξαν τοὺς ἑαυτούς τους κατὰ τρόπο δυστυχῆ καὶ ἄθλιο, ἔχοντας προτιμήσει τὰ κακὰ ἀντὶ τῶν ἀγαθῶν καὶ ἀσκώντας τὴν κακία ἀντὶ τῆς ἀγαθότητας, οὔτε καὶ ποιός θὰ τοὺς διαδεχθεῖ στὶς ψυχρὲς ἐπικαρπίες τῶν πολλῶν καὶ ἄθλιων κόπων τους, ἐὰν δηλαδὴ θὰ εἶναι δικός τους ἢ ξένος, ποὺ πολλὲς φορὲς οὔτε φίλος γενικὰ ἢ γνωστὸς εἶναι, ἀλλὰ ἐχθρὸς καὶ ἀντίπαλος.

Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ συνεπακόλουθά τους, ἀφοῦ τὰ ἐξὲτασα στὸ κριτήριο τῆς ψυχῆς μου, μίσησα ὅλη μου τὴ ζωὴ ποὺ δαπανήθηκε στὰ μάταια, τὴν ὁποία πέρασα προσκολλημένος στοὺς κόπους γύρω ἀπὸ τὴ γῆ. Ὅταν ἀπέβαλα ἀπὸ τὴν ψυχή μου καὶ ἀπέρριψα τὴν προσήλωσή μου σ’ αὐτά, φανερώθηκαν τὰ πραγματικὰ ἀγαθά, τὸ νὰ φοβοῦμαι τὸ Θεὸ καὶ νὰ κάνω τὸ θέλημά του. Γιατὶ κατάλαβα ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ κυριότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθά. Αὐτὸ λέγεται καὶ ἀρχὴ τῆς σοφίας καὶ σοφία ὁλοκληρωμὲνη· διότι εἶναι ζωὴ χωρὶς λύπη καὶ ἀμετάβλητη γιὰ ὅσους εἶναι ἀφοσιωμένοι σ’ αὐτήν, καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ στηρίζονται πάνω σ’ αὐτὴν εἶναι ἀσφαλής, σὰν νὰ στηρίζονται στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Προσηλώνοντας λοιπὸν τὸ λογισμό μου στὸν ἀλάνθαστο δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, καὶ ἀφοῦ ἐξακρίβωσα καλὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτὸν τίποτε τὸ διεστραμμένο ἢ ἐπιλήψιμο, οὔτε εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ φαράγγια καὶ βράχια, ἀγκάθια καὶ τριβόλια, ἀλλὰ ὅτι ὅλος εἶναι ἴσιος καὶ ὁμαλός, ποὺ εὐχαριστεῖ τὰ μάτια ὅσων βαδίζουν σ’ αὐτὸν μὲ τὰ ὁλόφωτα θεάματά του καὶ ἐξωραΐζει τὰ πόδια καὶ βοηθεῖ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης νὰ βαδίζει γρήγορα καὶ μὲ ἀσφάλεια. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν δρόμο τὸν προτίμησα ἀπὸ ὅλους καὶ ἄρχισα νὰ οἰκοδομῶ τὴ γκρεμισμένη καὶ κατεστραμμένη οἰκία τῆς ψυχῆς μου.

Ἐνῶ ἔτσι ρύθμιζα τὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ ἐπανόρθωνα τὰ σφάλματα τοῦ νοῦ μου, ἄκουα τὰ λόγια κάποιου σοφοῦ δασκάλου ποὺ μοῦ φώναζε τὰ ἑξῆς· Βγεῖτε ὅλοι ὅσοι θέλετε νὰ σωθεῖτε· ἀποχωρισθεῖτε ἀπὸ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου, γιατὶ «παρέρχεται τὸ σχῆμα του» ὅπου νἆναι καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει. Βγεῖτε χωρὶς ἐπιστροφή, καὶ μὴ παίρνετε μαζί σας προῖκα ἢ μισθό, παρὰ μόνο ἐφόδια τῆς αἰώνιας ζωῆς· γιατὶ πρόκειται νὰ βαδίσετε μακρὺ δρόμο, ποὺ χρειάζεται περισσότερα ἀπὸ τὰ ἐφόδια τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Καὶ θὰ φθάσετε στὸν αἰώνιο τόπο, ποὺ ἔχει δύο χῶρες, οἱ ὁποῖες ἔχουν μέσα τους πολλοὺς τόπους διαμονῆς. Ἀπὸ αὐτὲς τὴ μία τὴν ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ τηροῦν τὶς ἐντολὲς του καὶ εἶναι γεμάτη ἀπὸ κάθε εἴδους ἀγαθά, καὶ ὅσοι τὴν κερδίσουν, θὰ ζήσουν σὲ διαρκῆ ἀφθαρσία, ἀπολαμβάνοντας τὴν αἰώνια ἀθανασία, ὅπου δὲν ὑπάρχει πόνος, λύπη καὶ στεναγμός. Ἡ δεύτερη ὅμως, ποὺ εἶναι γεμάτη σκοτάδι, θλίψη καὶ πόνο, ἔχει ἑτοιμασθεῖ ἀπὸ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ὑπηρέτες του, καὶ θὰ ριχθοῦν σ’ αὐτὴν ὅσοι τὴν προκάλεσαν στὸν ἑαυτό τους μὲ ἔργα πονηρὰ καὶ ὅσοι ἀντάλλαξαν τὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα μὲ τὰ παρόντα καὶ ἔκαναν ὁλόκληρους τοὺς ἑαυτούς τους καταβρόχθισμα τῆς αἰώνιας φωτιᾶς.

Ὅταν ἐγὼ ἄκουσα αὐτὴ τὴ φωνὴ καὶ κατάλαβα ὅτι εἶναι ἀληθινή, ἔβαλα σκοπό μου νὰ καταλάβω ἐκεῖνο τὸν τόπο, ποὺ εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ πόνο καὶ λύπη, καὶ γεμᾶτος ἀπὸ τόση ἀσφάλεια καὶ τὲτοια ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τώρα γνωρίζω μερικῶς, ἐπειδὴ εἶμαι νήπιο ὡς πρὸς τὴν πνευματικὴ ἡλικία καὶ ἐπειδὴ βλέπω ὅσα ὑπάρχουν ἐκεῖ σὰν μέσα ἀπὸ καθρέφτες καὶ αἰνίγματα. Ὅταν ὅμως θὰ ἔρθει ἡ τελειότητα καὶ θὰ τὰ γνωρίσω πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, τότε τὸ ἐπὶ μέρους θὰ καταργηθεῖ. Εὐχαριστῶ λοιπὸν τὸ Θεὸ μὲσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, διότι ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου καὶ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια νὰ δῶ χωρὶς πλάνη, ὅτι τὸ σαρκικὸ φρόνημα εἶναι θάνατος, ἐνῶ τὸ φρόνημα τοῦ Πνεύματος εἶναι ζωὴ καὶ εἰρήνη. Καὶ ἀφοῦ ἐγώ, γνωρίζοντας τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων, τὰ μίσησα μὲ τὲλειο μῖσος, ἔτσι σὲ συμβουλεύω καὶ σένα νὰ μάθεις γι’ αὐτά, ὥστε νὰ τὰ ἀντιμετωπίσεις ὡς ξένα, ποὺ παρέρχονται πολὺ γρήγορα, καὶ ἀφαιρώντας ἐδῶ ὅλα, νὰ ἀποταμιεύσεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου στὸν ἄφθαρτο αἰώνα θησαυρὸ ποὺ δὲν ἁρπάζεται, πλοῦτο ποὺ δὲν δαπανᾶται, ὅπου πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ μεταβεῖς, ὥστε, ὅταν φύγεις ἀπὸ ἐδῶ, νὰ μὴ εἶσαι στερημένος, ἀλλὰ νὰ εἶσαι κατάφορτος ἀπὸ πλοῦτο, σύμφωνα μὲ τὴν ταιριαστὴ εἰκόνα αὐτῶν, ὅπως σοῦ τὴν διηγήθηκα πιὸ πάνω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Λέει τότε ὁ Ἰωάσαφ στὸν γέροντα· «Πῶς ὅμως θὰ μπορέσω νὰ ἀποστείλω κιβώτια μὲ χρήματα καὶ πλοῦτο ἐκεῖ, γιὰ νὰ ἔχω τὴν ἀπόλαυσή τους, ὅταν θὰ πάω ἐκεῖ, ἀσύλητη καὶ ἄφθαρτη; Καὶ πῶς θὰ δείξω τὸ μῖσος μου γιὰ τὰ παρόντα καὶ θὰ ἀφοσιωθῶ στὰ αἰώνια; Ἀποσαφήνισὲ μου τα περισσότερο.

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ τοῦ ἀποκρίνεται· «Ἡ ἀποστολὴ τοῦ πλούτου αὐτοῦ στὸν αἰώνιο τόπο γίνεται μὲ τὰ χέρια τῶν φτωχῶν. Γιατὶ λέει κάποιος προφήτης, ὁ σοφώτατος Δανιήλ, στὸ βασιλιὰ τῆς Βαβυλῶνας· «γι’ αὐτό, βασιλιά, ἂς γίνει δεκτὴ ἡ συμβουλή μου· καὶ γλύτωσε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου μὲ ἐλεημοσύνες καὶ ἀπὸ τὶς ἀδικίες σου μὲ εὐσπλαγχνίες τῶν φτωχῶν». Λέει ὅμως καὶ ὁ Σωτήρας· «κάνατε φίλους σας ἀπὸ τὸ μαμμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ὥστε, ὅταν θὰ φὺγετε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, νὰ σᾶς δεχθοῦν στὶς αἰώνιες σκηνές». Καὶ συνεχῶς ὁ Δεσπότης κάνει πολὺ λὸγο γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ βοήθεια τῶν φτωχῶν, ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι λοιπὸν θὰ τὰ ἀποστείλεις ἐκεῖ ὅλα μὲ μεγάλη ἀσφάλεια, μὲ τὰ χέρια αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἀνάγκη· γιατὶ ὅσα θὰ κὰνεις σ’ αὐτούς, ὁ Δεσπότης, κάνοντάς τα δικά του, θὰ σὲ ἀνταμείψει μὲ περισσότερα· διότι ξεπερνᾶ πάντοτε μὲ τὰ δῶρα τῶν ἀνταμοιβῶν του ὅσους τὸν ἀγαποῦν. Μ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο τώρα, ἀφοῦ συλήσεις τὰ θησαυροφυλάκια τοῦ σκοταδιοῦ τοῦ αἰώνα αὐτοῦ, ποὺ ταλαιπωρήθηκες δουλεύοντάς τον πολὺ χρόνο, θὰ ἐφοδιασθεῖς ἀπὸ αὐτὰ καλὰ γιὰ τὸ μέλλον, καὶ ἀφαιρώντας τα ἀπὸ τὸν ξένο, θὰ τὰ τοποθετήσεις ὅλα ἀπὸ τώρα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἐξαγοράζοντας, μὲ αὐτὰ τὰ ρευστὰ καὶ πρόσκαιρα, ἐκεῖνα ποὺ ὑπάρχουν καὶ μὲνουν. Ἔπειτα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, θὰ καταλάβεις τὴν ἀστάθεια καὶ τὸ εὐμετάβλητο τοῦ κόσμου, καί, ἀφοῦ ἐγκαταλείψεις τὰ πάντα, θὰ ἀρμενίσεις πρὸς τὸ μέλλον, περιφρονώντας αὐτὰ ποὺ παρέρχονται, καὶ θὰ προστεθεῖς σ’ αὐτοὺς ποὺ ἐλπίζουν καὶ εἶναι σταθεροὶ καὶ, ἀφοῦ ἐγκαταλείψεις τὸ σκοτάδι μαζὶ μὲ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, μισήσεις τὸν κόσμο καὶ τὸν κοσμοκράτορα καὶ θεωρήσεις τὴ φθαρτὴ σάρκα ὡς ἐχθρικὴ γιὰ τὸν ἑαυτό σου, θὰ τρὲξεις πρὸς τὸ ἀπλησίαστο φῶς, καὶ σηκώνοντας στοὺς ὤμους τὸ Σταυρό, θὰ τὸν ἀκολουθήσεις χωρὶς ἐπιστροφή, γιὰ νὰ δοξασθεῖς μαζί του καὶ νὰ ἀναδειχθεῖς κληρονόμος τῆς ζωῆς ποὺ δὲ μεταβάλλεται καὶ οὔτε εἶναι ἀπατηλή».

Ὁ Ἰωάσαφ εἶπε· «Τὸ νὰ περιφρονήσω τὰ πάντα καὶ νὰ ἀρχίσω μιὰ τόσο ἐπίπονη ζωή, ὅπως εἶπες πιὸ πάνω, εἶναι παράδοση παλιὰ ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῶν ἀποστόλων, ἢ ἐπινοήθηκε ἀπὸ σᾶς πρόσφατα μὲ τὴν ἱκανότητα τοῦ μυαλοῦ σας, ποὺ τὴ διαλέξατε σὰν ἀνώτερη;

Πρὸς αὐτὸν ὁ γέροντας εἶπε· «Δὲ σοῦ διδάσκω νόμο ποὺ πρόσφατα θεσμοθετήθηκε (μὴ γένοιτο!), ἀλλὰ νόμο ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ πολὺ παλιά. Γιατὶ εἶπε ὁ Κύριος σὲ κάποιο πλούσιο ποὺ τὸν ρώτησε, «τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή», καὶ καυχόταν ὅτι φύλασσε ὅλα ὅσα εἶναι γραμμένα στὸ νόμο· «ἕνα», λέει, «σοῦ λείπει· πήγαινε, πούλησε ὅσα ἔχεις, δῶσε τα στοὺς φτωχούς, καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς· καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις ἀφοῦ σηκώσεις τὸ Σταυρό. Αὐτὸς ὅμως ἀκούοντας αὐτὰ ἔγινε περίλυπος, γιατὶ ἦταν πολὺ πλούσιος. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Κύριος νὰ γίνεται περίλυπος εἶπε· πόσο δύσκολα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ! Γιατὶ εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάσει καραβόσχοινο ἀπὸ βελονότρυπα, παρὰ νὰ μπεῖ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ἀφοῦ λοιπὸν ἄκουσαν αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ὅλοι οἱ ἅγιοι, φρόντισαν νὰ ἀποχωρισθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὴ δυσκολία αὐτὴ τοῦ πλούτου καί, ἀφοῦ μοίρασαν τὰ πάντα καὶ μὲ τὸ μοίρασμα στοὺς φτωχοὺς ἐξασφάλισαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους πλοῦτο αἰώνιο, σήκωσαν τὸ σταυρὸ καὶ ἀκολούθησαν τὸ Χριστό, καὶ ἄλλοι, ὅπως σοῦ εἶπα, πέθαναν μαρτυρικά, ἄλλοι ἀγωνίσθηκαν ἀσκητικά, χωρὶς νὰ ὑστερήσουν σὲ τίποτε ἀπὸ ἐκείνους στὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς ἀληθινῆς φιλοσοφίας. Γνώριζε λοιπὸν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ βασιλιᾶ καὶ Θεοῦ μας, ποὺ μᾶς ἀποχωρίζει ἀπὸ τὰ φθαρτὰ καὶ μᾶς κάνει μετόχους τῶν αἰωνίων».

Λέει τότε ὁ Ἰωάσαφ· «Ἀφοῦ λοιπὸν εἶναι παλιὰ καὶ τόσο ἀναγκαία αὐτὴ ἡ φιλοσοφία, γιατί δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ ζηλωτὲς αὐτῆς τῆς ζωῆς;

Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε· «Πολλοὶ βέβαια τὴ μιμήθηκαν καὶ τὴ μιμοῦνται, οἱ περισσότεροι ὅμως μένουν ἀναποφάσιστοι καὶ τὴν ἀποφεύγουν. Γιατὶ λίγοι, ὅπως λέει ὁ Κύριος, εἶναι οἱ ὁδοιπόροι τοῦ στενοῦ καὶ κακοτράχαλου δρόμου, ἐνῶ τοῦ εὔκολου καὶ εὐρύχωρου οἱ περισσότεροι. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ αἰχμαλωτίσθηκαν μιὰ γιὰ πάντα ἀπὸ τὴ φιλοχρηματία καὶ τὰ κακὰ τῆς φιληδονίας καὶ προσκολλήθηκαν στὴν κούφια καὶ μάταιη δόξα, εἶναι δεμένοι μὲ αὐτὰ κατὰ τρόπο ποὺ δύσκολα μποροῦν νὰ ἀποσπασθοῦν, καθόσον πούλησαν μὲ τὴ θέλησή τους τοὺς ἑαυτούς τους δούλους σὲ ξένο κύριο, βρίσκονται ἀντίθετοι μὲ τὸ Θεὸ ποὺ τὰ διατάσσει αὐτά, καὶ κρατοῦνται δέσμιοι ἀπὸ αὐτόν. Γιατὶ ψυχὴ ποὺ θὰ κυριευθεῖ ἀπὸ ἀπογοήτευση γιὰ τὴ σωτηρία της, παραδίνοντας τὰ ἡνία της στὶς ἄλογες ἐπιθυμίες, περιφέρεται παντοῦ. Γι’ αὐτὸ κλαίοντας ὁ προφήτης τὴν ἀνοησία ποὺ εἶναι περιχυμένη σ’ αὐτὲς τὶς ψυχὲς καὶ θρηνώντας τὸ πάχος τῆς ὁμίχλης ποὺ τὶς περιμένει, ἔλεγε· «υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ὣς πότε θὰ ἔχετε βαρειὰ καρδιά; Γιατὶ ἀγαπᾶτε τὴ ματαιότητα καὶ ἐπιζητεῖτε τὸ ψέμα;». Πρὸς αὐτὸν συμφωνώντας καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς δικούς μας σοφοὺς δασκάλους, θεολογικότατος ἄνδρας, καὶ προσθέτοντας κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, φωνάζει σ’ ὅλους ὡσὰν ἀπὸ κάποια ἀπόμακρη καὶ πολὺ ψηλὴ τοποθεσία· «υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ὣς πότε θὰ ἔχετε βαρειὰ καρδιά; Γιατὶ ἀγαπᾶτε τὴ ματαιότητα καὶ ζητᾶτε τὸ ψέμα;». Θεωρεῖτε κάτι μεγάλο τὴν ἐδῶ ζωὴ καὶ τὴν ἀπόλαυση καὶ τὴ μικρὴ δόξα καὶ τὴν ταπεινὴ ἐξουσία καὶ τὴν ψεύτικη εὐημερία, τὰ ὁποῖα μᾶλλον δὲν ἀνήκουν σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν ἢ σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἐλπίζουν, οὔτε βέβαια σ’ αὐτοὺς ἢ σ’ ἐκείνους ποὺ οὔτε τὰ περίμεναν, ἀλλὰ φέρονται σὰν τὴ σκόνη ἀπὸ τὸ δυνατὸ ἀέρα καὶ ρίχνονται πότε στὸν ἕνα καὶ πότε στὸν ἄλλο, ἢ σὰν καπνὸς διαφεύγουν, καὶ σάν ὄνειρο παίζουν, καὶ σὰν σκιὰ δὲν συγκρατοῦνται, καὶ οὔτε ὅταν λείπουν εἶναι δύσκολο νὰ τὰ ἐλπίσουν αὐτοὶ ποὺ δὲν τὰ ἔχουν, οὔτε ὅταν ὑπάρχουν μένουν πιστὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν.

Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὲς τὶς ἐντολὲς δίνει ὁ Σωτήρας, αὐτὰ κηρύττουν οἱ προφῆτες καὶ ἀπόστολοι, καὶ οἱ ἅγιοι ὅλοι μὲ ἔργα καὶ μὲ λόγια μᾶς προτρέπουν στὸν ἀλάνθαστο δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἔστω καὶ ἂν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν καὶ περισσότεροι ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν τὸν εὐρύχωρο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, δὲν ἐλαττώνεται ἡ ζωὴ τῆς ἔνθεης αὐτῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ ὅπως ὁ ἥλιος, ἀνατέλλοντας γιὰ νὰ φωτίσει ὅλους, στέλνει ἄφθονα τὶς ἀκτίνες του καὶ προτρέπει ὅλους νὰ φωτισθοῦν, ἔτσι καὶ ἡ ἀληθινὴ φιλοσοφία σὰν ἥλιος φωτίζει καὶ περιθάλπει καὶ καθιστᾶ λαμπροὺς τοὺς ἐραστές της. Ἐὰν τώρα μερικοί, κλείνοντας τὰ μάτια, δὲ θελήσουν νὰ δοῦν τὸ φῶς του, δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς γι’ αὐτὸ ὁ ἥλιος, οὔτε γιὰ τοὺς ἄλλους ἄξιος περιφρονήσεως, οὔτε φυσικὰ ἡ λαμπρότητα τῆς λάμψης του μειώνεται μὲ τὴν ἀδιαφορία ἐκείνων. Ἀντίθετα, ἐκεῖνοι στερώντας ἀπὸ τὸ φῶς τὸν ἑαυτό τους, θὰ ψηλαφοῦν σὰν τυφλοὶ τοὺς τοίχους, θὰ πέσουν σὲ πολλοὺς βόθρους καὶ θὰ τρυπηθοῦν στὰ πρόσωπά τους ἀπὸ πολλὰ ἀγκάθια, ἐνῶ ὁ ἥλιος διατηρώντας τὴ λάμψη του θὰ φωτίζει ἐκείνους ποὺ ἀντικρύζουν τὸ φῶς του μὲ ἀκάλυπτο πρόσωπο. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ φέγγει βέβαια ὅλους πλουσιοπάροχα, μεταδίδοντάς μας τὴν λάμψη του, συμμετέχει ὅμως ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὴν ἔφεση καὶ προθυμία ποὺ ἔχει. Οὔτε ἄλλωστε ἀπαγορεύει σὲ κάποιον ποὺ θέλει νὰ τὸν ἀτενίζει ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, οὔτε πιέζει ἐκείνους ποὺ μὲ τὴ θέλησή τους προτιμοῦν τὸ σκοτάδι, ἀλλὰ ὁ καθένας πλησιάζει ἀνάλογα μὲ τὴν ἐλεύθερη προαίρεσή του, ὅσο χρόνο βρίσκεται στὴν παροῦσα ζωή».

Ὅταν ὁ Ἰωάσαφ ρώτησε νὰ μάθει τί σημαίνει αὐτεξούσιο καὶ τί προαίρεση, ὁ γέροντας εἶπε· «Αὐτεξουσιότητα εἶναι ἡ θέληση τῆς λογικῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία κινεῖται ἀνεμπόδιστα πρὸς ἐκεῖνο ποὺ θέλει, εἴτε ἀρετὴ εἴτε κακία, καμωμένη ἔτσι ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτεξουσιότητα ἐπίσης εἶναι ἡ αὐτοκυρίαρχη κίνηση τῆς νοερῆς ψυχῆς. Ἐνῶ προαίρεση εἶναι ἡ θεληματικὴ ὄρεξη αὐτῶν ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς, ἢ ἡ ὀρεκτικὴ θέληση αὐτῶν ποὺ ἑξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς. Γιατὶ μὲ τὴν προαίρεσή μας ἐπιθυμοῦμε αὐτὸ ποὺ προκρίθηκε ἀπὸ τὴ βουλή μας. Βουλὴ πάλι εἶναι ὄρεξη ποὺ ζητᾶ καὶ προκαλεῖται γύρω ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς· διότι πρῶτα βουλεύεται (σκέφτεται) κάποιος, ἐὰν ἔπρεπε νὰ κάνει ἕνα πρᾶγμα ἢ ὄχι, ἔπειτα κρίνει πιό εἶναι ἀνώτερο καὶ παίρνεται ἡ ἀπόφαση. Ἔπειτα διατίθεται ἀνάλογα καὶ ἀγαπᾶ αὐτὸ ποὺ ἀποφασίστηκε ἀπὸ τὴ βουλή, πρᾶγμα ποὺ λέγεται γνώμη· γιατί, ἐὰν ἀποφασίσει καὶ δὲν διατεθεῖ ἀνάλογα πρὸς αὐτὸ ποὺ ἀποφασίστηκε, ἐὰν δηλαδὴ δὲν τὸ ἀγαπήσει, δὲν λέγεται γνώμη. Ἔπειτα, μετὰ τὴ διάθεση, ἀκολουθεῖ ἡ προαίρεση, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογή· διότι προαίρεση εἶναι, ὅταν ἔχουμε μπροστά μας δύο πράγματα, νὰ διαλέξουμε τὸ ἕνα καὶ νὰ τὸ προτιμήσουμε ἀπὸ τὸ ἄλλο. Κανένας δὲν προκρίνει κάτι χωρὶς νὰ σκεφθεῖ, οὔτε προτιμᾶ χωρὶς νὰ προκρίνει. Γιατί, ὅταν δὲν εἴμαστε πρόθυμοι νὰ πραγματοποιήσουμε ὅλα ὅσα μᾶς φάνηκαν ὅτι εἶναι καλά, τότε προαίρεση καὶ προαιρετὸ γίνεται αὐτὸ ποὺ προκρίθηκε ἀπὸ τὴ σκέψη, ὅταν προσλάβει τὴν ὄρεξη. Καὶ ἔτσι συμπεραίνεται ὅτι προαίρεση εἶναι ὄρεξη βουλευτικὴ αὐτῶν ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐμᾶς· διότι ἐπιθυμοῦμε μὲ δίκή μας προτίμηση αὐτὸ ποὺ προκρίθηκε ἀπὸ τὴ βουλή. Γιατὶ κάθε βουλὴ γίνεται ἐξαιτίας κάποιας πράξεως καὶ γιὰ κάποια πράξη. Ἔτσι λοιπὸν πρὶν ἀπὸ κάθε προαίρεση προηγεῖται ἡ βουλή, καὶ πρὶν ἀπὸ κάθε πράξη ἡ προαίρεση. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο οἱ πράξεις, ἀλλὰ καὶ ὅσα σκεφτόμαστε, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουν τὶς προτιμήσεις μας, εἶναι πρόξενα καὶ ἐπιβραβεύσεων καὶ τιμωριῶν. Διότι ἀρχὴ μιᾶς ἁμαρτίας καὶ δίκαιας πράξεως εἶναι ἡ προαίρεση ποὺ ἀναφέρεται σ’ αὐτὰ ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐμᾶς. Αὐτὰ δηλαδὴ τῶν ὁποίων οἱ ἐνέργειες ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐμᾶς, αὐτῶν καὶ οἱ πράξεις κατὰ τὴν πραγματοποίησή τους ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἐμᾶς. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτῶνται οἱ ἐνέργειες τῆς ἀρετῆς, ἑπομένως καὶ οἱ ἀρετὲς ἐξαρτῶνται ἀπὸ μᾶς. Κυρίως ὅμως ἀπὸ μᾶς ἐξαρτῶνται ὅλα τὰ ψυχικὰ καὶ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα σκεπτόμαστε. Ἔτσι, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι σκέφτονται αὐτεξούσια καὶ αὐτεξούσια προτιμοῦν, στὸ βαθμὸ ποὺ προτιμᾶ κανείς, στὸν ἴδιο βαθμὸ καὶ μετέχει στὸ θεϊκὸ φῶς καὶ προκόβει στὰ θέματα τῆς φιλοσοφίας· γιατὶ ὑπάρχουν διαφορὲς στὴν προαίρεση. Καὶ ὅπως κάποιες πηγές νεροῦ ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, ἄλλες ἀπὸ αὐτὲς ἀναβλύζουν ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἄλλες λίγο πιὸ βαθειὰ καὶ ἄλλες ἀπὸ πολὺ βαθειά, καὶ ἀπὸ τὰ νερὰ τῶν πηγῶν αὐτῶν, ἐκεῖνα ποὺ πηγάζουν ἀπὸ μικρὸ βάθος εἶναι καὶ στὴ γεύση πιὸ γλυκά, ἐνῶ ἐκεῖνα ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὰ βαθειὰ εἶναι ἁλμυρὰ ἢ μυρίζουν θειάφι, καὶ ἀσφαλῶς τὰ πρῶτα τρέχουν ἄφθονα, ἐνῶ τὰ ἄλλα μόλις στάζουν, ἔτσι νὰ σκέφτεσαι καὶ γιὰ τὶς προαιρέσεις, ὅτι δηλαδὴ ἄλλες εἶναι ὁρμητικὲς καὶ πολὺ θερμές, ἐνῶ ἄλλες εἶναι ἀργὲς καὶ κρύες, ἄλλες ἔχουν τάση πρὸς τὰ καλὰ καὶ ἄλλες ἀποκλίνουν μ’ ὅλη τὴ δύναμή τους πρὸς τὸ ἀντίθετο. Σύμφωνα λοιπὸν πρὸς τὶς διαθέσεις τους, ἀκολουθοῦν καὶ οἱ ἐνέργειες γιὰ τὴν πραγματοποίησή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

Ὁ Ἰωάσαφ τότε λέει στὸν γέροντα· «Μήπως ὑπάρχουν τώρα καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ κηρύττουν τὰ ἴδια ὅπως καὶ σύ, ἢ μήπως εἶσαι ὁ μόνος σήμερα ποὺ τὰ διδάσκεις αὐτὰ καὶ παρουσιάζεις τόσο μισητὴ τὴν ἐδῶ ζωή;»

Ἐκεῖνος ἀπαντῶντας εἶπε· «Σ’ αὐτὴ τὴν τόσο δυστυχισμὲνη χώρα μας δὲν γνωρίζω κανένα· γιατὶ ἡ τυραννία τοῦ πατέρα σου τοὺς ἐπέβαλε μύριους θανάτους καὶ τὄβαλε σκοπὸ νὰ μὴν ἀκούεται καθόλου μεταξύ σας τὸ κήρυγμα τῆς θεογνωσίας. Σὲ ὅλες ὅμως τὶς ἄλλες χῶρες ψάλλονται αὐτὰ καὶ δοξολογοῦνται, σὲ ἄλλους μὲ πολὺ σωστὸ λόγο καὶ σ’ ἄλλους διαστρεβλωμὲνα, γιατὶ ὁ ἐχθρὸς τῶν ψυχῶν μας τοὺς ἔκανε νὰ παρεκκλίνουν ἀπὸ τὸν ἴσιο δρόμο καὶ τοὺς διαμοίρασε σὲ ξένες δοξασίες, καὶ τοὺς δίδαξε μερικὰ χωρία τῆς Γραφῆς νὰ τὰ ἑρμηνεύουν ἀλλιῶς καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸ νόημα ποὺ κρύβουν. Μία ὅμως εἶναι ἡ ἀλήθεια, αὐτὴ ποὺ κηρύχθηκε ἀπὸ τοὺς ἔνδοξους ἀποστόλους καὶ τοὺς θεοφόρους πατέρες καὶ λάμπει πιὸ φωτεινὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο στὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴ μιὰ ὡς τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς οἰκουμένης, τῆς ὁποίας ἐγὼ στάλθηκα σὲ σένα ὡς κήρυκας καὶ διδάσκαλος».

Εἶπε τότε ὁ Ἰωάσαφ πρὸς αὐτόν· «Τίποτε λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ δὲν ἔμαθε ὁ πατέρας μου;» Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε· «Μὲ σαφήνεια καὶ λεπτομέρεια δὲν ἔμαθε τίποτε· γιατί, ἔχοντας βουλωμὲνες τὶς αἰσθήσεις, θεληματικὰ δὲ δέχεται τὸ καλό, κλίνοντας αὐτοπροαίρετα πρὸς τὸ κακό».

Ὁ Ἰωάσαφ τότε εἶπε· «Ἤθελα ὅμως νὰ μυηθεῖ κι ἐκεῖνος σ’ αὐτά». Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε· ««Τὰ ἀδύνατα στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό». Ποῦ ξὲρεις δηλαδὴ, ἂν δὲ σώσεις ἐσὺ τὸν πατέρα σου καὶ μὲ τρόπο θαυματουργικὸ δὲν γίνεις γεννήτορας τοῦ γεννήτορά σου;

Ἄκουσα ὅτι ὑπῆρχε ἕνας βασιλιάς, ποὺ κυβερνοῦσε τὸ βασιλειό του πολὺ καλὰ καὶ μεταχειριζόταν τὸ λαὸ του μὲ πραότητα καὶ μειλιχιότητα, καὶ μόνο σ’ αὐτὸ ἔσφαλλε, ὅτι δὲν εἶχε τὸ φωτισμὸ τῆς θεογνωσίας, ἀλλὰ κατεχόταν ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Εἶχε ὅμως κάποιο σύμβουλο ἀγαθὸ καὶ στολισμένο ἀπὸ κάθε ἄποψη μὲ τὴν πρὸς τὸ Θεὸ εὐσέβεια καὶ ὅλη τὴν ἄλλη ἐνάρετη σοφία, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ στενοχωριόταν καὶ ὑπέφερε γιὰ τὴν πλάνη τοῦ βασιλιᾶ καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἐλέγξει γι’ αὐτό, ὅμως συγκρατοῦσε τὴν ὁρμή του, γιατὶ φοβόταν μήπως γίνει πρόξενος κακῶν καὶ στὸν ἑαυτό του καὶ στοὺς φίλους του, καὶ ἔτσι σταματήσει ἡ ὠφέλεια ποὺ ἔβρισκαν πολλοὶ μέσω αὐτοῦ. Ζητούσε ὅμως κατάλληλη εὐκαιρία νὰ τὸν προσελκύσει πρὸς τὸ ἀγαθό.

Μιὰ νύχτα λοιπὸν τοῦ λέει ὁ βασιλιάς· «Ἔλα νὰ βγοῦμε καὶ νὰ περπατήσουμε στὴν πόλη μήπως δοῦμε κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὠφελοῦν». Καθὼς ὅμως διέσχιζαν τὴν πόλη, εἶδαν μιὰ ἀκτίνα φωτὸς νὰ φέγγει ἀπὸ μιὰ τρύπα, καὶ βάζοντας τὰ μάτια τους σ’ αὐτήν, βλέπουν ἕνα ὑπόγειο σπίτι ποὺ ἔμοιαζε σὰν σπήλαιο, στὸ ὁποῖο καθόταν ἕνας ἄνδρας ποὺ ζοῦσε σὲ ἀνείπωτη φτώχεια καὶ φοροῦσε μερικὰ εὐτελῆ κουρὲλια, καὶ δίπλα του στεκόταν ἡ γυναίκα του κερνώντας του κρασί. Ὅταν ὁ ἄνδρας πῆρε στὰ χέρια τὸ ποτήρι, ἐκείνη, τραγουδώντας ἕνα εὐχάριστο τραγούδι, τὸν διασκέδαζε χορεύοντας καὶ γοήτευε τὸν ἄνδρα μὲ κοπλιμέντα. Ἡ συνοδεία λοιπὸν τοῦ βασιλιᾶ, παρατηρώντας τα γιὰ πολλὴ ὥρα αὐτά, ἀποροῦσαν πῶς, ἐνῶ πιέζονται ἀπὸ τέτοια φτώχεια, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν οὔτε σπίτι οὔτε φορὲματα, περνούσαν τόσο χαρούμενα τὴ ζωή τους.

Λέει τότε ὁ βασιλιὰς στὸν πρωτοσύμβουλό του. «Πὼ πὼ θαῦμα, φίλε μού! γιατὶ οὔτε σὲ μένα οὔτε σὲ σένα ἄρεσε ποτὲ τόσο πολὺ ἡ ζωή, ἂν καὶ λάμπει ἀπὸ τόση μεγαλοπρέπεια καὶ ἀπόλαυση, ὅσο εὐχαριστεῖ αὐτὴ ἡ εὐτελὴς καὶ ταλαιπωρημένη ζωὴ αὐτοὺς ἐδῶ τοὺς ἀνόητους, καὶ τούς εὐφραίνει, ὄντας γλυκειὰ καὶ ὄμορφη γι’ αὐτούς, αὐτὴ ἡ ζωὴ ποὺ εἶναι ὁλοφάνερα τραχειὰ καὶ ἀπευκταία».

Ὁ πρωτοσύμβουλος τότε, ἁρπάζοντας τὴν κατάλληλη εὐκαιρία, εἶπε· «Πῶς σοῦ φαίνεται ἐσένα, βασιλιά μου, ἡ ζωὴ αὐτῶν;» Καὶ ὁ βασιλιὰς εἶπε· «Ἀπὸ ὅλες ὅσες εἶδα ποτὲ ἡ πιὸ ἀηδὴς καὶ δυστυχισμένη, σιχαμερὴ καὶ ἀπαίσια».

Τότε τοῦ λέει ὁ πρωτοσύμβουλος· «Γνώριζε καλά, βασιλιά μου, ὅτι ἔτσι καὶ πολὺ χειρότερη θεωρεῖται ἡ δική μας ζωὴ σ’ ἐκείνους ποὺ ἐποπτεύουν καὶ εἶναι μυημὲνοι σ’ ἐκείνη τὴν ἀΐδια δόξα καὶ στὰ ἀγαθὰ ποὺ ξεπερνοῦν κάθε σκέψη. Καὶ τὰ σπίτια ποὺ καταλάμπουν ἀπὸ χρυσάφι καὶ τὰ πολυτελῆ αὐτὰ ἐνδύματα καὶ ἡ ὑπόλοιπη μαλθακότητα τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι πιὸ ἀηδιαστικὰ καὶ ἀπὸ τὰ σκύβαλα καὶ τοὺς ὀχετοὺς στὰ μάτια ἐκείνων ποὺ γνωρίζουν τὶς ἀπερίγραπτες ὀμορφιὲς τῶν ἀχειροποίητων καταλυμάτων ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό, τῆς θεοΰφαντης στολῆς καὶ τῶν ἄφθαρτων στεμμάτων ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν, ὁ Δημιουργὸς ὅλων καὶ Κύριος. Ὅπως αὐτοὶ φάνηκαν σὲ μᾶς ὅτι εἶναι ἀνόητοι, πολὺ περισσότερο ἐμεῖς, ποὺ περιπλανώμαστε στὸν κόσμο καὶ ἀρεσκόμαστε μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ψεύτικη δόξα καὶ τὴν ἀνόητη ἀπόλαυση, εἴμαστε ἄξιοι θρήνων καὶ δακρύων στὰ μάτια ἐκείνων ποὺ γεύθηκαν τὴ γλυκύτητα ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν».

Ὁ βασιλιὰς ἀκούοντας αὐτὰ καὶ μένοντας ἄφωνος εἶπε· «Ποιοί λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀνώτερη ἀπὸ τὴ δική μας τὴ ζωή;» Καὶ ὁ πρωτοσύμβουλος εἶπε· «Ὅλοι ὅσοι προτίμησαν τὰ αἰώνια ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα». Καὶ ἐπειδὴ πάλι ὁ βασιλιὰς ζητοῦσε νὰ μάθει ποιά εἶναι αὐτὰ τὰ αἰώνια, λέει ὁ ἄνδρας·

«Εἶναι ἡ βασιλεία ποὺ δὲν ἔχει διαδοχή, καὶ ἡ ζωὴ ποὺ δὲν ὑπόκειται σὲ θάνατο, καὶ ὁ πλοῦτος ποὺ ποτὲ δὲν ὑποψιάζεται φτώχεια, καὶ ἡ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη ποὺ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε λύπη καὶ στενοχώρια, καὶ ἡ διαρκὴς εἰρήνη ποὺ εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε ἔχθρα καὶ φιλονεικία. Ὅσοι ἀξιωθοῦν νὰ τὰ ἀπολαύσουν αὐτὰ εἶναι εὐτυχισμὲνοι καὶ μάλιστα πολλὲς φορὲς· διότι θὰ ζήσουν ζωὴ χωρὶς λύπη καὶ στενοχώρια στοὺς αἰῶνες, ἀπολαμβάνοντας χωρὶς κόπο ὅλα τὰ εὐχάριστα καὶ τερπνὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ συμβασιλεύοντας μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ αἰώνια».

Καί, ὅταν ὁ βασιλιὰς ρώτησε, «Ποιός εἶναι ἄξιος νὰ τὰ ἐπιτύχει αὐτά;» Ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ· διότι ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλεύθερη μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ θέλησαν».

Ὁ βασιλιὰς εἶπε· «Καὶ ποιός εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ;» Πρὸς αὐτὸν ἀπάντησε ὁ λαμπρὸς ἐκεῖνος στὴν ψυχή· «Τὸ νὰ γνωρίζουμε τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν μονογενῆ Υἱό του καὶ τὸ ἅγιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα».

Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ποὺ εἶχε φρόνηση ἀντάξια τῆς βασιλικῆς του ἁλουργίδας, τοῦ εἶπε· «Καὶ τί σὲ ἐμπόδισε μέχρι τώρα νὰ μὴ μοῦ κάνεις λόγο γι’ αὐτά; Γιατὶ νομίζω ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα ἄξια ἀναβολῆς καὶ μεταθέσεως, ἐὰν βέβαια εἶναι ἀληθινά· ἐὰν πάλι εἶναι ἀμφίβολα, πρέπει νὰ ζητήσω ἐπίμονα μέχρις ὅτου βρῶ τὸ ἀναμφισβήτητο».

Τοῦ λέει ὁ ἄνδρας· «Δὲν ἦταν ὅτι κατεχόμουν ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ἀπερισκεψία καὶ γι’ αὐτὸ ἀπέφυγα νὰ σοῦ μιλήσω γι’ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀληθινὰ βέβαια καὶ τελείως ἀναμφίβολα, ἀλλὰ ἐπειδὴ σεβόμουνα τὴν ὑπεροχὴ τῆς δόξας σου, μήπως σοῦ γίνω ἐνοχλητικός. Ἐὰν λοιπὸν διατάζεις τὸν ὑπηρέτη σου νὰ σοῦ μιλάει στὸ ἑξῆς γι’ αὐτά, θὰ ὑπηρετήσω πιστὰ τὴ διαταγή σου».

Τοῦ λέει τότε ὁ βασιλιάς· «Ὄχι μόνο κάθε μέρα, ἀλλὰ καὶ κάθε ὥρα νὰ μοῦ ἀνανεώνεις τὴν ὑπενθύμηση αὐτῶν· γιατὶ δὲν πρέπει αὐτὰ νὰ τὰ ἀκοῦμε μὲ ἀδιαφορία, ἀλλὰ πάρα πολὺ θερμὰ καὶ μὲ ἰδιαίτερη προσοχή».

Καὶ πρόσθεσε ὁ Βαρλαὰμ· «Ἀκούσαμε λοιπὸν ὅτι ὁ βασιλιὰς αὐτὸς ἔζησε στὸ ἑξῆς μὲ εὐσέβεια καί, ἀφοῦ διήνυσε τὴν ἐδῶ ζωὴ γαλήνια, δὲν ἀπέτυχε καὶ τὴν μελλοντικὴ μακαριότητα. Ἐὰν ἑπομένως καὶ στὸ δικό σου πατέρα κάποιος μιλήσει στὸν κατάλληλο καιρὸ γι’ αὐτά, ἴσως νὰ αἰσθανθεῖ καὶ νὰ καταλάβει σὲ πόσα κακὰ ἐγκλωβίστηκε καί, φεύγοντας ἀπὸ αὐτά, νὰ διαλέξει τὸ ἀγαθό. Γιατὶ τώρα, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα, εἶναι τυφλὸς καὶ δὲ βλέπει, ἔχοντας στερήσει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὸ ἀληθινὸ φῶς καὶ αὐτομολώντας στὸ σκοτάδι τῆς ἀσέβειας».

Καὶ ὁ Ἰωάσαφ τοῦ εἶπε· «Ὅσα ἀφοροῦν τὸ πατέρα μου θὰ τὰ κατευθύνει ὁ Κύριος, ὅπως ὁρίζει· γιατὶ σ’ αὐτόν, ὅπως εἶπες, εἶναι δυνατὰ ὅλα ὅσα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀδύνατα· ἐγὼ ὅμως, μὲ τὰ δικά σου ἀξεπέραστα λόγια, καταφρονῶντας τὴν ματαιότητα τῶν παρόντων, σκέφτομαι νὰ ἀπομακρυνθῶ τελείως ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ περάσω τὴν ὑπόλοιπη ζωή μου μαζί σου, γιὰ νὰ μὴ χάσω τὴν ἀπόλαυση τῶν αἰώνιων καὶ ἄφθαρτων ἀγαθῶν, ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν πρόσκαιρων καὶ ρευστῶν».

Πρὸς αὐτὸν ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε· «Ἐὰν τὸ κάνεις αὐτό, θὰ μοιὰσεις μὲ κάποιο νέο πολὺ φρόνιμο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἄκουσα ὅτι καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ ἔνδοξους γονεῖς. Αὐτὸν ὁ πατέρας του τὸν ἀρραβώνιασε μὲ τὴ θυγατέρα κάποιου, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐγένεια καὶ τὸν πλοῦτο του, πολὺ ὡραία, ἀνακοινώνοντας καὶ στὸ γιό του γιὰ τὸ γάμο καὶ λέγοντάς του πῶς τὰ εἶχε προγραμματίσει αὐτὸς ὅλα. Ἀκούοντάς τα ἐκεῖνος καὶ ἀπορρίπτονττας τὸ πρᾶγμα ὡς κάτι τὸ ἀταίριαστο καὶ ἀπαράδεκτο, ἐγκατέλειψε τὸν πατέρα του καὶ ἔφυγε ὡς ἐξόριστος. Καθὼς ὅμως βάδιζε φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι κάποιου γέροντα φτωχοῦ, γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας.

Ἡ θυγατέρα τοῦ φτωχοῦ, ποὺ ἦταν μοναχοκόρη καὶ ἀνύπαντρη, καθισμένη μπροστὰ στὴν πόρτα δούλευε μὲ τὰ χέρια, ἐνῶ μὲ τὸ στόμα εὐλογοῦσε ἀκατάπαυστα τὸ Θεὸ εὐχαριστώντας τον ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της. Ὁ νέος ἀκούοντας τοὺς ὕμνους της ρώτησε· «Ποιό εἶναι, γυναῖκα, τὸ ἐπάγγελμα σου; Καὶ γιὰ ποιό πρᾶγμα, ἐνῶ εἶσαι τόσο εὐτελὴς καὶ φτωχή, εὐχαριστεῖς τὸν δωρητὴ ὑμνολογώντας τον, σὰν νὰ σοῦ ἔκανε μεγάλα δῶρα;»

Ἐκείνη τότε τοῦ ἀπάντησε· «Δὲ γνωρίζεις ὅτι, ὅπως ἕνα μικρὸ φάρμακο γλυτώνει πολλὲς φορὲς τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ μεγάλες ἀρρώστιες, ἔτσι καὶ τὸ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὰ μικρά, γίνεται αἰτία μεγάλων; Ἐγὼ λοιπόν, ποὺ εἶμαι θυγατέρα φτωχοῦ γέροντα, εὐχαριστῶ καὶ εὐλογῶ τὸ Θεὸ γι’ αὐτὰ τὰ μικρά, γνωρίζοντας ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔδωσε αὐτά, μπορεῖ νὰ δώσει καὶ μεγαλύτερα. Καὶ αὐτὰ βέβαια γιὰ τοὺς μὴ Χριστιανοὺς καὶ ὄχι γιὰ τοὺς δικούς μας, στοὺς ὁποίους οὔτε γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν πολλὰ προστίθεται κάποιο κέρδος (γιὰ νὰ μὴ πῶ ὅτι πολλὲς φορὲς γίνεται καὶ ζημιὰ), οὔτε καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ πῆραν λιγότερα γίνεται κάποια βλάβη, ἀφοῦ καὶ οἱ δύο βαδίζουν τὸν ἴδιο δρόμο καὶ πηγαίνουν στὸ ἴδιο τέρμα. Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τὰ πολὺ ἀναγκαῖα καὶ σπουδαῖα ἔχω δεχθεῖ πολλὰ καὶ πολὺ μεγάλα δῶρα ἀπὸ τὸ Δεσπότη μου, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἀριθμηθοῦν, οὔτε ὑπόκεινται σὲ ὑπολογισμό. Γιατὶ γεννήθηκα «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ, καὶ ἀξιώθηκα νὰ τὸν γνωρίσω, προικίστηκα μὲ λόγο κατ’ ἐξαίρεση ἀπὸ ὅλα τὰ ζῶα, καὶ ἔχω ἀνακληθεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἐξαιτίας τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ μας, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παίρνω μέρος στὰ μυστήριά του, καὶ ἡ πόρτα τοῦ παραδείσου ἀνοίχτηκε, ἐπιτρέποντας μου τὴν εἴσοδο χωρὶς ἐμπόδια, ἐὰν τὸ θελήσω. Γιὰ τὰ τόσα βέβαια καὶ τέτοιου εἴδους δῶρα του, στὰ ὁποῖα συμμετέχουν πλούσιοι καὶ φτωχοί, μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ τὸν εὐχαριστήσω ὅσο τοῦ ἀξίζει· ἐὰν ὅμως δὲν προσφέρω καὶ τὴ μικρὴ αὐτὴ ὑμνολογία στὸ δωρητή μου, ποιά δικαιολογία θὰ ἔχω;»

Ὁ νεαρὸς θαυμάζοντας τὴν πολλὴ φρόνησή της, φώναξε τὸν πατέρα της καὶ τοῦ εἶπε· «Δός μου τὴ θυγατέρα σου, γιατὶ ἀγάπησα τὴ φρονιμάδα καὶ τὴν εὐσέβειά της». Καὶ ὁ γέροντας εἶπε· «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρεις αὐτήν, τὴ θυγατέρα ἑνὸς φτωχοῦ, σὺ ποὺ κατάγεσαι ἀπὸ πλούσιους γονεῖς».

Πάλι ὅμως ὁ νέος λέει· «Ναί, θὰ τὴν πάρω, ἐὰν δὲν τὸ ἀπαγορεύεις· γιατὶ μοῦ εἶχε δοθεῖ ὡς μνηστὴ θυγατέρα εὐγενῶν καὶ πλούσιων γονέων καί, ἀφοῦ τὴν ἐγκατέλειψα, ἔφυγα, ἐνῶ τὴ δική σου θυγατέρα, ποὺ τὴν ἀγάπησα γιὰ τὴν εὐσέβειά της πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴ μυαλωμένη φρονιμάδα της, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν νυμφευθῶ».

Καὶ ὁ γέροντας εἶπε πρὸς αὐτόν· «Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὴ δώσω νὰ τὴν ὁδηγήσεις στὸ σπίτι τοῦ πατέρα σου καὶ ν’ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά μου, γιατὶ τὴν ἔχω μοναχοκόρη». Καὶ ὁ νεαρὸς εἶπε· «Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ μείνω μαζί σας καὶ θὰ δεχθῶ τὴ δική σας ζωή».

Ἔπειτα, ἀφοῦ ἔβγαλε τὴν πολυτελῆ φορεσιά του, ζήτησε καὶ φόρεσε τὰ ροῦχα τοῦ γέροντα. Ἀφοῦ ἐκεῖνος τὸν προκάλεσε πολλὲς φορὲς καὶ δοκίμασε μὲ ποικίλους τρόπους τὸ λογισμό του, ὅταν κατάλαβε ὅτι ἔχει σταθερὴ ἀπόφαση καὶ ὅτι δὲν ζητᾶ τὴ θυγατέρα του ἐπειδὴ κατεχόταν ἀπὸ ἔρωτα ἀφροσύνης, ἀλλ’ ὅτι προτίμησε νὰ ζεῖ φτωχὰ ἀπὸ ἔρωτα εὐσέβειας, τὴν ὁποία προέκρινε ἀπὸ τὴ δόξα καὶ εὐγένειά του, τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι, τὸν ἔβαλε μέσα στὸ θησαυροφυλάκιό του καὶ τοῦ ἔδειξε πλοῦτο πολὺ ποὺ ἦταν στὴν κατοχή του καὶ ἀμέτρητο πλῆθος χρημάτων, τόσο ποὺ ποτέ του δὲν εἶχε ξαναδεῖ ὁ νεαρός.

Καὶ τοῦ λέει· «Παιδί μου, ὅλα αὐτὰ σοῦ τὰ δίνω, ἐπειδὴ ζήτησες νὰ γίνεις ἄνδρας τῆς θυγατέρας μου, γιὰ νὰ γίνεις καὶ κληρονόμος τῆς περιουσίας μου». Κάνοντας ἐκεῖνος κτῆμα του τὴν κληρονομία αὐτή, ξεπέρασε ὅλους τοὺς ἔνδοξους καὶ τοὺς πλουσίους τῆς γῆς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Εἶπε τότε ὁ Ἰωάσαφ στὸ Βαρλαὰμ· «Ἡ διήγηση αὐτὴ πολὺ ταιριαστὰ παριστάνει τὴ δική μου περίπτωση· γι’ αὐτὸ νομίζω πὼς καὶ γιὰ μένα ἔχουν λεχθεῖ αὐτά. Ὅμως ποιά εἶναι δοκιμασία μὲ τὴν ὁποία ζητᾶς νὰ μάθεις τὴ σταθερότητα τῆς ἀποφάσεώς μου;»

Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε· «Ἐγὼ καὶ σὲ ἔχω ἤδη δοκιμάσει καὶ κατάλαβα πόσο συνετὴ καὶ σταθερὴ εἶναι ἡ ἀπόφασά σου, καὶ πόσο εὐθεῖα πράγματι εἶναι ἡ ψυχή σου, αὐτὰ ὅμως θὰ τὰ βεβαιώσει ἡ τελικὴ πράξη σου. Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ λυγίζω τὰ γόνατά μου στὸν Τριαδικὸ Θεό μας, ποὺ εἶναι ὁ δημιουργὸς ὅλων, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει πραγματικὰ καὶ ὑπάρχει πάντοτε, καὶ δὲν εἶχε ποτὲ ἀρχὴ τῆς ἔνδοξης ὕπαρξής του, οὔτε ἔχει τέλος καὶ ποὺ εἶναι φοβερὸς καὶ παντοδύναμος, ἀγαθὸς καὶ εὔσπλαγχνος, νὰ φωτίσει τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς σου καὶ νὰ σοῦ δώσει πνεῦμα σοφίας καὶ ἀποκαλύψεως γιὰ νὰ τὸν γνωρίσεις καὶ νὰ μάθεις καλὰ ποιά εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς κλήσεώς του καὶ ποιός ὁ πλοῦτος τῆς δόξας τῆς κληρονομίας του μεταξὺ τῶν ἁγίων, καὶ πόσο τὸ ὑπερβολικὸ μέγεθος τῆς δύναμής του σὲ μᾶς ποὺ πιστεύουμε, γιὰ νὰ μὴ εἶσαι πιὰ ξένος καὶ πάροικος, ἀλλὰ συμπολίτης τῶν ἁγίων καὶ φίλος τοῦ Θεοῦ, οἰκοδομημένος πάνω στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, τοῦ ὁποίου ἀκρογωνιαῖος λίθος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὸν ὁποῖο δένεται ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα καὶ μεγαλώνει ὥστε νὰ γίνει ναὸς ἅγιος γιὰ τὸν Κύριο».

Ὁ Ἰωάσαφ τότε, νοιώθοντας μεγάλη συγκίνηση στὴν καρδιά, εἶπε· «Ἐπειδὴ κι ἐγὼ ποθῶ νὰ γνωρίσω ὅλα αὐτά, σὲ παρακαλῶ κάνε μου γνωστὸ καὶ τὸν πλοῦτο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ὑπερβολική του δύναμη».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ τοῦ εἶπε· «Προσεύχομαι στὸ Θεὸ νὰ σοῦ τὰ διδάξει αὐτὰ καὶ νὰ βάλει μέσα στήν ψυχή σου τὴ γνώση ὅλων αὐτῶν, γιατὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ λεχθεῖ ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμή του ἀπὸ ἀνθρώπους, ἔστω καὶ ἂν ἑνωθοῦν σὲ μιὰ ὅλες οἱ γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν τωρινῶν καὶ ἐκείνων ποὺ ὑπῆρξαν παλαιότερα. Γιατὶ «τὸν Θεό», λέει ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ θεολόγος, «δὲν τὸν εἶδε ποτὲ κανένας· μόνο ὁ μονογενὴς Υἱός, ποὺ βρίσκεται μέσα στὸν κόλπο τοῦ Πατέρα, ἐκεῖνος μᾶς τὸν ἔκανε γνωστό». Ποιός ἄλλωστε ἀπὸ τοὺς γήϊνους θὰ μπορέσει νὰ κατανοήσει τὴ δόξα καὶ τὴ μεγαλωσύνη τοῦ ἀόρατου καὶ ὑπεράπειρου, παρὰ μόνο ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο ἐκεῖνος θὰ ἀποκαλύψει, ὅσο θέλει, ὅπως ἀποκάλυψε στοὺς προφῆτες καὶ ἀποστόλους; Ἐμεῖς ἀπὸ τὸ κήρυγμα αὐτῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση τῶν πραγμάτων μαθαίνουμε ὅ,τι εἶναι σὲ μᾶς δυνατὸ νὰ μάθουμε. Γιατὶ ἡ Γραφὴ λέει· «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ μᾶς ἐξαγγέλλει τὸ ἔργο τῶν χειρῶν του»· καί· «οἱ ἀόρατες ἰδιότητές του, δηλαδὴ ἡ αἰώνια δύναμη καὶ θεότητά του, βλέπονται καθαρὰ ἀπὸ τότε ποὺ κτίστηκε ὁ κόσμος, κατανοούμενα μέσω τῶν δημιουργημάτων».

Ὅπως δηλαδὴ κάποιος ἕνα σπίτι κτισμένο ὡραῖα καὶ μὲ τέχνη, ἢ ἕνα σκεῦος συναρμολογημένο ὡραῖα, μόλις τὸ δεῖ θαυμάζει ἀμέσως τὸν οἰκοδόμο ἢ τὸν τεχνίτη, ἔτσι κι ἐγώ, ποὺ πλάσθηκα ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ ἦρθα στὴν ὕπαρξη, ἂν καὶ δὲν μπορῶ νὰ δῶ τὸν πλάστη καὶ χορηγὸ τῆς ὑπάρξεώς μου, ὅμως ἀπὸ τὴν ὡραία καὶ θαυμάσια κατασκευή μου γνώρισα τὴ σοφία του, ὄχι τί ἀκριβῶς εἶναι, ἀλλὰ ὅσα μποροῦσα νὰ κατανοήσω, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔγινα τυχαίως, οὔτε ἔγινα ἀπὸ μόνος μου, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸς μὲ ἔπλασε ὅπως θέλησε, βάζοντάς με νὰ ἐξουσιάζω ὅλα τὰ κτίσματα, κάνοντάς μὲ ὅμως ἀπὸ μερικὰ κατώτερον, καὶ ὅταν διασπάστηκα, πάλι μὲ ξανάπλασε μὲ ἀνώτερη ἀνακαίνιση, καὶ ἔπειτα, παίρνοντάς μὲ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ τὸ θεϊκό του πρόσταγμα, μὲ μετέθεσε σὲ ἄλλη ζωὴ ἀτελείωτη καὶ αἰώνια, χωρὶς νὰ μπορῶ σὲ κανένα ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἀντισταθῶ στὴ δύναμη τῆς πρόνοιάς του, οὔτε νὰ προσθέσω κάτι στὸν ἑαυτό μου, οὔτε καὶ νὰ ἀφαιρέσω, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἡλικία, εἴτε ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῆς ὄψης, οὔτε νὰ μπορῶ νὰ ἀνακαινίσω τὰ παλιά μου οὔτε τὰ φθαρμὲνα νὰ τὰ ἐπανορθώσω. Γιατὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους μπόρεσε ποτὲ νὰ κάνει κάτι, οὔτε βασιλιάς, οὔτε σοφός, οὔτε πλούσιος, οὔτε ἐξουσιαστής, οὔτε κανένας ἄλλος ποὺ ἀσκεῖ ἀνθρώπινα ἐπαγγέλματα. Γιατὶ κανένας, λέει, ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς ἢ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κατέχουν ἀξιώματα εἶχε ἰδιαίτερη ἀρχὴ δημιουργίας, ἀλλὰ ἕνας εἶναι ὁ τρόπος εἰσόδου ὅλων στὴ ζωή, καὶ τῆς ἐξόδου ἐπίσης.

Ἀπὸ αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ὑπάρχουν γύρω μου ὁδηγοῦμαι στὴ γνώση τοῦ μεγαλείου τοῦ Δημιουργοῦ, μαζὶ μ’ αὐτὰ ὅμως, βλέποντας καὶ τὴν ἁρμονικὴ κατασκευὴ καὶ συντήρηση ὅλης τῆς κτίσεως, ὅτι δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ καθεαυτὰ ὑπόκεινται σὲ ἀλλαγὴ καὶ ἀλλοίωση, τὰ μὲν νοητὰ μὲ τὴν προαίρεσή τους, ὡς πρὸς τὴν πρόοδό τους στὸ καλὸ καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ τὸ καλό, ἐνῶ τὰ αἰσθητά, ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ φθορά, τὴν αὔξηση καὶ τὴ μείωση, τὴν ποιοτική μεταβολὴ καὶ τὴν τοπικὴ μετακίνηση, βλέπω ὅτι καὶ αὐτὰ διακηρύττουν μὲ φωνὲς σιωπηλές, ὅτι δημιουργήθηκαν καὶ συγκρατοῦνται καὶ συντηροῦνται καὶ φροντίζονται ἀπὸ τὸν ἄκτιστο καὶ ἀμετάτρεπτο καὶ ἀναλλοίωτο Θεό. Διότι πῶς ἀλλιῶς θὰ μποροῦσαν οἱ ἀντίθετες φυσικὲς δυνάμεις νὰ συνεργασθοῦν μεταξύ τους γιὰ νὰ ἀποτελέσουν ἕνα κόσμο, καὶ θὰ ἔμεναν ἀδιάλυτες, ἐὰν δὲν τὰ συμβίβαζε αὐτὰ καὶ δὲν τὰ διατηροῦσε πάντοτε ἑνωμένα κάποια παντοδύναμη δύναμη; Πῶς ἄλλωστε θὰ παρέμενε κάτι, ἐὰν δὲν τὸ ἤθελε ἐκεῖνος; Ἢ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ διατηρηθεῖ, ὅπως λέει ἡ Γραφή, αὐτὸ ποὺ δὲν θὰ τὸ καλοῦσε αὐτὸς στὴν ὕπαρξη;

Διότι, ἐὰν ἕνα πλοῖο ἀκυβέρνητο δὲν συγκρατεῖται, ἀλλὰ εὔκολα βυθίζεται, καὶ ἕνα μικρὸ σπίτι δὲν στέκεται ἂν δὲν ὑπάρχει κάποιος νὰ τὸ φροντίζει, πῶς θὰ συγκρατιόταν ἐπὶ τόσα χρόνια ὁ κόσμος, ἕνα δημιούργημα τόσο μεγάλο, καὶ τόσο ὡραῖο καὶ θαυμαστό, χωρὶς κάποια ἔνδοξη καὶ μεγάλη καὶ ἀξιοθαύμαστη διακυβέρνηση καὶ πάνσοφη πρόνοια; Γιατὶ νά, ὁ οὐρανὸς πόσο χρόνο ὑπάρχει καὶ δὲν ἀμαυρώθηκε· τῆς γῆς ἡ δύναμη δὲν ἀτόνησε, ἂν καὶ γεννᾶ τόσο χρόνο· οἱ πηγὲς δὲν ἔπαψαν νὰ ἀναβλύζουν ἀπὸ τότε ποὺ ἔγιναν· ἡ θάλασσα, ἂν καὶ δέχεται τόσα ποτάμια, δὲν ξεπέρασε τὰ ὅριά της· οἱ πορεῖες τοῦ ἥλιου καὶ τῆς σελήνης δὲν ἔχουν ἀλλοιωθεῖ· ἡ κανονικὴ σειρὰ τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας δὲν ἄλλαξε. Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ γίνεται φανερὴ σὲ μᾶς ἡ ἀπερίγραπτη δύναμη καὶ μεγαλοπρέπεια τοῦ Θεοῦ, ποὺ μαρτυρεῖται ἀπὸ προφῆτες καὶ ἀποστόλους· ἀλλὰ κανένας δὲν θὰ μπορέσει νὰ κατανοήσει ἢ νὰ ἐγκωμιάσει ἐπάξια τὴ δόξα του. Γιατὶ ὅλα, καὶ τὰ νοητὰ καὶ τὰ αἰσθητά, ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος εἶχε μέσα του τὸ Χριστὸ ποὺ μιλοῦσε, ἀφοῦ τὸ κατανόησε, εἶπε· «ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν ἀλήθεια γνωρίζουμε καὶ ἕνα μέρος μόνο προφητεύουμε· ὅταν ὅμως ἔρθει τὸ τέλειο, τότε τὸ ἐπὶ μέρους θὰ καταργηθεῖ». Γι’ αὐτὸ καὶ κατάπληκτος μπροστὰ στὸν ἄπειρο πλοῦτο τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεώς του διακήρυξε μὲ σαφήνεια· «πὼ πὼ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ ἀποφάσεις καὶ ἀνεξιχνίαστα τὰ σχέδιά του!».

Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνος, ποὺ ἔφθασε μέχρι τὸν τρίτο οὐρανὸ καὶ ἄκουσε λόγια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ἄνθρωπος, εἶπε αὐτὰ ποὺ εἶπε, ποιός ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶναι σὰν ἐμένα θὰ μποροῦσε νὰ ρίξει βλέμμα στὶς ἀβύσσους τῶν τόσο μεγάλων μυστηρίων καὶ νὰ ἐκφράσει τὴ γνώμη του, ἢ θὰ μπορέσει νὰ συλλογισθεῖ ἀντίστοιχα πρὸς τὰ λεγόμενα, ἐὰν δὲν τοῦ δώσει κάτι ὁ ἴδιος ὁ χορηγὸς τῆς σοφίας, ὁ ἀνορθωτὴς τῶν ἀσόφων; Γιατὶ στὸ χέρι του βρισκόμαστε καὶ ἐμεῖς καὶ τὰ λόγια μας, καὶ κάθε φρόνηση καὶ σύνεση καὶ ἐπιστήμη σύνεσης βρίσκεται σ’ αὐτόν· καὶ αὐτὸς μᾶς ἔδωσε τὴν ἀληθινὴ γνώση τῶν ὄντων, ὥστε νὰ γνωρίσουμε τὴ σύσταση τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐνέργεια τῶν στοιχείων, τὴν ἀρχή, τὸ τέλος καὶ τὴ μέση τῶν χρόνων, τὶς ἀλλαγὲς τοῦ ἡλιοστασίου καὶ τὶς μεταβολὲς τῶν καιρῶν, καὶ ὅτι ὅλα τὰ ρύθμισε μὲ τὸ μέτρο καὶ τὸ ζύγι. Γιατὶ ἡ παντοδυναμία εἶναι πάντοτε παροῦσα σ’ αὐτόν, καὶ στὴ δύναμη τοῦ βραχίονά του ποιός μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ; Διότι ὅλος ὁ κόσμος μπροστά του μοιάζει μὲ τὴν κλίση τῆς πλάστιγγας καὶ μὲ σταγόνα πρωινῆς δροσιᾶς ποὺ ἔπεσε στὴ γῆ, καὶ τοὺς ἐλεεῖ ὅλους, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ κάνει τὰ πάντα, καὶ παραβλέπει τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων ποὺ μετανοοῦν. Τίποτε δὲν σιχαίνεται, οὔτε ἀποστρέφεται ἀπὸ ὅσα καταφεύγουν σ’ αὐτὸν ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης. Ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ἅγιο ὄνομα τῆς δόξας του, τὸ ὑπερύμνητο καὶ ὑπερυψούμενο στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

Εἶπε τότε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰωάσαφ· «Ἐὰν μελετοῦσες πάρα πολὺ χρόνο, σοφώτατε, μὲ ποιό τρόπο θὰ μποροῦσες νὰ διευκρινίσεις ἄριστα τὴ λύση τῶν ἐρωτημάτων ποὺ σοῦ ὑποβλήθηκαν, νομίζω πὼς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ τὸ κάνεις σὲ μένα καλύτερα, ἀπὸ τοῦ νὰ μοῦ πεῖς αὐτὰ ποὺ τώρα μοῦ εἶπες, διδάσκοντάς μου δηλαδὴ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δημιουργὸς καὶ ὅτι αὐτὸς συγκρατεῖ τὰ πάντα, καὶ ἀποδεικνύοντας μὲ ἀναντίρρητα λόγια ὅτι εἶναι ἀκατάληπτη στὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἡ δόξα τῆς μεγαλωσύνης του, καὶ ὅτι κανένας ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φθάσει, παρὰ μόνο ἐκεῖνοι στοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος, ὅσο εἶναι δυνατό, θὰ τὴν φανέρωνε. Γι’ αὐτὸ καὶ θαύμασα τὴν τόσο εὐπαίδευτη σοφία σου.

Ἀλλὰ πές μου, μακαριώτατε, πόσων χρόνων εἶσαι, σὲ ποιούς τόπους διαμένεις καὶ ποιοί ἄλλοι φιλοσοφοῦν μαζί σου. Γιατὶ ἡ ψυχή μου δέθηκε δυνατὰ μὲ τὴ δική σου, καὶ δὲ θέλω μὲ κανένα τρόπο νὰ χωρισθῶ ἀπὸ σένα ὅλο τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μου».

Ὁ γέροντας τότε τοῦ εἶπε· «Ὑπολογίζω ὅτι εἶμαι σαράντα πέντε χρόνων, ζῶ στὶς ἐρήμους τῆς χώρας Σεναάρ, καὶ ἔχω συνασκητές μου ἐκείνους ποὺ κοπιάζουν καὶ συναγωνίζονται μαζί μου στὸ δρόμο τῆς πορείας πρὸς τὰ ἅνω». Τοῦ λέει ὁ Ἰωάσαφ· «Πῶς μοῦ τὰ λὲς αὐτά; Γιατὶ μοῦ φαίνεσαι περισσότερο ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνων. Σὲ τί λοιπὸν ἀποβλέπεις λέγοντας ὅτι εἶσαι σαράντα πέντε; Δὲν μοῦ φαίνεται στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι λὲς τὴν ἀλήθεια».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ τοῦ εἶπε· «Ἐὰν θέλεις νὰ μάθεις τὰ χρόνια μου ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκα, καλὰ ὑπέθεσες ὅτι εἶναι περισσότερα ἀπὸ ἑβδομήντα· γιὰ μένα ὅμως δὲ λογαριάστηκαν καθόλου στὸ μέτρημα τῆς ζωῆς τὰ χρόνια ποὺ σπαταλήθηκαν στὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου. Γιατί, ὅταν ζοῦσα γιὰ τὴ σάρκα ὑποδουλωμένος στὶς ἁμαρτίες, ἤμουν νεκρὸς ὡς πρὸς τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Τὰ χρόνια λοιπὸν τῆς νέκρωσής μου δὲ θὰ μποροῦσα νὰ τὰ ὀνομάσω ποτὲ χρόνια ζωῆς. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ ὁ κόσμος γιὰ μένα σταυρώθηκε, κι ἐγὼ γιὰ τὸν κόσμο καί, ἐγκαταλείποντας τὸν παλιὸ ἄνθρωπο ποὺ φθείρεται μὲ τὶς ἀπατηλὲς ἐπιθυμίες, δὲ ζῶ πιὰ σαρκικά, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός, καὶ ἡ ζωὴ ποὺ ζῶ εἶναι ζωὴ βασισμένη στὴν πίστη μου στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μὲ ἀγάπησε καὶ θυσίασε τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρη μου, αὐτὰ τὰ χρόνια δικαιολογημένα καὶ χρόνια ζωῆς τὰ ὀνομάζω καὶ ἡμέρες σωτηρίας, τὰ ὁποῖα, ὑπολογίζοντάς τα σὲ σαράντα πέντε περίπου χρόνια, πολὺ λογικὰ καὶ ὄχι σκόπιμα σοῦ εἶπα τὸν ἀριθμό τους. Καὶ σὺ λοιπὸν νὰ κάνεις τὸν ἴδιο συλλογισμὸ κάθε φορά, χωρὶς νὰ ὑπολογίζεις ὅτι ζοῦν ὅσοι εἶναι νεκροὶ γιὰ κάθε ἀγαθὸ ἔργο καὶ ζοῦν ὑπηρετώντας τὶς ἁμαρτίες καὶ τὸν κοσμοκράτορα αὐτῶν ποὺ σύρονται κάτω, σπαταλώντας τὴ ζωή τους σὲ ἡδονὲς καὶ πονηρὲς ἐπιθυμίες· καὶ γνώριζε καλὰ ὅτι αὐτοὶ εἶναι νεκροὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνεργὸ ζωή. Γιατὶ τὴν ἁμαρτία κάποιος σοφὸς τὴν ὀνόμασε, πολὺ σωστά, θάνατο τῆς ἀθάνατης ψυχῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀπόστολος λέει· «ὅταν ἤσασταν δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ἤσασταν ἐλεύθεροι κατὰ τὸν νόμο· τί ὄφελος εἴχατε τότε ἀπὸ αὐτὰ γιὰ τὰ ὁποῖα τώρα ντρέπεσθε; Διότι τὸ τέλος ἐκείνων εἶναι ὁ θάνατος. Τώρα ὅμως ποὺ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνήκετε στὸ Θεό, καρπὸς τῆς καινούργιας ζωῆς σας εἶναι ἡ αἰώνια ζωή· διότι ὁ μισθὸς τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ θάνατος, ἐνῶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωή».

Καὶ ὁ Ἰωάσαφ τοῦ εἶπε· «Ἀφοῦ ἡ σαρκικὴ ζωὴ δὲν ὑπολογίζεται γιὰ σένα ὡς χρόνος ζωῆς, οὔτε τὸ θάνατο αὐτὸν ποὺ ὑφίστανται ὅλοι πρέπει νὰ τὸν θεωρεῖς θάνατο». Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε· «Χωρὶς ἀμφιβολία καὶ γι’ αὐτὰ ἔτσι πιστεύω, καὶ δὲν τρέμω καθόλου αὐτὸν τὸν πρόσκαιρο θάνατο, οὔτε τὸν ὀνομάζω ποτὲ θάνατο, ἐὰν βέβαια μὲ βρεῖ νὰ βαδίζω τὸ δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον διαβατήριο ἀπὸ τὸ θάνατο πρὸς τὴν ἀνώτερη καὶ τελειότερη ζωή, ποὺ εἶναι κρυμμένη στὸ Χριστό, τὴν ὁποία ποθώντας νὰ κερδίσουν οἱ ἅγιοι, ἔκαναν πολὺ δύσκολη τὴν παροῦσα ζωή. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ ἀπόστολος· «γνωρίζουμε ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπίγεια σκηνὴ ποὺ κατοικοῦμε διαλυθεῖ, ἔχουμε κατοικία στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ τὸ Θεό, οἰκία ἀχειροποίητη καὶ αἰώνια· πραγματικὰ ὄντας στὸ σῶμα αὐτὸ στενάζουμε, ἐπειδὴ περιμένουμε μὲ λαχτάρα νὰ ἐνδυθοῦμε τὸ οὐράνιο, ἂν καὶ τὸ ἔχουμε ἐνδυθεῖ, γιὰ νὰ μὴ βρεθοῦμε γυμνοί· γιατὶ ὅσοι βρισκόμαστε σ’ αὐτὸ τὸ σῶμα στενάζουμε ἀπὸ τὸ βάρος, ὄχι γιατὶ θέλουμε νὰ τὸ ἀποβάλουμε, ἀλλὰ νὰ φορέσουμε ἐπένδυμα, γιὰ νὰ καταποθεῖ τὸ θνητὸ ἀπὸ τὴ ζωή». Καὶ πάλι· «τί δυστυχισμένος ἄνθρωπος ποὺ εἶμαι! Ποιός θὰ μὲ γλυτώσει ἀπὸ τὸ σῶμα αὐτὸ τοῦ θανάτου;». Καὶ ἀλλοῦ· «ἐπιθυμῶ νὰ πεθάνω καὶ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ τὸ Χριστό». Καὶ ὁ προφήτης λέει· «πότε θὰ ἔρθω καὶ θὰ παρουσιασθῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;». Ὅτι καὶ ἐγώ, ποὺ εἶμαι ὁ πιὸ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους, νομίζω πὼς δὲ φοβᾶμαι καθόλου τὸν αἰσθητὸ θάνατο, μπορεῖς νὰ τὸ καταλάβεις ἀπὸ τὸ ὅτι χωρὶς νὰ ὑπολογίσω καθόλου τὴν ἀπειλὴ τοῦ πατέρα σου, ἦρθα ἄφοβα σὲ σένα γιὰ νὰ σοῦ κηρύξω τὸ σωτήριο μήνυμα, ἂν καὶ γνώριζα καλὰ ὅτι, ἐὰν αὐτὸς τὰ μάθει αὐτά, θὰ μὲ ὑποβάλει, ἂν εἶναι δυνατό, σὲ μύριους θανάτους. Ἐγὼ ὅμως, προτιμῶντας ἀπὸ ὅλα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ποθώντας αὐτὸν νὰ κερδίσω, δὲ φοβᾶμαι τὸν προσωρινὸ θάνατο, οὔτε τὸν θεωρῶ γενικὰ ἄξιο αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος, πειθαρχώντας στὴν ἐντολὴ τοῦ Δεσπότη μου, ποὺ λέει· «μὴ φοβᾶσθε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φονεύουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ φονεύσουν τὴν ψυχή. Νὰ φοβᾶστε περισσότερο ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα νὰ χαθοῦν στὴ γέεννα».

Λέει τότε ὁ Ἰωάσαφ· «Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ κατορθώματα τῆς φιλοσοφίας σας, ποὺ ἔχουν ξεπεράσει πολὺ τὴ φύση τῶν γηΐνων, ποὺ εἶναι προσκολλημένοι στὴν παροῦσα ζωή. Καὶ εἶστε μακάριοι ἐσεῖς ποὺ ἀκολουθεῖτε αὐτὴν τὴν τόσο ἀνδρεία γνώμη. Ποιὰ ὅμως εἶναι σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημο ἡ διατροφὴ ἡ δική σου καὶ αὐτῶν ποὺ εἶναι μαζί σου, ἀπὸ ποῦ βρίσκετε τὰ ἐνδύματα καὶ τί εἴδους εἶναι αὐτά, θέλω νὰ μοῦ πεῖς μὲ εἰλικρίνεια».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ λέει· «Ἡ διατροφή μας συνίσταται ἀπὸ βελανίδια καὶ χορτάρια ποὺ φυτρώνουν στὴν ἔρημο, ἡ ὁποία ποτίζεται ἀπὸ τὴ δροσιὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ὑπακούει στὴν προσταγὴ τοῦ Δημιουργοῦ, γιὰ τὰ ὁποῖα κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μάχεται καὶ φιλονεικεῖ, οὔτε ζητᾶ νὰ ἁρπάξει περισσότερα μὲ τὴ διάθεση καὶ τὴν τάση τῆς πλεονεξίας, ἀλλὰ ὑπάρχει γιὰ ὅλους ἄφθονη τροφὴ χωρὶς καλλιὲργεια καὶ τράπεζα αὐτοσχέδια. Ἐὰν ὅμως κάποτε κάποιος ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἀδελφούς μας ποὺ μᾶς πλησιάζει συμβεῖ νὰ φέρει καὶ εὐλογία ψωμιοῦ, τὸ δεχόμαστε γιὰ νὰ εὐλογήσουμε τοὺς πιστοὺς ποὺ τὸ προσφέρουν. Τὰ ἐνδύματά μας πάλι εἶναι ἀπὸ τρίχινα ράκη καὶ προβιὲς ἢ ἀπὸ φλοιοὺς φοινικόδεντρων, παλιὰ ὅλα καὶ πολυμπαλωμένα, ποὺ καταπονοῦν πολὺ τὸ ἀδύναμο αὐτὸ σαρκίο. Γιατὶ τὸ ἴδιο ἔνδυμα ὑπάρχει γιὰ μᾶς καλοκαίρι καὶ χειμώνα, τὸ ὁποῖο, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸ φορέσουμε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ βγάλουμε, μέχρι νὰ παλιώσει καὶ νὰ φθαρεῖ τελείως. Γιατὶ ἔτσι, ταλαιπωρούμενοι ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ κρύου καὶ τοῦ καύσωνα, ἐξασφαλίζουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὴν ἀμφίεση τῶν μελλοντικῶν ἐνδυμάτων τῆς ἀφθαρσίας».

Καὶ ὅταν ὁ Ἰωάσαφ ρώτησε· «Ἀπὸ ποῦ προέρχεται τὸ ἔνδυμα αὐτὸ ποὺ φορεῖς;» Ὁ γέροντας ἀπάντησε· «Τὸ πῆρα ἀπὸ ἕνα πιστὸ ἀδελφό, γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω προκειμένου νὰ ἔρθω σὲ σένα· γιατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρθω μὲ τὸ συνηθισμένο ἔνδυμα. Ὅπως δηλαδὴ κάποιος ποὺ ἔχει πολὺ ἀγαπητὸ συγγενῆ αἰχμάλωτο ποὺ ὁδηγήθηκε σὲ ξένο ἔθνος καὶ θέλει νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ βγάλει τὸ ἔνδυμά του καὶ φορέσει τὸ προσωπεῖο τῶν ἐχθρῶν, πηγαίνει στὴ χώρα τους καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐπιχειρεῖ νὰ ἐλευθερώσει τὸν συγγενῆ του ἀπὸ τὴν πικρὴ τυραννία, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο κι ἐγώ, ὅταν ἔμαθα τὰ δικά σου, ντυμένοςμὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἦρθα νὰ σπείρω τὸ σπόρο τοῦ θείου κηρύγματος στὴν καρδιά σου καὶ νὰ σὲ λυτρώσω ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ φοβεροῦ κοσμοκράτορα. Καὶ τώρα νά, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμένα, ἐκτέλεσα τὴ διακονία μου, σοῦ μετέφερα τὴ γνώση του, σοῦ ἔκανα γνωστὸ τὸ κήρυγμα τῶν προφητῶν καὶ ἀποστόλων καὶ σὲ δίδαξα χωρὶς πλάνη καὶ μὲ εἰλικρίνεια τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ ἀπὸ τί εἴδους κακὰ εἶναι γεμᾶτος ὁ κόσμος, ξεγελώντας ἐπικίνδυνα ὅσους πείθονται σ’ αὐτὸν καὶ παγιδεύοντάς τους μὲ ποικίλους τρόπους. Τώρα πρέπει νὰ ἐπιστρέψω ἐκεῖ ἀπὸ ὅπου ἦρθα, καὶ τότε, ἀφοῦ βγάλω τὸ ξένο ἔνδυμα, θὰ φορέσω τὸ δικό μου ἔνδυμα».

Ὁ Ἰωάσαφ ὅμως παρακάλεσε τὸ γέροντα νὰ τοῦ παρουσιασθεῖ μὲ τὸ συνηθισμένο ἔνδυμα. Τότε ὁ Βαρλαάμ, βγάζοντας τὸ ἔνδυμα ποὺ φοροῦσε, ἐμφάνισε στὸν Ἰωάσαφ θέαμα φοβερό. Γιατὶ ὅλη ἡ ἰκμάδα τῆς σάρκας του ἦταν λειωμένη καὶ τὸ δέρμα του μαυρισμένο ἀπὸ τὸ κάψιμο τοῦ ἥλιου καὶ τεντωμένο γύρω ἀπὸ τὰ κόκκαλά του, ἔτσι, ὅπως ὅταν κάποιος περιτυλίξει ἕνα δέρμα γύρω ἀπὸ λεπτὰ καλάμια· ἦταν ζωσμένος μὲ τρίχινο κουρέλι ζαρωμένο καὶ πολὺ σκληρὸ ἀπὸ τὴ μέση μέχρι τὰ γόνατα, καὶ ὅμοιο μ’ αὐτὸ ἔνδυμα φοροῦσε στοὺς ὤμους του.

Ὁ Ἰωάσαφ θαυμάζοντας πάρα πολὺ τὴ δύσκολη αὐτὴ ζωὴ καὶ ἔκπληκτος γιὰ τὴν ὑπέρμετρη καρτερία του, ἔκλαιε ὑπερβολικὰ καὶ εἶπε στὸν γέροντα· «Ἀφοῦ ἦρθες νὰ μὲ ἐλευθερώσεις ἀπὸ τὴ σκληρὴ σκλαβιὰ τοῦ διαβόλου, ὁλοκληρώνοντας τὴν εὐεργεσία σου, βγάλε ἀπὸ τὴ φυλακὴ τὴν ψυχή μου καί, παίρνοντάς με μαζί σου, ἂς φύγουμε ἀπὸ ἐδῶ, ὥστε, λυτρωμένος τελείως ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ κόσμου, νὰ δεχθῶ τότε τὴ σφραγίδα τοῦ σωτηρίου βαπτίσματος καὶ νὰ γίνω κοινωνὸς τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς θαυμαστῆς σου ἀσκήσεως».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ τοῦ εἶπε· «Κάποιος πλούσιος ἔτρεφε μικρὸ ζαρκάδι. Ὅταν αὐτὸ μεγάλωσε νοσταλγοῦσε τὶς ἐρήμους, ἐπειδὴ τὸ τραβοῦσε ἡ φυσικὴ κλίση. Βγαίνοντας λοιπὸν μιὰ φορὰ συναντᾶ ἕνα κοπάδι ἀπὸ ζαρκάδια ποὺ βοσκοῦσαν καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ τριγύριζε στὶς πεδιάδες τοῦ δάσους· ἐπέστρεφε βέβαια πρὸς τὸ βράδυ, ὅταν ὅμως ξημέρωνε, ἐκμεταλλευόμενο τὴν ἀδιαφορία τῶν ὑπηρετῶν, ἔβγαινε καὶ ζοῦσε μαζὶ μὲ τὰ ἄγρια ζαρκάδια. Ὅταν οἱ ὑπηρέτες τοῦ πλουσίου τὸ ἀντιλήφθηκαν, ἀνέβηκαν σὲ ἄλογα καὶ ἔτρεξαν ἀπὸ πίσω τους, καὶ ἀφοῦ συνέλαβαν τὸ δικό τους ζαρκάδι τὸ ἐπανέφεραν στὸ σπίτι καὶ τὸ ἀπομόνωσαν, ἐνῶ τὰ ἄλλα ζαρκάδια τοῦ κοπαδιοῦ ἄλλα τὰ σκότωσαν καὶ ἄλλα τὰ κακοποίησαν. Φοβᾶμαι λοιπὸν μήπως τὸ ἴδιο γίνει καὶ σὲ μᾶς, ἐὰν ἀκολουθήσεις μαζί μου· μήπως δηλαδὴ καὶ τὴν συγκατοίκηση μὲ σένα στερηθῶ, καὶ προκαλέσω πολλὰ δεινὰ στοὺς φίλους μου καὶ τιμωρία αἰώνια σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ γέννησε. Ἀλλὰ ὁ Κύριος θέλει ἀπὸ σένα τὸ ἑξῆς· νὰ δεχθεῖς δηλαδὴ τώρα τὴ σφραγίδα τοῦ βαπτίσματος καὶ νὰ μείνεις στὴ χώρα, προσηλωμένος σὲ κάθε εὐσέβεια καὶ στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν δώσει εὐκαιρία, αὐτὸς ποὺ δίνει ὅλα τὰ καλά, τότε θὰ ἔρθεις σὲ μᾶς καὶ θὰ κατοικήσουμε μαζὶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς παρούσας ζωῆς. Ἔχω πεποίθηση στὸν Κύριο, ὅτι καὶ στὴ μέλλουσα ζωὴ θὰ εἴμαστε ἀχώριστοι».

Πάλι ὁ Ἰωάσαφ δακρύζοντας τοῦ εἶπε· «Ἐὰν αὐτὸ θέλει ὁ Κύριος, ἂς γίνει τὸ θέλημά του. Ἀφοῦ λοιπὸν μὲ κάνεις Χριστιανὸ μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα καὶ πάρεις ἀπὸ μένα χρήματα καὶ ἐνδύματα γιὰ τὴ συντήρηση καὶ τὴν ἀμφίεση τὴ δική σου καὶ τῶν φίλων σου, πήγαινε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς σου φρουρούμενος μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὴ σταματήσεις νὰ προσεύχεσαι γιὰ μένα, γιὰ νὰ μὴ ἐκπέσω ἀπὸ τὴν ἐλπίδα μου, ἀλλὰ σύντομα νὰ μπορέσω νὰ σὲ συναντήσω καὶ μὲ βαθειὰ ἡσυχία νὰ ἀπολαμβάνω τὴν ὠφέλεια ποὺ μοῦ προσφέρεις».

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ εἶπε· «Τὴ σφραγίδα βέβαια τοῦ Χριστοῦ τίποτε δὲν σὲ ἐμποδίζει νὰ τὴ δεχθεῖς. Ἑτοίμασε λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου καί, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου θὰ τελειωθεῖς. Γιὰ τὰ χρήματα ὅμως ποὺ εἶπες ὅτι θὰ δώσεις γιὰ τοὺς φίλους μου, πῶς εἶναι δυνατὸ ἐσὺ ὁ φτωχὸς νὰ δώσεις ἐλεημοσύνη στοὺς πλούσιους; Γιατὶ οἱ πλούσιοι πάντοτε εὐεργετοῦν τοὺς φτωχούς, καὶ ὄχι οἱ ἄποροι τοὺς εὔπορους. Καὶ ὁ πιὸ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς φίλους μου εἶναι ἀσύγκριτα πλουσιότερος ἀπὸ σένα. Ἔχω ὅμως πεποίθηση στὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ὅτι καὶ σὺ ὅπου νἆναι θὰ γίνεις πολὺ πλούσιος, καὶ τότε δὲ θὰ προσφέρεις εὔκολα τέτοια».

Ὁ Ἰωάσαφ τότε τοῦ εἶπε· «Ἀποσαφήνισέ μου αὐτὰ ποὺ εἶπες· πῶς ὁ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους τοὺς φίλους σου εἶναι πλουσιώτερος ἀπὸ μένα, ἀφοῦ πρὶν ἀπὸ λίγο μοῦ ἔλεγες ὅτι αὐτοὶ ζοῦν μὲ πλήρη ἀκτημοσύνη καὶ βασανίζονται ἀπὸ τὴ χειρότερη μορφὴ φτώχειας· καὶ πῶς τώρα μὲ ἀποκαλεῖς φτωχό, καὶ ὅταν πλουτίσω πάρα πολύ, θὰ γίνω δύσκολος στὸ νὰ δίνω, ἐγὼ ποὺ τώρα δίνω πάρα πολὺ εὔκολα;»

Καὶ ὁ Βαρλαὰμ ἀπάντησε· «Δὲν εἶπα ὅτι αὐτοὶ βασανίζονται ἀπὸ τὴ φτώχεια, ἀλλὰ ὅτι εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ πλοῦτο ἀκὲνωτο. Γιατὶ τὸ νὰ προσθὲτεις στὰ χρήματα συνεχῶς ἄλλα χρήματα καὶ νὰ μὴ χαλιναγωγεῖς τὴ μανία αὐτή, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιθυμεῖς περισσότερα κατὰ τρόπο ἀχόρταγο, αὐτὸ εἶναι δεῖγμα τῆς χειρότερης μορφῆς φτώχειας· ἐνῶ ἐκείνους ποὺ περιφρόνησαν τὰ παρόντα, ἀπὸ πόθο γιὰ τὰ αἰώνια, καὶ τὰ θεώρησαν ἀσήμαντα μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κερδίσουν τὸ Χριστό, καὶ ἀρνήθηκαν καὶ κάθε φροντίδα γιὰ τροφὲς καὶ ἐνδύματα καὶ τὴν ἀνέθεσαν στὸν Κύριο, καὶ εὐφραίνονται στὴν ἀκτημοσύνη (ἐνῶ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ εὐχαριστηθεῖ, ἂν καὶ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ πλοῦτο καὶ χρήματα), καί, ἔχοντας συγκεντρώσει τὸν πλοῦτο τῆς ἀρετῆς στὸν ἑαυτό τους μὲ ἀφθονία, τρέφονται μὲ τὶς ἐλπίδες τῶν ἀτέλειωτων ἀγαθῶν, αὐτοὺς πολὺ εὔλογα θὰ τοὺς ὀνόμαζα πλουσιότερους ἀπὸ σένα καὶ ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἐπίγειο βασιλεία. Μὲ τὴ βοήθεια ὅμως τοῦ Θεοῦ θ’ ἀποκτήσεις καὶ σὺ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ περιουσία, τὴν ὁποία κρατώντας την σὲ ἀσφάλεια καὶ ἐπιθυμώντας πάντοτε νὰ τὴν αὐξήσεις, καὶ μὲ τὸ δίκιο σου, δὲν θὰ θελήσεις καθόλου νὰ παραχωρήσεις κάτι ἀπὸ αὐτήν. Διότι αὐτὴ εἶναι ἀληθινὴ περιουσία, ἐνῶ ὁ πολὺς αἰσθητὸς πλοῦτος βλάπτει μᾶλλον παρὰ ὠφελεῖ τοὺς φίλους του. Δικαιολογημένα λοιπὸν τὸν ἀποκάλεσα ὡς τὴ χειρότερη φτώχεια, αὐτὸν ποὺ οἱ ἐραστὲς τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν τὸν ἀπαρνήθηκαν καὶ ἔφυγαν ἀπ’ αὐτόν, ὅπως φεύγει κανεὶς ἀπὸ τὸ φίδι. Ἐὰν λοιπὸν τὸν ἐχθρὸ ποὺ τὸν σκότωσαν καὶ τὸν καταπάτησαν μὲ τὰ πόδια οἱ συνασκητὲς μου καὶ συστρατιῶτες μου, αὐτὸν πάλι τὸν πάρω ἀπὸ σένα ζωντανὸ καὶ τὸν μεταφὲρω σ’ αὐτοὺς καὶ γίνω αἰτία πολέμων καὶ παθῶν, ὁπωσδήποτε θὰ γίνω γι’ αὐτοὺς ἄγγελος κακός, πρᾶγμα ποὺ εὔχομαι νὰ μὴ συμβεῖ νὰ τὸ κάνω.

Τὰ ἴδια σὲ παρακαλῶ νὰ σκεφθεῖς καὶ γιὰ τὰ ἐνδύματα. Γιατὶ αὐτοὺς ποὺ ἀπέβαλαν τὴ φθορὰ τῆς παλαιότητας καί, ὅσο ἐξαρτόταν ἀπὸ αὐτούς, ἔβγαλαν τὸ ἔνδυμα τῆς παρακοῆς, καὶ φόρεσαν τὸ Χριστὸ ὡς ἱμάτιο σωτηρίας καὶ χιτώνα εὐφροσύνης, πῶς νὰ τοὺς ντύσω αὐτοὺς πάλι μὲ τοὺς δερμάτινους χιτῶνες καὶ νὰ τοὺς φορέσω τὸ περιβόλαιο τῆς ντροπῆς; Ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζω ὅτι οἱ φίλοι μου δὲν ἔχουν ἀνάγκη κανενὸς ἀπὸ αὐτὰ καὶ ὅτι ἀρκοῦνται στὴν ἄσκηση τῆς ἐρήμου, ποὺ τὴ θεωροῦν ὡς τὴν πιὸ ἀληθινὴ ἀπόλαυση, γι’ αὐτὸ τὰ χρήματα καὶ τὰ ροῦχα ποὺ ἔλεγες νὰ δώσεις σ’ αὐτούς, μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, ἐξασφαλίζοντας ἔτσι γιὰ τὸν ἑαυτό σου στὸ μέλλον ἀσύλητο θησαυρὸ καὶ κάνοντας μὲ τὶς εὐχὲς ἐκείνων τὸ Θεὸ βοηθό σου. Γιατὶ ἔτσι θὰ χρησιμοποιήσεις τὸ πλοῦτο ὡς συνεργάτη σου γιὰ τὸ καλό. Ἔπειτα, ἀφοῦ ντυθεῖς καὶ τὴν πανοπλία τοῦ Πνεῦματος, ζώσεις τὴ μέση σου μὲ τὴν ἀλήθεια, φορέσεις τὸ θώρακα τῆς δικαιοσύνης, βάλεις τὴν περικεφαλαία τῆς σωτηρίας, φορέσεις στὰ πόδια σου ὑποδήματα γιὰ νὰ εἶσαι ἕτοιμος γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης, καὶ πάρεις στὰ χέρια σου τὴν ἀσπίδα τῆς πίστεως καὶ τὴ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος, ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀφοῦ ὁπλισθεῖς καλὰ ἀπὸ παντοῦ καὶ περιφραχθεῖς, ἔτσι μὲ πεποίθηση ξεκίνα γιὰ τὸν πόλεμο κατὰ τῆς ἀσέβειας, ὥστε, ἀφοῦ κατατροπώσεις αὐτὴν καὶ ξαπλώσεις στὴ γῆ τὸν ἀρχηγό της διάβολο, νὰ στολισθεῖς μὲ τὰ στεφάνια τῆς νίκης ἀπὸ τὸ ζωαρχικὸ δεξὶ χὲρι τοῦ Δεσπότη».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

Ἀφοῦ λοιπὸν μ’ αὐτὲς τὶς ἀλήθειες καὶ τὰ σωτήρια λόγια ὁ Βαρλαὰμ κατήχησε τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ καὶ τὸν προετοίμασε γιὰ τὸ θεῖο βάπτισμα, δίνοντάς του ἐντολὴ νὰ νηστεύει καὶ νὰ προσεύχεται, σύμφωνα μὲ τὴ συνήθεια, γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες, δὲν παρέλειπε νὰ τὸν ἐπισκέπτεται καὶ νὰ τοῦ διδάσκει κάθε δογματικὴ ἀλήθεια τῆς ὀρθόδοξης πίστεως καὶ νὰ τοῦ μαθαίνει τὸ θεῖο Εὐαγγέλιο, ἑρμηνεύοντάς του καὶ τὶς προτροπὲς τῶν ἀποστόλων καὶ τὶς προφητικὲς ρήσεις· γιατί, ὄντας θεοδίδακτος ὁ ἄνδρας, εἶχε στὸ στόμα του ὅλη τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, καὶ κινούμενος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὸν φώτισε στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία.

Τὴν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἐπρόκειτο νὰ βαπτισθεῖ, διδάσκοντάς τον τοῦ ἔλεγε· «Ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ λάβεις τὴ σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ σημειωθεῖς μὲ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ γίνεις υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ναὸς τοῦ ἁγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος. Πίστευε λοιπὸν στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱο καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ἁγία καὶ ζωαρχικὴ Τριάδα, ἡ ὁποία δοξάζεται σὲ τρεῖς ὑποστάσεις καὶ μιὰ θεότητα, διηρημένη βέβαια ὡς πρὸς τὶς ὑποστάσεις καὶ τὶς ὑποστατικὲς ἰδιότητες, ἑνωμένη ὅμως ὡς πρὸς τὴν οὐσία. Νὰ γνωρίζεις ἕνα Θεὸ ἀγέννητο, τὸν Πατέρα, ἕνα γεννητὸ Κύριο, τὸν Υἱο, φῶς ἀπὸ τὸ φῶς, Θεὸν ἀληθινὸ ἀπὸ ἀληθινὸ Θεό, ποὺ γεννήθηκε πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες· γιατὶ ἀπὸ ἀγαθὸ Πατέρα γεννήθηκε ἀγαθὸς Υἱός, ἀπὸ τὸ ἀγέννητο φῶς ἔλαμψε τὸ ἀΐδιο φῶς, καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ζωὴ προῆλθε ἡ ζωοποιὸς πηγή, καὶ ἀπὸ τὴν αὐτοδύναμη φανερώθηκε ἡ δύναμη τοῦ Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀκτινοβολία τῆς δόξας καὶ Λόγος ἐνυπόστατος, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας κοντὰ στὸ Θεό, καὶ εἶναι Θεὸς ἄναρχος καὶ αἰώνιος, καὶ μέσω αὐτοῦ ἔγιναν τὰ πάντα, ὁρατὰ καὶ ἀόρατα. Νὰ γνωρίζεις καὶ ἕνα ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, Θεὸ τέλειο καὶ ζωοποιὸ καὶ δωρητὴ τοῦ ἁγιασμοῦ, μὲ τὴ ἴδια θέληση, τὴν ἴδια δύναμη, συναΐδιο καὶ ἐνυπόστατο. Ἔτσι λοιπὸν νὰ προσκυνᾶς τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, δηλαδὴ ἰδιότητες, καὶ μία θεότητα· διότι κοινὸ καὶ τῶν τριῶν εἶναι ἡ θεότητα, καὶ εἶναι μία ἡ φύση τους, μία ἡ οὐσία, μία ἡ δόξα, μία ἡ βασιλεία, μία ἡ δύναμη, μία ἡ ἐξουσία· κοινὸ πάλι στὸν Υἱὸ καὶ στὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἰδίωμα τοῦ Πατέρα εἶναι ἡ ἀγεννησία, τοῦ Υἱοῦ ἡ γέννηση καὶ τοῦ Πνεύματος ἡ ἐκπόρευση.

Ἔτσι λοιπὸν νὰ τὰ πιστεύεις αὐτὰ καὶ νὰ μὴ ζητᾶς νὰ κατανοήσεις τὸν τρόπο τῆς γεννήσεως ἢ τῆς ἐκπορεύσεως (γιατὶ εἶναι ἀκατάληπτος). Μὲ εἰλικρίνεια καρδιᾶς καὶ χωρὶς περιέργεια νὰ δέχεσαι ὅτι ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι σὲ ὅλα ἕνα πρᾶγμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγεννησία, τὴ γέννηση καὶ τὴν ἐκπόρευση, καὶ ὅτι ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς, γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας κατέβηκε στὴ γῆ μὲ τὴ συγκατάθεση τοῦ Πατέρα καὶ τὴ συνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος, συνελήφθη ἀσπόρως στὴ μήτρα τῆς ἁγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας μέσω τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν χωρὶς νὰ ὑποστεῖ φθορά, καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος, καὶ ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ποὺ ἔγινε ἀπὸ δύο φύσεις, τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ μὲ δύο φύσεις νοερὲς, θελητικές, ἐνεργητικὲς καὶ αὐτεξούσιες, οἱ ὁποῖες εἶναι κατὰ πάντα τέλειες ἀνάλογα μὲ τὰ ὅρια καὶ τὸ λόγο ποὺ ταιριάζουν στὴν καθεμιά, δηλαδὴ στὴ θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα, καὶ μὲ μία σύνθετη ὑπόσταση. Καὶ αὐτὰ νὰ τὰ ἀποδέχεσαι χωρὶς περιέργεια, χωρὶς καθόλου νὰ ζητᾶς νὰ μάθεις τὸν τρόπο, πῶς δηλαδὴ ἐκένωσε τὸν ἑαυτό του ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ παρθενικὰ αἵματα, κατὰ τρόπο ἄσπορο καὶ ἄφθαρτο, ἢ πῶς ἔγινε ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων σὲ μιὰ ὑπόσταση. Γιατὶ μόνο μὲ τὴν πίστη διδαχθήκαμε νὰ κρατᾶμε αὐτὰ ποὺ ἔχουν εἰπωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή, ἐνῶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἔγιναν καὶ τὸν ἀγνοοῦμε καὶ ἀδυνατοῦμε νὰ τὸν ἐκφρασθοῦμε.

Πίστευε ἐπίσης ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπὸ εὐσπλαγχνία ἔγινε ἄνθρωπος, προσέλαβε καὶ ὅλα τὰ πάθη τῆς ἀνθρωπότητας, φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα (διότι πείνασε καὶ δίψασε καὶ κοιμήθηκε καὶ κοπίασε καὶ δοκίμασε ἀγωνία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες τὶς δικές μας ὁδηγήθηκε σὲ θάνατο, σταυρώθηκε καὶ τάφηκε καὶ δοκίμασε τὸ θάνατο, ἐνῶ ἡ θεότητά του ἔμεινε ἀπαθὴς καὶ ἀμετάτρεπτη. Γιατὶ ἀπολύτως κανένα ἀπὸ τὰ πάθη δὲν τὸ ἀποδίδουμε στὴν ἀπαθῆ φύση, ἀλλὰ γνωρίζουμε ὅτι μὲ τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμα αὐτὸς ἔπαθε καὶ τάφηκε καὶ μὲ θεϊκὴ δόξα ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἄφθαρτος ἀνέβηκε στοὺς οὐρανούς, καὶ θὰ ἔρθει πάλι μὲ δόξα γιὰ νὰ κρίνει ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, μὲ σῶμα περισσότερο ὅμοιο μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τρόπο ποὺ αὐτὸς γνωρίζει, καὶ θ’ ἀνταποδώσει στὸν καθὲνα μὲ τὴ δίκαιη ζυγαριά του. Διότι θ’ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροὶ καὶ θὰ σηκωθοῦν ὅσοι βρίσκονται στὰ μνήματα, καὶ ὅσοι τήρησαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ πέθαναν μὲ τὴν ὀρθὴ πίστη, θὰ κληρονομήσουν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ὅσοι διεφθάρησαν μέσα σὲ ἁμαρτίες καὶ παρεξέκλιναν ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη, θὰ μεταβοῦν στὴν αἰώνια κόλαση.

Πίστευε ὅτι τὸ κακὸ δὲν εἶναι κάποια οὐσία ἢ βασιλεία, οὔτε ὅτι εἶναι ἄναρχο, ἢ ὅτι ὑπάρχει καθ’ ἑαυτό, ἢ ὅτι δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ (μακριὰ ἕνα τέτοιο ἀτόπημα!), ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἔργο δικό μας καὶ τοῦ διαβόλου, ποὺ ἀπὸ δική μας ἀπροσεξία παρεισέφρησε σὲ μᾶς, ἐπειδὴ δημιουργηθήκαμε αὐτεξούσιοι, καὶ μὲ αὐτοπροαίρετη θέλησή μας ἐκλέγουμε αὐτό, εἴτε ἀγαθὸ εἴτε κακό. Ἐπὶ πλέον νὰ ὁμολογεῖς πίστη σ’ ἕνα βάπτισμα ἀπὸ νερὸ καὶ Πνεῦμα γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Νὰ δέχεσαι καὶ τὴν μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, πιστεύοντας ὅτι εἶναι πραγματικὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τὰ ὁποῖα ἔδωσε στοὺς πιστοὺς γιὰ νὰ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες τους. Γιατὶ τὴ νύχτα ποὺ παραδόθηκε, ἄφησε καινούργια ἐντολὴ στοὺς ἅγιους μαθητὲς καὶ ἀποστόλους του, καὶ μέσω αὐτῶν σ’ ὅλους ὅσοι πιστεύουν σ’ αὐτόν, λέγοντας· «πάρτε καὶ φᾶτε· αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου ποὺ προσφέρεται γιὰ χάρη σας, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες σας». Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο πῆρε καὶ τὸ ποτήρι καὶ τοὺς ἔδωσε λέγοντας· «πιεῖτε ἀπὸ αὐτὸ ὅλοι, γιατὶ αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα μου, ποὺ ἐπισφραγίζει τὴ νέα διαθήκη καὶ τὸ ὁποῖο χύνεται γιὰ χάρη ὅλων σας γιὰ νὰ συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες σας· αὐτὸ νὰ κάνετε γιὰ νὰ μὲ θυμᾶστε».

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ζωντανὸς καὶ δραστικός, ποὺ κάνει τὰ πάντα μὲ τὴ δύναμή του, κάνει καὶ μεταβάλλει μὲ τὴ θεία του ἐνέργεια τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ποὺ προσφέρεται σὲ σῶμα καὶ αἷμα του, μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιὰ ν’ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ φωτισθοῦν ὅσοι μεταλαμβάνουν μὲ πόθο.

Νὰ προσκυνᾶς μὲ πίστη τιμῶντας καὶ ἀσπαζόμενος τὴ σεβάσμια ἀποτύπωση τῆς δεσποτικῆς μορφῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας, νομίζοντας ὅτι βλέπεις τὸν ἴδιο τὸν Κτίστη στὴν εἰκόνα. Γιατὶ «ἡ τιμὴ ποὺ προσφέρεται στὴν εἰκόνα», λέει κάποιος ἀπὸ τοὺς ἁγίους, «μεταβιβάζεται στὸ πρωτότυπο»· καὶ πρωτότυπο εἶναι τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο ἀπὸ τὸ ὁποῖο γίνεται τὸ ἀντίγραφο. Πράγματι βλέποντας τὴ ζωγραφιὰ τῆς εἰκόνας μὲ τὰ μάτια τοῦ νοῦ μας μεταφερόμαστε πρὸς τὴν ἀληθινὴ μορφὴ ἐκείνου ποὺ εἶναι ἡ εἰκόνα, προσκυνώντας μὲ εὐσέβεια τὴ μορφὴ ἐκείνου ποὺ γιὰ χάρη μας σαρκώθηκε, χωρὶς νὰ τὴ θεοποιοῦμε, ἀλλὰ τὴν ἀσπαζόμαστε ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ σαρκώθηκε, ἀπὸ πόθο καὶ ἀγάπη ἐκείνου ποὺ ἐκένωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ χάρη μας φθάνοντας νὰ πάρει καὶ μορφὴ δούλου. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἀσπαζόμαστε καὶ τὶς ἀπεικονίσεις τῆς ἁγνῆς Μητέρας του καὶ ὅλων τῶν ἁγίων, γιὰ τὸν ἴδιο λόγο. Ἐπίσης νὰ ἀσπάζεσαι προσκυνώντας καὶ τὸν τύπο τοῦ ζωοποιοῦ καὶ σεβάσμιου Σταυροῦ μὲ πίστη, ἐξαιτίας αὐτοῦ ποὺ κρεμάστηκε ἐπάνω του κατὰ σάρκα γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ γένους μας, τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὸ Σταυρὸ ὡς σύμβολο τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ διαβόλου· γιατὶ «φοβᾶται καὶ τρέμει μὴ μπορώντας νὰ βλέπει τὴ δύναμή του».

Μὲ αὐτὰ τὰ δόγματα καὶ μὲ τέτοια πίστη θὰ βαπτισθεῖς, διατηρώντας την ἀμετάβλητη καὶ ἀμιγῆ ἀπὸ κάθε αἵρεση μέχρι τὴν τελευταία ἀναπνοή σου. Κάθε διδασκαλία καὶ κάθε δογματικὴ ὁμιλία ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς αὐτὴν τὴν ἄμεμπτη πίστη νὰ τὴν βδελύσσεσαι καὶ νὰ τὴ θεωρεῖς ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ Θεό. Γιατὶ λέει ὁ ἀπόστολος· «καὶ ἂν ἀκόμα ἐμεῖς ἢ κάποιος ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σᾶς κηρύττει εὐαγγέλιο διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ σᾶς κηρύξαμε, νὰ εἶναι ἀναθεματισμένος». Γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο εὐαγγέλιο καὶ ἄλλη πίστη ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνην ποὺ κηρύχθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους καὶ διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες σὲ διάφορες συνόδους καὶ παραδόθηκε στὴν Ἐκκλησία.

Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ Βαρλαὰμ καὶ δίδαξε στὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ τὸ σύμβολο τῆς πίστεως ποὺ συντάχθηκε στὴ σύνοδο τῆς Νικαίας, τὸν βάπτισε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν κολυμβήθρα τοῦ νεροῦ ποὺ ὑπῆρχε στὸν κῆπο του, καὶ ἦρθε ἐπάνω του ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν κοιτώνα του καὶ τέλεσε τὴν ἱερὴ μυσταγωγία τῆς ἀναίμακτης θυσίας, τὸν κοινώνησε μὲ τὰ ἄχραντα μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, καὶ γέμισε ἀπὸ ἀγαλλίαση τοῦ ἁγίου Πνεύματος δοξάζοντας τὸ Χριστὸ τὸ Θεό. Εἶπε τότε πρὸς αὐτὸν ὁ Βαρλαὰμ· «Ἂς εἶναι εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν μεγάλη εὐσπλαγχνία του σὲ ξαναγέννησε πρὸς ἐλπίδα ζωντανὴ καὶ πρὸς ἄφθαρτη καὶ ἁγνὴ καὶ ἀμάραντη κληρονομία ποὺ ἐπιφυλάσσεται στοὺς οὐρανούς, ἐξ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας μέσω τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Γιατὶ σήμερα ἐλευθερώθηκες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἔγινες δοῦλος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ νὰ δεχθεῖς τὴν ἐγγύηση τῆς αἰώνιας ζωῆς, καί, ἐγκαταλείποντας τὸ σκοτάδι, ντύθηκες τὸ φῶς καὶ κατατάχθηκες στὴν ἐλευθερία τῆς δόξας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ λέει· «σὲ ὅσους τὸν δέχθηκαν, ἔδωσε τὸ προνόμιο νὰ γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ», δηλαδὴ σ’ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν στὸ ὄνομά του. Ὥστε λοιπὸν δὲν εἶσαι πιὰ δοῦλος, ἀλλὰ υἱὸς καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν ἁγίω Πνεύματι. Γι’ αὐτό, ἀγαπητέ μου, φρόντισε νὰ βρεθεῖς καθαρὸς καὶ ἄψογος σ’ αὐτόν, κάνοντας τὸ καλὸ πάνω στὸ θεμέλιο τῆς πίστεως· γιατὶ «πίστη χωρὶς ἔργα εἶναι νεκρή», ὅπως καὶ ἔργα χωρὶς πίστη, καθώς, ὅπως θυμᾶμαι, σοῦ εἶπα καὶ προηγουμένως.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποβάλεις κάθε κακία καὶ μισήσεις ὅλα τὰ ἔργα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου ποὺ φθείρονται καὶ εἶναι σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀπάτης, σὰν νεογέννητο βρέφος πόθησε νὰ πιεῖς τὸ λογικὸ καὶ ἄδολο γάλα τῶν ἀρετῶν, ὥστε μὲ αὐτὸ νὰ μεγαλώσεις, ν’ ἀποκτήσεις τὴν καλὴ γνώση τῶν ἐντολῶν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνεις ἄνδρας τέλειος, ὡς πρὸς τὸ μέτρο τοῦ ἀναστήματος τῆς τελειότητας τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ μὴ εἶσαι πιὰ νήπιο στὸ μυαλό, κλυδωνιζόμενος καὶ περιφερόμενος ἀπὸ τὴν παραζάλη καὶ τὴν τρικυμία τῶν παθῶν, ἀλλὰ νὰ εἶσαι νήπιο ὡς πρὸς τὴν κακία, ἐνῶ ὡς πρὸς τὸ ἀγαθὸ νὰ ἔχεις στερεὸ καὶ σταθερὸ τὸ νοῦ σου καὶ νὰ συμπεριφέρεσαι ἀντάξια τῆς κλήσεως στὴν ὁποία κλήθηκες, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, ἀποτινάσσοντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου καὶ ἀπομακρύνοντας τὴ ματαιότητα τῆς προηγούμενης συμπεριφορᾶς, ὅπως οἱ ἐθνικοὶ ποὺ συμπεριφέρονται μέσα στὴ ματαιότητα τοῦ μυαλοῦ τους, σκοτισμένοι στὴ σκὲψη καὶ ἀποξενωμὲνοι ἀπὸ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ὑποδουλωμένοι στὶς ἐπιθυμίες τους καὶ στὶς ἄλογες ὁρμές τους. Ἐσὺ ὅμως, ὅπως προσῆλθες στὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό, ἔτσι νὰ συμπεριφερθεῖς καὶ σὰν υἱὸς τοῦ φωτός. Γιατὶ ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐκδηλώνεται μὲ κάθε ἀγαθότητα, δικαιοσύνη καὶ ἀλήθεια, καὶ τὸν νέο ἄνθρωπο ποὺ σήμερα ἐνδύθηκες μὴ τὸν διαφθείρεις στὸ ἑξῆς μὲ τὴν προηγούμενη παλιὰ συμπεριφορά, ἀλλὰ ν’ ἀνακαινίζεσαι κάθε μέρα μὲ δικαιοσύνη, ὁσιότητα καὶ ἀλήθεια· γιατὶ εἶναι δυνατὸ αὐτὸ σ’ ὅποιον θέλει, ἀφοῦ, ὅπως ἄκουσες, ἔδωσε τὴ δύναμη σ’ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν στὸ ὄνομά του νὰ γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ, ὥστε δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ λέμε ὅτι εἶναι ἀδύνατη σὲ μᾶς ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν· γιατὶ ὁ δρόμος εἶναι εὔκολος καὶ δυνατὸς νὰ βαδισθεῖ. Γιατί, ἂν καὶ ὀνομάζεται στενὸς καὶ κακοτράχαλος, ἐξαιτίας τῆς ταλαιπωρίας τοῦ σώματος ποὺ προξενεῖ, ὅμως εἶναι ἐπιθυμητὸς καὶ θεῖος, ἐξαιτίας τῆς ἐλπίδας τῶν μελλόντων ἀγαθῶν γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν συμπεριφέρονται ἀνόητα, ἀλλὰ γνωρίζουν ἀκριβῶς ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ φοροῦν τὴν πανοπλία του, γιὰ νὰ ἀντιπαρατάσσονται στὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀντιπάλου, καὶ μὲ προσευχὴ καὶ παράκληση ἀγρυπνοῦν γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ μὲ πολλὴ ὑπομονὴ καὶ ἐλπίδα.

Ἐσὺ λοιπόν, ὅπως ἄκουσες καὶ διδάχθηκες ἀπὸ ἐμὲνα καὶ ἔβαλες σίγουρη βάση, σ’ αὐτὴν νὰ βελτιώνεσαι, μεγαλώνοντας καὶ προκόπτοντας καὶ ἐπιστρατεύοντας τὸν ἑαυτό σου στὴν καλὴ στράτευση, ἔχοντας πίστη καὶ ἀγαθὴ συνείδηση, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ ἔργα ἀγαθά, καὶ ἐπιδιώκοντας τὴ δικαιοσύνη, τὴν εὐσέβεια, τὴν πίστη, τὴν ἀρετή, τὴν ὑπομονή, τὴν πραότητα, γιὰ νὰ κερδίσεις τὴν αἰώνια ζωὴ στὴν ὁποία ἔχεις κληθεῖ.

Κάθε ἡδονὴ καὶ ἐπιθυμία τῶν παθῶν, ὄχι μόνο νὰ τὴν ἀπομακρύνεις ἀπὸ σένα στὴν πράξη, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὴν κατὰ διάνοια ἀνάμνησή τους, γιὰ νὰ παρουσιάσεις τὴν ψυχή σου στὸ Θεὸ ἀμόλυντη. Γιατὶ ὄχι μόνο οἱ πράξεις, ἀλλὰ καὶ οἱ σκέψεις μας, ὄντας γραμμένες, γίνονται πρόξενες στεφανιῶν ἢ τιμωριῶν· καὶ γνωρίζουμε ὅτι στὶς καθαρὲς καρδιὲς κατοικεῖ ὁ Χριστὸς μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὅπως πάλι ὁ καπνὸς διώχνει τὶς μέλισσες, ἔτσι τοὺς πονηροὺς συλλογισμούς μας μάθαμε ὅτι τοὺς διώχνει ἡ χάρη τοῦ θείου Πνεύματος. Γι’ αὐτό, προσέχοντάς το πολὺ αὐτό, ἀπάλειψε ἀπὸ τὴν ψυχή σου κάθε πονηρὸ διαλογισμό, φύτεψε τὶς ἄριστες σκέψεις, κάνοντας τὸν ἑαυτό σου ναὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Γιατὶ ἀπὸ τοὺς διαλογισμοὺς φθάνουμε καὶ στὴν ἔμπρακτη ἐφαρμογή τους. Καὶ κάθε πράξη, ποὺ ξεκινάει ἀπὸ σκέψεις καὶ ἐνθυμήσεις, στὴν ἀρχὴ εἶναι μικρή, ἔπειτα μὲ τὶς βαθμιαῖες αὐξήσεις καταλήγει νὰ γίνεται μεγάλη.

Γι’ αὐτὸ μὴν ἀφήσεις καθόλου νὰ σὲ κυριέψει καμμιὰ κακὴ συνήθεια, ἀλλὰ ὅσο ἀκόμη εἶναι στὴν ἀρχὴ βγάλε ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὴν πονηρὴ ρίζα, γιὰ νὰ μὴ φυτρώσει καί, μπήγοντας βαθειὰ τὶς ρίζες της, χρειασθεῖ πολὺ χρόνο καὶ κόπο γιὰ νὰ ξερριζωθεῖ. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε πάντοτε μπαίνουν μέσα μας οἱ μεγαλύτερες ἁμαρτίες καὶ κατακυριεύουν τὶς ψυχές μας, ἐπειδὴ δὲν διορθώνουμε ὅπως πρέπει ἐκεῖνα ποὺ θεωροῦνται ἀσήμαντα, ὅπως διαλογισμοὶ πονηροί, ἀπρεπῆ λόγια καὶ κακὲς συναναστροφές. Γιατί, ὅπως στὰ σώματα, ἐκεῖνοι ποὺ περιφρονοῦν τὰ μικρὰ τραύματα πολλὲς φορὲς προξενοῦν στοὺς ἑαυτούς τους σήψεις καὶ θάνατο, ἔτσι καὶ στὶς ψυχές, ὅσοι παραβλέπουν τὰ μικρὰ πάθη καὶ ἁμαρτήματα, φέρνουν τὰ μεγαλύτερα καὶ καθὼς μπαίνουν τὰ μεγάλα μέσα τους, ἡ ψυχὴ τὰ συνηθίζει καὶ τὰ περιφρονεῖ. Γιατὶ λέει, «ὁ ἀσεβὴς ὅταν φθάσει στὸ βάθος τῶν κακῶν, τὰ περιφρονεῖ», καὶ τότε ὅπως εὐχαριστιέται ὁ χοῖρος ὅταν κυλιέται στὴ λάσπη, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ὅταν βουτηχθεῖ μέσα στὶς κακὲς συνήθειες, οὔτε κἂν αἰσθάνεται τὴ δυσωδία τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ μᾶλλον εὐχαριστιέται σ’ αὐτὲς καὶ ἡδονίζεται προσκολλώμενη στὴν κακία σὰν νὰ πρόκειται γιὰ κάποιο ἀγαθό. Καὶ ἂν κάποτε ἀργὰ ἀνανήφοντας αἰσθανθεῖ τὴν κατάπτωσή της, μὲ πολὺ κόπο καὶ ἱδρῶτα ἐλευθερώνεται ἀπὸ ἐκεῖνα στὰ ὁποῖα ὑποδούλωσε τὸν ἑαυτό της μὲ τὴν κακὴ συνήθεια.

Γι’ αὐτὸ ἀπομάκρυνε μὲ κάθε δύναμη τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ κάθε σκέψη καὶ διαλογισμὸ πονηρὸ καὶ ἀπὸ κάθε κακὴ συνήθεια, ἢ καλύτερα νὰ ἐξασκεῖς τὸν ἑαυτό σου στὶς ἀρετὲς καὶ νὰ συνηθίσεις νὰ τὶς ἐφαρμόζεις στὴν πράξη. Γιατί, ἐὰν κοπιάσεις λίγο σ’ αὐτὲς καὶ κατορθώσεις νὰ τὶς συνηθίσεις, θὰ προοδεύσεις χωρὶς κόπο, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Διότι, ὅταν ἡ συνήθεια τῶν ἀρετῶν γίνει ποιότητα στὴν ψυχή, ἐπειδὴ ἔχει φυσικὴ συγγένεια πρὸς αὐτὴν καὶ ἔχει καὶ τὸ Θεὸ βοηθό, εἶναι δύσκολο νὰ μεταβληθεῖ, καὶ γίνεται σταθερή, ὅπως βλέπεις νὰ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἀνδρεία καὶ φρόνηση, μὲ τὴ σωφροσύνη καὶ τὴ δικαιοσύνη, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ μεταβληθοῦν, ἐπειδὴ εἶναι συνήθειες τῆς ψυχῆς καὶ ποιότητες καὶ ἐνέργειες ποὺ ἔχουν εἰσχωρήσει σὲ βάθος. Γιατί, ἐὰν τὰ πάθη τῆς κακίας, ποὺ δὲν εἶναι σὲ μᾶς φυσικά, ἀλλὰ ἔχουν ἔρθει ἀπ’ ἔξω, ὅταν τὰ συνηθίσουμε, δύσκολα μεταβάλλονται, πολὺ περισσότερο ἡ ἀρετή, ἡ ὁποία καὶ ἔχει φυτευθεῖ μέσα μας κατὰ τρόπο φυσικὸ ἀπὸ τὸ Δημιουργό, καὶ ἔχει τὸν ἴδιο βοηθό, ἐάν, μὲ μικρὴ δική μας προσπάθεια, ριζωθεῖ ὡς ἕξη στὴν ψυχή μας, θὰ εἶναι δύσκολο νὰ μεταβληθεῖ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

Γ ι’ αὐτὸ κάποιος, ποὺ ἔπραττε τὴν ἀρετή, μοῦ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς· Ἀφοῦ δέχθηκα τὴ θεϊκὴ διδασκαλία καὶ ἡ ψυχή μου διαπλάστηκε ποιοτικὰ μὲ πολὺ σταθερὴ ἕξη καὶ μὲ μελέτη, θέλοντας κάποτε νὰ τὴν δοκιμάσω, ἐπίεσα τὸ νοῦ μου, μὴ ἐπιτρέποντάς του νὰ ἐπιβάλει τὴ συνηθισμένη μελέτη· καὶ τότε εἶδα τὸ νοῦ μου νὰ ἐξεγείρεται καὶ νὰ δυσφορεῖ καὶ νὰ στρέφεται μὲ ἀσυγκράτητο πόθο πρὸς αὐτήν, μὴ μπορώντας νὰ ἐκτραπεῖ πρὸς κάποιο ἀντίθετο συλλογισμό. Μόλις τοῦ ἔδωσα γιὰ λίγο τὰ χαλινάρια, ἔτρεξε ἀμέσως μὲ ταχύτητα πρὸς τὴν ἐργασία του, ὅπως λέει ὁ προφήτης· «ὅπως τὸ διψασμένο ἐλάφι τρέχει μὲ πόθο μεγάλο πρὸς τὶς πηγὲς τοῦ νεροῦ, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μου στρέφεται μὲ πόθο μεγάλο πρὸς τὸ Θεό, τὸν ἰσχυρό, τὸν ζωντανό». Ἀποδείχθηκε λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὅτι σὲ μᾶς ἀπομένει νὰ κάνουμε κτῆμα μας τὴν ἀρετὴ καὶ ἐμεῖς εἴμαστε κύριοί της, τὸ νὰ θελήσουμε νὰ τὴν ἀκολουθήσουμε, ἢ νὰ προτιμήσουμε τὴν ἁμαρτία. Ὅσοι βέβαια ἔχουν ὑποδουλωθεῖ στὴν κακία, αὐτοὶ εἶναι δύσκολο νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ αὐτήν, ὅπως εἶπα καὶ παραπάνω.

Ἐσὺ ὅμως ποὺ ἐλευθερώθηκες ἀπὸ αὐτὴν ἐξαιτίας τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ μας καὶ ἔχεις ἐνδυθεῖ τὸ Χριστὸ μὲ τὴ χάρη τοῦ θείου Πνεύματος, παράδωσε ὅλο τὸν ἑαυτό σου στὸν Κύριο καὶ μὴν ἀνοίξεις ποτὲ πόρτα στὰ πάθη, ἀλλά, ἀφοῦ στολίσεις τὴν ψυχή σου μὲ τὴν εὐωδία καὶ τὴν λαμπρότητα τῶν ἀρετῶν, κάνε την ναὸ τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀπασχολώντας ὅλες σου τὶς δυνάμεις στὴ θέα αὐτῆς. Διότι, ἐὰν κάποιος, ποὺ ζεῖ καὶ συνομιλεῖ μὲ ἐπίγειο βασιλιά, θεωρεῖται ἀπὸ ὅλους εὐτυχισμένος, αὐτὸς ποὺ ἔγινε ἄξιος νὰ συνομιλεῖ καὶ νὰ βρίσκεται νοερὰ κοντὰ στὸ Θεό, πόση μακαριότητα θὰ ἀπολαύσει; Αὐτὸν λοιπὸν νὰ βλέπεις ὡσὰν μέσα ἀπὸ καθρέπτη πάντοτε καὶ μὲ αὐτὸν νὰ μιλᾶς. Πῶς ὅμως θὰ μιλήσεις στὸ Θεό; Προσεγγίζοντάς τον μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἱκεσία. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ προσεύχεται μὲ θερμὸ πόθο καὶ καθαρὴ καρδιά, ἀπομακρύνοντας τὸ νοῦ του ἀπὸ ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ χαμερπῆ πράγματα, καί, σὰν νὰ στέκεται πρόσωπο μὲ πρόσωπο μπροστὰ στὸ Θεό, προσφέρει τὶς ἱκεσίες του μὲ φόβο καὶ τρόμο, αὐτὸς ὁμιλεῖ μὲ τὸ Θεὸ καὶ συνδιαλέγεται μαζί του πρόσωπο μὲ πρόσωπο.

Γιατὶ εἶναι παντοῦ παρὼν ὁ ἀγαθὸς Δεσπότης μας ἀκούοντας καλὰ αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται εἰλικρινὰ καὶ καθαρὰ σ’ αὐτόν, ὅπως λέει ὁ προφήτης· «τὰ μάτια τοῦ Κυρίου εἶναι στραμμένα στοὺς δίκαιους καὶ τὰ αὐτιά του στὴ δέησή τους». Γι’ αὐτὸ οἱ πατέρες ὁρίζουν τὴν προσευχὴ ὡς ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴν ὀνομάζουν ἔργο ἀγγέλων καὶ προοίμιο τῆς μελλοντικῆς εὐφροσύνης. Διότι, ἐπειδὴ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν τὴ θεωροῦν περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ὡς προσέγγιση καὶ θέα τῆς ἁγίας Τριάδος καὶ ἡ ἐμμονὴ στὴν προσευχὴ ὁδηγεῖ σ’ αὐτὸ τὸ νοῦ, πολὺ σωστὰ ὀνομάζεται προοίμιο καὶ κατὰ κάποιο τρόπο προεικόνιση τῆς μακαριότητας ἐκείνης. Ὅμως δὲν εἶναι κάθε προσευχὴ τέτοια, ἀλλὰ μόνο ἐκείνη ποὺ εἶναι πραγματικὰ ἄξια τῆς ὀνομασίας αὐτῆς, ἐκείνη ποὺ ἔχει δάσκαλο τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος δίνει λόγια προσευχῆς σ’ αὐτὸν ποὺ προσεύχεται, ἡ προσευχὴ ποὺ ὑψώνεται πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἐπίγεια καὶ συναντᾶ ἄμεσα τὸ Δεσπότη Θεό.

Αὐτὴν νὰ κάνεις κτῆμα σου καὶ γι’ αὐτὴν τὴν προκοπὴ νὰ ἀγωνίζεσαι· γιατὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ σὲ ἀνυψώσει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Δὲν θὰ προκόψεις ὅμως σ’ αὐτὴν χωρὶς προετοιμασία καὶ στὴν τύχη, ἀλλά, ἀφού πρῶτα καθαρίσεις τὴν ψυχή σου ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ πλύνεις καλὰ κάθε πονηρὴ σκέψη της, κάνοντάς την σὰν καθαρὸ καὶ φρεσκογυαλισμὲνο καθρέφτη, καὶ ἀπομακρύνεις τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ κάθε μνησικακία καὶ ὀργή, ἡ ὁποία περισσότερο ἀπὸ ὅλα ἐμποδίζει τὶς προσευχὲς μας νὰ ἀνεβοῦν στὸ Θεό, καὶ ἀφοῦ συγχωρήσεις μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου τὰ ἁμαρτήματα ὅλων ὅσοι σὲ ἔβλαψαν καὶ δώσεις φτερὰ στὴν προσευχή σου μὲ ἐλεημοσύνες καὶ καλωσύνες στοὺς φτωχούς, τότε πρόσφερέ την στὸ Θεὸ μὲ θερμὰ δάκρυα. Μόνο ἔτσι προσευχόμενος θὰ μπορέσεις νὰ πεῖς ὅπως ὁ μακάριος Δαβίδ· γιατὶ αὐτός, ἐνῶ ἦταν βασιλιὰς καὶ εἶχε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ μύριες φροντίδες, ἀφού καθάρισε τὴν ψυχή του ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη, ἔλεγε στὸ Θεό· «μίσησα τὴν ἀδικία καὶ τὴ σιχάθηκα, καὶ ἀγάπησα τὸ νόμο σου· ἑφτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα σὲ δοξολόγησα γιὰ τὶς δίκαιες ἀποφάσεις σου· ἡ ψυχή μου φύλαξε τὶς ἐντολές σου καὶ τὶς ἀγάπησε πολύ· ἂς πλησιάσει ἡ δέησή μου, Κύριε, κοντά σου· δός μου σύνεση, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή σου».

Φωνάζοντας ἔτσι, ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἀκούσει, καὶ «ἐνῶ ἀκόμα θὰ μιλᾶς, θὰ σοῦ πεῖ· νά, εἶμαι παρών». Ἐὰν λοιπὸν κατορθώσεις τέτοια προσευχή, θὰ εἶσαι εὐτυχισμένος. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ προσεύχεται μὲ τόση προθυμία καὶ παρακαλεῖ τὸ Θεό, νὰ μὴ προκόπτει κάθε μέρα στὸ καλό καὶ νὰ μὴ πετάει πάνω ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ. Αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ θέρμανε καλὰ τὴ διάνοιά του, ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος, καὶ ἀνάστησε τὴν ψυχή του, καὶ ἀνέβασε τὸν ἑαυτό του στὸν οὐρανὸ καὶ ἔτσι κάλεσε τὸ Δεσπότη του, καὶ θυμήθηκε τὰ ἁμαρτήματά του καὶ μίλησε γιὰ τὴ συγχώρησή τους, καὶ μὲ καυτὰ δάκρυα παρακάλεσε νὰ γίνει σπλαγχνικὸς πρὸς αὐτὸν ὁ φιλάνθρωπος, μὲ τὴν ἐμμονή του στὰ λόγια καὶ τοὺς διαλογισμοὺς αὐτοὺς ἀποβάλλει κάθε βιοτικὴ φροντίδα, γίνεται ἀνώτερος ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ ἀξιώνεται νὰ ὀνομάζεται σύντροφος τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο τί θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει εὐτυχέστερο καὶ ὑψηλότερο; Εἴθε νὰ σὲ ἀξιώσει λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ ἐπιτύχεις αὐτὴ τὴ μακαριότητα.

Ὁρίστε, λοιπόν, σοῦ ἔδειξα τὸ δρόμο τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καὶ δὲν ἀπέκρυψα τίποτε, ὥστε νὰ μὴ σοῦ ἀναγγείλω ὅλο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐγὼ βέβαια ἤδη ἔχω τελειώσει τὴν ὑπηρεσία μου πρὸς ἐσένα· ἐσὺ στὸ ἑξῆς, ἀφοῦ ζώσεις τὴ μέση τῆς διάνοιάς σου, γίνε καὶ σὺ ἅγιος σὲ κάθε συναναστροφή σου, ὅπως καὶ αὐτὸς ποὺ σὲ κάλεσε εἶναι ἅγιος· γιατὶ ὁ Κύριος λέει· «γίνεσθε ἅγιοι, ὅπως καὶ ἐγὼ εἶμαι ἅγιος». Καὶ ὁ πιὸ κορυφαῖος ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους γράφει· «ἐὰν ἐπικαλεῖσθε ὡς Πατέρα αὐτὸν ποὺ κρίνει χωρὶς προσωποληψία ἀνάλογα μὲ τὸ ἔργο τοῦ καθενός, νὰ συμπεριφέρεσθε τὸ χρόνο τῆς ἐδῶ ζωῆς σας μὲ φόβο, γνωρίζοντας ὅτι δὲ λυτρωθήκατε μὲ φθαρτὰ πράγματα, μὲ ἀσήμι ἢ χρυσάφι, ἀπὸ τὴ μάταιη πατροπαράδοτη συμπεριφορά σας, ἀλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἦταν σὰν ἀρνὶ ἄσπιλο καὶ ἁγνό».

Βάζοντας λοιπὸν ὅλα αὐτὰ στὴν καρδιά σου, νὰ τὰ θυμᾶσαι πάντοτε, ἔχοντας μπροστά στὰ μάτια σου τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ γεμᾶτο φρίκη δικαστήριό του, καὶ τὴ χαρὰ ποὺ πρόκειται νὰ ἀπολαύσουν στὸν αἰώνα ἐκεῖνο οἱ δίκαιοι, καὶ τὴν κατήφεια τῶν ἁμαρτωλῶν στὸ βαθύτατο σκοτάδι, καθὼς καὶ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ τὴν αἰωνιότητα τῶν μελλόντων, ὅτι δηλαδὴ «κάθε σάρκα εἶναι χορτάρι καὶ κάθε δόξα ἀνθρώπινη εἶναι σὰν ἄνθος χορταριοῦ· ξηραίνεται τὸ χορτάρι καὶ πέφτει τὸ ἄνθος, ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μένει αἰώνια». Αὐτὰ νὰ τὰ μελετᾶς πάντοτε, καὶ εἴθε ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μαζί σου, νὰ σὲ φωτίζει, νὰ σὲ συνετίζει καὶ νὰ σὲ ὁδηγεῖ στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας, διώχνοντας μακριὰ ἀπὸ τὸ νοῦ σου κάθε πονηρὸ θέλημα καὶ σφραγίζοντας τὴν ψυχή σου μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, γιὰ νὰ μὴ σὲ πλησιάσει κανένα ἀπὸ τὰ σκάνδαλα τοῦ πονηροῦ, ἀλλὰ νὰ ἀξιωθεῖς μὲ κάθε τελειότητα νὰ κερδίσεις τὰ ἀγαθὰ τῆς μελλοντικῆς, αἰώνιας καὶ χωρὶς διαδοχὴ βασιλείας καὶ νὰ λουσθεῖς μὲ τὸ φῶς τῆς μακάριας καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος, ἡ ὁποία δοξάζεται στὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Ἀφοῦ λοιπὸν νουθέτησε μὲ τέτοιες ἠθικὲς παραινέσεις ὁ τιμιότατος γέροντας τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ, ἀναχώρησε γιὰ τὸν τόπο τῆς φιλοξενίας του. Οἱ ὑπηρέτες ὅμως καὶ οἱ παιδαγωγοὶ τοῦ νέου, βλέποντας τὴ συχνῆ εἴσοδό του στὸ παλάτι, ἀποροῦσαν. Ἕνας τότε, ποὺ διακρινόταν μεταξὺ αὐτῶν, τὸν ὁποῖο εἶχε τοποθετήσει ὁ βασιλιὰς στὸ παλάτι τοῦ γιοῦ του ὡς πολὺ ἔμπιστο καὶ εὐγνώμονα, ποὺ λεγόταν Ζιρδάν, λέει στὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ· «Γνωρίζεις ὁπωσδήποτε, δεσπότη μου, πόσος εἶναι σὲ μένα ὁ φόβος τοῦ πατέρα σου καὶ πόση ἡ ἀφοσίωσή μου σ’ αὐτόν· γι’ αὐτὸ σὰν ὑπηρέτη πολὺ ἔμπιστο μὲ διέταξε νὰ σὲ ὑπηρετῶ. Τώρα ὅμως, βλέποντας ὅτι αὐτὸς ὁ ξένος ἄνδρας σὲ ἐπισκέπτεται συχνά, φοβᾶμαι μήπως ἀνήκει στὴ θρησκεία τῶν Χριστιανῶν, πρὸς τὴν ὁποία ὁ πατέρας σου διάκειται μὲ πολλὴ ἀπέχθεια, καὶ βρεθῶ ἔνοχος θανατικῆς καταδίκης. Ἢ λοιπὸν ἀνάφερε στὸ βασιλιὰ τὰ σχετικὰ μ’ αὐτόν, ἢ σταμάτα στὸ ἑξῆς νὰ συναναστρέφεσαι μαζί του· ἀλλιῶς ἀπομάκρυνέ με ἀπὸ κοντά σου, γιὰ νὰ μὴ γίνω ἄξιος κατηγορίας, καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα σου νὰ φέρει ἐδῶ ἄλλον».

Ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ τοῦ εἶπε τότε· «Πρὶν ἀπ’ ὅλα, Ζαρδάν, νὰ κάνεις αὐτό. Κάθισε μέσα ἀπ’ τὸ παραπέτασμα καὶ ἄκου τὴν ὁμιλία του πρὸς ἐμένα, καὶ ἔπειτα θὰ σοῦ πῶ τί πρέπει νὰ κάνεις». Ὅταν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ ἔρθει σ’ αὐτὸν ὁ Βαρλαὰμ, ἔβαλε τὸν Ζαρδὰν μέσα στὸ παραπέτασμα καὶ λέει στὸ γέροντα· «Ἀνακεφαλαίωσέ μου τὴν ἔνθεη διδασκαλία σου, γιὰ νὰ φυτευθεῖ πιὸ καλὰ στὴν καρδιά μου».

Παίρνοντας τὸ λόγο ὁ Βαρλαὰμ ἔλεγε πολλὰ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴν εὐσέβεια πρὸς αὐτόν, καὶ ὅτι μόνο αὐτὸν πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ ὅλη τὴ διάνοιά μας, καὶ νὰ φυλάσσουμε τὶς ἐντολές του μὲ φόβο καὶ πόθο, καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς ὅλων τῶν ὁρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων. Μεταξὺ αὐτῶν ἀνάφερε καὶ τὴν πλάση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, τὴν ἐντολὴ ποὺ τοῦ δόθηκε καὶ τὴν παράβασή της καθὼς καὶ τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ πλάστη γιὰ τὴν παράβαση. Στὴ συνέχεια ἀπαρίθμησε τὰ ἀγαθὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκλεισθήκαμε παραβαίνοντας τὴν ἐντολή· ὑπενθύμισε ἐπίσης τὶς ἄθλιες θλίψεις ποὺ μᾶς βρῆκαν μετὰ τὴν ἀποτυχία τῶν ἀγαθῶν. Σ’ αὐτὰ πρόσθεσε γιὰ τὴ φιλανθρωπία, ὅτι ὁ Δημουργός, φροντίζοντας γιὰ τὴ δική μας σωτηρία, ἔστειλε δασκάλους καὶ προφῆτες νὰ κηρύξουν τὴ σάρκωση τοῦ Μονογενοῦς· ἔπειτα καὶ τὴ συγκατάβαση ἐκείνου, τὴν ἐνανθρώπηση, τὶς εὐεργεσίες, τὰ θαύματα καὶ τὰ πάθη του γιὰ μᾶς τοὺς ἀχάριστους, τὴ σταύρωση, τὴ λόγχη, τὸν ἑκούσιο θάνατο· τέλος, τὴν ἐπανόρθωσή μας, τὸ ξανακάλεσμά μας καὶ τὴν ἀποκατάστασή μας στὴ πρώτη εὐδαιμονία· ἔπειτα τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ περιμένει τοὺς ἄξιους, τὴν τιμωρία ποὺ εἶναι ἕτοιμη γιὰ τοὺς κακούς, τὴ φωτιὰ ποὺ δὲν σβήνει, τὸ ἀτελείωτο σκοτάδι, τὸ ἀθάνατο σκουλήκι καὶ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη κόλαση ποὺ ἐξασφάλισαν οἱ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ἀφοῦ τὰ ἀνέφερε ὅλα αὐτὰ καὶ ἔφερε τὸ λόγο στὴν ἠθικὴ διδασκαλία, εἶπε πολλὰ γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ βίου, κατηγόρησε τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων, ἤλεγξε τὴν ἀθλιότητα αὐτῶν ποὺ εἶναι προσκολλημένοι σ’ αὐτὰ καὶ κατέληξε σὲ προσευχή. Καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε γι’ αὐτὸν νὰ μείνει ἀμετάτρεπτος καὶ ἀμετακίνητος στήν ὁμολογία τῆς ὀρθόδοξης πίστεως, καὶ νὰ δείξει ἀνεπίληπτη ζωὴ καὶ καθαρότατη συμπεριφορά, αὐτός, τελειώνοντας τὴν προσευχή, ἔφυγε πάλι γιὰ τὸν τόπο ὅπου φιλοξενοῦνταν.

Ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ κάλεσε τότε τὸν Ζορδὰν καὶ δοκιμάζοντας τὶς διαθέσεις του εἶπε· «Ἄκουσες τί πράγματα μοῦ λέει αὐτὸς ὁ κουτσομπώλης, προσπαθώντας νὰ μὲ ἐξαπατήσει μὲ τὶς κούφιες πιθανολογίες του καὶ νὰ μὲ στερήσει ἀπὸ αὐτὴ τὴν εὐχάριστη εὐφροσύνη καὶ ἀπόλαυση, καὶ νὰ λατρέψω ξένο Θεό;»

Καὶ ὁ Ζαρδὰν εἶπε· «Γιατί, βασιλιά μου, θέλεις νὰ μὲ δοκιμάσεις ἐμένα τὸν ὑπηρέτη σου; Γνωρίζω ὅτι τὰ λόγια τοῦ ἄνδρα μπῆκαν βαθειὰ στὴν καρδιά σου· γιατί, ἂν δὲν συνέβαινε αὐτό, δὲ θὰ μιλοῦσες μ’ αὐτὸν μὲ εὐχαρίστηση καὶ συνεχῶς. Ἐμεῖς ἄλλωστε δὲν ἀγνοοῦμε τὸ κήρυγμα αὐτό· ἀλλὰ ἀπὸ τότε ποὺ ὁ πατέρας σου κήρυξε ἄσπονδο διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, διώχθηκαν αὐτοὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ σταμάτησε τὸ κήρυγμά τους. Ἐὰν ὅμως τώρα σοῦ φάνηκε ἡ διδασκαλία ἀρεστὴ καὶ μπορεῖς νὰ ἀνεχθεῖς τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ταλαιπωρία της, ἂς εὐοδωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες σου. Τί νὰ κάνω ὅμως ἐγώ, ποὺ σ’ αὐτὴ τὴ σκληρότητα οὔτε νὰ προσβλέψω μπορῶ, καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ βασιλιᾶ θὰ χάσω τὴ ζωή μου μέσα σὲ πόνους καὶ θλίψεις; Τί θὰ ἀπολογηθῶ σ’ αὐτόν, ποὺ ἐκτέλεσα μὲ ἀμέλεια τὶς διαταγές του καὶ ἐπέτρεψα στὸν ἄνδρα αὐτὸν νὰ ἔρχεται σὲ σένα;»

Καὶ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ τοῦ εἶπε· «Ἐγὼ βέβαια, μὴ γνωρίζοντας γιὰ τὴ μεγάλη σου εὐγνωμοσύνη σὲ μένα καμμιὰ ἄλλη ἀντάξια ἀμοιβή, βρῆκα ὡς πάρα πολύ ἀντάξιο γιὰ τὴν εὐεργεσία σου νὰ σοῦ φανερώσω τὸ κατεξοχὴν ἀγαθό, νὰ σοῦ μάθω δηλαδὴ γιὰ ποιό σκοπὸ ἔγινες καὶ νὰ γνωρίσεις καὶ τὸ Δημιουργὸ καὶ ἐγκαταλείποντας τὸ σκοτάδι, νὰ τρέξεις πρὸς τὸ φῶς, καὶ ἔλπιζα πώς, μόλις τὸν ἀκούσεις, θὰ τὸν ἀκολουθήσεις μὲ ἀσυγκράτητο πόθο. Ἀλλὰ διαψεύσθηκα, ὅπως βλέπω, στὴν ἐλπίδα μου, βλέποντάς σε νὰ ἀντιμετωπίζεις χλιαρὰ αὐτὰ ποὺ λέχθηκαν. Ἐὰν ὅμως τὰ φανερώσεις αὐτὰ στὸ βασιλιὰ καὶ πατέρα μου, δὲν θὰ ἐπιτύχεις τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ κάνεις τὴν ψυχή του νὰ ἀηδιάσει μὲ φροντίδες καὶ στενοχώριες. Γι’ αὐτό, ἐὰν βέβαια τοῦ εἶσαι εὐγνώμων, μὴ τοῦ ἀναφέρεις τίποτε γι’ αὐτὰ μέχρι τὴν κατάλληλη ὥρα». Λέγοντάς του ὅμως αὐτὰ ἤξερε ὅτι σπέρνει πάνω σὲ νερά· γιατὶ σὲ ψυχὴ ἀσύνετη δὲν θὰ εἰσέλθει σοφία.

Τὴν ἑπομένη ἦρθε ὁ Βαρλαὰμ καὶ μιλοῦσε γιὰ τὴν ἀναχώρησή του· ἐκεῖνος μὴ μπορώντας νὰ ὑποφέρει τὸ χωρισμό, στενοχωριόταν στὴν ψυχὴ καὶ τὰ μάτια του ἦταν γεμᾶτα δάκρυα. Ὁ γέροντας τότε ἀφοῦ μίλησε πολὺ μαζί του καὶ τοῦ σύστησε νὰ μείνει ἀκλόνητος στὸ ἀγαθό, καὶ ἀφοῦ μὲ λόγια παρηγορητικὰ στήριξε τὴν καρδιά του, τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ξεπροβοδίσει μὲ χαρά· ταυτόχρονα ὅμως τοῦ προέλεγε ὅτι σύντομα θὰ ἑνωθοῦν μὲ ἕνωση ἀδιαίρετη. Τότε ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, μὴ μπορώντας νὰ ταλαιπωρεῖ περισσότερο τὸν γέροντα καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ δρόμο ποὺ ποθοῦσε, καὶ συγχρόνως ὑποθέτοντας ὅτι ἐκεῖνος ὁ Ζαρδὰν δὲν θὰ φανερώσει στὸ βασιλιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν θὰ τὸν ὑποβάλει σὲ βασανιστήρια, τοῦ λὲει· «Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποφάσισες, πνευματικὲ πατέρα μου καὶ ἄριστε διδάσκαλε, σὺ ποὺ μοῦ ἐκανες τόσο καλό, νὰ μὲ ἀφήσεις νὰ συναναστρὲφομαι μὲ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ σὺ νὰ ἐπιστρέψεις στὸν τόπο τῆς πνευματικῆς σου ἀναπαύσεως, δὲν τολμῶ πιὰ νὰ σὲ κρατῶ καὶ νὰ σὲ ἐμποδίζω. Πήγαινε λοιπὸν προστατευόμενος ἀπὸ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ μνημονεύεις πάντοτε στὶς πολύτιμες προσευχές σου πρὸς τὸν Κύριο ἐμένα τὸν ταλαίπωρο, γιὰ νὰ μπορέσω νὰ σὲ βρῶ καὶ νὰ βλέπω πάντοτε τὸ ἔντιμο πρόσωπό σου. Κάνε μου ὅμως μία χάρη· ἐπειδὴ δὲν θέλησες νὰ πάρεις κάτι γιὰ τοὺς συνασκητὲς σου, δὲξου ἕνα κάποιο μικρὸ χρηματικὸ ποσὸ γιὰ σένα γιὰ τὴ διατροφή σου, καὶ ἕνα ροῦχο γιὰ νὰ ντυθεῖς».

Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε· «Ἐὰν δὲ δέχθηκα κάτι ἀπὸ σένα γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου (γιατὶ οὔτε ἐκεῖνοι ἔχουν ἀνάγκη νὰ πάρουν τὰ ὑλικὰ τοῦ κόσμου, τὰ ὁποῖα θεληματικὰ τὰ ἀπομάκρυναν), πῶς θὰ πάρω γιὰ τὸν ἑαυτό μου αὐτὸ ποὺ ἀπαγόρευσα σ’ ἐκείνους; Γιατί, ἂν ἦταν καλὸ πρᾶγμα ἡ ἀπόκτηση τῶν χρημάτων, θὰ τὰ ἔδινα πρὶν ἀπὸ μένα σ’ ἐκείνους. Ἐπειδὴ ὅμως γνωρίζω καλὰ ὅτι ἡ ἀπόκτηση τῶν χρημάτων εἶναι ὀλέθρια, γι’ αὐτὸ οὔτε ἐκείνους οὔτε τὸν ἑαυτό μου θὰ τὸν ὑποβάλω σὲ τέτοια θηλειά».

Καὶ ἀφοῦ οὔτε καὶ σ’ αὐτὸ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν πείσει, ἀρχίζει δεύτερη παράκληση καὶ τοῦ ζητάει πάλι δεύτερη χάρη, νὰ μὴ περιφρονήσει τελείως τὶς παρακλήσεις του, οὔτε νὰ ἀπορρίψει τὴ λύπη του, ἀλλὰ νὰ τοῦ ἀφήσει ἐκεῖνο τὸ συρρικνωμένο ροῦχο, τὸ σκληρὸ δηλαδὴ περιβόλαιο, ἀφενὸς μὲν γιὰ νὰ θυμᾶται τὴν ἄσκηση τοῦ δασκάλου του, καὶ ἀφετὲρου γιὰ νὰ τὸν προφυλάσσει ἀπὸ κάθε σατανικὴ ἐνέργεια, καὶ νὰ πάρει ἀπὸ αὐτὸν ἄλλο ἀντὶ γι’ αὐτό, ὥστε, λέει, «βλέποντας αὐτὸ ποὺ σοῦ ἔδωσα ἐγώ, νὰ θυμᾶσαι τὴν ταπεινότητά μου».

Καὶ ὁ γέροντας εἶπε· «Τὸ νὰ σοῦ δώσω τὸ παλιὸ καὶ σχισμένο ἔνδυμα καὶ νὰ πάρω καινούργιο δὲν ἐπιτρέπεται, γιὰ νὰ μὴ καταδικασθῶ, ἀφοῦ τὴν ἀμοιβὴ γιὰ τὸ μικρὸ κόπο μου τὴν πῆρα ἀπὸ ἐδῶ· ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ σοῦ ἀρνηθῶ τὴν παράκληση, θέλω αὐτὰ ποὺ θὰ μοῦ δώσεις ἐσὺ νὰ εἶναι παλιὰ καὶ νὰ μὴ διαφέρουν ἀπὸ τὰ δικά μου».

Τότε ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ ζήτησε παλιὰ τρίχινα κουρέλια, τὰ ἔδωσε στὸν γέροντα καὶ παίρνοντας τὰ δικά του χαιρόταν, θεωρώντας τα ἀσυγκρίτως πιὸ πολύτιμα ἀπὸ κάθε πορφύρα καὶ βασιλικὴ ἁλουργίδα. Ὁ ἐξαίρετος Βαρλαὰμ, θέλοντας ν’ ἀναχωρήσει ὅσο γίνεται γρηγορότερα, μιλοῦσε γιὰ τὴν ἀναχώρησή του καὶ τοῦ ἔκανε τὴν τελευταία διδασκαλία λέγοντάς του· «Ἀδελφὲ ἀγαπημένε μου καὶ τέκνο μου γλυκύτατο, τὸ ὁποῖο γέννησα μὲσω τοῦ Εὐαγγελίου, γνωρίζεις σὲ ποιό βασιλιὰ στρατολογήθηκες καὶ σὲ ποιόν ἔκανες ὁμολογία πίστεως. Πρέπει λοιπὸν νὰ τὴν φυλάξεις σταθερὴ καὶ νὰ ἐκτελέσεις μὲ προθυμία τὶς στρατιωτικὲς ὑποχρεώσεις, αὐτὲς ποὺ ὑποσχὲθηκες μὲ τὸ συμβόλαιο τῆς ὁμολογίας στὸ Δεσπότη τῶν ὅλων, ἐνῶ ἦταν παροῦσα ὁλόκληρη ἡ οὐράνια στρατιά, ἡ ὁποία ἐπιβεβαίωνε τὴν ὁμολογία σου καὶ κατέγραφε αὐτὰ ποὺ ὁμολόγησες, τὰ ὁποῖα ἐὰν τὰ κρατήσεις θὰ γίνεις μακάριος. Νὰ μὴ προτιμήσεις λοιπὸν τίποτε ἀπὸ τὰ παρόντα, ἀντὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν δικῶν του ἀγαθῶν. Γιατὶ τί θὰ ἦταν πιὸ φοβερὸ ἀπὸ τὰ παρόντα, ὅσο ἡ γέεννα τῆς αἰώνιας φωτιᾶς, ποὺ οὔτε αὐτὸ ποὺ καίει ἔχει καθόλου φῶς, οὔτε αὐτὸ ποὺ βασανίζει τελειώνει ποτὲ; Ἀντίθετα, ποιό ἀπὸ τὰ καλὰ τοῦ κόσμου μπορεῖ νὰ εὐφράνει τόσο, ὅσο ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ δίνει τὴ χάρη του σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸ ἀγαποῦν; Αὐτὸς τοῦ ὁποίου ἡ ὡραιότητα εἶναι ἀπερίγραπτη, ἡ ἐξουσία ἀκαταμάχητη καὶ ἡ δόξα ἀθάνατη καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἀγαθά, αὐτὰ ποὺ εἶναι ἑτοιμασμένα γιὰ τοὺς φίλους του, ὑπερὲχουν ἀσύγκριτα ἀπὸ ὅλα τὰ ὁρατὰ πράγματα, «τὰ ὁποῖα μάτι δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ νοῦς ἀνθρώπου δὲ μπόρεσε νὰ συλλάβει», καὶ τὰ ὁποῖα εἴθε νὰ κληρονομήσεις, φρουρούμενος ἀπὸ τὸ πανίσχυρο χὲρι τοῦ Θεοῦ».

Ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ χύνοντας δάκρυα ἀδημονοῦσε καὶ στενοχωριόταν, μὴ ἀντέχοντας νὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸν φιλόστοργο πατέρα καὶ τὸν ἄριστο δάσκαλό του. Καὶ τοῦ λέει· «Ποιός, πατέρα μου, θὰ ἀναπληρώσει τὴ θέση σου; Ποῦ θὰ βρῶ ἐγὼ τέτοιον ποιμένα καὶ ὁδηγὸ ψυχικῆς σωτηρίας; Τί θὰ παρηγορήσει τὸν πόθο μου γιὰ σένα; Γιατὶ νά, ἐμένα τὸν πονηρὸ δοῦλο καὶ ἀποστάτη μὲ ἔφερες κοντά στὸ Θεὸ καὶ μὲ ἀποκατέστησες σὲ θέση γιοῦ καὶ κληρονόμου, καὶ τὸν χαμένο καὶ περιπλανώμενο στὰ βουνὰ ἕτοιμο νὰ κατασπαραχθεῖ ἀπὸ τὰ θηρία, τὸν ἀναζήτησες καὶ τὸν ἔσμιξες μὲ τὰ ἀπλάνευτα πρόβατα τοῦ Θεοῦ. Καὶ μοῦ ἔδειξες τὸ σύντομο δρόμο τῆς ἀληθείας, ἀφοῦ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, καὶ παίρνοντας τὰ πόδια μου ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸ καὶ θανατηφόρο καὶ διεστραμμένο καὶ στραβὸ μονοπάτι, μοῦ πρόσφερες μεγάλα καὶ θαυμάσια ἀγαθά, τὴν ὑπεροχὴ τῶν ὁποίων κανένας λόγος δὲ θὰ ἀρκοῦσε νὰ ἐξιστορήσει. Εἴθε νὰ γίνεις μέτοχος καὶ σὺ τῶν μεγάλων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ ἐξαιτίας ἐμοῦ τοῦ μικροῦ, καὶ τὴν ἀνεπαρκῆ δική μου εὐχαριστία εἴθε νὰ τὴ συμπληρώσει ὁ Κύριος, ὁ μόνος ποὺ ὑπερνικᾶ μὲ τὶς ἀνταποδόσεις τῶν δωρεῶν του ὅσους τὸν ἀγαποῦν».

Ὁ Βαρλαὰμ τότε, διακόπτοντας τὴ θρηνωδία του, σηκώθηκε, πῆρε στάση προσευχῆς καὶ ὑψώνοντας τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ ἔλεγε· «Θεὲ καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὺ ποὺ φώτισες αὐτὰ ποὺ πρὶν ἦταν σκοτεινά, καὶ δημιούργησες αὐτὴ τὴν ὁρατὴ καὶ ἀόρατη κτίση ἀπὸ τὸ τίποτε, σὺ ποὺ ἐπανέφερες τὸ πλάσμα σου καὶ δὲν μᾶς ἄφησες νὰ βαδίζουμε πίσω ἀπὸ τὴν ἀφροσύνη μας, εὐχαριστοῦμε καὶ σένα καὶ τὴ σοφία σου καὶ τὴ δύναμή σου τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, μέσω τοῦ ὁποίου δημιούργησες τοὺς αἰῶνες, καὶ ὅταν ξεπέσαμε μᾶς σήκωσες καὶ ὅταν ἁμαρτήσαμε μᾶς συγχώρησες τὶς ἁμαρτίες, ὅταν πλανηθήκαμε μᾶς ἐπανέφερες, ὅταν αἰχμαλωτισθήκαμε μᾶς λύτρωσες καὶ ὅταν πεθάναμε μᾶς ζωντάνεψες μὲ τὸ τίμιο καὶ δεσποτικὸ αἷμα τοῦ Υἱοῦ σου. Ἐσένα λοιπὸν ἐπικαλοῦμε καὶ τὸν μονογενῆ σου Υἱὸ καὶ τὸ πανάγιο Πνεῦμα σου· ρίξε τὸ βλέμμα σου σ’ αὐτὸ τὸ λογικό σου πρόβατο, πού, μέσω ἐμοῦ τοῦ ἀναξίου, ἦρθε νὰ θυσιασθεῖ σὲ σένα, καὶ ἁγίασε τὴν ψυχή του μὲ τὴ δύναμη καὶ χάρη σου· πρόσεξε αὐτὸ τὸ ἀμπέλι ποὺ φυτεύθηκε μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα σου καὶ κάνε το νὰ καρποφορήσει καρπὸ δικαιοσύνης· ἐνίσχυσέ τον, βεβαιώνοντας μέσα του τὴ διαθήκη σου, καὶ γλίτωσέ τον ἀπὸ τὴν ἀπάτη τοῦ διαβόλου· μὲ τὴ σοφία τοῦ ἀγαθοῦ σου Πνεύματος δίδαξέ τον νὰ κάνει τὸ θέλημά σου καὶ μὴ ἀφαιρέσεις ἀπ’ αὐτὸν τὴ βοήθειά σου, ἀξιώνοντάς τον, μαζὶ μὲ μένα τὸν ἄχρηστο ὑπηρέτῃ σου, νὰ γίνει κληρονόμος τῶν ἀτέλειωτων ἀγαθῶν σου, διότι εἶσαι εὐλογητὸς καὶ δοξασμένος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν».

Ἀφοῦ τελείωσε τὴν προσευχή, γύρισε καὶ φίλησε τὸ τέκνο πιὰ τοῦ οὐράνιου Πατέρα καί, ἀφοῦ τοῦ εὐχήθηκε εἰρήνη καὶ σωτηρία αἰώνια, βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ ἀναχώρησε χαίροντας καὶ εὐχαριστώντας τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος ἔκανε τὴν ἀποστολή του νὰ ἔχει καλὸ ἀποτέλεσμα.

ΚΕΦΑΑΑΙΟ 22

Ὁ Ἰωάσαφ, ὅταν βγῆκε ὁ Βαρλαὰμ, ἔκανε προσευχὴ καὶ μὲ καυτὰ δάκρυα ἔλεγε· «Θεέ μου, δεῖξε ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν προστασία μου· Κύριε, τρέξε γρήγορα νὰ μὲ βοηθήσεις», διότι «σὲ σένα ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ὁ φτωχός, καὶ σὺ εἶσαι τοῦ ὀρφανοῦ βοηθός»· «ρίξε τὸ βλέμμα σου ἐπάνω μου καὶ ἐλέησε με», «σὺ ποὺ θέλεις νὰ σωθοῦν ὅλοι καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια», σῶσε καὶ δυνάμωσε ἐμὲνα τὸν ἀνάξιο νὰ βαδίσω τὸ δρόμο τῶν ἁγίων ἐντολῶν σου, διότι ἐγὼ εἶμαι ἀδύναμος καὶ ταλαίπωρος καὶ ἀνίκανος νὰ κάνω τὸ καλό, ἐνῶ σὺ εἶσαι δυνατὸς νὰ μὲ σώσεις, ἀφοῦ συγκρατεῖς καὶ συνέχεις ὅλα τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα. Μὴ μὲ ἀφήσεις νὰ ἀκολουθήσω τὰ πονηρὰ θελήματα τῆς σάρκας, ἀλλὰ δίδαξέ με νὰ κάνω τὸ δικό σου θὲλημα καὶ συντήρησέ με στὴν αἰώνια καὶ μακάρια ζωή σου. Πατέρα καὶ Υἱὲ καὶ ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη θεότητα, ἐσὲνα ἐπικαλοῦμαι καὶ δοξάζω· διότι ἐσὲνα ὑμνεῖ ὅλη ἡ κτίση καὶ ἐσὲνα δοξολογοῦν αἰώνια οἱ νοερὲς δυνάμεις τῶν ἀσωμάτων. Ἀμήν».

Ἀπὸ τότε διατηροῦσε τὸν ἑαυτό του μὲ κάθε προφύλαξη, φροντίζοντας γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός του, καὶ ζοῦσε μὲ ἐγκράτεια καὶ ὁλονύχτιες προσευχὲς καὶ δεήσεις. Ὅταν πολλὲς φορὲς διακοπτόταν ἀπὸ τὴν παρουσία ἐκείνων ποὺ ἦταν μαζί του καὶ μερικὲς φορὲς καὶ ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ βασιλιᾶ σ’ αὐτόν, ἢ ἀπὸ τὴν πρόσκλησή του ἀπὸ ἐκεῖνον, τότε τὴ νύχτα ἀναπλήρωνε αὐτὰ ποὺ ἔχανε τὴν ἡμέρα, μένοντας ὄρθιος μὲ προσευχὲς καὶ δάκρυα μέχρι νὰ φέξει καὶ ἐπικαλούμενος τὸ Θεό. Ἔτσι ἐκπληρωνόταν σ’ αὐτὸν ὁ προφητικὸς ἐκεῖνος λόγος· «τίς νύχτες ὑψῶστε τὰ χέρια σας στραμμένοι πρὸς τὰ ἅγια καὶ εὐλογεῖτε τὸν Κύριο».

Ἐκεῖνος ὁ Ζαρδὰν ὅμως συναισθανόμενος τὴ διαγωγή του, περίλυπος καὶ ἔχοντας τρομερὲς τύψεις στὴν ψυχή του, δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει. Στὸ τέλος, ἀφοῦ ταλαιπωρήθηκε ἀπὸ τὴ στενοχώρια, ἔφυγε στὸ σπίτι του, προσποιούμενος τὸν ἄρρωστο. Ὅταν αὐτὸ περιῆλθε στὴ γνώση τοῦ βασιλιᾶ, ἔστειλε ἄλλον ἀπὸ τοὺς ἔμπιστους στὴ θέση του νὰ ὑπηρετεῖ τὸν γιό του, καὶ αὐτός, φροντίζοντας γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ Ζαρδάν, ἔστειλε σ’ αὐτὸν ἔμπειρο γιατρὸ καὶ ἀξίωσε νὰ θεραπευθεῖ μὲ ὅσο καλύτερη περιποίηση γίνεται.

Ὁ γιατρός, ποὺ ἦταν ἀγαπητὸς στὸ βασιλιά, τὸν ἐπισκέφθηκε μὲ προσοχὴ καὶ ἀφοῦ διέγνωσε ἄριστα τὰ σχετικὰ μὲ αὐτόν, ἀνέφερε γρήγορα στὸ βασιλιὰ καὶ τοῦ εἶπε· «Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ βρῶ καμμιὰ αἰτία ἀσθὲνειας στὸν ἄνθρωπο· γι’ αὐτὸ καὶ ὑποθέτω ὅτι αὐτὸς ἀρρώστησε ἀπὸ κάποια στενοχώρια ποὺ πρόσβαλε τὴν ψυχή του».

Ὁ βασιλιάς, ἀκούοντας τὰ λόγια αὐτά, ὑπέθεσε ὅτι τοῦ φέρθηκε σκληρὰ ὁ γιός του καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ λυπήθηκε πολὺ καὶ ἀποσύρθηκε. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤθελε νὰ μάθει τί ἀκριβῶς ἔγινε, ἔστειλε μήνυμα στὸ Ζαρδὰν καὶ τοῦ ἔλεγε· «Αὔριο θὰ ἔρθω νὰ σὲ δῶ καὶ νὰ διαγνώσω τὰ αἴτια τῆς ἀρρώστιας ποὺ σὲ βρῆκε».

Ὁ Ζαρδὰν ἀκούοντας αὐτὴ τὴν ἀγγελία, πρωὶ πρωὶ φοράει τὸ ἔνδυμά του καὶ πηγαίνει στὸ βασιλιὰ καὶ μπαίνοντας μέσα τὸν προσκύνησε μέχρι τὸ ἔδαφος. Ὁ βασιλιὰς τότε τοῦ εἶπε· «Γιατί καταπίεσες τὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ ἔρθεις; Διότι ἤθελα ἐγὼ νὰ σὲ ἐπισκεφθῶ καὶ νὰ κάνω γνωστὴ σ’ ὅλους τὴν ἀγάπη μου γιὰ σένα».

Ἐκεῖνος τότε ἀνταπάντησε· «Ἡ ἀρρώστια μου, βασιλιά μου, δὲν εἶναι καμμιὰ ἀπὸ τὶς συνηθισμένες ἀρρώστιες τῶν ἀνθρώπων· ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ λυπημένη καὶ γεμάτη ἀγωνία ψυχὴ πόνεσε ἡ καρδιά μου, πόνεσε μαζί της καὶ τὸ σῶμα. Μὲ εἶχε κυριεύσει τόση ἀφροσύνη, ὥστε νὰ μὴ ἔρθω δουλικὰ στὴν ἐξουσία σου, ἀλλὰ νὰ περιμένω τὴ βασιλεία σου νὰ ὑποβληθεῖ στὸν κόπο νὰ ἔρθει σὲ μένα».

Ὅταν λοιπὸν ὁ βασιλιᾶς ρώτησε νὰ μάθει ποιά εἶναι ἡ αἰτία τῆς λύπης του, παίρνοντας τὸ λόγο ὁ Ζαρδὰν εἶπε· «Εἶναι μεγάλος γιὰ μένα ὁ κίνδυνος, εἶμαι ἄξιος γιὰ μεγάλες τιμωρίες καὶ ἔγινα ἔνοχος πολλῶν θανάτων, διότι, ἐκτελώντας μὲ ὀλιγωρία τὶς διαταγές σου, σοῦ προξένησα μεγάλη λύπη, ὅση ποτὲ δὲ δοκίμασες».

Ρώτησε πάλι ὁ βασιλιάς· «Ποιά ὀλιγωρία ἔδειξες ἐσύ, καὶ ποιός εἶναι ὁ φόβος ποὺ σὲ διακατέχει;» Αὐτὸς εἶπε· «Ἔδειξα ὀλιγωρία στὴν ἐκτέλεση μὲ προσοχὴ τῶν διαταγῶν σου σχετικὰ μὲ τὸν κύριό μου τὸ γιό σου. Γιατὶ κάποιος πονηρὸς ἄνθρωπος καὶ ἀγύρτης ἦρθε καὶ τοῦ μίλησε γιὰ τὴ θρησκεία τῶν Χριστιανῶν».

Ἔπειτα διηγήθηκε λεπτομερῶς στὸ βασιλιὰ ὅσα εἶπε ὁ γέροντας στὸ γιό του, καὶ μὲ πόση εὐχαρίστηση τὰ δέχτηκε ἐκεῖνος, καὶ ὅτι ὁλόκληρος ἔγινε τοῦ Χριστοῦ. Ἐπὶ πλέον τοῦ φανέρωσε καὶ τὸ ὄνομα τοῦ γέροντα, λέγοντας ὅτι ὀνομάζεται Βαρλαὰμ. Γιατὶ εἶχε ἀκούσει καὶ προηγουμένως ὁ βασιλιὰς ὅσα λέγονται γιὰ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τῆς πολὺ μεγάλης ἄσκησής του.

Μόλις τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλιάς, ἀμέσως ταράχθηκε ἀπὸ τὴ στενοχώρια ποὺ τὸν βρῆκε καὶ γέμισε ὀργὴ καὶ παρὰ λίγο νὰ μείνει ξερὸς μὲ αὐτὸ ποὺ ἄκουσε. Εὐθὺς ἀμέσως προσκαλεῖ κάποιον ποὺ λεγόταν Ἀραχής, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴ δεύτερη θέση μετὰ τὸ βασιλιά, καὶ ἦταν ὁ πρῶτος σύμβουλός του στὶς μυστικὲς συσκέψεις του, καὶ συγχρόνως ὁ ἄνδρας αὐτὸς ἦταν καὶ γνώστης καλὸς τῆς ἀστρολογίας. Σ’ αὐτόν, ὅταν ἦρθε, ὁ βασιλιὰς διηγήθηκε αὐτὸ ποὺ ἔγινε μὲ πολὺ λύπη καὶ ἀγωνία.

Ἐκεῖνος, βλέποντας τὴν ταραχὴ καὶ τὴ σύγχυση τῆς ψυχῆς του, λέει· «Μὴ ταράζεσαι, βασιλιά μου, καὶ μὴ λυπᾶσαι· γιατὶ δὲν νομίζουμε πὼς χάθηκε ἀκόμα γιὰ μᾶς ἡ ἐλπίδα νὰ μεταστραφεῖ· γνωρίζω μὲ μεγάλη βεβαιότητα ὅτι πολὺ γρήγορα αὐτὸς θὰ ἀπαρνηθεῖ τὴ διδασκαλία ἐκείνου τοῦ πλάνου καὶ θὰ πειθαρχήσει στὸ δικό σου θέλημα».

Ἀφοῦ λοιπὸν μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ἔκανε τὸ βασιλιὰ ὁ Ἀραχής νὰ εὐθυμήσει, συσκέπτονταν μελετῶντας τὸ πρᾶγμα. Καὶ λέει· «Αὐτὸ πρὶν ἀπ’ ὅλα θὰ κάνουμε, βασιλιά μου· θὰ ἐπιδιώξουμε νὰ συλλάβουμε τὸν τρομερὸ Βαρλαὰμ, κι ἐφόσον ἐπετύχουμε αὐτό, γνωρίζω καλά, ὅτι δὲν θὰ ἀποτύχουμε στὸ στόχο μας οὔτε θὰ διαψευσθεῖ ἡ ἐλπίδα μας. Γιατὶ ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ἢ μὲ πειστικὰ λόγια ἢ μὲ διάφορα βασανιστικὰ ὄργανα θὰ πεισθεῖ καὶ θὰ ὁμολογήσει χωρὶς νὰ τὸ θέλει ὅτι λέει ψευτιὲς καὶ ἀπάτες, καὶ θὰ μεταπείσει τὸν κύριό μου καὶ γιό σου νὰ πειθαρχήσει στὴν πατρικὴ διαταγή. Ἐὰν ὅμως δὲν μπορέσουμε νὰ συλλάβουμε ἐκεῖνον, ἐγὼ γνωρίζω ἕναν ἄλλο μοναχὸ ἐρημίτη, ποὺ ὀνομάζεται Ναχώρ, ποὺ εἶναι καθ’ ὅλα ὅμοιος μὲ τὸν Βαρλαὰμ, τὸν ὁποῖο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι εἶναι ἐκεῖνος καὶ ἀνήκει στὴ δική μας δοξασία καὶ ὅτι ἦταν δάσκαλός μου στὰ μαθήματα. Σ’ αὐτὸν θὰ ὑποδείξω ἐγώ, πηγαίνοντας νύχτα, καὶ θὰ τοῦ διηγηθῶ τὰ πάντα λεπτομερῶς. Ἔπειτα, ἀφοῦ διαδώσουμε ὅτι συνελήφθηκε ὁ Βαρλαὰμ, θὰ παρουσιάσουμε αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ἀναφέροντας ὅτι ὀνομάζεται Βαρλαὰμ, θὰ προσποιηθεῖ ὅτι πιστεύει τὰ δόγματα τῶν Χριστιανῶν καὶ θὰ φανεῖ ὅτι ὑποστηρίζει αὐτούς. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὕστερα ἀπὸ πολλὴ συζήτηση νικηθεῖ, στὸ τέλος θὰ κατανικηθεῖ τελείως. Βλέποντας αὐτὰ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, ὅτι ὁ Βαρλαὰμ νικήθηκε, ἐνῶ τὰ δικά μας ὑπερισχύουν, θὰ ταχθεῖ ὁπωσδήποτε μὲ τοὺς νικητές, ὑπολογίζοντας πολὺ μαζὶ μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ τὸ ὅτι σέβεται τὴ βασιλεία σου καὶ ὅτι κάνει αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶναι ἀγαπητά. Ἄλλωστε θὰ μεταστραφεῖ καὶ αὐτὸς ποὺ ὑποδύθηκε τὸ πρόσωπο τοῦ Βαρλαὰμ καὶ θὰ ὁμολογήσει ὅτι πλανήθηκε».

Εὐχαριστήθηκε ὁ βασιλιᾶς γιὰ ὅσα εἰπώθηκαν καὶ νόμισε ὅτι σκέφθηκαν πολὺ καλά, στηριζόμενος σὲ μάταιες ἐλπίδες. Ἔπειτα, μαθαίνοντας ὅτι ὁ Βαρλαὰμ πρόσφατα ἀναχώρησε, ἔσπευσε νὰ τὸν συλλάβει. Ἀφοῦ λοιπὸν μὲ λόχους καὶ λογαχοὺς ἔκλεισε τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἐξόδους, ἕνα δρόμο, ποὺ τὸν ὑποψιαζόταν περισσότερο, ἱππεύοντας ὁ ἴδιος ἔτρεχε ὅσο μποροῦσε σκεπτόμενος ὅτι θὰ τὸν προλάβει ὁπωσδήποτε. Ὅμως ταλαιπωρήθηκε ἄδικα κοπιάζοντας ἕξι ὁλόκληρες ἡμέρες. Αὐτὸς τότε κατέλυσε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ βασιλικὰ παλάτια ποὺ βρισκόταν στὰ χωράφια, καὶ ἔστειλε τὸν Ἀραχὴ μὲ πολλοὺς ἱππεῖς μέχρι καὶ τὴ Σενααρίτιδα ἔρημο πρὸς ἀναζήτηση τοῦ Βαρλαὰμ. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν περιοχή, τρομοκράτησε ὅλους τοὺς περίοικους. Καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ τὸν βεβαίωσαν ὅτι δὲν εἶδαν ποτὲ τὸν ἄνδρα, ὁ ἄρχοντας βγῆκε στὶς ἐρήμους γιὰ νὰ κυνηγήσει τοὺς εὐσεβεῖς. Ἀφοῦ περιόδευσε πολλὴ ἔκταση τῆς ἐρήμου καὶ περικύκλωσε βουνὰ καὶ πέρασε πεζὸς ἀπάτητα καὶ δύσβατα φαράγγια, μαζὶ μὲ τὰ πλήθη ποὺ εἶχε μαζί του φθάνοντας σὲ μιὰ κορυφὴ στάθηκε σ’ αὐτὴν καὶ βλέπει στοὺς πρόποδες νὰ περπατᾶ μιὰ φάλαγγα ἐρημιτῶν. Ἀμέσως μὲ διαταγὴ τοῦ ἄρχοντα τρέχουν ὅλοι ἐπάνω τους χωρὶς ἀναπνοὴ, συναγωνιζόμενοι ἀπὸ ποιό δρόμο θὰ φθάσει ὁ ἕνας γρηγορότερα ἀπὸ τὸν ἄλλο· καὶ ὅταν ἔφθασαν, ὅρμησαν ἐπάνω τους σὰν πολλὰ σκυλιὰ ἢ κάποια κακὰ καὶ μισάνθρωπα θηρία. Συλλαμβάνουν τότε τοὺς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι καὶ στὴν ὄψη καὶ στὴ στάση ἦταν σεμνότατοι καὶ ἔφεραν στὰ πρόσωπά τους τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἐρημικῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς ὁδηγοῦν σέρνοντάς τους στὸν ἄρχοντα, χωρὶς ἐκεῖνοι νὰ ταραχθοῦν καθόλου, ἢ νὰ δείξουν ἢ νὰ ποῦν τίποτε τὸ χυδαῖο καὶ δυσάρεστο. Μάλιστα ἐκεῖνος ποὺ βάδιζε μπροστὰ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ κατὰ κάποιο τρόπο ἦταν ἡγούμενος, κρατοῦσε τρίχινο ταγάρι γεμᾶτο λείψανα κάποιων ἁγίων πατέρων ποὺ εἶχαν ἀπὸ καιρὸ πεθάνει.

Ἐξετάζοντάς τους ὁ Ἀραχής, ὅταν δὲν εἶδε τὸν Βαρλαὰμ (γιατὶ τὸν γνώριζε) κυριεύθηκε ἀπὸ λύπη, καὶ τοὺς λέει· «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἀπατεώνας ποὺ παραπλάνησε τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ;»

Ἐκεῖνος ποὺ κρατοῦσε τὸ ταγάρι ἀπάντησε· «Αὐτὸς δὲ βρίσκεται ἀνάμεσά μας καὶ εἴθε νὰ μὴ βρεθεῖ ποτέ! Γιατὶ μᾶς ἀποφεύγει καταδιωκόμενος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, καὶ κατοικεῖ ἀνάμεσά σας». Καὶ ὁ ἄρχοντας εἶπε· «Τὸν γνωρίζεις δηλαδὴ αὐτόν; Καὶ ὁ ἐρημίτης ἀπαντᾶ· «Ναί, γνωρίζω αὐτὸν ποὺ λέγεται ἀπατεώνας, ποὺ εἶναι ὁ διάβολος καὶ ποὺ κατοικεῖ ἀνάμεσα σὲ σᾶς καὶ λατρεύεται καὶ ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ σᾶς».

Ὁ ἄρχοντας λέει· «Ἐγὼ ψάχνω νὰ βρῶ τὸν Βαρλαὰμ καὶ γι’ αὐτὸν ρώτησα νὰ μάθω ποῦ εἶναι». Καὶ ὁ μοναχὸς ἀπαντᾶ· «Τότε γιατί μίλησες ἀλλοπρόσαλλα, ρωτώντας γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἐξαπάτησε τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ; Γιατί, ἂν ζητοῦσες τὸν Βαρλαὰμ, ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ πεῖς· «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μετέστρεψε ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ ἔσωσε τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ;» Γιατὶ ἐκεῖνος εἶναι ἀδελφὸς καὶ συνασκητής μας. Ἀλλὰ πολλὲς μέρες δὲν τὸν ἔχουμε δεῖ».

Καὶ ὁ Ἀραχὴς λέει· «Δεῖξε μου ποῦ μένει». Ὁ ἀσκητὴς ἀποκρίθηκε· «Ἐὰν ἤθελε νὰ σᾶς δεῖ, θὰ ἐρχόταν ἐκεῖνος νὰ σᾶς συναντήσει. Σὲ μᾶς ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς κάνουμε γνωστὸ τὸ κελλί του». Μ’ αὐτὰ ὀργίζεται ὁ ἄρχοντας καὶ τοῦ λέει, κοιτάζοντάς τον σὰν ὀργισμένο θηρίο· «Θὰ σᾶς θανατώσω τώρα δὰ μὲ θάνατο ἀσυνήθιστο, ἐὰν δὲ φέρετε μπροστά μου αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὸν Βαρλαὰμ».

Ὁ ἀσκητὴς τότε λέει· «Καὶ ποιό εἶναι ἐκεῖνο ποὺ βλέπεις σὲ μᾶς, στὸ ὁποῖο εἴμαστε προσκολλημὲνοι, ὥστε, ὄντας ἀναπόσπαστα δεμὲνοι μὲ τὴν παροῦσα ζωή, νὰ φοβηθοῦμε τὸ θάνατο ποὺ θὰ μᾶς ἐπιβάλεις; Θὰ σοῦ χρωστᾶμε μᾶλλον χάρη, διότι μᾶς ἔβγαλες ἀπὸ τὴ ζωή, ὄντας ἀφοσιωμένοι στὴν ἀρετή. Γιατὶ δὲ φοβόμαστε λίγο τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ τέλος εἶναι ἄδηλο, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζουμε σὲ ποιά κατάσταση θὰ μᾶς βρεῖ· μήπως δηλαδὴ κάποιο ὀλίσθημα τῆς γνώμης ἢ δαιμονικὴ ἐπίδραση στὴν προαίρεσή μας μεταβάλει τὸ ζῆλο μας καὶ μᾶς πείσει νὰ πιστεύουμε ἢ νὰ κάνουμε διαφορετικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ὁμολογήσαμε στὸ Θεό. Γι’ αὐτό, παύοντας νὰ ἐλπίζετε ὅτι θὰ ἐπιτύχετε αὐτὰ ποὺ ζητᾶτε, μὴ διστάσετε νὰ κάνετε αὐτὸ ποὺ θέλετε. Γιατὶ οὔτε τὴν κατοικία τοῦ θεοφιλοῦς ἀδελφοῦ μας θὰ σᾶς δείξουμε, ἂν καὶ τὴ γνωρίζουμε, οὔτε θὰ προδώσουμε σὲ σᾶς μερικὰ ἄλλα κρυφὰ μοναστήρια, γιατὶ δὲν ἀνεχόμαστε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ ξεφύγουμε κακῶς τὸν θάνατο· ἀλλὰ μᾶλλον καλῶς θὰ πεθάνουμε, προσφέροντας στὸ Θεὸ προηγουμένως τοὺς ἱδρῶτες τῆς ἀρετῆς καὶ τώρα αἷμα ἀνδραγαθίας».

Μὴ ἀνεχόμενος ὁ ἀλητήριος τὴν τόση παρρησία τους, ἀλλὰ ὀργισμένος γιὰ τὸ γενναῖο τους φρόνημα, ἐπέβαλε σ’ αὐτοὺς πολλὰ χτυπήματα καὶ βασανιστήρια, σ’ αὐτοὺς ποὺ ἡ μεγαλοψυχία καὶ ἡ γενναιότητα, ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν τύραννο θεωρήθηκε ἄξια θαυμασμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ ἀπὸ πολλὲς τιμωρίες δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς πείσει, οὔτε δεχόταν κανένας νὰ τοῦ δείξει τὸν Βαρλαὰμ, τοὺς πῆρε καὶ διέταξε νὰ τοὺς ὁδηγήσουν χτυπώντας τους καὶ προπηλακίζοντάς τους στὸ βασιλιά, κρατώντας καὶ τὸ ταγάρι μὲ τὰ λείψανα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες τοὺς ὁδηγεῖ στὸ βασιλιὰ καὶ ἀναφέρει ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς· ἔπειτα τοὺς παρουσιάζει μπροστά του, ἐνῶ ἐκεῖνος ἦταν πάρα πολὺ ὀργισμένος. Αὐτός, βλέποντάς τους καὶ βράζοντας ἀπὸ τὸ θυμό του, ἔμοιαζε σὰν μαινόμενος. Καὶ ἐνῶ διέταξε νὰ τοὺς χτυποῦν ἀλύπητα, βλέποντας ὅτι μὲ τὰ χτυπήματα βασανίστηκαν τρομερά, μόλις συνῆλθε ἀπὸ τὴν πολλὴ μανία του, διέταξε αὐτοὺς ποὺ χτυποῦσαν νὰ σταματήσουν, καὶ τοὺς λέει· «Γιατί περιφέρετε αὐτὰ τὰ κόκκαλα τῶν πεθαμένων; Ἐφόσον κουβαλᾶτε τὰ κόκκαλα αὐτά, ἐπειδὴ ποθεῖτε αὐτοὺς στοὺς ὁποίους ἀνήκουν τὰ κόκκαλα, αὐτὴ τὴν ὥρα θὰ σᾶς βάλω καὶ σᾶς μαζὶ μ’ αὐτούς, ὥστε, ἐπιτυγχάνοντας αὐτὰ ποὺ ποθεῖτε, νὰ μὲ εὐγνωμονεῖτε».

Τότε ὁ ἀρχηγὸς καὶ καθηγητὴς τῆς θεϊκῆς ἐκείνης φάλαγγας, ἀψηφώντας τὶς ἀπειλὲς τοῦ βασιλιᾶ, σὰν νὰ μὴ τοῦ συνέβη τίποτε τὸ φοβερό, μὲ ἐλεύθερη φωνὴ καὶ μὲ πρόσωπο ποὺ ἔλαμπε καὶ φανέρωνε τὴ χάρη ποὺ κατοικοῦσε μέσα στὴν ψυχή του, εἶπε· «Αὐτὰ τὰ κόκκαλα τὰ καθαρὰ καὶ ἅγια, βασιλιά μου, τὰ κουβαλᾶμε μαζί μας, γιὰ νὰ δείχνουμε τὸν πόθο μας πρὸς τοὺς θαυμάσιους ἄνδρες στοὺς ὁποίους ἀνήκουν, γιὰ νὰ φέρνουμε στὴ μνήμη μας τὴν ἄσκηση καὶ τὴ θεοφιλῆ ζωή τους καὶ νὰ διεγείρουμε τὸ ζῆλο μας πρὸς μίμησή τους· γιατὶ σ’ αὐτὰ βλέπουμε σὰν σὲ καθρέφτη τὴν ἀνάπαυση καὶ τὴν ἀπόλαυση στὴν ὁποία τώρα ζοῦν καὶ μακαρίζοντας αὐτοὺς καὶ προτρέποντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, προσπαθοῦμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ ἴχνη τους. Ἐπὶ πλέον καλλιεργοῦμε καὶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ποὺ εἶναι πολὺ ὠφέλιμη καὶ μᾶς ἀναζωογονεῖ τὴν προθυμία γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῆς ἄσκησης, καὶ ἐπιπλέον ἀντλοῦμε καὶ ἁγιασμὸ ἀπὸ τὴν ἐπαφή μας μὲ αὐτά».

Καὶ ὁ βασιλιὰς λέει· «Ἐὰν εἶναι ὠφέλιμη ἡ ἀνάμνηση τοῦ θανάτου, ὅπως λέτε, γιατί δὲν δέχεσθε τὴ μνήμη αὐτοῦ στὰ κόκκαλα ποὺ ὑπάρχουν στὰ σώματά σας, ποὺ εἶναι προσφιλῆ σὲ σᾶς καὶ ὅπου νἆναι θὰ φθαροῦν, παρὰ σὲ αὐτὰ τὰ ξένα καὶ φθαρμένα;»

Καὶ ὁ μοναχὸς λέει· «Ἐνῶ ἐγὼ ἀνάφερα πέντε λόγους γιὰ τὴν περιφορὰ τῶν λειψάνων, σύ, ἀπαντῶντας στὸν ἕνα, νομίζεις ὅτι μᾶς εἰρωνεύεσαι· γνώριζε ὅμως καλὰ ὅτι τὰ κόκκαλα αὐτῶν, ποὺ ἔχουν ἤδη πεθάνει, παριστάνουν πιὸ παραστατικὰ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, παρὰ ἐκεῖνα τῶν ζωντανῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ γνωρίζεις ὅτι αὐτὰ ἔτσι εἶναι καὶ ὅτι καὶ τὰ κόκκαλα τῆς δικῆς σου σάρκας ὑπενθυμίζουν σὲ σένα τὸν θάνατο, γιατί καὶ σύ, ἐνθυμούμενος τὸ τέλος σου, ποὺ ὅπου νἆναι θὰ ἔρθει, δὲν τακτοποιεῖς καλὰ τὶς ὑποθέσεις σου, ἀλλὰ ἐκθέτεις τὴν ψυχή σου σ’ ὅλες τὶς παρανομίες καὶ σκοτώνεις βίαια καὶ ἀνελέητα τοὺς λάτρεις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐραστὲς τῆς εὐσέβειας, οἱ ὁποῖοι σὲ τίποτε δὲν σὲ ἀδίκησαν, οὔτε μοιράζονται μαζί σου τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔχεις, οὔτε ἐπιδιώκουν νὰ σοῦ ἀφαιρέσουν;»

Καὶ ὁ βασιλιὰς ἀπάντησε· «Ἐσᾶς τοὺς τρομεροὺς καὶ λαοπλάνους σωστὰ σᾶς τιμωρῶ, γιατὶ ἀπατᾶτε τοὺς πάντες, συμβουλεύοντάς τους νὰ ἀπέχουν ἀπὸ ὅλες τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς, καὶ τοὺς βιάζετε νὰ προτιμοῦν τὴ σκληρὴ καὶ βρώμικη καὶ ἀκάθαρτη αὐτὴ διαγωγή, ἀντὶ τῆς γλυκειᾶς ζωῆς καὶ τῆς ποθητῆς ἐπιθυμίας καὶ ἡδονῆς, καὶ διδάσκετε νὰ ἀπονέμουν τὴν τιμὴ τῶν θεῶν στὸν Ἰησοῦ. Γιὰ νὰ μὴ ἀφήσουν λοιπὸν οἱ λαοὶ τὴ γῆ ἔρημη, ἀκολουθώντας τὴ δική σας ἀπάτη καὶ ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τοὺς πατροπαράδοτους θεούς, καὶ λατρεύσουν θεὸ ξένο, γι’ αὐτὸ ἔκρινα πὼς εἶναι δίκαιο νὰ σᾶς ὑποβάλω σὲ τιμωρίες καὶ θανατώσεις».

Καὶ ὁ μοναχὸς λέει· «Ἐὰν ἐπιθυμεῖς ὅλοι νὰ συμμετέχουν στὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς, γιατί δὲ δίνεις σ’ ὅλους ἐξίσου τὴν ἀπόλαυση καὶ τὸν πλοῦτο, ἀλλὰ οἱ μὲν περισσότεροι ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὴ φτώχεια, ἐνῶ ἐσὺ ἁρπάζοντας καὶ τὰ δικά τους τὰ προσθέτεις στὰ δικά σου; Ἑπομένως δὲν φροντίζεις γιὰ τὴ σωτηρία τῶν πολλῶν, ἀλλὰ παχαίνεις τὴ δική σου σάρκα, ἑτοιμάζοντας τροφὴ γιὰ τὸ καταφάγωμα τῶν σκουληκιῶν. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἀπαρνήθηκες τὸ Θεὸ τῶν ὅλων καὶ ἀνακήρυξες θεοὺς αὐτοὺς ποὺ δὲν ὑπάρχουν καὶ εἶναι ἐφευρέτες κάθε παρανομίας, ὥστε ὅταν, μιμούμενος αὐτούς, ἀσελγεῖς καὶ παρανομεῖς, νὰ ἀναγορεύεσαι καὶ ἀπὸ πάνω μιμητὴς τῶν Θεῶν σου. Ἐκεῖνα δηλαδὴ ποὺ ἔκαναν οἱ θεοί σας, γιατί νὰ μὴ τὰ κάνουν καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι προσηλωμένοι σ’ αὐτούς; Βρίσκεσαι λοιπὸν σὲ μεγάλη πλάνη, βασιλιά μου. Φοβᾶσαι μήπως πείσουμε μερικοὺς ἀπὸ τὸ λαὸ καί, ἀφοῦ συνταχθοῦν μὲ τοὺς δικούς μας, ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ χὲρι σου καὶ ἐξοικειωθοῦν μὲ τὸ χέρι ποὺ συγκρατεῖ τὸ σύμπαν· γιατὶ θέλεις νὰ εἶναι πολλοὶ οἱ ὑπηρέτες τῆς πλεονεξίας σου, ὥστε αὐτοὶ νὰ ταλαιπωροῦνται, νὰ γίνονται ὅμως δικά σου τὰ κέρδη ἀπὸ αὐτούς. Ὅπως ἀκριβῶς κάνει κάποιος ποὺ τρέφει σκυλιὰ ἢ ὄρνια ποὺ τὰ δαμάζει γιὰ κυνήγι, ποὺ πρὶν βέβαια ἀπὸ τὸ κυνήγι φαίνεται νὰ τὰ καλοπιάνει, ὅταν ὅμως πιάσουν κάποιο θήραμα, ἁρπάζει βίαια ἀπ’ τὸ στόμα τους αὐτὸ ποὺ ἔπιασαν· ἔτσι λοιπὸν καὶ σύ· θέλοντας νὰ ἔχεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου πολλοὺς φόρους καὶ νὰ σοῦ φέρνουν τέλη ἀπὸ τὴν ξηρὰ καὶ τὴ θάλασσα, ἰσχυρίζεσαι ὅτι δῆθεν φροντίζεις γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἐνῶ προκαλεῖς σ’ αὐτοὺς αἰώνια καταστροφή, καὶ πρὶν ἀπ’ ὅλους στὸν ἑαυτό σου. Καὶ τὸ κάνεις αὐτὸ γιὰ νὰ πολλαπλασιασθεῖ μόνο σὲ σένα ὁ πλοῦτος ποὺ εἶναι πιὸ ἄχρηστος ἀπὸ τὰ σκύβαλα καὶ τὶς σαπίλες, ξεχνᾶς ὅμως ὅτι ἀποκτᾶς σκοτάδι ἀντὶ γιὰ φῶς. Σύνελθε λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸν τὸν καταχθόνιο ὕπνο· ἄνοιξε καλὰ τὰ κλειστὰ μάτια σου καὶ δὲς τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ μας ποὺ φωτίζει ὅλους· γίνε καὶ σὺ κάποτε τοῦ ἑαυτοῦ σου· γιατὶ λέει ὁ προφήτης· «γίνετε συνετοὶ οἱ παράφρονες τοῦ λαοῦ καὶ ἀποκτῆστε κάποτε φρόνηση οἱ μωροί»· κατάλαβε καλὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει θεὸς ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Θεό μας, καὶ δὲν ὑπάρχει σωτηρία ἀλλοῦ, παρὰ μόνο σ’ αὐτόν».

Ὁ βασιλιὰς τότε εἶπε· «Πάψε αὐτὴ τὴν ἀνόητη φλυαρία σου καὶ δεῖξε μου ἀμέσως τὸν Βαρλαὰμ, γιατὶ ἀλλιῶς θὰ τιμωρηθεῖς μὲ βασανιστικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δὲ δοκίμασες ποτέ».

Ὁ μεγαλόψυχος ὅμως καὶ γενναιότατος ἀσκητὴς καὶ ἐραστὴς τῆς οὐράνιας φιλοσοφίας μὲ κανένα τρόπο δὲν ἄλλαζε γνώμη μὲ τὶς ἀπειλὲς τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ στεκόταν ἤρεμος καὶ ἔλεγε· «Δὲν διαταχθήκαμε, βασιλιά, νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ ὁρίζονται ἀπὸ σένα, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ ὅρισε ὁ Δεσπότης καὶ Θεός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς διδάσκει μεταξὺ ὅλων τῶν ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν νὰ τηροῦμε τὴ σωφροσύνη καὶ νὰ ἀσκοῦμε τὴν ἀνδρεία, ὥστε νὰ ὑπομένουμε κάθε πόνο καὶ κάθε κακοποίηση γιὰ τὴ δικαιοσύνη.

Ὅσα ἑπομένως δεινὰ καὶ ἂν μᾶς προκαλέσεις γιὰ χάρη τῆς εὐσέβειας, μᾶλλον θὰ μᾶς εὐεργετήσεις. Κάνε λοιπὸν ὅ,τι θέλεις· γιατὶ ἐμεῖς ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ πρέπει δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε, οὔτε νὰ παραδώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας στὴν ἁμαρτία.

Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι εἶναι μικρὴ ἁμαρτία, ἐὰν παραδώσουμε στὰ χέρια σου τὸν συναγωνιστὴ καὶ συστρατιώτη μας. Ἑπομένως δὲν θὰ σοῦ δώσουμε τὴ χαρὰ νὰ γελάσεις εἰς βάρος μας, ἔστω καὶ ἂν μᾶς ὑποβάλεις σὲ μύριες θανατώσεις· γιατὶ ἐμεῖς δὲν εἴμαστε τόσο ἄνανδροι, ὥστε ἀπὸ τὸ φόβο τῶν βασανιστηρίων σου νὰ προδώσουμε τὴ φιλοσοφία μας καὶ νὰ κάνουμε κάτι ἀνάξιο τῆς νομοθεσίας τοῦ Θεοῦ. Ἑτοίμαζε λοιπὸν κάθε ἀμυντικὸ ὄργανο, ἐὰν βέβαια γνωρίζεις κάποιο. Γιατὶ γιὰ μᾶς ἡ ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός, καὶ τὸ νὰ πεθάνουμε γιὰ χάρη του εἶναι τὸ καλύτερο κέρδος».

Ὁ ἐξουσιαστὴς τότε, ἀφοῦ ἐξαιτίας αὐτῶν ἄναψε ἀπὸ τὸ θυμό, διέταξε νὰ κοποῦν οἱ θεολογικές τους γλῶσσες, νὰ βγοῦν τὰ μάτια τους καὶ νὰ κοποῦν μαζὶ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τους. Καὶ μόλις δόθηκε ἡ διαταγή, οἱ ὑπασπιστὲς καὶ σωματοφύλακες τοὺς περικύκλωσαν καὶ τοὺς ἀκρωτηρίαζαν μισάνθρωπα καὶ ἀνελέητα· καὶ τὶς μὲν γλῶσσες τὶς ἔβγαζαν μὲ ἄγκιστρα ἀπὸ τὰ στόματα καὶ τὶς ἔκοβαν μὲ θηριωδία, ἐνῶ τὰ μάτια τὰ ἔβγαζαν μὲ σιδερένια νύχια, καὶ μὲ κατάλληλα αἰχμηρὰ ὄργανα ἐξάρθρωναν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὰ ἔκοβαν.

Ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι ὅμως καὶ σεβάσμιοι καὶ γενναῖοι στὸ λογισμό, σὰν νὰ προσκαλοῦνταν σὲ εὐωχία, πήγαιναν στὰ βασανιστήρια μὲ ἀνδρεία, ἐνισχύοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ βαδίζοντας ἄφοβα πρὸς τὸ θάνατο γιὰ τὸ Χριστό.

Μὲ τέτοιου εἴδους πολύμορφα βασανιστήρια παρέδωσαν τὶς καρτερικὲς ψυχές τους στὸν Κύριο οἱ ἱεροὶ ἀσκητές, ποὺ ἦταν δέκα ἑπτὰ τὸν ἀριθμό. Ὁμολογουμένως λοιπὸν εἶναι αὐτοκράτορας τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός, ὅπως εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς μὴ δικούς μας, καθὼς περιέγραφε τοὺς ἄθλους ἡλικιωμένου ἱερέα καὶ ἑφτὰ παιδιῶν μαζὶ μὲ τὴν ὁμόδοξη μητέρα τους, ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὸν πατροπαράδοτο νόμο τους, ἀπὸ τὴν καρτερία καὶ μεγαλοψυχία τῶν ὁποίων δὲν ὑστέρησαν καθόλου οἱ θαυμάσιοι αὐτοὶ πατέρες καὶ πολίτες καὶ κληρονόμοι τῆς ἄνω Ἰερουσαλήμ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

Ὅταν λοιπὸν αὐτοὶ πέθαναν εὐσεβῶς, εἶπε ὁ βασιλιὰς στὸν πρωτοσύμβουλό του Ἀραχὴ νὰ ἐφαρμόσει τὴ δεύτερη ἀπόφαση, ἀφοῦ στὴν πρώτη ἀπέτυχαν, καὶ νὰ προσκαλέσει ἐκεῖνο τὸν Ναχώρ. Ὁ Ἀραχὴς λοιπὸν μέσα στὴ βαθειὰ νύχτα πῆγε στὴ σπηλιὰ ἐκείνου (διότι κατοικοῦσε στὶς ἐρήμους, ἀσχολούμενος μὲ μαντικὲς τέχνες), καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐξήγησε ὅσα εἶχαν ἀποφασίσει, πρωὶ πρωὶ ἐπέστρεψε στὸ βασιλιά. Καὶ ἀφοῦ ζήτησε ἱππεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό του πάλι, προσποιόταν ὅτι βγαίνει γιὰ ἀναζήτηση τοῦ Βαρλαὰμ.

Ἐνῶ βγῆκε καὶ περιερχόταν τὶς ἐρήμους, τοῦ ἐμφανίζεται κάποιος ἄνδρας ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ ἕνα φαράγγι. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν καταδιώξουν, τὸν ἔφτασαν γρήγορα καὶ ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν ὁδήγησαν σ’ αὐτόν. Σὲ ἐρώτησή του, ποιός εἶναι καὶ ποιᾶς θρησκείας, ἢ πῶς ὀνομάζεται, ἐκεῖνος ἀποκάλεσε τὸν ἑαυτό του Χριστιανὸ καὶ τὸν ὀνόμασε Βαρλαὰμ, ὅπως εἶχε καθοδηγηθεῖ. Ὁ Ἀραχὴς γεμᾶτος χαρά, ὅπως ἔδειχνε, μὲ πολλὴ γρηγοράδα, τὸν παίρνει καὶ γυρίζει στὸ βασιλιά, καὶ ἀφοῦ τοῦ ἔστειλε τὸ μήνυμα, τὸν παρουσίασε.

Λέει τότε ὁ βασιλιὰς κατὰ τρόπο ποὺ νὰ ἀκοῦνε ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι· «Σὺ εἶσαι ὁ ἐργάτης τοῦ δαίμονα Βαρλαὰμ;» Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε· «Τοῦ Θεοῦ ἐργάτης εἶμαι καὶ ὄχι τῶν δαιμόνων. Μὴ μὲ εἰρωνεύεσαι λοιπόν· γιατὶ μοῦ εἶσαι ὀφειλέτης μεγάλης εὐγνωμοσύνης, διότι δίδαξα τὸ γιό σου νὰ σέβεται τὸ Θεό, ἀφοῦ τὸν ἀπάλλαξα ἀπὸ κάθε πλάνη καὶ τὸν συμφιλίωσα μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸν ἐκπαίδευσα σὲ κάθε ἔννοια ἀρετῆς».

Πάλι ὅμως ὁ βασιλιάς, προσποιούμενος τὸν θυμωμένο, εἶπε· «Ἔπρεπε βέβαια νὰ μὴ σοῦ ἐπιτρέψω οὔτε κἂν νὰ πάρεις τὸ λόγο καθόλου, οὔτε νὰ σοῦ δώσω δικαίωμα ἀπολογίας, ἀλλὰ νὰ σὲ θανατώσω χωρὶς νὰ σὲ ρωτήσω. Ἀνέχομαι ὅμως τὸ θράσος σου, ἐξαιτίας τῆς φιλανθρωπίας ποὺ μοῦ ταιριάζει, μέχρι ποὺ σὲ τακτὴ μέρα ἐξετάσω τὰ σχετικὰ μὲ σένα. Καὶ ἂν βέβαια πεισθεῖς σὲ μένα, θὰ τύχεις συγγνώμης, ἀλλιῶς θὰ ἀπολεσθεῖς κακῶς».

Ἀφοῦ μίλησε ἔτσι, τὸν παρέδωσε στὸν Ἀραχή, δίνοντάς του ἐντολὴ νὰ τὸν φυλάει αὐστηρά. Τὴν ἐπαύριο ἀναχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἐπέστρεψε στὸ δικό του παλάτι. Ἐν τῶ μεταξὺ ἀκουόταν ὅτι συνελήφθηκε ὁ Βαρλαάμ, καὶ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ ποὺ τὸ ἄκουσε πόνεσε πολὺ ἡ ψυχή του καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ συγκρατήσει τὰ δάκρυά του. Μὲ στεναγμοὺς καὶ θρήνους παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ καὶ τὸν καλοῦσε νὰ βοηθήσει τὸ γέροντα. Καὶ ὁ ἀγαθὸς Θεὸς δὲν τὸν παρέβλεψε βλέποντάς τον νὰ ὀδύρεται· γιατὶ εἶναι καλοκάγαθος σὲ ὅσους τὸν ὑπομένουν τὴν ἡμέρα τῆς θλίψης τους, καὶ γνωρίζει ἐκείνους ποὺ τὸν σέβονται· αὐτὸς λοιπὸν γνώρισε τὰ πάντα στὸν νὲο μὲ νυχτερινὸ ὅραμα καὶ τοῦ ἔδωσε δύναμη καὶ τὸν ἐνθάρρυνε στὸν ἀγώνα τῆς εὐσέβειας.

Ὅταν ξύπνησε, βρίσκει τὴν καρδιά του, ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ λίγο ἦταν λυπημένη καὶ πονοῦσε, νὰ εἶναι ,γεμάτη χαρὰ καὶ θάρρος καὶ πολὺ γλυκὸ φῶς. Ἐν τῶ μεταξὺ ὁ βασιλιάς, ποὺ ἔτσι ἐνήργησε καὶ ἔτσι διανοήθηκε, χαιρόταν, νομίζοντας πὼς καλῶς ἀποφάσισαν, καὶ ἀπένειμε στὸν Ἀραχὴ μεγάλες τιμές· ἀλλὰ διαψεύσθηκε ἡ ἀδικία ἀφ’ ἑαυτῆς, γιὰ νὰ ποῦμε τὴ φράση τοῦ Δαβίδ, καὶ ἡ δικαιοσύνη νίκησε τὴν ἀνομία, καταβάλλοντάς την ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἡ ἀνάμνησή της χάθηκε μὲ πάταγο, ὅπως θὰ φανεῖ ἀπὸ τὴ συνέχεια τοῦ λόγου.

Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ δύο μέρες πηγαίνει ὁ βασιλιὰς στὸ παλάτι τοῦ γιοῦ του, καὶ ὅταν ἐκεῖνος βγῆκε νὰ τὸν προϋπαντήσει, δὲν τὸν φίλησε ὅπως συνήθιζε ὁ πατέρας, ἀλλά, δείχνοντας ὅτι εἶναι στενοχωρημένος καὶ θυμωμένος, μπαίνοντας στὸ βασιλικὸ κοιτώνα, κάθισε σκυθρωπός.

Ἔπειτα προσκάλεσε τὸ γιό του καὶ εἶπε· «Τί εἶναι αὐτὴ ἡ φήμη ποὺ ἔφθασε στ’ αὐτιά μου, παιδί μου, καὶ λειώνει τὴν ψυχή μου μὲ στενοχώριες; Γιατὶ δὲ νομίζω ὅτι κανένας ἄνθρωπος δοκίμασε ποτὲ τόση χαρὰ γιὰ τὴ γέννηση παιδιοῦ, ὅση χαρὰ αἰσθάνθηκα ἐγὼ γιὰ σένα· οὔτε πάλι νομίζω ὅτι κάποιος λυπήθηκε καὶ αἰσθάνθηκε ἄσχημα ἀπὸ παιδί του, ὅσο ἐσὺ τώρα μὲ ἔκανες νὰ αἰσθανθῶ, καὶ ἀτίμασες τὰ γηρατειά μου, πῆρες τὸ φῶς ἀπὸ τὰ μάτια μου καὶ ἀπέκοψες τὴ δύναμη τῶν νεύρων μου· γιατὶ αὐτὸ ποὺ φοβόμουν γιὰ σένα μοῦ ἦρθε, καὶ αὐτός, τὸν ὁποῖο φοβόμουνα, μὲ συνάντησε. Καὶ ἔγινες αἴτιος νὰ χαίρονται οἱ ἐχθροί μου καὶ περίγελως τῶν ἀντιπάλων μου.

Ἀκολούθησες μὲ τὸν ἀπαίδευτο νοῦ καὶ τὴ νηπιακή σου διάθεση τὰ λόγια τῶν ἀπατεώνων, καὶ προτιμῶντας τὴ βούληση τῶν ἀπερίσκεπτων ἀπὸ τὴ δική μου βούληση, ἐγκαταλείποντας τὸ σεβασμὸ τῶν δικῶν μας θεῶν, λάτρεψες ξένο θεό.

Γιατί, παιδί μου, τὸ ἔκανες αὐτό; Σύ, ποὺ ἤλπιζα νὰ σὲ ἀναθρέψω μὲ κάθε ἀσφάλεια, νὰ σὲ ἔχω στήριγμα καὶ δύναμη στὰ γηρατειά μου καὶ νὰ σὲ ἀφήσω ἄριστο διάδοχο τῆς βασιλείας, δὲ ντράπηκες νὰ μοῦ παρουσιάζεις τὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων μου; Δὲν ἔπρεπε πολὺ περισσότερο νὰ ὑπακούσεις σὲ μένα καὶ νὰ ἀκολουθήσεις τὶς δικές μου διδαχές, παρὰ ν’ ἀσπασθεῖς τὶς φλύαρες μωρολογίες τοῦ δόλιου καὶ σάπιου γέροντα, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τῆς γλυκειᾶς ζωῆς σοῦ προσφέρει πικρή, καὶ ἀντὶ τῆς τόσο ποθητῆς ἀπόλαυσης, νὰ βαδίζεις τὸν κακοτράχαλο καὶ τραχὺ δρόμο, ποὺ παραγγέλλει ὁ Υἱὸς τῆς Μαρίας νὰ ἀκολουθεῖς;

Καὶ δὲ φοβήθηκες τὴν ὀργὴ τῶν μεγάλων θεῶν, νὰ μὴ σὲ χτυπήσουν μὲ κεραυνό, ἢ σὲ σκοτώσουν μὲ καταιγίδα, ἢ σὲ καταποντίσουν μέσα σὲ βάραθρο τῆς γῆς, ἐπειδὴ παραμέρισες καὶ περιφρόνησες αὐτοὺς ποὺ μᾶς εὐεργέτησαν τόσο πολὺ καὶ μᾶς στόλισαν μὲ διάδημα βασιλικὸ καὶ ὑπέταξαν σὲ μᾶς πολυάνθρωπα ἔθνη καὶ προετοίμασαν τὴ γέννησή σου, μὲ δική μου προσευχὴ καὶ δέηση, ἐνῶ εἶχε ἐκλείψει κάθε ἐλπίδα, καὶ νὰ μετέχεις στὴν ἀπόλαυση αὐτοῦ τοῦ φωτὸς πού εἶναι τόσο γλυκό, καὶ προσκολλήθηκες στὸν σταυρωμένο ἐξαπατημένος ἀπὸ τὶς μάταιες ἐλπίδες τῶν ὑπηρετῶν του, ποὺ διηγοῦνται μύθους γιὰ κάποιους καινούργιους αἰῶνες, παραμιλοῦν γιὰ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων, καὶ παρουσιάζουν μύρια ἄλλα γιὰ νὰ ἐξαπατήσουν τούς ἀνοήτους;

Ὅμως τώρα, ἀγαπημένε μου γιέ, ἐὰν ἔστω καὶ λίγο πείθεσαι σὲ μένα τὸν πατέρα σου, ἀφοῦ ἀφήσεις μακριά σου τὰ μακρὰ αὐτὰ παραληρήματα, ἔλα καὶ θυσιάσε στοὺς εὐνοϊκοὺς θεούς, καὶ ἂς τοὺς ἐξευμενίσουμε μὲ ἑκατόμβες καὶ σπονδές, γιὰ νὰ σοῦ δώσουν συγγνώμη γιὰ τὸ πταῖσμα σου· γιατὶ εἶναι δυνατοὶ καὶ ἱκανοὶ νὰ εὐεργετοῦν καὶ νὰ τιμωροῦν. Παράδειγμα γιὰ σένα αὐτῶν ποὺ λέω εἴμαστε ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι μέσω αὐτῶν φθάσαμε σ’ αὐτὴ τὴν ἐξουσία, καὶ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν εὐεργεσία, ἀπονέμουμε τὶς τιμὲς σ’ αὐτοὺς ποὺ τοὺς σέβονται καὶ τὶς τιμωρίες σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν πείθονται νὰ θυσιάσουν.

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ βασιλιὰς ἀνέφερε πολλὲς τέτοιες φλυαρίες, διακωμωδώντας καὶ συκοφαντώντας τὰ δικά μας καὶ ἐγκωμιάζοντας καὶ ἐπαινώντας τὰ τῶν εἰδώλων, βλέποντας ὁ ἀφιερωμένος στὸ Θεὸ νέος ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν χρειάζεται πιὰ κάποια γωνία καὶ ἀπόκρυψη, ἀλλὰ μᾶλλον ἔχει ἀνάγκη λυχνοστάτη καὶ τόσο ψηλό, γιὰ νὰ γίνει φανερὸ σ’ ὅλους, γεμᾶτος ἀπὸ παρρησία καὶ θάρρος εἶπε· «Αὐτὸ ποὺ ἔχω κάνει, κύριέ μου, δὲ θὰ τὸ ἀρνηθῶ. Ξέφυγα τὸ σκοτάδι καὶ ἦρθα στὸ φῶς· ἐγκατέλειψα τὴν πλάνη καὶ συνδέθηκα μὲ τὴ ἀλήθεια· καὶ ἀφοῦ ἀποκήρυξα τοὺς δαίμονες, συντάχθηκα μὲ τὸ Χριστό, τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα, μὲ τὸ λόγο τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε τὸ σύμπαν ἀπὸ τὸ μηδέν, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ τὸν ἔπλασε ἀπὸ χῶμα, φύσηξε μέσα του πνοὴ ζωῆς, τὸν τοποθέτησε στὸν παράδεισο τῆς ἀπολαύσεως γιὰ νὰ ζεῖ, καὶ ὅταν παράκουσε τὴν ἐντολή του καὶ ἔγινε ἔνοχος θανάτου καὶ ὑποτάχθηκε στὴν ἐξουσία τοῦ τρομεροῦ κοσμοκράτορα, δὲν ἔπαυσε νὰ κάνει τὰ πάντα θέλοντας νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴν ἀρχικὴ τιμή.

Γι’ αὐτὸ αὐτὸς ὁ ποιητὴς ὅλης τῆς κτίσεως καὶ δημιουργὸς τοῦ γένους μας ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ μᾶς καὶ ἀφοῦ ἦρθε στὴ γῆ ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο, συναναστράφηκε τοὺς ἀνθρώπους καὶ γιὰ μᾶς τοὺς ἀγνώμονες ὑπηρέτες ὁ Δεσπότης ὑπέμεινε θάνατο καὶ θάνατο σταυρικό, γιὰ νὰ καταργηθεῖ ἡ τυραννία τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἐξαλειφθεῖ ἡ προηγούμενη καταδίκη, νὰ ἀνοιχθοῦν καὶ πάλι γιὰ μᾶς οἱ πύλες τοῦ οὐρανοῦ. Γιατὶ ἐκεῖ ἀνέβασε τὴ φύση μας καὶ τὴν κάθισε σὲ θρόνο δόξας καὶ δώρισε αἰώνια βασιλεία σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ ἀγαθὰ ἀνώτερα ἀπὸ κάθε λόγο καὶ ἀκοή. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ δυνατὸς καὶ μόνος κυρίαρχος, «ὁ βασιλιάς τῶν βασιλέων καὶ Κύριος τῶν κυριάρχων», τοῦ ὁποίου ἡ δύναμη εἶναι ἀκαταμάχητη καὶ ἡ ἐξουσία ἀφάνταστα μεγάλη, ὁ μόνος ἅγιος, ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ ἁγίους καὶ δοξάζεται μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, στὸ ὄνομα τῶν ὁποίων βαπτίσθηκα.

Καὶ ὁμολογῶ, δοξάζω καὶ προσκυνῶ ἕνα Θεὸ σὲ τρεῖς ὑποστάσεις, ὁμοούσιο καὶ ἀσύγχυτο, ἄκτιστο καὶ ἀθάνατο, αἰώνιο, ἄπειρο, ἀπεριόριστο, ἀσώματο, ἀπαθῆ, ἀμετάτρεπτο, ἀναλλοίωτο, ἀόριστο, πηγὴ τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἀϊδίου φωτός, δημιουργὸ ὅλων τῶν κτισμάτων, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων, ὁ ὁποῖος συγκρατεῖ καὶ συντηρεῖ τὰ πάντα, φροντίζει γιὰ ὅλα καὶ κυριαρχεῖ καὶ βασιλεύει σὲ ὅλα. Γιατὶ οὔτε ἔγινε τίποτε χωρὶς αὐτόν, οὔτε χωρὶς τὴ φροντίδα του μπορεῖ νὰ ὑφίσταται κάτι· διότι αὐτὸς εἶναι ἡ ζωὴ ὅλων, ἡ συγκρότηση ὅλων, ὁ φωτισμὸς ὅλων, ὁλόκληρος ἀγαλλίαση καὶ ἐπιθυμία ποὺ δὲ χορταίνεται καὶ τὸ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἐπιθυμητά. Τὸ νὰ ἐγκαταλείψω λοιπὸν αὐτὸν τὸν τόσο ἀγαθό, τόσο σοφό, τόσο δυνατὸ Θεὸ καὶ νὰ λατρέψω ἀκάθαρτους δαίμονες, δημιουργοὺς ὅλων τῶν παθῶν, καὶ νὰ ἀπονείμω σεβασμὸ σὲ κουφὰ καὶ ἄλαλα ξόανα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἶναι τίποτε, οὔτε θὰ γίνουν, δὲν θὰ ἦταν δεῖγμα μεγάλης παράνοιας καὶ παραφροσύνης; Γιατὶ πότε ἀκούστηκε κάποια φωνὴ ἢ λόγος ἀπὸ αὐτά; Πότε ἔδωσαν ἔστω καὶ τὴν παραμικρὴ ἀπάντηση σὲ ὅσους προσεύχονται σ’ αὐτά; Πότε περπάτησαν ἢ αἰσθάνθηκαν κάποιο αἴσθημα; Γιατὶ οὔτε αὐτοὶ ποὺ στέκονται ὄρθιοι θυμήθηκαν ποτὲ νὰ καθήσουν, οὔτε αὐτοὶ ποὺ κάθονται θεάθηκαν ποτὲ νὰ σηκώνονται.

Ὅταν ἔμαθα ἀπὸ κάποιον ἅγιο ἄνδρα τὴν ἀποκρουστικότητα, τὴ βρωμερότητα καὶ τὴν ἀναισθησία αὐτῶν, καθὼς καὶ τὴ σαθρότητα καὶ ἀδυναμία τῶν δαιμόνων, ποὺ ἐνεργοῦν μέσα σ’ αὐτὰ καὶ μέσω αὐτῶν μᾶς ἀπατοῦν, ἀφοῦ σιχάθηκα τὴν κακία τους καὶ τοὺς μίσησα μὲ ὁλοκληρωτικὸ μῖσος, συντάχθηκα μὲ τὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό, καὶ θὰ τὸν ὑπηρετήσω μέχρι τὴν τελευταία μου ἀναπνοή, γιὰ νὰ περιέλθει τὸ πνεῦμα μου στὰ χέρια του. Μὲ αὐτὰ τὰ ἀνεκδιήγητα ἀγαθὰ ποὺ μὲ βρῆκαν, χαιρόμουν βέβαια, γιατὶ ἀπαλλάχθηκα ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν πονηρῶν δαιμόνων καὶ ἐλευθερώθηκα ἀπὸ τὴν τρομερὴ αἰχμαλωσία τους καὶ λούστηκα μὲ τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ στενοχωριόμουν καὶ ραγιζόταν ἡ ψυχή μου, γιατὶ δὲν συμμετεῖχες καὶ σὺ ὁ δεσπότης καὶ πατέρας μου σ’ αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες. Ἐπειδὴ ὅμως φοβόμουν τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη σου, κρατοῦσα μέσα μου τὴ λύπη, μὴ θέλοντας νὰ σὲ ἐξοργίσω, καὶ παρακαλοῦσα τὸ Θεὸ ἀκατάπαυστα νὰ σὲ τραβήξει πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ σὲ ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴ μακρὰ ἐξορία, τὴν ὁποία σὺ ὁ ἴδιος προξένησες στὸν ἑαυτό σου, καταντῶντας, ἀλίμονο, δραπέτης τῆς εὐσέβειας καὶ ὑπηρέτης κάθε κακίας καὶ ἀσέβειας. Ἐπειδὴ ὅμως σὺ ὁ ἴδιος, πατέρα μου, ἔφερες στὴν ἐπιφάνεια τὰ δικά μου, ἄκου ὅλα ὅσα σκέφτομαι·

Δὲν θὰ παραβῶ τὶς συμφωνίες μου μὲ τὸ Χριστό, δὲν θὰ τὶς παραβῶ, τὸ ὁρκίζομαι σ’ αὐτὸν ποὺ μὲ ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴ δουλεία μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα του, καὶ ἂν χρειασθεῖ νὰ πεθάνω μύριες φορὲς γι’ αὐτόν, θὰ πεθάνω. Γνωρίζοντας λοιπὸν τὰ δικά μου ὅτι ἔτσι ἔχουν, μὴ κοπιάζεις, ἐπιχειρώντας νὰ μὲ μεταστρέψεις ἀπὸ τὴν καλὴ ὁμολογία. Καὶ γνώριζε ὅτι, ὅπως θὰ ἦταν μάταιο καὶ ἀκατόρθωτο τὸ ἐγχείρημα νὰ νομίζεις ὅτι θὰ πιάσεις τὸν οὐρανὸ μὲ τὸ χέρι, ἢ θὰ ἀποξηρὰνεις τὰ θαλασσινὰ πελάγη, ἔτσι εἶναι καὶ αὐτό. Ἢ λοιπὸν συμφιλιώσου ἔτσι μὲ τὸ Χριστό, ἀκούοντας τὴν ἀπόφασή μου, ὁπότε θὰ κερδήσεις τὰ ἀγαθὰ ποὺ ξεπερνοῦν κάθε ἔννοια, καὶ θὰ ἀνήκουμε καὶ οἱ δυὸ στὴν ἴδια πίστη, ὅπως εἴμαστε καὶ τῆς αὐτῆς φύσεως, ἤ, νὰ τὸ ξέρεις καλά, θὰ παραιτηθῶ ἀπὸ τὸ νὰ εἶμαι γιός σου, καὶ θά λατρεύσω τὸ Θεό μου μὲ τὴ συνείδησή μου καθαρή.

Μόλις ὁ βασιλιὰς ἄκουσε ὅλα αὐτὰ πετάχτηκε ἀμέσως καὶ γεμᾶτος ἀπὸ ἀσυγγκράτητο θυμὸ τοῦ μιλοῦσε μὲ ὀργὴ καὶ ἔτριζε τὰ δόντια δυνατά, μοιάζοντας μὲ μαινόμενο. Καὶ λέει· «Ποιός εἶναι αἴτιος αὐτῶν τῶν κακῶν, παρὰ ἐγὼ ὁ ἴδιος, ποὺ σοῦ φέρθηκα ἔτσι καὶ ἔκανα τόσα γιὰ σένα, ὅσα δὲν ἔκανε κανένας ποτὲ ἀπὸ τοὺς πατέρες; Γι’ αὐτὸ ἡ διεστραμμένη καὶ φιλόνεικη γνώμη σου πῆρε δύναμη μαζὶ μὲ τὴν ἐξουσία καὶ σὲ ἔκανε νὰ φερθεῖς μὲ μανία ἐναντίον μου. Δίκαια λοιπὸν κατὰ τὴ γέννησή σου οἱ ἀστρολόγοι εἶπαν ὅτι θὰ γίνεις φοβερὸς καὶ παμπόνηρος ἄνδρας καὶ ὑπεροπτικὸςκαὶ ἀπείθαρχος στοὺς γονεῖς σου. Τώρα ὅμως, ἐὰν ἀψηφήσεις τὴ θέλησή μου καὶ ἀπαρνηθεῖς τὴν πατρότητά μου, θὰ σοῦ φερθῶ σὰν ἐχθρὸς καὶ θὰ σοῦ κάνω ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔκανε κανεὶς οὔτε στοὺς ἐχθρούς του».

Καὶ ἐκεῖνος τότε εἶπε· «Γιατί, βασιλιά μου, ἄναψες ἀπὸ τὴν ὀργῆ; Λυπάσαι ἐπειδὴ κέρδησα τέτοια ἀγαθά; Ποιός πατέρας θεάθηκε ποτὲ νὰ στενοχωρεῖται γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ γιοῦ του; Ἢ πῶς αὐτὸς νὰ θεωρηθεῖ πατέρας καὶ ὄχι ἐχθρός; Λοιπόν, οὔτε ἐγὼ στὸ ἑξῆς θὰ σὲ ὀνομάζω πατέρα μου, ἀλλὰ θὰ φύγω μακριὰ ἀπὸ σένα, ὅπως φεύγει κάποιος ἀπὸ τὸ φίδι, ἐὰν καταλάβω ὅτι φθονεῖς τὴ σωτηρία μου καὶ μὲ σπρώχνεις μὲ βίαιο χέρι στὴν καταστροφή. Γιατί, ἂν θελήσεις νὰ μὲ ἐκβιάσεις καὶ νὰ μὲ τυραννήσεις, ὅπως ἤδη εἶπες, νὰ ξέρεις καλά, ὅτι δὲ θὰ κερδήσεις τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο ὅτι, ἀντὶ γιὰ πατέρας, θὰ ὀνομασθεῖς τύραννος καὶ φονιάς· γιατὶ θὰ σοῦ εἶναι εὐκολότερο νὰ ἀκολουθήσεις τὰ ἴχνη ἀετοῦ καὶ νὰ πετάξεις στὸν ἀέρα, παρὰ νὰ ἀλλάξεις τὴν πίστη μου στὸ Χριστὸ καὶ τὴν καλὴ ὁμολογία ποὺ ὁμολόγησα σ’ αὐτόν. Ἀλλὰ σύνελθε, πατέρα μου, κι ἀφοῦ τινάξεις ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ νοῦ σου τὴν τσίμπλα καὶ τὴν διανοητικὴ συσκότιση, κοίταξε νὰ δεῖς τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ μου ποὺ φωτίζει τὰ πάντα καὶ φωτίσου κάποτε καὶ σὺ ἀπὸ αὐτὸ τὸ τόσο γλυκὸ φῶς. Γιατὶ παραδόθηκες ἐξ ὁλοκλήρου στὰ πάθη καὶ τὰ θελήματα τῆς σάρκας καὶ δὲ θέλεις νὰ συνέλθεις; «Μάθε ὅτι κάθε σάρκα εἶναι χορτάρι καὶ κάθε δόξα ἀνθρώπινη μοιάζει μὲ ἄνθος χορταριοῦ. Ξηραίνεται τὸ χορτάρι καὶ πέφτει τὸ ἄνθος του», ἐνῶ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μου, ποὺ κηρύχθηκε σὲ ὅλους, θὰ μένει στὸν αἰώνα.

Γιατί λοιπὸν προσκολλᾶσαι καὶ ἀγκαλιάζεις μὲ τόση μανία τὴ δόξα ποὺ μαραίνεται καὶ ἐξαφανίζεται ὅπως τὰ ἀνοιξιάτικα λουλούδια, καὶ τὴ σιχαμερὴ καὶ βρωμερὴ ἀπόλαυση καὶ τὰ ἀκάθαρτα πάθη τῆς κοιλιᾶς καὶ κάτω ἀπὸ τὴν κοιλιά, τὰ ὁποῖα ἱκανοποιοῦν γιὰ λίγο τὶς αἰσθήσεις τῶν ἀνοήτων, ὕστερα ὅμως οἱ συνέπειές τους εἶναι πιὸ πικρὲς καὶ ἀπὸ τὴ χολή, ὅταν οἱ σκιὲς καὶ τὰ ὄνειρα τοῦ μάταιου αὐτοῦ κόσμου περάσουν καὶ οἱ ἐραστὲς αὐτῶν καὶ ὅσοι ἔπραξαν τὴν ἀνομία κλειστοῦν σὲ διαρκῆ πόνο ἄσβεστης καὶ σκοτεινῆς φωτιᾶς, ὅπου τὸ σκουλήκι τὸ ἀκοίμητο θὰ τοὺς κατατρώει αἰώνια καὶ ἡ φωτιὰ θὰ τοὺς κατακαίει χωρὶς νὰ τελειώνει καὶ νὰ σβήνει στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες; Μαζὶ μ’ αὐτούς, ἀλίμονο, θὰ κλειστεῖς καὶ σὺ καὶ ὑποφέροντας φοβερά, θὰ μετανοήσεις πολὺ γιὰ τὶς τρομερὲς ἀποφάσεις σου, καὶ θὰ ζητήσεις πολὺ τὶς τωρινὲς μέρες καὶ θὰ θυμηθεῖς τὰ λόγια μου, ἀλλὰ δὲ θὰ ὑπάρχει ὠφέλεια ἀπὸ τὴ μετάνοια. Γιατὶ «στὸν ἅδη δὲν ὑπάρχει ἐξομολόγηση» καὶ μετάνοια, ἀφοῦ ὁ καιρὸς αὐτὸς ἐδῶ ὁρίσθηκε γιὰ τὶς πράξεις, ἐνῶ ὁ μελλοντικὸς γιὰ τὶς ἀνταποδόσεις. Ἂν τὰ εὐχάριστα τῆς ἐδῶ ζωῆς δὲν ἐξαφανίζονταν καὶ δὲν ἦταν ρευστά, ἀλλὰ ἔμεναν αἰώνια μαζὶ μὲ τοὺς κυρίους τους, οὔτε καὶ τότε ἔπρεπε νὰ τὰ προτιμοῦμε ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἀγαθά του ποὺ ξεπερνοῦν κάθε ἔννοια. Γιατί, ὅπως ὁ ἥλιος εἶναι πιὸ λαμπερὸς καὶ πιὸ καθαρὸς ἀπὸ τὴ βαθειὰ νύχτα, τόσο καὶ πολὺ περισσότερο τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸ Θεό, εἶναι πιὸ ἔνδοξα καὶ μεγαλοπρεπῆ ἀπὸ κάθε ἐπίγεια βασιλεία καὶ δόξα καὶ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ προτιμοῦμε τὰ ἀνώτερα ἀπὸ τὰ πιὸ εὐτελῆ. Ἐπειδὴ ὅμως ὅλα τὰ τῆς ἐδῶ ζωῆς εἶναι καὶ ρευστὰ καί, καθὼς ὑπόκεινται σὲ φθορά, παρέρχονται καὶ ἐξαφανίζονται σὰν ὀπτασία καὶ σκιὰ καὶ ὄνειρο, καὶ εἶναι προτιμότερο νὰ πιστεύουμε στὶς αὖρες ποὺ δὲ σταματοῦν καὶ στὰ ἴχνη πλοίου ποὺ διαπλέει τὴ θάλασσα, παρὰ στὴν εὐημερία τῶν ἀνθρώπων, πόση βλακεία, ἢ καλύτερα ἀνοησία καὶ παραφροσύνη εἶναι νὰ προτιμοῦμε τὰ φθαρτὰ καὶ θνητά, ἀσθενῆ καὶ μηδαμινά, ἀπὸ τὰ ἄφθαρτα καὶ αἰώνια καὶ ἀθάνατα καὶ ἀτελείωτα, καὶ μὲ τὴν πρόσκαιρη ἀπόλαυση αὐτῶν νὰ στερηθοῦμε τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων ποὺ δὲν ἔχει διαδοχή; Δὲν θὰ τὰ καταλάβεις αὐτά, πατέρα μου; Δὲ θὰ ἀφήσεις κατὰ μέρος αὐτὰ ποὺ φεύγουν καὶ θὰ προτιμήσεις αὐτὰ ποὺ παραμένουν; Δὲ θὰ προτιμήσεις τὴν κατοικία ἀπὸ τὴν παροικία, τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὴ σάρκα, τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, αὐτὰ ποὺ δὲ διαλύονται, ἀπὸ τὰ ρευστά; Δὲ θὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὴ φοβερὴ δουλεία τοῦ τρομεροῦ κοσμοκράτορα, δηλαδὴ τοῦ πονηροῦ διαβόλου, γιὰ νὰ κάνεις φίλο τὸν ἀγαθὸ καὶ ἐλεήμονα καὶ πολυεύσπλαγχνο Δεσπότη; Δὲν θὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τὴ λατρεία τῶν πολλῶν καὶ ψεύτικων θεῶν καὶ νὰ λατρέψεις τὸν ἕνα ἀληθινὸ καὶ ζωντανὸ Θεό; Γιατί, ἂν καὶ ἁμάρτησες σ’ αὐτόν, βλασφημῶντας τον πολὺ καὶ φονεύοντας μὲ φρικτὰ βασανιστήρια τοὺς ὑπηρέτες του, ὡστόσο θὰ σὲ δεχθεῖ, γνωρίζω καλά, ὁ ἀγαθὸς ὅταν ἐπιστρέψεις, καὶ θὰ σοῦ ἀμνηστεύσει ὅλα τὰ ἁμαρτήματα· γιατὶ «δὲ θέλει τὸ θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, μέχρι ποὺ νὰ ἐπιστρέψει καὶ νὰ ζήσει», αὐτὸς ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὰ ἀπερίγραπτα ὕψη γιὰ νὰ ἀναζητήσει ἐμᾶς ποὺ πλανηθήκαμε καὶ ὑπέμεινε σταύρωση καὶ μαστιγώσεις καὶ θάνατο γιὰ μᾶς, καὶ ἐξαγόρασε μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα του ἐμᾶς τοὺς πουλημένους στὴν ἁμαρτία. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ὁ ἔπαινος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν».

Ὁ βασιλιὰς κυριευμένος ἀπὸ ἔκπληξη μαζὶ καὶ ὀργή, ἀφ’ ἑνὸς γιὰ τὴ σύνεση τοῦ παιδιοῦ καὶ τὰ ἀναντίρρητα λόγια του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου γιὰ τὸ ὅτι δὲν παρέλειψε νὰ διαβάλλει τοὺς θεοὺς ἐκείνου καὶ νὰ εἰρωνεύεται καὶ νὰ χλευάζει τὴ ζωή του, τὸν ὡραῖο του λόγο βέβαια δὲν τὸν δέχθηκε, ἐξαιτίας τῆς παχύτητας τοῦ ἐσωτερικοῦ σκοταδιοῦ του, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ τὸν τιμωρήσει ἢ νὰ τοῦ φερθεῖ σὲ κάτι κακῶς μποροῦσε, ἐξαιτίας τῆς φυσικῆς στοργῆς· ἐξάλλου ἀπογοητευμένος τελείως ὅτι θὰ τὸν μεταπείσει μὲ ἀπειλές, ἐπειδὴ φοβόταν μήπως προκαλέσει περισσότερους λόγους πρὸς αὐτὸν καί, καθὼς ἐκεῖνος θὰ μιλάει μὲ θάρρος καὶ θὰ διακωμωδεῖ καὶ θὰ περιπαίζει τοὺς θεούς του, θυμώσει αὐτὸς περισσότερο καὶ κάνει τίποτε ἀπὸ τὰ ἀντίθετα σ’ αὐτόν, σηκώθηκε μὲ θυμὸ καὶ ἔφυγε, λέγοντας· «Μακάρι νὰ μὴν εἶχες γεννηθεῖ ποτέ, οὔτε νὰ ἐρχόσουν στὸ φῶς, ἀφοῦ ἔμελλες νὰ γίνεις τέτοιος, βλάσφημος στοὺς θεοὺς καὶ ἀρνητὴς τῆς πατρικῆς ἀγάπης καὶ νουθεσίας! Ὅμως δὲ θὰ ἐμπαίζεις τοὺς ἀήττητους θεοὺς ὡς τὸ τέλος, οὔτε θὰ χαροῦν γιὰ πολὺ οἱ ἀντίπαλοι, οὔτε καὶ οἱ γοητεῖες τους θὰ νικήσουν. Γιατί, ἂν δὲν γίνεις ὑπάκουος σὲ μένα καὶ εὐγνώμων στοὺς θεούς, ἀφοῦ πρῶτα σὲ ὑποβάλω σὲ πολλὲς καὶ διάφορες τιμωρίες, θὰ σὲ θανατώσω κακὴν κακῶς, ἀντιμετωπίζοντάς σε ὄχι ὡς γιό μου, ἀλλὰ ὡς ἐχθρὸ καὶ ἀποστάτη».

ΧΧΧ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Ὅταν ὁ πατέρας, ἀφοῦ εκτόξευσε αὐτὲς τὶς ἀπειλές, ἀποχώρησε ὀργι- σμένος, ὁ γῖὸς μπῆκε στὸ ὑπνοδωμάτῖό του καὶ ὺψώνοντας τὰ μάτῖα του πρὸς τὸν δῖκό του ἀγωνοθέτη φώναξε μέσα ἀπ’ τὰ βάθη τῆς καρ- διᾶς του· Κύριε Θεέ μου, γλυκειὰ ἐλπίδα καὶ ὑπόσχεση ἁδιάψευστη, τὸ ίσχυρὸ καταφύγω ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀφοσιωμένοι σὲ σένα, κοί- · ταξε τὴ συντριβὴ τῆς καρδίᾶς μου μὲ σπλαγχνικὸ καὶ γεμᾶτο κα- λωσύνη βλέμμα καὶ μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις οὔτε ν’ ἁπομακρυνθεῖς ἀπὸ μένα, ἀλλά, σύμφωνα μὲ τὴ ἀδίάψευστη ὑπόσχεσή σου, ἔλα μαζὶ μὲ μένα τὸν ἁνάξίο καὶ εὐτελῆ, γίατὶ έσένα γνωρίζω καὶ ὁμολογῶ δημιουργὸ καὶ προνοητὴ ὅλης τῆς κτίσεως. Ἐσὺ λοι- πὸν ἑνίσχυσέ μὲ σ’ αὐτὴ τὴν καλὴ ὁμολογία νὰ παραμείνω μέχρι τὴν τελευταία μου ἁναπνοή· ρίξε έπάνω μου τὸ βλέμμα σου καὶ λυπήσου μὲ καὶ δός μου τὴ συμπαράστασή σου, φυλάσσοντάς με ἀβλαβῆ ἀπὸ κάθε σατανικὴ ἐνέργεια. Ρίξε τὸ βλέμμα σου ἐπάνω μου, βασίλῖά, γῖατὶ ἡ ψυχή μου εἷναί πυρακτωμένη δυνατὰ ἀπὸ τὸν πόθο σου καὶ καίεται σὰν ἀπὸ δίψα καύσωνα σὲ ἅνυδρη πε- ριοχή, ποθώντας έσένα τὴν πηγὴ τῆς ἀθανασίας. Μὴ παραδώ- ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΙ ιΩΑΣΑφ 307 σεις στὰ θηρία μιὰ ψυχὴ ποὺ σοῦ ἐξομολογεῖται καὶ μὴ ξεχάσεις τὴν ψυχὴ τοῦ φτωχοῦ σου μέχρι τὸ τέλοςῖ, ’ἀλλὰ ἀξίωσέ μὲ τὸν μὰμαρτωλὸ σὲ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ ὑποφέρω τὰ πάντα γιὰ τὸ ὄνομά σου καὶ τὴ διιςή σου ὁμολογία, καὶ ὀλο τὸν εαυτό μου νὰ τὸν προσφέρω ’σε σένα· διότι ὅταν έσὺ ἑνδυναμώνεις καὶ οἱ ἀδύνατοι θὰ ὑπερισχύσουν, γιατὶ εἶσαι ὁ μόνος ἀήττητος σύμμαχος καὶ ἐλεήμων Θεός, τὸν ὁποῖο εὑλογεῖ ὅλη ἡ κτίση, τὸν δοξασμένο στοὺς αἰῶνες. Αμήν. . ’ · Ἀφοῦ προσευχήθηκε ἔτσι αίσθάνθηκε μία θεϊκὴ παρηγοριὰ ποὺ ἦρθε στὴν καρδιά του, καὶ γεμᾶτος θάρρος πέρασε ὅλη τὴ νύχτα προσευχό- μενος. Ἑν τῶ μεταξὺ κάνοντας ὁ βασιλιὰς γνωστὴ στὸ φίλο του Ἀρα- χὴ τὴ στάση τοῦ παιδιοῦ καὶ φανερώνοντάς του τὸ προκλητικὸ θράσος καὶ τὴν ἀμετακίνητη ἀπόφασή του, ὁ Ἀραχὴς πρότεινε νὰ κάνει φιλι- κὴ καὶ ὅσο γίνεται θεραπευτικὴ συνομιλία μαζί του, ἐλπίζοντας μὲ τὶς κολακεῖες νὰ τὸν προσελκύσει. Πηγαίνει λοιπὸν τὴν έπαύριο στὸ γιό του καί,’ ἀφοῦ κάθισε, τὸν κάλεσε πιὸ κοντά του. Ἔπειτα ἀγκαλιάζο- ντάς τον τὸν φιλοῦσε προχωρώντας ἤρεμα καὶ μαλακὰ καὶ λέγοντας· Παιδί μου πολυπόθητο καὶ ἀγαπητό, σεβάσου τὰ ἄσπρα μαλλιὰ τοῦ πατέρα σου καὶ ἀκούοντας τὴ διισή μου παράκληση, έλα καὶ πρόσφερε θυσία στοὺς θεούς. Γιατὶ ἔτσι καὶ ἐκείνους θὰ τοὺς κάνεις εὐμενεῖς καὶ θὰ ἀπολαύσεις μακροβιότητα καὶ κάθε δόξα καὶ ἀμετάβλητη βασιλεία καὶ θὰ έχεις ἀπὸ αὐτὰ ποικίλα ἀγαθά, καὶ σὲ μένα τὸν πατέρα σου θὰ εἶσαι ἀγαπητὸς σ’ ὁλόκληρη τὴ ζωή μου καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἔντιμος καὶ έπαινετός. Διότι εἶναι μεγάλο πρᾶγμα γιὰ έπαινο ἡ ὑπακοὴ στὸν πατέρα καὶ μάλιστα γιὰ τὸ καλὸ καὶ μὲ τὴ συμπάθεια στοὺς θεούς. Γιατὶ τί ὑπέθεσες, παιδί μου; Ποιό ἀπὸ τὰ δύο· ὅτι θέλοντας παρεξέκλινα ἀπὸ τὸν καλὸ δρόμο καὶ προτίμησα νὰ βαδίσω τὸν ἀντίθετο, ἢ ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἀπειρία τοῦ ἀγαθοῦ παρέδωσα τὸν ἑαυτό μου στὸ κακός Ἀλλά, ἐὰν νομίζεις ὅτι θέλοντας προτιμῶ τὰ κακὰ ἀπὸ τὸ συμφέρον μου καὶ τὸ θάνατο ἀπὸ τὴ ζωή, μοῦ φαίνεται, παιδί μου, πὼς ἔχεις ξεκλίνει ἀπὸ τὴν ὀρθὴ κρίση. Ἀλήθεια, δὲ βλέπεις σὲ πόση κακουχία καὶ ταλαιπωρία έκ- θέτω πολλὲς φορὲς τὸν ἑαυτό μου στὶς έκστρατεῖες ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ἢ πῶς ἀσχολοῦμαι μὲ κάποιες ᾶλλες φροντίδες γιὰ τὰ 309 κοινά, ὥστε νὰ μὴ ἀποφεύγω, ὅταν ἐπιβάλλεται, καὶ νὰ πεινῶ καὶ νὰ διψῶ καὶ νὰ πεζοπορῶ καὶ νὰ κοιμᾶμαι στὸ ἔδαφος Γιὰ τὸν πλοῦτο καὶ τὸ χρῆμα ἔχω τόση ἀδιαφορία καὶ περιφρόνηση, ὥστε μεριιζὲς φορὲς νὰ ἀδειάζω ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ παλατιοῦ μου γιὰ νὰ ἀνοικοδομήσω τοὺς πολὺ μεγάλους ναοὺς τῶν θεῶν καινὰ τοὺς ἐξωραΐζω μὲ διάκοσμο, ἢ νὰ μοιράζω στὰ στρατόπεδα μὲ ἀφθονία τὰ ἁποθὲματα τῶν χρημάτων. νΟντας λοιπὸν τόσο πολὺ ἀνώτερος τῶν ἀπολαύσεων καὶ καρτερικὸς στὰ δεινά, ἐὰν γνώρι- ζα ὅτι ἡ θρησκεία τῶν Γαλιλαίων ἦταν ἁνώτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ’ ἐχουμε στὰ χερια μας, δὲν θὰ ἔκρινα τὸ πρᾶγμα ἄξιο μεγάλου ὲν- διαφέροντος, ὥστε, παραβλέποντάς τα ὅλα, νὰ φροντίσω τὴν σωτηρία μου; Ἐπειδὴ ὅμως μοῦ καταλογίζεις ἄγνοια καὶ ἀπειρία τοῦ καλοῦ, ξέρεις πόσες νύχτες πολλὲς φορὲς πέρασα ἄϋπνος, ὅταν μοῦ ἐτίθετο κάποιο θέμα, μερικὲς φορὲς μάλιστα ὄχι τόσο σπουδαῖο, χωρὶς νὰ ήσυχάζω προτοῦ βρῶ καθαρὴ καὶ εὐπρεπῆ λύση τοῦ ζητήματος Ἐφόσον λοιπὸν ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα αὐτὰ πράγματα δὲν περι- φρονῶ οὔτε τὸ πιὸ ἀσήμαντο, μέχρι νὰ γίνουν ὅλα κατὰ τρόπο ποὺ νὰ συμφέρει καὶ νὰ εἶναι ὠφέλιμος σὲ ὅλους, καὶ ὅπως νομί- ζω, ἀπὸ κανέναν ἄλλο στὴν ὑφήλιο δὲν ἐξετάζεται μὲ περισσό- τερη ἀκρίβεια ἡ διαλεύκανση τῶν μυστηρίων, ὅπως ὁμολογεῖται ἀπὸ ὅλους γιὰ μένα, τότε τὰ θεϊκὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι σωστὸ νὰ τὰ σεβόμαστε καὶ νὰ τὰ θεολογοῦμε, πῶς ἦταν δυνατὸ νὰ τὰ θεω- ρήσω ἀξια περιφρονήσεως καὶ νὰ μὴ ἁπασχοληθῶ μὲ ὅλη τὴν, προθυμία, ὅλη τὴ δύναμη, ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ ὅλο τὸ νοῦ μου στὴν ἀναζήτηση αὐτῶν, γιὰ νὰ βρῶ τὰ ἀληθινὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ πρὲπει; Καὶ ἀσφαλῶς τὰ ἀναζήτησα μὲ πολὺ κόπο, διαθέτοντας πολλὲς νύχτες ὅσο καὶ ὴμέρες σ’ αὐτά, συγκάλεσα καὶ πολλοὺς σοφοὺς καὶ ἐπιστήμονες σ’ αὐτὴ τὴ βουλὴ καὶ συζήτησα καὶ μὲ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς λεγόμενους Χριστιανούς. Μὲ τὴν ἀκούραστη λοιπὸν συζήτηση καὶ τὴ φλογερὴ ἔρευνα βρῆκα τὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας, ἡ ὁποία βεβαιώθηκε ἀπὸ σοφοὺς ἀναγνωρισμὲνους γιὰ τὴ μόρ- φωση καὶ τὴ φρονιμάδα τους, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη πίστη, παρὰ μόνο αὐτὴ ποὺ ἁκολουθοῦμε σήμερα, λατρεύοντας τοὺς μεγι- στους θεούς, καὶ ἁφοσιωνόμαστε στὴ γλυκειὰ καὶ εὐχάριστη 31 1 ζωή, ἡ ὁποία δωρήθηκε ἀπ’ αὐτοὺς σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶναι γεμάτη χαρὰ καὶ εὐθυμία, τὴν ὁποία οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Γαλι- λαίων καὶ δάσκαλοι μὲ ἀφροσύνη ἀπέρριψαν, ὅπως καὶ τὸ ὡραῖο αὐτὸ φῶς καὶ ὅλα τὰ εὐχάριστα, τὰ ὁποῖα οἱ θεοὶ μᾶς τὰ χάρισαν γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνουμε, καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀφοσιωθοῦν στὴν ἐλπίδα μιᾶς ἄλλης ἀβέβαιης ζωῆς, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τί λένε, οὔτε ποιά πράγματα υποστη ρι’ζουν. Ἐσὺ ὅμως, ἀγαπημένε μου γιέ, πείσου στὸν πατέρα σου, ὁ ὁποῖος μὲ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινῆ ἔρευνα βρῆκε τὸ πραγματι- κὰ καλό. Διότι, ὁρίστε, ἀποδείχθηκε ὅτι οὔτε θέλοντας οὔτε βέ- βαια ἀπὸ ἄγνοια ἔκανα λάθος ὡς πρὸς τὸ ἀγαθό, ἀλλὰ τὸ βρῆκα καὶ τὸ προσέλαβα, καὶ ἐπιθυμῶ πολὺ καὶ σὺ νὰ μὴ πλανᾶσαι ἀνόητα, ἀλλὰ ν’ ἀκολουθήσεις ἐμένα. Δεῖξε λοιπὸν σεβασμὸ στὸν πατέρα σου. Ἀλήθεια δὲν γνωρίζεις πόσο καλὸ εἶναι ’νὰ πείθεσαι στὸν πατέρα καὶ νὰ ἁφοσιώνεσαι σ’ αὐτὸν σὲ ὅλα, καὶ ἀντίθετα, πόσο ὀλέθριο καὶ ἐπικατάρατο εἶναι νὰ πικραίνεις τὸν πατέρα καὶ νὰ μὴ λογαριάζεις τὶς ἐντολές του; Γιατί, ὅσοι· τὸ ἔκαναν αὐτό, καταστράφηκαν κακήν κακῶς. Ἐσὺ ὅμως, παιδί μου, εἴθε νὰ μὴ συγκαταλεχθεῖς σ’ αὐτους, ἀλλά, κάνοντας ὅσα εἶναι εὐχάριστα σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ γέννησε, εἴθε νὰ ἐπιτύχεις ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ νὰ γίνεις κληρονόμος τῆς εὐλογίας καὶ τῆς βασι- λείας μου. Ὁ μεγαλόψυχος καὶ πράγματι εὐγενικὸς νέος, ἀφοῦ ἄκουσε τὴν περιτ- τολογία καὶ ἀνόητη παράκληση τοῦ πατέρα του, καὶ γνωρίζοντας τὶς μεθοδεύσεις τοῦ διεστραμμένου δράκου, ὅτι ἀπὸ τὰ δεξιά του ἑτοιμά- ζει παγίδα γιὰ τὰ πόδιαῖ, έπινοώντας τέχνασμα γιὰ νὰ λυγίσει τὴ θεο- ειδῆ ψυχή του καὶ νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὸ βραβεῖο ποὺ τὸν περιμένει, σκέφθηκε τὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος εἶπε· «δὲν ἦρθα νὰ βάλω εἰρήνη, ἀλλὰ πόλεμο καὶ μαχαίρι· γιατι ἦρθα νὰ χωρίσω τὸ γιὸ ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ τὴ θυγατέρα ἀπὸ τὴ μητέρα της» καὶ τὰ ὑπό- λοιπα3, καὶ ὅτι· «ἐκεῖνος ποὺ ἁγαπᾶ τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα του περισ- σότερο ἀπὸ ἐμένα, δὲν εἶναι ἄξιός μου»4, καὶ ὅτι· «ὅποιος μὲ ἁρνηθεῖᾼ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν άρνηθῶ κι ἐγὼ μπροστὰ στὸν οὐρά- 3. Ματθ. 10,34-35. 4. Ματθ. ῙΟ,37. ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ 313 νιο Πατέρα μου»5. Ἀφοῦ τὰ σκέφθηκε αὐτὰ καὶ συγκράτησε τὴν ψυχή του μὲ τὸ θεῖο φόβο, ένισχύοντάς την μὲ τὸ θεῖο πόθο καὶ ἔρωτα, βρῆκε πολὺ κατάλληλο γιὰ τὴ περίσταση τὸ ρητὸ ἐκεῖνο τοῦ Σολομώ- ντα ποὺ λέει· «ὑπάρχει καιρὸς νὰ ἀγαπήσεις καὶ καιρὸς νὰ μισήσεις, καιρὸς γιὰ πόλεμο καὶ καιρὸς γιὰ είρήνη»6. Καὶ στὴν ἀρχὴ βέβαια προσευχήθηκε νοερὰ λέγοντας· Ἐλέησέ με, Κύριε Θεέμου, ἐλέησέ με, διότι σὲ σένα ἔχει εμπι- στοσύνη ἡ ψυχή μου, καὶ στὴ σκιὰ τῶν φτερῶν σου στηρίζω τὶς ἐλπίδες μου μέχρι νὰ περάσει ἡ ἀνομία. «Θὰ φωνάξω δυνατὰ πρὸς τὸν ὕψιστο Θεό, τὸ Θεὸ ποὺ μὲ ευεργέτησε»7, καὶ τὴ συνέ- χεια τοῦ ψαλμοῦ. Επειτα λέει στὸ βασιλιά Τὸ νὰ ὑπηρετοῦμε τὸν πατέρα βέβαια καὶ νὰ πειθαρχοῦμε στὶς διαταγές του καὶ νὰ τὸν ὑπη ρετοῦμε μὲ προθυμία καὶ ἀγάπη, μᾶς τὸ διδάσκει ὁ κοινὸς Δεσπότης, φυτεύοντας μέσα μας κατὰ τρό- πο φυσικὸ αὐτὴ τὴ στοργή. Ὅταν ὅμως ἡ σχέση καὶ φιλία τῶν γονέων ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ πρὸς τὸν κίνδυνο καὶ τὴν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Δημιουργό, ἔχουμε ἐντολὴ νὰ τὴν κόβουμε τελείως καὶ νὰ μὴ -συμφωνοῦμε καθόλου σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ νὰ τοὺς μισοῦμε καὶ νὰ τοὺς ἀποστρεφόμαστε, ἔστω καί ἂν εἶναι πατέρας αὐτὸς ποὺ διατάξει αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ ὰπευχόμαστε, ἢ μητέρα ἢ βασιλιάς, ἢ έξουσιαστὴς τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς μας. Γι’ αὐτὸ μου εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο έξαιτίας τῆς πα- τρικῆς σχέσεως νὰ χάσω τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ μὴ κουράζεις οὔτε τὸν εαυτό σου οὔτε ἐμένα, ἀλλὰ πίστεψε καὶ ἃς λατρεύσουμε καὶ οἱ δύο τὸν ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Θεό· γιατὶ τὰ εἴδωλα ποὺ τώρα σέ- βεσαι εἶναι ἔργα ἀνθρωπίνων χεριῶνὸ, χωρὶς πνοὴ καὶ κουφά, τὰ ὁποῖα σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ σέβονται δὲν προξενοῦν ἐντελῶς τίποτε, παρὰ μόνο καταστροφὴ καὶ αἰώνια τιμωρία. Ἐὰν πάλι δὲ θέλεις αὐτό, κάνε σὲ μένα ὅ,τι νομίζεις· γιατὶ εἶμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ καὶ οὔτε μὲ χάδια, οὔτε μὲ βασανιστή- ρια θ’ ἀποχωρισθῶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του, ὅπως ἀκριβῶς σοῦ εἶπα 6. Ἐκκλ. 3,8. 7. Ψαλμ. 56,1-2. 8. Ψαλμ. 113,4· «τὰ εἴδωλα τῶν έθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, έργα χειρῶν ἀν- θρώπων». 315 καὶ τὴν προηγούμενη ἡμέρα, βάζοντας στὴ μέση τὸ ὄνομα τοῦ Δεσπότη μου καὶ τεκμηριώνοντας τὸ λόγο μου μὲ βεβαιότητα. Τὸ ὅτι εἶπες πὼς οὔτε θεληματικὰ κάνεις τὸ κακό, οὔτε ἀπὸ ἄγνοια έσφαλες ὡς πρὸς τὸ ἀγαθό, καὶ ὅτι μὲ πολλὴ καὶ κοπια- , στικὴ ἁναζήτηση πείσθηκες ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸ καλό, τὸ νὰ λατρεύεις δηλαδὴ τὰ εἴδωλα καὶ νὰ εἶσαι ἀφοσιωμένος στὶς ἡδονὲς τῶν παθῶν, βέβαια δὲν μπορῶ νὰ πῶ ὅτι κάνεις τὸ κακὸ θεληματικά. “Οτι ὅμως σὲ περιβάλλει πολλὴ ὁμίχλη ἄγνοιας, καὶ ὅτι βαδίζοντας μέσα σὲ χειροπιαστὸ σκοτάδι δὲ ν βλέπεις καθόλου φῶς, οὔτε κἂν κάποια μικρὴ λάμψη, καὶ ἔτσι, ἔχοντας χάσει τὸν ἴσιο δρόμο, ἔχεις περιπλανηθεῖ σὲ φοβεροὺς κρημνοὺς καὶ φαράγγια, αὐτὸ καὶ ἐγὼ βέβαια τὸ γνωρίζω καλά, ἀλλὰ θέλω καὶ σύ, πατέρα μου, νὰ τὸ γνωρίσεις. Γιατί, κατέχο- ντας σκοτάδι ἀντὶ γιὰ φῶς καὶ προσκολλημένος στὸ θάνατο, σὰν νὰ εἶναι ζωή, νομίζεις ὅτι ἀποφάσισες κατὰ τρόπο συμφέροντα καὶ σκέφθηκες ὠφέλιμα· ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι, δὲν εἶναι. Γιατὶ οὔτε αὐτὰ ποὺ σέβεσαι εἶναι θεοί, παρὰ στῆλες δαιμόνων που ἔχουν μέσα τους ὅλη τὴ σιχαμερὴ ἐνέργειά τους, οὔτε ἡ ζωὴ τὴν ὁποία ἀποκαλεῖς γλυκειά καὶ εὐχάριστη καὶ νομίζεις ὅτι εἶναι γεμάτη χαρὰ καὶ εὐθυμία, εἶναι πράγματι τέτοιας φύσεως, ἀλλὰ εἶναι σιχαμερή, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς ὰλήθειας, καὶ ἀπαίσια. Γιατὶ προσωρινὰ γλυκαίνει καὶ μαλακώνει τὸ φάρυγγα9, ὕστερα ὅμως κάνει πιὸ πικρὰ καὶ ἀπὸ τὴ χολὴ τὰ ἀποτελέσματα της, ὅπως εἶπε ὁ δάσκαλός μου, καὶ εἶναι ἀκονισμένη περισσότερο ἀπὸ δίκοπο μαχαίριῖο. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σοῦ διηγηθῶ τὰ κακά της; ’“Αν τὰ ἁπαριθμήσω, θὰ εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὴν ἄμμοΠ. Γιατὶ εἶναι τὸ ἀγκίστρι τοῦ διαβόλου, ποὺ ἔχει ὡς’ δόλωμα τὴ σιχαμερὴ ἡδο- νή, μὲ τὸ ὁποῖο τραβάει αὐτοὺς ποὺ ἐξαπατῶνται στὸν πυθμένα τοῦ ἀδηῖῖ. Ἐνῶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ δικός μου Δεσπότης, τὰ ὁποῖα έσὺ τὰ ὀνόμασες ἐλπίδα ἀβέβαιης ζωῆς, εἶναι ἀδιάψευ- στα καὶ ἀναλλοίωτα, καὶ δὲν ἔχουν τέλος οὔτε ὑπόκεινται σὲ φθορά· δὲν ὑπά χει λόγος ποὺ μπορεῖ νὰ παραστήσει τὸ μέγεθος τῆς δόξας ἐκεινης καὶ τῆς εὐχαρίστησης, τῆς ἀνεκλάλητης χα- ρᾶς καὶ τῆς διαρκοῦς εὐφροσύνης. Γιατί, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος βλέ- ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ 317 πεις, πεθαίνουμε καὶ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ θὰ ζήσει καὶ δὲν θὰ δεῖ θάνατο, πρόκειται ὅμως ὅλοι ν’ ἀναστηθοῦμε, ὅταν θὰ έρ- θει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, μὲ ἁνεκλάλητη δόξα καὶ φοβερὴ δύναμηῖό, «ὁ μοναδικός Βασιλιὰς τῶν βασιλέ- ων καὶ Κύριος τῶν κυρίων»“4, «στὸν ὁποῖο θὰ κάμψει κάθε γόνα- το τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν καταχθονίων»15· καὶ θὰ κάνει τότε τόση έντύπωση, ὥστε νὰ έκπλαγοῦν καὶ αὐτὲς οἱ ουράνιες δυνάμεις καὶ θὰ παρουσιασθοῦν μπροστὰ του μὲ τρό- μο χίλιες χιλιάδες καὶ μύριες μυριάδες ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέ- λωνῖὸ, καὶ ὅλα θὰ εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο. Γιατὶ θὰ σαλπίσει ένας ἀπὸ τοὺς ἁρχαγγέλους μὲ σάλπιγγα ΘεοῦΠ, καὶ άμέσως ὁ οὐρανὸς θὰ τυλιχθεῖ σὰν βιβλίο, ἐνῶ ἡ γῆ θ’ ἀνοίξει καὶ θὰ στείλει ἐπάνω τὰ πεθαμένα σώματα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν, ἀπὸ τότε ποὺ πλάσθηκε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδάμ18 μέχρι τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Καὶ τότε ὅλοι ὅσοι πέθαναν στοὺς αἰῶνες αι’)τοστιγμεὶ19 θὰ παρουσιασθοῦν ζωντανοὶ στὸ βῆμα τοῦ ἀθάνατου Δεσπότη καὶ ὁ καθένας θὰ δώσει λόγο γιὰ ὅσα ἔπραξε. Τότε «οἱ δίκαιοι θὰ λάμψουν ὅπως λάμπει ὁ ἡλιος»20, ὅσοι πίστεψαν σὲ Πατέρα καὶ Υἱὸ καὶ ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ καλὰ έργα πέρασαν τὴν ἐδῶ ζωή. Πῶς ὅμως νὰ σοῦ διηγηθῶ τὴ δόξα ποὺ πρόκειται νὰ τοὺς ὑποδεχθεῖ τότε; Διότι, καὶ ἂν άκό- ν μη παραβάλω τὴ λαμπρότητά τους καὶ τὴν ὡραιότητα μὲ τὸ φῶς τοῦ ἡλιου, ἢ μὲ τὴν τόσο φωτεινή ἀστραπή, δὲν θὰ πῶ τίποτε ἀπὸ τὴ λαμπρότητα ἐκείνη. Γιατὶ «μάτι δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ νοῦς ἀνθρώπου δὲ συνέλαβε ἐκεῖνα ποὺ ετοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ ὅσους τὸν ἀγαποῦν»21 στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, στὸ φῶς τὸ ἀπρόσιτοῖἳ, στὴν ἀπερίγραπτη καὶ χωρὶς τελειωμὸ δόξα. Καὶ οἱ δίκαιοι βέβαια θὰ έπιτύχουν τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ τοῦ εἴ- δους καὶ τὴ μακαριότητα, ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ άρνήθηκαν τὸν Θεὸ ποὺ πραγματικὰ ὑπάρχει καὶ ἁγνόησαν τὸν πλάστη καὶ δημιουρ- γο, ποὺ λάτρευσαν τοὺς βρωμεροὺς δαίμονες καὶ ἀπένειμαν σε- βασμὸ στὰ κουφὰ εἴδωλα, ποὺ επιθύμησαν τὶς ἡδονὲς τοῦ μά- στήκεισαν αὐτῷ». 17. Α’ Κορ. 15,52. 18. Α’ Κορ. 15,45. 19. Α’ Κορ. 15,52. 20, Ματθ. 13,43. 21. Α’ Κορ. 2,9. 22. Α’ Τιμ, 6,16. ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ ι 319 ταιου αὐτοῦ βίου καὶ σὰν χοῖροι κυλίσθηκαν στὸ βοῦρκο τῶν πα- θῶν καὶ ἐκαναν τὶς ψυχὲς τους ὁρμητήριο κάθε κακίας, αὐτοὶ θὰ σταθοῦν γυμνοὶ καὶ καταντροπιασμένοι, ἁτιμασμένοι καὶ σκυ- θρωποί, ὰξωλύπητοι καὶ στὴν ἐμφάνιση καὶ στὴν πραγματικό- τητα εκτεθειμένοι στὴ χλεύη μπροστὰ σ’ ὅλη τὴν κτίση. Καὶ ὅλα τὰ δικά τους, αὐτὰ ποὺ εἶπαν, ποὺ ἐκαναν καὶ διανοήθηκαν θὰ ἐμφανισθοῦν μπροστά τους. Ἔπειτα, μετὰ ἀπὸ εκείνη τὴν καται- . σχύνη τὴ φοβερὴ καὶ τὴν ἀνυπόφορη χλεύη, θὰ καταδικασθοῦν στή φωτιὰ τῆς γέεννας ποὺ ποτὲ δὲ σβήνει καὶ εἶναι σκοτεινὴ, στὸ σκοτάδι τὸ ἑξώτερο, τὸ τρίξιμο τῶν ὃοντιῶν καὶ τὸ φαρμα- κερὸ σκουλήκι23. Αὐτὸ εἶναι τὸ μερίδιό τους, αὐτὴ ἡ κλη ρονομιά τους, καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ θὰ παραμείνουν τιμωρούμενοι στοὺς ἁτε- , λείωτους αἰῶνες, ἐπειδὴ ἀπώθησαν τὰ ὑπεσχημένα ἀγαθὰ γιὰ τὴν πρόσκαιρη ἡδονὴ τῆς ἁμαρτίας, καὶ διάλεξαν τὴν αἰώνια κό- λαση. Γιὰ χάρη αὐτῶν λοιπόν, ὥστε νὰ ἑπιτύχουμε ἐκείνη τὴν ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὴν ἀπερίγραπτη δόξα, νὰ λάμπουμε ὡς ἄγγελοι καὶ νὰ βρισκόμαστε κοντὰ στὸν τόσο γλυ- κὸ Δεσπότη μὲ θάρρος, καὶ νὰ ὰποφύγουμε τὶς σκληρὲς καὶ ἀτε- λείωτες τιμωρίες καὶ ἐκείνη τὴν όδυνηρὴ ἐντροπὴ, πόσα δὲν ἀξί- ζει νὰ θυσιάσουμε καὶ χρήματα καὶ σώματα, καὶ αὐτὲς ἀκόμα τὶς ψυχὲς μας; Ποιός εἶναι τόσο χαμερπής, ποιός εἶναι τόσο ἄμυα- λος, ποὺ δὲν θὰ προτιμήσει νὰᾪὺποστεῖ μύριους πρόσκαιρους θα- νάτους, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν ἀτελείωτο θάνατο, νὰ κλη ρο- νομήσει τὴ μακάριακαὶ αἰώνια ζωὴ καὶ νὰ περιλουσθεῖ μὲ τὸ φῶς τῆς μακάριας καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

Ὅταν ὁ βασιλιὰς ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ καὶ βλέποντας τὴν ἐμμονὴ καὶ τὸ ἀνυποχώρητο τοῦ παιδιοῦ, τὸ ὁποῖο οὔτε μὲ κολακεῖες ὑποχωροῦ- σε, οὔτε μὲ πειθώ, οὔτε μὲ ἀπειλὲς τιμωριῶν, τὸ θαύμαζε βέβαια γιὰ τὴν πειστικότητα τοῦ λόγου του καὶ τὶς ἀναμφισβήτητες ἀπαντήσεις καὶ τὸν ἤλεγχε ἡ συνείδησή του, διότι αὐτὸ ἔλεγε τὴν ἀλήθεια καὶ ὑποδείκνυε τὰ δίκαια, ὅμως συρόταν ἀντίθετα ἀπὸ τὴν κακὴ συνήθεια καὶ τὰ πάθη ποὺ εἶχαν γίνει συνήθεια σ’ αὐτόν, καὶ τὸν κρατοῦσαν σὰν σθήσεται», 321 φίμωτρο καὶ χαλινάριῖ, μὴ ἀνεχόμενος νὰ κοιτάξει πρὸς τὸ φῶς τῆς ὰλήθειας. Γι’ αὐτό, κάνοντας τὸ πᾶνῖ, ἐπέμενε στὸν ὰρχικὸ σκοπό του, θέλοντας νὰ ἐφαρμόσει τὸ σχεδιο ποὺ εἶχαν προμελετήσει μὲ τὸν Ἀραχή. Λέει λοιπὸν στὸ γιό. του· Ἔπρεπε βέβαια, παιδί μου, εἰλικρινὰ νὰ ὑποχωρήσεις σ’ ὅλες μου τὶς προσταγες, ὅμως ἐπειδή, ὄντας ἰσχυρογνώμων καὶ ἀπεί- θαρχος, μοῦ ἀντιστάθηκες τόσο ρωμαλὲα, γιὰ νὰ κάνεις μὲ τὴν ἀντίσταση τὴ γνώμη σου σπουδαιότερη ἀπ’ ὅλες, ἔλα λοιπόν, ἁφήνοντας καὶ οἱ δύο τὴν μάταιη ἐναντιολογία, ἃς χρησιμοποιή- σουμε ὡς με’σο τὴν πειθώ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Βαρλαὰμ ποὺ σὲ ἐξαπά- ” τησε βρίσκεται σὲ μένα σιδηροδέσμιος, ἀφοῦ όργανώσω μεγάλη συνάθροιση καὶ καλέσω μαζὶ δικούς μας καὶ Γαλιλαίους, καὶ . ὅρίσω κήρυκες νὰ φωνάξουν ρητὰ νὰ μὴ φοβᾶται κανὲνας Χρι- στιανός, ἀλλὰ νὰ προσελθουν ᾶφοβα ὅλοι, θὰ συσκεφθοῦμε ἀπὸ κοινοῦ. Καί, ἢ θὰ μᾶς πείσετε εσεῖς μὲ τὸ δικό σας Βαρλαὰμ καὶ θὰ ἐπιτύχετε αὐτὰ ποὺ ἐπιδιώκετε, ἢ θὰ πεισθεῖτε καὶ μὲ πρόθυ- μη γνώμη θὰ δεχθεῖτε νὰ ὑπακούσετε στὶς προσταγὲς μου. Ὁ πραγματικὰ φρόνιμος ὅμως καὶ μυαλωμὲνος νέος, γνωρίζοντας τὴ σκευωρία τοῦ βασιλιᾶ ἀπὸ τὸ ὅραμα ποὺ ἀπὸ τὸ Θεὸ τοῦ εἶχε ἐμφανι- σθεῖ, εἶπε· ’Ἄς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, καὶ ἃς γίνει ὅπως διεταξες· διό- τι ὁ ἴδιος ὁ ἀγαθὸς Θεὸς καὶ Δεσπότης θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μὴ παρεκκλίνουμε ἀπὸ τὸν ἰ’σιο δρόμο· σ’ αὐτὸν ἄλλωστε ἔχει εμπι- στοσύνη ἡ ψυχή μου καὶ αυτὸς θὰ μὲ ἐλεήσει3. Τότε λοιπὸν διατάσσει ὁ βασιλιὰς νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλοι, εἰδωλολά- τρες καὶ Χριστιανοί, στάλθηκαν γράμματα παντοῦ καὶ κήρυκες σ’ ὅλες τὶς κωμοπόλεις φώναζαν νὰ μὴ φοβηθεῖ κανένας ἀπὸ τοὺς Χριστια- νοὺς ὅτι θὰ ὑποστεῖ τίποτε τὸ ἁπροσδόκητο, ἀλλὰ νὰ συγκεντρωθοῦν ἅφοβα ὅλοι μαζί, καθ’ ὁμίλους καὶ συγγένεια, γιὰ μιὰ εἰλικρινῆ καὶ ὅχι ἐκβιαστικὴ συζήτηση, ποὺ πρόκειται νὰ γίνει μὲ τὸν ὰρχηγὸ καὶ δά- σκαλό τους Βαρλαὰμ. Κάλεσε ἐπίσης καὶ τοὺς ἱερεῖς καὶ νεωκόρους τῶν εἰδώλων καὶ τοὺς σοφοὺς τῶν Χαλδαίων καὶ τῶν Ἰνδῶν, οἱ ὁποῖοι 1. Ψαλμ. 31,9. ξ. ἓξὲξ ξὲτῖγορίου Νύσσης, 8,3.2· «πάντα λίθον κινῶν, τὸ τοῦ λόγου». 323 ὑπῆρχαν σ’ ὅλη τὴν ἐπικράτειά του, καὶ μερικοὺς οἰωνοσκόπους, γόη- τες καὶ μάντεις, γιὰ νὰ νικήσουν τοὺς Χριστιανούς. Συγκεντρώθηκε λοιπὸν μπροστὰ στὸ βασιλιὰ μεγάλο πλῆθος τῆς σιχαμερῆς θρησκείας του, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς μόνο ἕνας βρέ- θηκε, ποὺ ἦρθε γιὰ βοήθεια αὐτοῦ ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἦταν ὁ Βαρλαὰμ, καὶ λεγόταν Βαραχίας. Γιατὶ ἄλλοι ἀπὸ τοὺς πιστοὺς εἶχαν πεθάνει σφαγμένοι ἀπὸ τὴ μανία τῶν ἀρχόντων σὲ κάθε πόλη καὶ ἄλλοι κρύβο- νταν στὰ βουνὰ καὶ στὰ σπήλαια ἀπὸ τὸ φόβο τῶν δεινῶν ποὺ τοὺς πε- ρίμεναν. ’Ἄλλοι πάλι φοβοῦνταν τὴν ἀπειλὴ τοῦ βασιλιᾶ καὶ δὲν τολ- μοῦσαν νὰ φανερωθοῦν, ἀλλὰ ἦταν εὐσεβεῖς τῆς νύχτας, ποὺ λάτρευαν στὰ κρυφὰ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν φανερώνονταν ποτε. Ἐνῶ ἐκεῖνος μόνος, ὄντας γενναῖος στὴν ψυχή, ἦρθε στὸν ἀνταγωνισμὸ τῆς ἁλήθειας. Κάθισε λοιπὸν μπροστὰ ὁ βασιλιὰς ἐπάνω σὲ ψηλὸ καὶ μετεωρο θρόνο καὶ διέταξε νὰ καθίσει δίπλα του καὶ ὁ γιός του. Ἐκεῖνος ὅμως, ἀπὸ τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν έκτίμηση ποὺ εἶχε πρὸς τὸν πατέρα του δὲ θέ- λησε νὰ τὸ κάνει αὐτὸ καὶ κάθισε κοντά του καταγῆς. ’Ἧταν λοιπὸν παρόντες οἱ ἐπιστήμονες τῆς σοφίας ποὺ τὴν έμώρανε ὁ Θεός4, «τῶν ὁποίων σκοτίστηκε ἡ ἁνόητη διάνοιά τους»5, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος. Γιατί, «νομίζοντας ὅτι εἶναι σοφοί, ἔγιναν μωροὶ καὶ ἀντάλλαξαν τὴ λαμπρότητα τοῦ ἄφθαρτου Θεοῦ μὲ ὁμοίωμα θνητῶν ἀνθρώπων καὶ τετραπόδων καὶ ὲρπετῶν»6. Αὐτοὶ συγκεντρώθηκαν νὰ κάνουν συζή- τηση μὲ τὸ γιὸ τοῦβασιλιᾶ καὶ ὅσους ἦταν γύρω του, καὶ ἔτσι ἐκπλη- ρωνόταν ἡ παροιμία ποὺ λέει ὅτι τὸ ζαρκάδι μάχεται μὲ τὸ λιοντά- ρι. Γιατὶ αὐτὸς ἔκανε καταφύγιό του τὸν ’ΎψιστοΊ καὶ στήριξε τὶς έλ- πίδες του στὴν προστασία του3, ἐνῶ ἐκεῖνοι στήριξαν τὴν έμπιστοσύ- νη τους στοὺς ἄρχοντες τοῦ αἰώνα αὐτοῦ9, οἱ ὁποῖοι καταργοῦνται, καὶ στὸν κοσμοκράτορα τοῦ σκότουςῖθ, στὸν ὁποῖο ὑπέταξαν πλήρως τοὺς ἑαυτούς τους κατὰ τρόπο έλεεινὸ καὶ τρισάθλιο. Ὀδηγεῖται λοιπὸν ὁ Ναχὼρ ποὺ υποκρινόταν τὸν Βαρλαὰμ· καὶ οἱ ἄνθρωποι βέβαια τοῦ βασιλιᾶ ἐπέμειναν στὸ σκοπό τους Ρωμ. 1,22-23. Ψαλμ. 903· «τὸ ὕψιστον ἔθου καταφυγήν σου». Ψαλμ. 56,1· «έν τῇ σκιᾷ τῶν πτερύγων σου ελπιῶ». Ψαλμ. 145,3· «μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχονταφ). Ἐφ. 6,12· «πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». ΩῬΡΟΉΞἎ ,- ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ 325 αὐτό, ὅμως ἡ σοφὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἄλλα κανόνιζε. Γιατί, ὲνῶ ἦταν παρόντες ὅλοι αὐτοί, λέει ὁ βασιλιὰς στοὺς ρήτοτες καὶ φι- λοσόφους του, ἢ καλύτερα στοὺς λαοπλάνους καὶ ἀνόητους στὴν καρδιά· Ὁρίστε μπροστά σας βρίσκεται ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους ἀγώ- νας. Ἕνα ἀπὸ τὰ δύο θὰ συμβεῖ σὲ σᾶς· ἢ θὰ χειρισθεῖτε μὲ δύ- ναμη καὶ ἱκανότητα τὰ δικά μας καὶ θὰ ἀποδείξετε τὸν Βαρλαὰμ καὶ τοὺς δικούς του ὅτι πλανῶνται, ὁπότε θὰ ἔχετε μεγάλη δόξα καὶ τιμὴ ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ σύγκλητο καὶ θὰ στεφα- νωθεῖτε μὲ στεφάνια νίκης, ἠ, ἐφόσον ήττηθεῖτε, θὰ θανατωθεῖ- τε μὲ κάθε καταισχύνη κακὴν κακῶς, θὰ δημευθοῦν ὅλα τὰ ὑπάρ- χοντά σας, γιὰ νὰ ἐκλείψει τελείως ἡ ἁνάμνησή σας ἀπὸ τὴ γῆ. Γιατὶ τὰ σώματά σας θὰ τὰ δώσω σὲ θηρία νὰ τὰ κατασπαρά- - ξουν, ἐνῶ τὰ παιδιά σας θὰ τὰ κάνω γιὰ πάντα δούλους. ιὈταν εἰπώθηκαν αὐτὰ ἔτσι ἀπὸ τὸ βασιλιά, ὁ γιός του εἶπε· Ἔκανες δίκαιη κρίση σήμερα, βασιλιά· εἴθε νὰ ἑνισχύσει ὁ Κύ- ριος τὴ γνώμη σου αὐτή. Καὶ ἐγὼ λοιπὸν λὲω τὰ ἴδια στὸ δικό μου δάσκαλο. Καὶ γυρίζοντας λέει στὸ Ναχώρ, ποὺ ἐπιστεύετο ὅτι εἶναι ὁ Βαρλαὰμ. Γνωρίζεις, Βαρλαὰμ, σὲ ποιά δόξα καὶ ἀπό- λαυση μὲ βρῆκες, καὶ μὲ λόγια πολλὰ μὲ ἔπεισες νὰ ἀπομακρυν- θῶ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς νόμους καὶ τὰ ἔθιμα καὶ νὰ λατρεύσω ἄγνωστο Θεό, ἑλκύοντας τὸ νοῦ μου, μὲ τὶς ὑποσχέσεις κάποιων ἀπερίγραπτων καὶ αἰώνιων ἀγαθῶν, νὰ ἀκολουθήσω τὰ δόγματά σου καὶ νὰ πικράνω τὸν πατέρα καὶ δεσπότη μου. Τώρα λοιπὸν γνώριζε ὅτι ὁ ἑαυτός σου στέκεται σὲ μιὰ ζυγαριά. Γιατί, ἐὰν νι- κώντας στὴν πάλη αὐτὴ ἀποδείξεις ὅτι εἶναι ἀληθινὰ τὰ δόγματα ποὺ μοῦ δίδαξες καὶ φανερώσεις ὅτι βρίσκονται σὲ πλάνη αὐτοὶ ποὺ σήμερα ἁντιστὲκονται, ἐσὺ βέβαια θὰ δοξασθεῖς ὅσο κανεὶς ἀπὸ ὅσους ὑπῆρξαν μέχρι σήμερα καὶ θὰ ὀνομασθεῖς κήρυκας τῆς ἁλήθειας καὶ ἐγὼ θὰ παραμείνω στὴ διδασκαλία σου καὶ θὰ λατρεύσω τὸ Χριστό, σύμφωνα μὲ ὅσα ἤδη μοῦ ὲκήρυξες, μέχρι τὴν τελευταία μου ἀναπνοὴ. Ἐὰν ὅμως ἡττηθεῖς, εἴτε μὲ δόλο εἴτε ἀληθινὰ, θὰ γίνεις πρόξενος ντροπῆς γιὰ μένα, καὶ γρήγορα θὰ ζητήσω ἱκανοποίηση γιὰ προσβολή, βγάζοντάς σου τὴν καρ- διὰ καὶ τὴ γλώσσα σου μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χὲρια καὶ παραδίνοντάς 7 ΒΑΡΛΑΑΜ κΑι ιΩΑΣΑφ 327 τα ὡς τροφὴ μαζὶ μὲ τὸ ὑπόλοιπὸ σῶμα σου στὰ σκολιά, γιὰ νὰ μάθουν μέσω σου ὅλοι νὰ μὴ παραπλανοῦν τοὺς γιοὺς τῶν βασι- λιάδων. Ο Ναχὼρ ἀκούοντας αὐτὰ τὰ λόγια, ἔγινε πολὺ σκυθρωπὸς καὶ κατη- φής, βλέποντας τὸν ἑαυτὸ του νὰ πέφτει στὸ λάκκο ποὺ έτοίμασε11 καὶ νὰ πιάνεται στὴν παγίδα ποὺ ε’-ξστησε12 καὶ αἰσθανόμενος τὸ ξίφος του νὰ βυθίζεται στὴν καρδιά τουΰ. Ἀφοῦ λοιπὸν σκέφτηκε μέσα του, ἔκρινε ὅτι ἔπρεπε νὰ συνταχθεῖ μὲ τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ μᾶλλον καινὰ ένισχύσει τὶς δικές του θέσεις, γιὰ νὰ διαφύγει τὸν έπικρεμάμενο γι’ αὑτὸν κίνδυνο, γιατὶ ἐκεῖνος θὰ μποροῦσε εὔλογα νὰ τὸν τιμωρήσει, έὰν βρισκόταν νὰ τὸν πικραίνει. Ὄλα ἦταν ἔργο τῆς θείας πρόνοιας, ἡ ὁποία σοφὰ μέσω τῶν ἀντιθέτων βεβαιώνει τὰ δικά μας. Γιατὶ μόλις ἅρχισαν τὴ συζήτηση μεταξύ τους οἱ δάσκαλοῖ τῶν εἰδώλων καὶ ὁ Να- χώρ, σὰν νὰ ἦταν κάποιος ἄλλος Βαλαάμ, ὁ ὁποῖος κάποτε στις ἡμέρες τοῦ Βαλάκ, ἐνῶ εἶχε πρόθεση νὰ καταρασθεῒ τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, τὸν εὐλόγησε μὲ πολλῶν εἰδῶν εὐλογίεςΜ, ἔτσι καὶ ὁ Ναχὼρ ἀντιτασσό- ταν μὲ δύναμη στοὺς ἄσοφους καὶ ἄμυαλους σοφούς. Διότι, ἐνῶ καθό- ταν ὁ βασιλιὰς στὸ θρόνο του καὶ δίπλα ὁ γιός του, ὅπως εἴπαμε, καὶ παρίσταντο οἱ ἄσοφοι ρήτορες ποὺ εἶχαν τὶς γλῶσσες τους ἀκονισμέ- νες σὰν ρομφαῖες, γιὰ νὰ καταργήσουν τὴν ἀλήθεια, καὶ οἱ ὁποῖοι ρήτορες, κατὰ τὸν ’,Ησαΐαῖ5 κυοφοροῦν πόνο καὶ γεννοῦν παρανομία, και καθὼς ειχαν συγκεντρωθεῖ ἄπειρα πλήθη γιὰ νὰ δοῦν τὸν ἀγώνα καὶ νὰ μάθουν ποιά πλευρὰ θὰ φέρει τὴ νίκη, λέει στὸν Ναχὼρ ἕνας ἀπὸ τοὺς ρήτορες, ὁ ὁποῖος ἦταν διαφορετικὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς ὁμότε- χνους του· Σὺ εἶσαι ὁ Βαρλαὰμ ποὺ τόσο ἀδιάντροπα καὶ μὲ θράσος βρίζεις τοὺς θεούς μας καὶ τὸν ἀγαπημένο γιὸ τοῦ βασιλιᾶ τὸν ἔμπλεξες μὲ τὴν πλάνη αὐτὴ καὶ τὸν δίδαξες νὰ λατρεύει τὸν σταυρωμένος ’Καὶ ὁ Ναχώρ ἀπάντησε· Ἐγὼ εἶμαι ὁ Βαρλαὰμ ποὺ ἐξουθενώνω τοὺς θεούς σου, ὅπως εἷ- πες, ἐνῶ τὸν γιὸ τοῦ βασιλιᾶ δὲν τὸν έμπλεξα σὲ πλάνη, ἀλλὰ τὸν 13. Ψαλμ. 36,15· «ἡ ρομφαία αὐτῶν εἰσέλθοι είς τὴν καρδίαν αὐτῶν». 14. Ἀρ, 23,11. Τὴν ἀφήγηση γιὰ τὸν Βαλαὰμ καὶ Βαλὰκ βλ. στὰ κεφ. 22,23 καὶ 24 τῶν Ἀριθμῶν. 15. Ἡσ. 59,4. ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ῐΩΑΣΑΦ 329 ἀπάλλαξα ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ τὸν συμφιλίωσα μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ ρήτορας τότε λέει· Ἐνῶ οἱ μεγάλοι καὶ θαυμάσιοι ἄνδρες, ποὺ ἐφεῦραν ὅλη τὴ σο- φία τῆς ἐπιστήμης, τοὺς ὀνομάζουν ἐκείνους θεοὺς ὑψηλοὺς καὶ ἀθάνατους, καὶ ἐνῶ ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ ἔνδοξοι τοὺς προσκυνοῦν καὶ τοὺς σέβονται, πῶς ἐσὺ κινεῖς ἐναντίον τους τὴ γλώσσα σου καὶ γενικὰ τολμᾶς νὰ δείχνεις θράσος γι’ αὐτὰ; Καὶ ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι θεοί, ἀλλὰ ὁ σταυρω- μένος Παίρνοντας τὸ λόγο ὁ Ναχώρ, σ’ ἐκεῖνον βέβαια τὸν ρήτορα ἀπαξίωσε τελείως νὰ ἀπαντήσει, ἀφοῦ ὅμως ἔκανε νεῦμα μὲ τὸ χερι του νὰ ἡσυ- χάσει τὸ πλῆθος, ἀνοίγοντας τὸ στόμα του, ὅπως ὁ ὄνος τοῦ Βαλαάμῖὸ, ψ εἶπε αὐτὰ ποὺ δὲν εἶχε πρόθεση νὰ πεῖ. Λέγει λοιπὸν πρὸς τὸν βασιλιά· Ἐγώ, βασιλιά, ἦρθα στὸν κόσμο μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ βλέποντας τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα, τὸν ἥλιο καὶ τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ὑπόλοιπα, θαύμασα τὴν ὁμορφιά τους. Βλεποντας καὶ τὸν κόσμο καὶ ὅλα ὅσα βρίσκονται σ’ αὐτόν, ὅτι κινοῦνται ἀπὸ κάποια αἰτία, κατάλαβα ὅτι αὐτὸς ποὺ τὰ κινεῖ καὶ τὰ συγ- κρατεῖ εἶναι ὁ Θεός. Γιατὶ κάθε τι ποὺ κινεῖ εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κινεῖται, καὶ αὐτὸ ποὺ συγκρατεῖ εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ συγκρατεῖται. Αὐτὸς λοιπὸν λὲω ὅτι εἶναι ὁ Θεὸς που τὰ ἐδημιούργησε ὅλα καὶ τὰ συγκρατεῖ, ἄναρχος καὶ αἰώ- νιος, ἀθάνατος καὶ ποὺ δὲν ἕχει ἀνάγκη κανενός, ἀνώτερος ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ ἐλαττώματα, ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ τὴ λησμοσύνη καὶ τὴν ἄγνοια καὶ τὰ ἄλλα, καὶ μὲ αὐτὸν δημιουργήθηκαν τὰ πά- ντα. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ θυσίες καὶ σπονδή, οὔτε τίποτε ἀπὸ ὅσα φαίνονται, ὅλοι ὅμως ἔχουν τὴν ἀνάγκη του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27

Ἀφοῦ εἰπώθηκαν αὐτὰ ἔτσι γιὰ τὸ Θεό, ὅσο μοῦ ἐπέτρεψε νὰ μι- λήσω γι’ αὐτόν, ἃς ἕρθουμε καὶ στὸ ἀνθρώπινο γένος, γιὰ νά δοῦμε ποιοί ἀπὸ αὐτοὺς βρίσκονται στὴν ἀλήθεια καὶ ποιοί στὴν πλάνη. Εἶναι φανερὸ σὲ μᾶς, βασιλιά, ὅτι τρεῖς κατηγορίες ἀν- θρώπων ὑπάρχουν σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο· ἐκεῖνοι ποὺ προσκυνοῦν 331 αὐτοὺς ποὺ λέμε έμεῖς θεούς, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Χριστιανοί· αι’)- τοὶ πάλι ποὺ σέβονται τοὺς πολλοὺς θεοὺς διαιροῦνται κι αὐτοὶ σὲ τρία γένη· στοὺς Χαλδαίους, στοὺς Ἕλληνες καὶ στοὺς Αἰγυ- πτίους· διότι αὐτοὶ ἔγιναν ἀρχηγοὶ καὶ δάσκαλοι στὰ ὑπόλοιπα ἔθνη τῆς λατρείας καὶ προσκυνήσεως τῶν πολυώνυμων θεῶν. ’Ἄς δοῦμε λοιπὸν ποιοί ἀπὸ αὐτοὺς βρίσκονται στὴν ἀλήθεια καὶ ποιοί στὴν πλάνη. Οί Χαλδαῖοι λοιπόν, ποὺ δὲν γνωρίζουν τὸ Θεό, παρασύρθηκαν πίσω ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ ἄρχισαν νὰ σέβο- νται τὴν κτίση παρὰ ἐκεῖνον ποὺ τοὺς ἔκτισε· τῶν στοιχείων αὑ- τῶν ἐκαναν καὶ μερικὰ ὁμοιώματα ποὺ τὰ ὠνόμασαν ἀντίγραφα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας, τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ φεγγαριοῦ καὶ τῶν ἄλλων στοιχείων καὶ φωστή ρων καί, ἀφοῦ τὰ ἔκλεισαν σὲ ναούς, τὰ προσκυνοῦν ὀνομάζοντάς τα θεούς, καὶ τὰ φυλάσσουν καλὰ γιὰ νὰ μὴ κλαποῦν ἀπὸ ληστές. Καὶ δὲν κατά- λαβαν ὅτι κάθε τι ποὺ φυλάσσει εἶναι ἁνώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ φυλάσσεται, καὶ ὁ κατασκευαστὴς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸ κατα- σκεύασμα. Γιατί, ἐὰν οἱ θεοί τους ἀδυνατοῦν νὰ φροντίσουν γιὰ τὴ δική τους σωτηρία, πῶς θὰ χαρίσουν σωτηρία σὲ ἄλλους Πλανήθηκαν λοιπὸν μεγάλη πλάνη οἱ Χαλδαῖοι μὲ τὸ νὰ σέβο- νται ἀγάλματα νεκρὰ καὶ ἄχρηστα. Καὶ μοῦ ἔρχεται νὰ ἀπορῶ, βασιλιά μου, πῶς οἱ λεγόμενοι φιλόσοφοί τους δὲν κατάλαβαν καθόλου ὅτι καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι φθαρτά. Ἐὰν τὰ στοιχεῖα εἶναι φθαρτὰ καὶ ὑποτάσσονται σὲ ἀνάγκη, πῶς εἶναι θεοί; Ἐὰν πάλι τὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι θεοί, τότε πῶς εἶναι θεοὶ τὰ ἀγάλματα ποὺ ἔγιναν πρὸς τιμή τους; ’Ἄς έρθουμε λοιπόν, βασιλιά μου, στὰ ἰ’δια τὰ στοιχεῖα, γιὰ νὰ ἁποδείξουμε ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι Θεοί, ἀλλὰ πράγματα φθαρτὰ καὶ μεταβαλλόμενα, ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ μηδὲν μὲ προσταγὴ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄφθαρτος καὶ ἀόρατος· αὐτὸς ὅμως βλέπει τὰ πάντα, καὶ τὰ ἁλλοιώνει καὶ τὰ μεταβάλλει ὅπως θέλει. Τί λέω λοιπὸν γιὰ τὰ στοιχεῖα; Ὅσοι νομίζουν ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶναι θεὸς πλανῶνται. Γιατὶ τὸν βλέπουμε νὰ μετατρέπεται καὶ νὰ κινεῖται ἀναγκαστικά, καὶ νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλά, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται κόσμος. Ὁ κόσμος εἶναι κατασκευὴ κάποιου τεχνίτη καὶ ἐκεῖνο ποὺ κατα- ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ 333 σκευάζεται ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος. Ὁ οὐρανὸς κινεῖται κατ’ ἀνάγκη μαζὶ μὲ τοὺς φωστῆρες του· γιατὶ τὰ ἄστρα κινούμενα μὲ τάξη καὶ ὰπόσταση ἀπὸ σημεῖο σὲ σημεῖο, ἄλλα δύουν καὶ ἄλλα ἀνα- τελλουν καὶ κάνουν πορεία ἀνάλογα μὲ τοὺς καιρούς, γιὰ νὰ κα- θορίζουν τὰ καλοκαίρια καὶ τοὺς χειμῶνες, ὅπως διατάχθηκαν ἀπὸ τὸ Θεό, καὶ δὲν παραβαίνουν τὰ ὄριά τους, σύμφωνα μὲ άπα- ράβατη φυσικὴ ἀνάγκη, μαζὶ μὲ τὸν οὑράνιο κόσμο. (Ὠστε εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι θεός, ἀλλὰ ἐργο τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι πάλι νομίζουν ὅτι ἡ γῆ εἶναι θεά, ἔχουν πλανηθεῖ. Γιατὶ τὴ βλεπουμε νὰ βρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ κατακυ- ριεύεται καὶ νὰ ἀνακατεύεται καὶ νὰ γίνεται ἄχρηστη. Ὅταν δηλαδὴ ψηθεῖ, γίνεται νεκρή, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ ὄστρακο δὲ φυτρώνει - τίποτε. Ἀλλὰ καὶ ἂν βραχεῖ πάρα πολύ, καταστρέφεται καὶ αὐτὴ καὶ οἱ καρποί της. Καταπατεῖται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα, μιαίνεται μὲ αἵματα σκοτωμὲνων, σκάβεται, γίνεται θήκη νεκρῶν σωμάτων. Ἐφόσον αὐτὰ ἔτσι συμβαίνουν, δὲν μπορεῖ ἡ γῆ νὰ εἶναι θεά, ἀλλὰ ἐργο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ χρησι- μοποιεῖται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ποὺ νομίζουν ὅτι τὸ νερὸ εἶναι θεὸς πλανῶ- νται. Γιατὶ κι αὐτὸ γιὰ τὴ χρήση τῶν ἀνθρώπων ἔγινε καὶ κατα- κυριεύεται ἀπὸ αὐτοὺς καὶ βρωμίζεται καὶ καταστρέφεται καὶ ἀλλοιώνεται ὅταν βράζει καὶ ἀλλάξει χρῶμα, καὶ παγώνει ἀπὸ τὸ κρύο, καὶ χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ πλύνονται ὅλα τὰ ἀκάθαρτα. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο τὸ νερὸ νὰ εἶναι θεός, ἀλλὰ εἶναι ἐργο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅσοι ἐπίσης νομίζουν ὅτι ἡ φωτιὰ εἶναι θεὸς κι αὐτοὶ πλανῶνται. Γιατὶ κι αὐτὴ ἔγινε γιὰ χρήση ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ κρατιέται ἀπὸ αὐτοὺς περιφερόμενη ἀπὸ τόπο σὲ τόπο γιὰ βράσιμο καὶ ψήσιμο κάθε εἴδους κρεάτων, ἁκόμα καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καταστρέφεται κι αὐτὴ κατὰ πολλοὺς τρόπους, ἀφοῦ σβήνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ ἡ φωτιὰ νὰ εἶναι θεός, ἀλλὰ ἐργο τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτοὶ ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ πνοὴ τῶν ἀνέμων εἶναι θεὰ πλανῶνται, Γιατὶ εἶναι φανερὸ ὅτι ὑπηρετεῖ ἄλλον, καὶ ἔχει κα- τασκευασθεῖ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν κίνη ση τῶν πλοίων καὶ τὶς συγκομιδὲς τῶν τροφῶν καὶ γιὰ τὶς ἄλλες ἀνάγκες τους, ποὺ δυναμώνει καὶ σταματᾶ μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γ ι’ αὐτὸ δὲ πιστεύεται ὅτι ἡ πνοὴ τῶν ἀνέμων εἶναι θεά, ἀλλὰ ἐργο τοῦ Θεοῦ. νΟσοι ἐπίσης νομίζουν ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι θεὸς πλανῶνται. Γιατὶ τὸν βλέπουμε νὰ μετακινεῖται ἀναγκαστικὰ καὶ νὰ μετατρέ- πεται καὶ νὰ μεταβαίνει ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλο, νὰ δύει καὶ νὰ ἀνατέλλει, γιὰ νὰ θερμαίνει τὰ φυτὰ καὶ τὴ βλάστηση ποὺ χρησι- μοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἀκόμα νὰ διαιρεῖται, μὲ τὰ ἄλλα ἀστέ- ρια καὶ νὰ εἶναι πολὺ πιὸ μικρὸς ἀπὸ τὸν οὐρανό, νὰ παθαίνει τὸ φῶς του ἔκλειψη καὶ νὰ μὴ ἔχει αὑτοδυναμία. Γι’ αὐτὸ δὲν πι- στεύεται ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι θεός, ἀλλὰ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν ὅτι τὸ φεγγάρι εἶναι θεὸς πλανῶ- νται. Διότι τὸ βλέπουμε νὰ κινεῖται ἁναγκαστικὰ καὶ νὰ μετατρέ- πεται καὶ νὰ πηγαίνει ἀπὸ τὸ ἕνα σημεῖο στὸ ἄλλο, νὰ δύει καὶ νὰ ἀνατέλλει γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, νὰ εἶναι μικρότερο ἀπὸ τὸν ῆλιο, νὰ αὐξάνεται καὶ νὰ έλαττώνεται καὶ νὰ παθαίνει ἐκλείψεις. Γι’ αὐτὸ δὲν πιστεύεται ὅτι τὸ φεγγάρι εἶναι θεός, ἀλλὰ ἕργο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι θεὸς πλα- νῶνται. Γιατὶ τὸν βλέπουμε νὰ κινεῖται ὰναγκαστικὰ καὶ νὰ τρέ- φεται καὶ νὰ γηράσκει, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ τὸ θέλει ὁ ἴδιος. Καὶ ἄλλοτε αὐτὸς χαίρεται καὶ ἄλλοτε λυπᾶται, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ τροφές, πιοτὸ καὶ ἔνδυμα. Εἶναι ὀργίλος καὶ ζηλιάρης, ἔχει έπιθυμίες καὶ μετανοεῖ καὶ ἔχει πολλὰ ἐλαττώματα. Φθείρεται ἐπίσης μὲ πολλοὺς τρόπους, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ τὰ ζῶα καθὼς Καὶ ἀπὸ τὸ θάνατο ποὺ τὸν περιμένει. Δὲν μπορεῖ ἑπομένως νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος θεός, ἀλλὰ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πλα- νήθηκαν λοιπὸν μεγάλη πλάνη οἱ Χαλδαῖοι ὰκολουθώντας τὶς έπιθυμίες τους, γιατὶ σέβονται τὰ φθαρτὰ στοιχεῖα καὶ τὰ νεκρὰ ἀγάλματα καὶ δὲν καταλαβαίνουν ὅτι τὰ θεοποιοῦν. ’“Ας ἐρθουμε τώρα στοὺς ’Έλληνες γιὰ νὰ δοῦμε ἐὰν πι- στεύουν κάτι γιὰ τὸ Θεό. Οἱ ’Έλληνες λοιπὸν λέγοντας ὅτι εἶναι σοφοὶ ὲξεμωράθηκαν1 χειρότερα ἀπὸ τοὺς Χαλδαίους, παρουσιά- ζοντας ὅτι ἔγιναν πολλοὶ θεοί, ἄλλοι ὰρσενικοὶ καὶ ἄλλοι θηλυ- 335 ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΙ ῐΩΑΣΑΦ 337 κοί, οἱ ὁποῖοι δημιούργησαν κάθε λογῆς πάθη καὶ ἁμαρτήματα. ’Ὥστε οἱ ’Έλληνες, βασιλιά μου, εισήγαγαν μὲ ἐπιτηδειότητα γελοῖα καὶ μωρὰ καὶ ἀσεβῆ λόγια, ἀποκαλώντας θεοὺς αὐτοὺς ποὺ δὲν ὑπάρχουν, σύμφωνα μὲ τὶς πονηρὲς ἑπιθυμίες τους, γιὰ νὰ μοιχεύουν, νὰ ἁρπάζουν, νὰ φονεύουν καὶ νὰ κάνουν τὰ πάν- δεινα, ἔχοντας αὐτοὺς ὡς συνηγόρους τῆς κακίας τους. Γιατί, ἀφοῦ οἱ θεοί τους ἐκαναν τέτοια πράγματα, γιατί νὰ μὴ τὰ κάνουν καὶ οἱ ἴδιοι; Ἀπὸ αὐτὲς λοιπὸν τὶς συνήθειες τῆς πλάνης κατά- ντησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχουν συχνοὺς πολέμους καὶ σφαγὲς καὶ αἰχμαλωσίες σκληρός. Ἀλλὰ καὶ στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς θεούς τους, ἐὰν θελήσουμε νὰ κάνουμε λόγο, θὰ δεῖς πολλὴ ἰδιοτρο- πια. Ὡς πρῶτος ἐμφανίζεται σ’ αὐτοὺς πρὶν ἀπ’ ὅλους ὁ θεὸς ποὺ ’ λέγεται Κρόνος, στὸν ὁποῖο θυσιάζουν τὰ ἴδια τὰ παιδιά του, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλὰ παιδιὰ ἀπὸ τὴ Ρὲα καὶ ἐπειδὴ τρελλάθηκε ἔτρωγε τὰ παιδιά του. Λένε ὅτι ὁ Δίας τοῦ ἔκοψε τὰ αἰδοῖα καὶ τὰ ἔρριξε στὴ θάλασσα, ἀπὸ ὅπου μυθολογεῖται ὅτι γεννήθηκε ὴ Ἀφροδίτη. Ὁ Δίας, ἀφοῦ ἐδεσε τὸν πατέρα του, τὸν ἐρριξε στὸν Τάρταρο. Βλέπεις τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀσέβεια ποὺ εἰσάγουν ενα- ντίον τοῦ θεοῦ τους; Εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι θεὸς ἕνας δέσμιος καὶ εὐνοῦχος Ἀλίμονο στὴ μωρίαέ Ποιός ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν μυαλὸ θὰ τὰ ἔλεγε αὐτάς Δεύτερος παρουσιάζεται ὁ Δίας, ὁ ὁποῖος λὲνε ὅτι ἦταν βα- σιλιὰς τῶν θεῶν τους καὶ μεταμορφωνόταν σὲ ζῶα, γιὰ νὰ μοι- χεύει θνητὲς γυναῖκες. Τὸν παρουσιὰζουν νὰ μεταμορφώνεται σὲ ταῦρο γιὰ τὴν Εὑρώπηῖ, σὲ χρυσὸ γιὰ τὴ Δανάη3, σὲ κύκνο γιὰ τὴ Λύδα4, σὲ Σόιίτυρο5 γιὰ τὴν Ἀντιόπηῦ καὶ σὲ κεραυνὸ γιὰ τὴ ΣεμέληἹ. Ἔπειτα λένε ὅτι ἀπὸ αὐτὲς ἔγιναν πολλὰ παιδιά· ὁ Διό- νυσοςὸ, ὁ Ζῆθος9, ὁ Ἀμφίωναςῐθ, ὁ ἩρακλῆςΗ, ὁ Ἀπόλλωναςῐῖ, 6. Ἀμαζόνα ποὺ γέννησε ἀπὸ τὸν Δία τοὺς δίδυμους Ἀμφίονα καὶ Ζῆθο. 7. Θυγατέρα τοῦ Κάδμου, ποὺ γέννησε τὸν Διόνυσο ἀπὸ τὸν Δία. 8. Γιὸς τῆς Σεμέλης, θεὸς τῆς ἀμπελουργίας, τοῦ κρασωῦ καὶ τοῦ θεάτρου. 9, Γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Ἀντιόπης. 10, Δίδυμος ἀδελφὸς τοῦ Ζήθου, γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Ἀντιόπης. 11. Γιὸς τοῦ Δία καὶ μιᾶς θνητῆς. Θεοποιήθηκε μετὰ τὸ θάνατό του, 12. Γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Λητώς, θεὸς τοῦ φωτός, ἁδελφὸς τῆς Ἀρτέμιδος. ἡ Ἀρτεμις13, ὁ ΠερσὲαςΜ, ὁ Κάστοραςῦ, ἡ Ἑλενηῖθ, ὁ Πολυδεύ- κηςΠ, ὁ Μίνωαςῐδ, ὁ Ραδάμανθυς19, ὁ Σαρπηδόνος2ο καὶ οἱ ἑννιὰ θυγατέρες, τὶς ὁποῖες ὠνόμασαν Μοῦσεςῖῖ. Ἔπειτα παρουσιάζουν τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Γανυμήδηῖἳ. Συνέ- βη λοιπόν, βασιλιά μου, οἱ ἄνθρωποι νὰ τὰ μιμοῦνται ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ γίνονται μοιχοὶ καὶ παιδεραστὲς καὶ ἥρωες ἄλλων φρι- κτῶν πράξεων, μιμούμενοι τοὺς θεούς των. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυ- νατὸ νὰ εἶναι θεὸς ἕνας μοιχός, παιδεραστής ἢ δολοφόνος τοῦ πατερα του; Μαζὶ μ’ αὐτὸν ἐμφανίζουν καὶ κάποιο ’Ἠφαιστοῖ3, λέγοντας ὅτι εἶναι θεός, ποὺ εἶναι κουτσὸς καὶ κρατάει σφυρὶ καὶ τσιμπίδα (πυράγρα) καὶ κατεργάζεται χαλκὸ γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει τὴν τρο- φή του. ’Ἄρα ἔχει κι αὐτὸς ἀνάγκη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεός, ὄντας κουτσὸς καὶ ἔχοντας ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων. Ἔπειτα ἐμφανίζουν τὸν Ἑρμῆ, ὡς θεὸ τῶν ἐπιθυμιῶν, κα- θὼς καὶ κλὲφτη καὶπλεονέκτη καὶ μάγο καὶ κουτσὸ καὶ διερμη- νέα τῶν λόγων, καὶ ἕνας τετοιος δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι θεός. Τὸν Ἀσκληπιὸ24 πάλι τὸν παρουσιάζουν ὅτι εἶναι θεός, ενῶ ἦταν γιατρός, κατασκεύαζε φάρμακα καὶ συνεθετε ἐμπλαστρα γιὰ νὰ ἑξασφαλίσει τὴν τροφή του (γιατὶ εἶχε ἀνάγκη ), ποὺ ὕστε- ρα κεραυνοβολήθηκε ἀπὸ τὸν Δία μέσω τοῦ Τυνδάρεωῧ, γιοῦ τοῦ Λακεδαίμονα, καὶ πὲθανε. Ἐὰν ὁ Ἀσκληπιός, ὄντας θεός, ὅταν κεραυνοβολήθηκε δὲν μπόρεσε νὰ βοηθήσει τὸν ἑαυτό του, πῶς θὰ βοηθήσει ἄλλους Ὸ νΑρηςῖῦ πάλι ἐμφανίζεται ὡς θεὸς πολεμιστὴς καὶ ζηλό- φθονος, ποὺ ἐπιθυμοῦσε πολὺ τὰ ζῶα ποὺ βόσκουν καὶ μερικὰ 20. Γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Λαοδάμειας, ἢ τῆς Εὐρώπης. 339 21. Θυγατέρες τοῦ Δία καὶ τῆς μνημοσύνης, προστάτριες τῆς πνευματικῆς δημιουργιόιςι 22. Ὠραῖος νέος, γιὸς τοῦ Τρώα, ποὺ ἁρπάχθηκε ἀπὸ τοὺς θεοὺς στὸν Ὄλυμπο ὡς οἰνοχόος τους. 23. Γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς “Ἠρας, θεὸς τῆς φωτιᾶς καὶ σύζυγος τῆς θεᾶς Ἀφροδί- της, κατασκευαστὴς τῶν κεραυνῶν. 24. Γιὸς τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τῆς Ὑγείας, θεὸς τῆς ἰατρικῆς, μαθητὴς τοῦ Κεντ ρου Χείρωνα. 25. Μυθικὸς βασιλιὰς τῆς Σπάρτης, πατέρας τῆς ὡραίας Ἑλένης. 26. Γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς ’Ἤρας θεὸς τοῦ πολέμου( αι’)- ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ιΩΑΣΑφ 341 ἄλλα, καὶ ὁ ὁποῖος ὕστερα, ἐνῶ ἔκανε ἔρωτα μὲ τὴν Ἀφροδίτη, δέθηκε ἀπὸ τὸ νήπιο Ἔρωτα καὶ τὸν ’Ἠφαιστα Πῶς λοιπὸν εἷ- ναι θεὸς αὐτὸς ποὺ ἔχει έπιθυμίες καὶ εἶναι πολεμιστὴς καὶ δεμέ- νος καὶ μοιχός Καὶ τὸν Διόνυσο τὸν έμφανίζουν ὅτι εἶναι θεός, αὐτὸν ποὺ κάνει νυχτερινὲς γιορτὲς καὶ εἶναι δάσκαλος τῆς μέθης, ποὺ ἁρ- πάζει τὶς γυναῖκες τῶν ἄλλων καὶ κάνει τρέλλες καὶ φεύγει· στὸ τέλος ὅμως τὸν ἔσφαξαν οἱ Τιτάνεςῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Διόνυσος σφάχτηκε καὶ δὲν μπόρεσε νὰ βοηθήσει τὸν ἑαυτό του, καὶ ἦταν καὶ τρελλὸς καὶ μέθυσος καὶ δραπέτης, πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶ- ναι θεός; Τὸν Ἡρακλῆ πάλι τὸν παρουσιάζουν ὅτι μέθυσε καὶ ἦρθε σὲ κατάσταση μανίας καὶ ἔσφαξε τὰ παιδιά του, καὶ στὸ τέλος κάη- ’ κε στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι πέθανεῖδ. Πῶς λοιπὸν θὰ μποροῦσε νὰ εἷ- ναι θεὸς ἕνας μέθυσος ποὺ σκοτώνει τὰ παιδιά του καὶ καίεται; ’Ὴ πῶς θὰ βοηθήσει ἄλλους, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ βοηθήσει τὸν ἑαυτό του; Τὸν Ἀπόλλωνα ἐπίσης τὸν παρουσιάζουν ὡς θεὸ ζηλόφθο- νο, ποὺ κρατεῖ τόξο καὶ φαρέτρα29, ἄλλοτε πάλι κιθάρα καὶ ἀνθο- στέφανο καὶ κάνει τὸν μάντη στοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ εἰσπράττει μισθό. Ἀρα εἶναι φτωχός, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι θεός, ὄντας φτωχός, ζηλόφθονος καὶ κιθαρωδός. Τὴν ’Ἄρτεμη τὴν παρουσιάζουν ὅτι εἶναι ἀδελφή του, ένῶ εἶναι κυνηγὸς καὶ φέρει τόξο καὶ φαρέτρα καὶ περιφέρεται στὰ βουνὰ μόνη μαζὶ μὲ τὰ σκυλιά, γιὰ νὰ χτυπήσει κανένα έλάφι ἢ ἀγριογούρουνο. Πῶς λοιπὸν νὰ εἶναι θεὰ ἡ γυναίκα αὐτή, ποὺ κυνηγάει καὶ περιφέρεται μὲ τὰ σκυλιά; Ἡ Ἀφροδίτη πάλι λένε ὅτι καὶ αὐτὴ εἶναι θεὰ μοιχαλίδα. Διότι ἄλλοτε εἶχε ὡς μοιχὸ τὸν “Ἀρη, ἄλλοτε τὸν Ἀγχίση3ο καὶ ἄλλοτε τὸν Ἀδωνι, τοῦ ὁποίου τὸ θάνατο κλαίει, ζητώντας τὸν έραστή της, γιὰ τὴν ὁποία λένε ὅτι καὶ στὸν ἅδη κατέβηκε γιὰ νὰ βλ Ρ. ῦεοὴεηῃε, Μυθολογία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος (μετάφρ. Ἀλεξ. Μ. Καραλῆ), ἐκδ. «Χρ. Γιοβάνης», τόμ. 2ος σελ. 615. 29. Ἡ θήκη ποὺ ἐβαζαν τὰ βέλη τους οἱ τοξότες. 30. “Ήρωας τῆς Τροίας, πατέρας τοῦ Αἰνεία. ἐξαγορὰσει τὸν νΑδωνι ἀπὸ τὴν ΠερσεφόνηΉ. Εἶδες, βασιλιά μου, μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀφροσύνη; Νὰ παρουσιάζουν ὡς θεὰ αὐτὴν ποὺ μοιχεύει καὶ θρηνεῖ καὶ κλαίει;” Καὶ τὸν Ἀδωνι τὸν παρουσιάζουν ὡς Θεὸ κυνηγό, ὁ ὁποῖος πέθανε βίαια πληγωμένος ἀπὸ ἀγριογούρουνο, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ βοηθήσει τὴν ταλαιπωρία του. Πῶς λοιπὸν θὰ φροντίσει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ὁ μοιχὸς καὶ κυνηγὸς καὶ θνητός; Ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ τέτοια καὶ πολὺ πιὸ αίσχρὰ καὶ πονη- ρὰ είσήγαγαν οἱ Ἕλληνες, βασιλιά μου, γιὰ τοὺς θεούς τους, τὰ ὁποῖα οὔτε νὰ τὰ λὲμε εἶναι ἐπιτρεπτό, οὔτε γενικὰ καὶ νὰ τὰ φέρνουμε στὴ μνήμη μας· ἔτσι, παίρνοντας οἱ ἄνθρωποι ἀφορμὴ ἀπὸ τοὺς θεούς τους, διέπρατταν κάθε παρανομία, ἀσέλγεια καὶ ἀσέβεια, καταμολύνοντας τὴ γῆ καὶ τὸν ἀέρα μὲ τὶς φοβερὲς ’ πράξεις τους. Οί Αἰγύπτιοι πάλι, ὄντας πιὸ ἀνόητοι καὶ τρελλοί, πλανήθη- καν πιὸ χειρότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη. Γιατὶ δὲν ἀρκέσθηκαν στὰ σεβάσματα τῶν Χαλδαίων καὶ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἄλογα ζῶα χερσαῖα καὶ ὑδρόβια εἰσήγαγαν ὡς θεοὺς καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὴ βλάστηση καὶ μολύνθηκαν μὲ κάθε μανία καὶ ἀσέλγεια, χειρότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη πάνω στὴ γῆ. Γιατὶ στὴν ἀρχὴ σεβο- νταν τὴν Ἴσιδα, ποὺ εἶχε ἀδελφὸ καὶ ἄνδρα της τὸν Ὄσιρι, ὸ ὁποῖος σφάχτηκε ἀπὸ τὸν ἁδελφό του Τύφωνα. Καὶ γι’ αὐτὸ φεύγει ἡ Ἴσιδα μαζὶ μὲ τὸ γιό της ’Ὦρο στὴ Βύβλο τῆς Συρίας, ἀναζητώντας τὸν Ὄσιρι, κλαίοντας πικρά, με’χρι ποὺ μεγάλωσε ὁ *Ωρος καὶ σκότωσε τὸν Τύφωνα. Ἑπομένως οὔτε ἡ Ἴσιδα μπόρεσε νὰ βοηθήσει τὸν ἀδελφό της καὶ ἄνδρα της· οὔτε ὁ Ὄσιρις ὅταν σφαζόταν ἀπὸ τὸν Τύφωνα μπόρεσε νὰ βοηθήσει τὸν ἑαυτό του· οὔτε ὁ ἀδελφοκτόνος Τύφωνας, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τὸν ’Ὧρο καὶ τὴν Ἴσιδα μπόρεσε νὰ γλιτώσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ θάνατο. Καὶ αὐτοί, ποὺ εἶναι γνωστοὶ γιὰ τὲτοια ἀτυχὴ μα- τα, θεωρήθηκαν θεοὶ ἀπὸ τοὺς ὰνόητους Αίγύπτιους. Αὐτοὶ μάλιστα δὲν ὰρκέσθηκαν σ’ αὐτά, ἢ στὰ ἄλλα σεβά- σματα τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ θεοποίησαν καὶ τὰ ἄλογα ζῶα. Γιατὶ με- ρικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς σεβάστηκαν τὸ πρόβατο, μερικοὶ τὸν τράγο, ἄλλοι τὸ μοσχάρι καὶ τὸν χοῖρο, ἄλλοι πάλι τὸν κόρακα, τὸ γερά- 343 345 κί’, τὸν ’γύπα καὶ τὸν άετό, καὶ ἄλλοι τὸν κροκόδειλο, μερικοὶ τὴ γάτα, τὸν σκύλο, τὸν λύκο, τὸν πίθηκο, τὸν δράκο καὶ τὴν ἀσπί- δα32, καὶ ἄλλοι τὸ κρεμμύδι, τὸ σκόρδο, τὰ ἁγκάθια καὶ τὰ ὑπό- λοιπα κτίσματα. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται οἱ ταλαίπωροι γιὰ ὅλα αὐτὰ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτε. Γιατί, βλέποντας τοὺς θεούς τους νὰ τρώγονται ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους καὶ νὰ καίονται, νὰ σφάζονται καὶ νὰ σαπίζουν, δὲν κατάλαβαν ὅτι αὑτὸι δεν εἶναι θεοί. Πλανήθηκαν λοιπὸν μεγάλη πλάνη καὶ οἱ Αἰγύπτιοι καὶ οί Χαλδαῖοι καὶ οἱ ’Έλληνες εἰσάγοντας στὸ πάνθεό τους τέτοιους θεούς, κάνοντας ἀγάλματά τους καὶ θεοποιώντας τὰ κουφὰ καὶ ἀναίσθητα εἴδωλα. Καὶ ἀπορῶ πῶς, βλέποντας τοὺς θεούς τους νὰἱ πριονίζονται καὶ νὰ πελέκιῶνται ἀπὸ τοὺς δημιουργούς τους, νὰ πσλιώνουν ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ νὰ διαλύονται καὶ νὰ χωνεύουν, δὲ σκέφθηκαν γι’ αὐτοὺς ὅτι δὲν εἶναι θεοί. Γιατί, ὅταν δὲν μπο- ροῦν νὰ κάνουν τίποτε γιὰ τὴ δική τους σωτηρία, πῶς θὰ φροντί- σουν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους Ἀλλὰ οἱ ποιητές τους καὶ φιλόσοφοι, καί τῶν Χαλδαίων καὶ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Αἰγυπτίων, θέλο- ντας μὲ τὰ ποιήματα καὶ τὰ συγγράμματά τους νὰ έπαινέσουν τοὺς θεούς τους, ἁποκάλυψαν περισσότερο τὴ ντροπή τους καὶ τὴν παρουσίασαν γυμνὴ σὲ ὅλους. Γιατί, ἐὰν τὸ σῶμα τοῦ ἀν- θρώπου, ποὺ εἶναι πολυμερές, δὲν ἀποβάλλει κανένα ἀπὸ τὰ μέλη του, ἀλλά, διατηρούμενο ένωμένο μὲ ὅλα τὰ μέλη του, έχει ὁμοφωνία καθ’ ἑαυτό, γιατί στὴ φύση τοῦ θεοῦ ὑπάρχει τόση διαμάχη καὶ διαφωνία; Διότι, ἂν ἦταν μία ἡ φύση τῶν θεῶν, δὲν θὰ ἔπρεπε ὁ ἕνας θεὸς νὰ καταδιώκει τὸν ἄλλο, οὔτε νὰ τὸν σφά- ζει, οὔτε νὰ τὸν κακοποιεῖ. Ἐφόσον ὅμως οἱ θεοὶ καταδιώχθη- καν ἀπὸ τοὺς θεοὺς καὶ σφάχτηκαν καὶ ἁρπάχτηκαν καὶ κεραυ- νοβολήθηκαν, δὲν εἶναι μία φύση, ἀλλὰ γνῶμες διχασμένες, ὅλες κακοποιοί, ὥστε κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εἶναι θεός. Εἶναι λοιπὸν φανέρό, βασιλιά μου, ὅτι ὅλη ἡ φυσιολογία γύρω ἀπὸ τοὺς θεοὺς εἶναι μιὰ πλάνη. Πῶς λοιπὸν δὲν κατάλαβαν οἱ σοφοὶ καὶ μορφωμένοι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ νομοθετοῦν κρίνονται ἀπὸ τοὺς νόμους τοὺς δικούς τους; Γιατί, ἐὰν οἱ νόμοι εἶναι δίκαιοι, οἱ ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ 347 θεοί τους ὁπωσδήποτε εἶναι ἄδικοι, ἀφοῦ ἔκαναν παρανομίες, δολοφονίες μεταξύ τους καὶ δηλητηριάσεις, καθὼς καὶ μοιχεῖες καὶ κλοπὲς καὶ παιδεραστίες. Ἐὰν πόλι καλῶς τὰ ἔκαναν αὐτά, τότε οἱ νόμοι εἶναι ἄδικοι καὶ ἔχουν συνταχθεῖ ἐναντίον τῶν θεῶν. Τώρα ὅμως οἱ νόμοι εἶναι καλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀφοῦ ἐπαι- νοῦν τὰ καλὰ καὶ ἀπαγορεύουν τὰ κακά, ἐνῶ τὰ ἔργα τῶν θεῶν τους εἶναι παράνομα· ἑπομένως καὶ οἱ θεοί τους εἶναι παράνομοι καὶ ἔνοχοι θανάτου ὅλοι, ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ ἑπιβάλλουν τετοιους θεοὺς εἶναι ἀσεβεῖς. Διότι, ἐὰν οἱ ἱστορίες γι’ αὐτοὺς εἶναι μυθο- λογικὲς, δὲν εἶναι τίποτε, παρὰ μόνο λόγια· ἐὰν πάλι εἶναι φυσι- κὲς, πάλι δὲν εἶναι θεοὶ αὐτοὶ ποὺ τὰ ἔκαναν καὶ τὰ ἔπαθαν αὐτά· ἑὰν τέλος εἶναι ἀλληγορικές, τότε εἶναι παραμύθια καὶ τίποτε ἄλλο. Ἀποδείχθηκε λοιπόν, βασιλιά μου, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πολύ- θεα σεβάσματα εἶναι ἔργα πλάνης καὶ ἁπώλειας. Δὲν πρέπει συ- νεπῶς νὰ ὸνομάζουμε θεοὺς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι ὸρατοὶ καὶ δὲν βλέπουν, ἀλλὰ πρέπει νὰ σεβόμαστε ὡς Θεὸ αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀόρατος καὶ τοὺς δημιούργησε ὅλους. ’Ἄς ὲρθουμε τώρα, βασιλιά μου, καὶ στοὺς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ δοῦμε τί πιστεύουν κι αὐτοὶ γιὰ τὸ Θεό. Διότι αὐτοί, ὄντας ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ἔζησαν στήν Αἴγυπτο. Ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς ἔβγαλε ὁ Θεὸς μὲ τὸ δυνατό του χέρι καὶ τὸ μεγάλο βραχίονά του33 μὲ τὸν Μωυσῆ τὸν νομοθετη τους καὶ μὲ πολλὰ θαύματα καὶ σημάδια τοὺς γνώρισε τὴ δύναμή του. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ φάνηκαν ἀχάριστοι καὶ ἄχρηστοι καὶ πολ- λὲς φορὲς λάτρευσαν τὰ σεβάσματα τῶν ἐθνῶν καὶ σκότωσαν τοὺς προφῆτες καὶ δικαίους ποὺ στάλθηκαν“σ’ αὐτούς. Ἔπειτα, ὅταν εὐδόκησε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἕρθει στὴ γῆ, τοῦ φὲρθηκαν σὰν μεθυσμένοι, τὸν παρέδωσαν στὸν Πιλάτο, τὸν ἡγεμόνα τῶν Ρωμαίων, καὶ τὸν καταδίκασαν σὲ σταυρικὸ θάνατο, χωρὶς νὰ σεβασθοῦν τὶς εὐεργεσίες του καὶ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, τὰ ὁποῖα ἔκανε σ’ αὐτούς. Γι’ αὐτὸ χάθηκαν ἐξαιτίας τῆς διισῆς τους παρανομίας. Διότι καὶ τώρα σέβονται ὡς Θεὸ τὸν μόνο παντο- κράτορα, ἀλλ’ ὄχι μὲ ἐπίγνωση* γιατὶ ἀρνοῦνται τὸ Χριστό, τὸν Υἰὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶναι ὅμοιοι μὲ τοὺς ἐθνικούς, ἔστω καὶ ἂν 349 φαίνονται πὼς πλησιάζουν τὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπομά- κρυναν τοὺς ἑαυτούς τους. Αύτὰ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. . Οἱ Χριστιανοί, τέλος, κατάγονται ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸς πιστεύεται ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ποὺ μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε ἀπὸ τὸν ούρανὸ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἀφοῦ γεννήθηκε ἀπὸ ἁγία Παρθενο, χωρὶς σπορὰ καὶ φθορά, πῆρε σάρκα καὶ εμφανίσθηκε στοὺς ἀνθρώ- πους γιὰ νὰ τοὺς ἁπομακρύνει ἀπὸ τὴν πολύθεη πλάνη. Καὶ ἁφοῦ ἐκτελεσε τὴν θαυμάσια ὰποστολή του, ὑπέστη σταυρικὸ θάνατο μὲ τὴ θέλησή του μὲ ἄκρα οἰκονομία μετὰ ἀπὸ τρεῖς μερες ὅμως ξανάζησε καὶ ἀνὲβηκε στοὺς ούρανούς. Τὴν ἐνδοξη παρουσία αὐτοῦ μπορεῖς, βασιλιά μου, νὰ τὴ γνωρίσεις ἀπὸ τὴν εύαγγελικὴ ἁγία Γραφή, ὅπως λέγεται ἀπὸ αύτούς, ἐὰν τὴ βρεῖς. Αὐτὸς εἶχε ’ δώδεκα μαθητές, οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὴν ἄνοδό του στὸν ούρανό, βγῆκαν στὶς ἑπαρχίες τῆς οἰκουμένης καὶ δίδαξαν τὴ μεγαλωσύ- νη του· ὅπως ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς περιῆλθε καὶ τὴ δική μας χώρα κηρύσσοντας τὴ διδασκαλία τῆς ἀλήθειας34. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι ἀκόμα ὑπηρετοῦν τὸ δίκαιο κήρυγμά τους ὀνομάζονται Χριστια- νοί. Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη βρῆκαν τὴν ἀλήθεια· διότι γνωρίζουν τὸ Θεὸ ὅτι εἶναι κτίστης καὶ δημιουργὸς τῶν ὅλων μέσω τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ του καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἄλλο θεὸ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν δὲν σέβονται. Ἔχουν χαραγμένες στὶς καρδιές τους τὶς ἐντολὲς αὐτοῦ τοῦ Κυ- ρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὶς τηροῦν, περιμένοντας τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴ μέλλουσα ζωή. Δὲν μοιχεύουν, δὲν πορνεύ- ουν, δὲν ψευδομαρτυροῦν, δὲν ἐπιθυμοῦν τὰ ξένα πράγματα, τι- μοῦν τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα τους, καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἀγα- ποῦν καὶ τοὺς κρίνουν δίκαια, καὶ ὅσα θελουν νὰ γίνουν σ’ αύ- τοὺς δὲν τὰ κάνουν σὲ ἄλλον, ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀδικοῦν τοὺς παρηγοροῦν καὶ τοὺς κάνουν ἀγαπητοὺς στοὺς ἑαυτούς τους, τοὺς ἐχθρούς τους φροντίζουν νὰ τοὺς εὐεργετοῦν, εἶναι πρᾶοι καὶ ἐπιεικεῖς, ἐγκρατεύονται ἀπὸ κάθε παράνομη ἐπαφὴ καὶ ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσία, δὲν παραμελοῦν τὴ χήρα καὶ δὲ στενοχωροῦν τὸ ὁρφανό· αὐτὸς ποὺ ἔχει δίνει ἄφθονα σ’ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει· ἐὰν δοῦν ξένο τὸν βάζουν στὸ σπίτι τους καὶ χαίρονται γι’ αὐτόν, 351 σὰν νὰ εἶναι ἀληθινὸς ἀδελφός τους· διότι δὲν ὀνομάζουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀδελφοὺς σαρκικούς, ἀλλὰ πνευματικούς. Εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν γιὰ τὸ Χριστὸ τὶς ψυχές τους· γιατὶ τηροῦν τὰ προστάγματά του σταθερά, ζώντας μὲ εὐσέβεια, δικαιοσύνη, ὅπως τοὺς διέταξε ὁ Κύριος καὶ Θεός, εύχαριστώντας τον κάθε ὥρα γιὰ κάθε τι ποὺ τρῶνε καὶ πίνουν καὶ γιὰ κάθε ἁγαθό. Πραγ- ματικὰ λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἁλήθειας, ὁ ὁποῖος ὁδη- γεῖ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν στὴν αἰώνια βασιλεία, τὴν ὁποία υπο- σχέθηκε ὁ Χριστὸς στὴ μέλλουσα ζωή. Καὶ γιὰ νὰ δεῖς, βασιλιά μου, ὅτι αὐτὰ δὲν τὰ λεω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, ἐὰν ἐξετάσεις μὲ προσοχὴ τὶς Γραφὲς τῶν Χριστια- νῶν, θὰ δεῖς ὅτι δὲν λὲω τίποτε ποὺ δὲν εἶναι ἀληθινό. Καλὰ λοι- πὸν κατάλαβε ὁ γιός σου καὶ δίκαια διδάχθηκε νὰ λατρεύει ζωντανὸ Θεό, γιὰ νὰ σωθεῖ ἔτσι στὸν αἰώνα ποὺ πρόκειτια νὰ ἐρ- θει. Γιατὶ εἶναι σπουδαῖα καὶ ἀξιοθαύμαστα ὅσα λέγονται καὶ γί- νονται ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς· διότι δὲ λὲνε λόγια ἀνθρώπων, ἀλλὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ἔθνη πλανῶνται καὶ παρα- πλανοῦν καὶ τοὺς ἑαυτούς τους· γιατί, βαδίζοντας στὸ σκοτάδι, προσκρούουν μεταξύ τους σὰν μεθυσμένοι. Μὲχρις ἐδῶ ἦταν ὁ λόγος μου σὲ σενα, βασιλιά μου, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια μοῦ ύπαγορεύθηκε στὸ νοῦ. Γι’ αὐτὸ ἃς παύ- σουν οἱ ἀνόητοι σοφοί σου νὰ καταφέρονται μάταια ἐναντιον τοῦ Κυρίου, γιατὶ σᾶς συμφέρει νὰ σέβεστε ἕνα Θεὸ κτίστη καὶ νὰ ἀκοῦτε μὲ προσοχὴ τὰ λόγια του, ὥστε, ἀποφεύγοντας τὴν κρίση καὶ τὴν τιμωρία, νὰ ἁναδειχθεῖτε κληρονόμοι τῆς αἰώνιας ζωῆς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28

Ὅταν ὁ Ναχὼρ τελείωσε, ὁ βασιλιὰς ἦταν ἀπὸ τὸ θυμό του ἀλλαγμέ- νος, ἐνῶ οἱ ρήτορες καὶ οἱ νεωκόροι του στεκονταν άφωνοι, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ άντείπουν, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὰ σαθρὰ καὶ μηδαμινὰ λογί- δρια. Ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ ἀγαλλόταν πνευματικὰ καὶ μὲ χαρούμενο τὸ πρόσωπο δόξαζε τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος σ’ αὐτοὺς ποὺ στηρίζουν τὶς ἑλ- πίδες τους σ’ ἐκεῖνον δίνει διέξοδο στὸ ἀδιέξοδό τους, ,καὶ ὁ όποῖος διεκή ρυξε τὴν ἀλήθεια, μὲσω τοῦ ἀντιπάλου καὶ ἐχθροῦ, καὶ ἔτσι ὁ ἀρ- γηχὸς τῆς πλάνης ὲμφανιζόταν συνήγορος τῆς ὀρθῆς πίστεως. 353 Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ἂν καὶ ἦταν τρομερὰ ὠργισμένος μὲ τὸν Να- χώρ, ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ κάνει κανένα κακό, ἐπειδὴ εἶχε λεχθεῖ άπὸ τὴν ἀρχὴ μπροστὰ σ’ ὅλους ἡ διαταγὴ μὲ τὴν ὁποία προτρεπόταν αὐτὸς νὰ μιλήσει ἄφοβα ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν· προβάλλοντας ὁ ἴδιος πολλὲς ἀντιρρήσεις, τοῦ ὑπενθύμιζε μὲ έμμεσο τρόπο νὰ ὑποχωρήσει στὴν ἐνστασή του καῖ νὰ ἡττηθεῖ στὴ συζήτηση μὲ τοὺς ρήτορες. Ἐκεῖνος ὅμως ὑπερίσχυε περισσότερο, ἀνασκευάζοντας ὅλα τὰ έπι- χειρή ματα καὶ τοὺς συλλογισμούς των καὶ άποδεικνύοντας ὅτι ἡ πλάνη τους εἶναι ἁπατηλή. Καὶ ἀφοῦ ἡ συζήτηση παρατάθηκε σχεδὸν μέχρι τὸ βράδυ, διάταξε ὁ βασιλιὰς νὰ διαλυθεῖ ἡ συγκέντρωση, ἐπειδὴ τάχα ἤθελε τὴν ἑπομένη νὰ συσκεφθεῖ καὶ πάλι γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ὁ γιὸς ὅμως εἶπε στὸ βασιλιά Ὅπως στὴν ἀρχὴ διέταξες νὰ γίνει δίκαιη ἡ κρίση, δεσπότη ’ μου, πρόσθεσε καὶ στὸ τέλος δικαιοσύνη, κάνοντας τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο· ἢ επίτρεψε νὰ μείνει ὁ δάσκαλός μου τὴ νύχτα αὐτὴ μαζί μου, γιὰ νὰ σκεφθοῦμε μαζὶ γι’ αὐτὰ ποὺ πρέπει νὰ ποῦμε αὔριο σ’ αὐτοὺς ποὺ μᾶςπολεμοῦν, καὶ πάρε καὶ σι) τοὺς δικούς σου μαζί σου καὶ μελετῆστε ὅσα πρέπει καὶ ὅπως θέλετε, ἢ παραχώ- ρησε σὲ μένα τοὺς δικούς σου τὴ νύχτα αὐτὴ καὶ πάρε τὸν δικό μου μαζί σου. Γιατί, ἂν βρίσκονται καὶ οἱ δύο κοντά σου, ὁ δικός μου μὲ θλίψη καὶ φόβο καὶ οἱ δικοί σου μὲ χαρὰ καὶ ἅνεση, δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δίκαιη ἡ κρίση, ἀλλὰ κατάχρηση τῆς ἐξου- σίας καὶ παράβαση τῶν συνθηκῶν. Τότε ὁ βασιλιὰς ἡττημένος ἀπὸ τὴν έξυπνάδα τοῦ λόγου, πῆρε μαζί του τοὺς σοφοὺς καὶ ἱερεῖς του καὶ πάραχώρησε τὸν Ναχὼρ στὸ γιό του, ἔχοντας ὰκόμα ἐλπίδες σ’ αὐτὸν καὶ νομίζοντας ὅτι θὰ τηρήσει αὐτὰ ποὺ συμφώνησαν. Ἀναχώρησε λοιπὸν ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ στὸ πα- λάτι του, σὰν ένοις ὁλυμπιονίκης ποὺ έπιβλήθηκε στοὺς ἀντιπάλους του, έχοντας μαζί του τὸν Ναχώρ, καὶ ἀφοῦ τὸν κάλεσε ἰδιαίτερα τοῦ εἶπε· Μὴ νομίσεις ὅτι μοῦ διαφεύγουν τὰ σχετικὰ μὲ σένα· γιατὶ γνωρίζω καλὰ ὅτι δὲν εἶσαι ὁ θειότατος Βαρλαὰμ, ἀλλὰ ὁ Ναχὼρ ὁ ἀστρολόγος. Καὶ ἀπορῶ πῶς σκεφθήκατε νὰ ὑποκριθεῖτε τέ- τοια ὑποκρισία καὶ νὰ νομίσετε ὅτι θὰ μειώσετε τόσο πολὺ τὴν ὅρασή μου μέρα μεσημέρι, ὥστε νὰ δεχθῶ τὸ λύκο ὡς πρόβατο. Καλὰ ὅμως λέει ὁ λόγος, «ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ μωροῦ καταλαβαίνει τὰ μάταια»1. Η σκὲψη σας λοιπὸν ἐκείνη καὶ ἡ ἀπόφαση ἦταν μάταιη καὶ ἐντελῶς ἁνόητη, τὸ ἕργο ὅμως ποὺ ἔκανες εἶναι γεμᾶ- το ἀπὸ πολλὴ φρόνηση. Γι’ αὐτὸ νὰ χαίρεσαι, Ναχώρ, καὶ χαίρο- μαι καὶ ἐγώ· σοῦ εἶμαι εὐγνώμων ποὺ σήμερα ἐγινες ὑπερασπι- στὴς τῆς ἁλήθειας καὶ δὲ μόλυνες τὰ χείλια σου μὲ λόγια ἀκά- θαρτα καὶ μὲ δόλια ὑποκρισία, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ξεκαθάρισες ἀπὸ τὰ πολλὰ μολύσματα άποδεικνύοντας τὴν πλάνη τῶν ψεύτι- κων θεῶν καὶ διακη ρόττοντας τὴν ἀλήθεια τῶν χριστιανικῶν δι- δαγμάτων. Ἐγὼ ὅμως φρόντισα νὰ σὲ πάρω μαζί μου γιὰ δύο λό- γους γιὰ νὰ μὴ σὲ πάρει ἰδιαίτερα ὁ βασιλιὰς καὶ σὲ τιμωρήσει, ἐπειδὴ δεν εἶπες αὐτὰ ποὺ ἑπιθυμοῦσε ἐκεῖνος, καὶ γιὰ νὰ σὲ ἀνταμείψω γιὰ τὴ χάρη αὐτὴ ποὺ ἔκανες σήμερα. Ποιά εἶναι ἡ ἀνταμοιβή· , Τὸ νὰ σοῦ ὑποδείξω νὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὸν κακὸ δρόμο και όλισθηρό, ποὺ βάδισες ὣς τωρα, καὶ νὰ βαδίσεις τὸν ίσιο καὶ σωτήριο δρόμο, τὸν ὁποῖο ὄχι ἀπὸ ἄγνοια, ἀλλὰ ἐθελοντικὰ εγκληματώνοντας άπεφυγες, καταγκρεμίζοντας τὸν ἑαυτό σου σὲ βάραθρα καὶ γκρεμοὺς τῆς παρανομίας. Σύνελθε λοιπόν, Να- χώρ, ἀφοῦ εἶσαι συνετός, καὶ προσπάθησε νὰ κερδίσεις μόνο τὸ Χριστὸ καὶ τὴ ζωὴ ποὺ κρόβεται σ’ αὐτόν, παραβλέποντας αὐτὰ τὰ ρευστὰ καὶ φθαρτά. Γιατι δὲ θὰ ζήσεις αἰώνια, ἀλλά, όντας θνητός, θὰ φόγεις ὅπου νᾶναι, ὅπως ὅλοι οἱ πρὶν ἀπὸ σενα, καὶ ἀλίμονό σου, ἐὰν μεταβεῖς ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει δίκαιη κρίση καὶ ὰνταπόδοση τῶν ἔργων μας, φέρνοντας ἐπάνω σου τὸ βαρὺ φορ- τίο τῆς ἁμαρτίας, καὶ δεν τὸ πετάξεις, μιὰ ποὺ ἡ ἀπόθεσή του εἶ- ναι εὔκολη Ο Ναχὼρ λοιπόν, συγκινημενος ψυχικὰ ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ εἶπε· Σωστὰ μίλησες, βασιλιά μου, σωστά. Γιατὶ γνωρίζω κι ἐγὼ τὸν ἀληθινὸ καὶ ἀψευδῆ Θεό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἕγιναν τὰ πάντα, καὶ τὴν με’λλουσα κρίση τὴν γνωρίζω καλά, γιατὶ τὴν ἔχω ἀκούσει ὰπὸ πολλὰ λόγια τῆς ἁγίας Γραφῆς· ἀλλὰ ἡ κακὴ συνήθεια καὶ ἡ ἐπί- δραση τοῦ παλαιοῦ πτερνιστῆ2 τύφλωσε τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς μου καὶ περιὲχυσε τὸ λογισμό μου μὲ βαθὺ σκοτάδι. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ ὅμως μὲ τὸ λόγο σου, άπορρίπτοντας τὸ ζοφῶδες κάλυμ- μα, Θὰ τρὲξω πρὸς τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ισως νὰ μὲ λυπηθεῖ καὶ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς μετάνοιας στὸν πονηρὼ 355 357 δοῦλο καὶ ἀποστάτη, ἂν καὶ μοῦ φαίνεται ἀδύνατο νὰ συγχωρη- θοῦν οἱ ἁμαρτίες μου ποὺ εἶναι πιὸ βαριὲς ἀπὸ τὴν ἅμμο, τὶς ὁποῖες ἔκανα ἐν γνώσει καὶ ἀγνοία μου ἀπὸ νήπιο μέχρι αὐτὴ τὴν ἡλικία καὶ τὰ γηρατειά μου. Ἀκούοντας αὐτὰ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, ἁμεσως διεγέρθηκε ψυχικὰ καὶ ἐγινε πιὸ θερμὸς στὴν ψυχή, καὶ ἄρχισε τὸ λογισμὸ τοῦ Ναχώρ, ποὺ επεφτε σὲ ἀπόγνωση, νὰ τὸν ἑμψυχώνει καὶ νὰ τὸν κάνει πιὸ στερεὸ γύρω ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, λέγοντάς του· Νὰ μὴ ἔχεις, Ναχώρ, κανενα δισταγμό. Γιατὶ εἶναι γραμμὲνο ὅτι «εἶναι δυνατὸ στὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς πέτρες νὰ κάνει παιδιὰ ἄξια τοῦ Ἀβραάιυ>3, τὸ ὁποῖο τί ἄλλο σημαίνει παρὰ τοῦτο, ὅπως εἶπε ὁ πατὴρ Βαρλαὰμ, τὸ νὰ μποροῦμε νὰ σωθοῦμε τελείως Ι ἀνέλπιστα, ἔστω καὶ ἂν ἔχουμε κυλισθεῖ σὲ ὅλες τὶς ἁμαρτίες, καὶ νὰ γίνουμε δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν ὑπερβολι- κὴ φιλανθρωπία του ἄνοιξε σ’ ὅλους ὅσους ἐπιστρεφουν διάπλα- τα τὶς οὐράνιες πύλες, χωρὶς νὰ ἀποκλείει κανὲναν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας ὅλων, ἀλλὰ δέχεται μὲ συμπάθεια αὐτοὺς ποὺ με- τανοοῦν; Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ἦρθαν νὰ ἐργα- σθοῦν στὸ ἀμπέλι τὴν πρώτη καὶ τὴν τρίτη καὶ τὴν ἕκτη καὶ τὴν ἐννατη καὶ τὴν ἑνδέκατη ὥρα καταβάλλεται ἴδιος μισθός, ὅπως λέει τὸ ἅγιο Ευαγγὲλιο4· ὥστε, καὶ ἂν ἀκόμα μέχρι τώρα γήρα- σες μὲσα στὶς ἁμαρτίες, ἐὰν προσελθεις μὲ θέρμη, θὰ πετύχεις τὰ ἰ’δια βραβεῖα μ’ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίσθηκαν ἀπὸ τὴ νεότητά τους. Ἀφοῦ ὁ εὐσεβὴς νέος εἶπε καὶ πολλὰ ἄλλα γιὰ τὴ μετάνοια στὸν Να- χώρ, ποὺ εἶχε γεράσει μέσα στὰ κακά, καὶ τοῦ ὑποσχὲθηκε ὅτι ὁ Χρι- στὸς θὰ τὸν λυπηθεῖ, τοῦ εγγυήθηκε τὴ συγώρηση καὶ τὸν πληροφό- ρησε ὅτι ὁ ἀγαθὸς Θεὸς εἶναι ἕτοιμος πάντοτε νὰ δεχθεῖ τὴ μετάνοια, μαλάσοντας τὴν ἀρρωστημένη ψυχή του σὰν μὲ κάποια φάρμακα, τοῦ χάρισε τὴν καθαρὴ ὑγεία. Διότι τοῦ εἶπε ἀμέσως ὁ Ναχώρ· Ἐσύ, εὐγενέστατε στὴν ψυχὴ περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι στὸ σῶμα, μυημενος καλὰ στὰ θαυμαστὰ αὐτὰ μυστήρια, εἴθε νὰ μένεις στὴ καλὴ αὐτὴ ὁμολογία μέχρι τέλους καὶ κανένας χρόνος ἢ τρόπος νὰ μὴ σοῦ τὴν βγάλει ἀπὸ τὴν καρδιά, ἐγὼ ὅμως θὰ πάω ἀπὸ αὐτὴ κιόλας τὴ στιγμὴ ζητώντας τὴ σωτηρία μου καὶ μὲ τὴ μετά-> 359 νοια νὰ ἐξιλεώσω τὸ Θεό, τὸν ὁποῖο ἐξόργισα. Καὶ ποτε πιὰ δὲ θὰ ξαναδῶ τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλίδι, ἐκτὸς ἐὰν τὸ θελήσεις ἑσύ. Γεμᾶτος χαρὰ ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση τὰ λόγια του, τὸν ὰγκάλιασε, τὸν φίλησε καὶ ἀφοῦ προσευχήθηκε πολὺ στὸ Θεό, τὸν ἐξαπέστειλε ἀπὸ τὸ παλάτι. Βγαίνοντας ὁ Ναχώρ, μὲ συγκινημὲνη βαθειὰ τὴν ψυχή του, τρε- χει πηδώντας σὰν ἐλάφι τὴν βαθειὰ ἔρημο καὶ ἔρχεται στὸ σπήλαιο κάποιου μοναχοῦ ποὺ ἦταν χειροτονημὲνος καὶ κρυβόταν ἐκεῖ ἑξαιτίας τοῦ φόβου ποὺ ὑπῆρχε. Γονατίζει μὲ θέρμη μπροστά του, τοῦ πλένει τὰ πόδια μὲ δάκρυα μιμούμενος τὴν ἄλλοτε πόρνη5, καὶ ζητᾶ τὸ θεῖο βά- πτισμα. Ὁ ἱερεὺς ἐκεῖνος, ποὺ ἦταν γεμᾶτος ἀπὸ τὴ θεία χάρη, χάρηκε πολὺ καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ τὸν κατήχησε γιὰ ὰρκετὲς με’ρες, ὡς συνήθως, τὸν ἔκανε τὲλειο μὲ τὸ βάπτισμα στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ’ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἔμεινε ὁ Ναχὼρ μαζὶ μ’ αὐτὸν μετανοώντας γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα διὲπραξε καὶ εὐλογώντας τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος δὲ θε- λει νὰ χαθεῖ κανὲνας, ἀλλὰ περιμένει τὴν ἐπιστροφὴ ὅλων, καὶ όσοι μετανοοῦν τοὺς δέχεται μὲ φιλανθρωπίαῦ. Τὸ πρωὶ μαθαίνοντας ὁ βασιλιὰς τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ναχὼρ καὶ ὰπογοητευμενος γιὰ τὴν ἐλπίδα ποὺ εἶχε στηρίξει σ’ αὐτόν, βλέποντας επίσης καὶ τοὺς σοφούς του καὶ παράφρονες ρήτορες νὰ ἔχουν ἡττηθεῖ κατὰ κράτος, βρισκόταν σὲ ἀμηχανία. Ἐκείνους λοιπόν, ἀφοῦ τοὺς πε- ριελουσε μὲ βαρειὲς βρισιὲς καὶ προσβολὲς, καὶ ὡρισμένους μάλιστα ἀφοῦ τοὺς μαστίγωσε πολὺ μὲ βούκεντρα7 καὶ ἀφοῦ ἄλλειψε τὰ πρό- σωπά τους μὲ καπνιά, τοὺς ἕδιωξε ἀπὸ μπροστά του, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἄρχι- σε νὰ κατηγορεῖ τὴν ἀδυναμία τῶν ψεύτικων θεῶν, ἂν καὶ τότε ἁκόμα δὲ θέλησε νὰ ἀτενίσει τελείως πρὸς τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Διότι τὸ παχὺ νέφος τῆς ὁμίχλης ποὺ τὸν περιτύλιγε τοῦ κάλυπτε ὰκόμα τὰ μά- τια τῆς καρδιᾶς. Ὅμως δὲν τιμοῦσε πιὰ τοὺς ἱερεῖς, οὔτε γιορτὲς τε- λοῦσε οὔτε σπονδὲς ἔκανε στὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ἐνοιωθε τὴ σκὲψη του νὰ ταλαντεύεται καὶ ἀπὸ τίς δύο πλευρὲς ἀπὸ τὴ μιὰ κατηγορώντας τὴν ἀδυναμία τῶν θεῶν του, ἀπὸ τὴν ἄλλη πάλι φοβούμενος τὴν εὐαγγελι- κὴ συμπεριφορὰ καὶ δυσκολευόμενος νὰ ἁποσπασθεῖ ἀπὸ τὶς κακὲς του συνήθειες. Γιατὶ ἦταν πολὺ ὑποδουλωμένος στὶς σωματικὲς ἠδο- νες, φερόταν ὁλόκληρος σὰν αἰχμάλωτος πρὸς τὰ πάθη, καὶ μεθοῦσε, Ἦ Τ Μαστίγια ἀπὸ δερμα βοδιοῦ. ΒΑΡΑΑΑΜ κΑι ιΩΑΣΑΦ 361 ὅπως λέει ὁ ’,Ησαΐας χωρὶς κρασίδ, καὶ συρόταν ἀπὸ τὴν κακὴ συνή- θεια σὰν ἀπὸ καπίστρι. Ετσι λοιπόν, ἐνῶ ὁ βασιλιὰς πάλευε ἀνάμεσα σὲ δυὸ συλλογι- σμούς, ὁ εὐγενεστατος γιός του, ποὺ εἶχε πραγματικὰ βασιλικὴ ψυχή, ἦταν ῆρεμος στὸ παλάτι του, δείχνοντας σ’ ὅλους τὴ γενναιότητα τοῦ χαρακτή ρα του καὶ τὴν κοσμιότητα καὶ προσήνεια μὲ τὰ ἔργα του. Διό- τι τὰ θέατρα καὶ οἱ ἱππικοὶ ἀγῶνες καὶ ἡ φροντίδα ὸμαδικῶν κυνηγίων καὶ όλες οἱ χωρὶς περιεχόμενο ἀπραξίες τῆς νεότητας καὶ οἱ ἀπάτες, τὰ δολώματα τῶν ἁνόητων ψυχῶν, δὲν τὰ λσγάριαζε καθόλου· ἀντίθετα, ὁλόκληρος ἦταν ἐξηρτημένος ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὸν ποθοῦσε, πληγωμένος στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ θεῖο ἔρωτα· ποθοῦσε αὐτὸν ποὺ εἶναι πραγματικὰ ποθητός, αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁλόκληρος γλυκύτητα καὶ ἐπιθυμία καὶ ἀκόρεστος πόθος. ’ νΟταν ὅμως θυμόταν τὸ δάσκαλό του Βαρλαὰμ καὶ ἕβλεπε σὰν σὲ καθρὲπτη τὴ ζωὴ ἐκείνου, καταγοητευόταν ἀπὸ ἔρωτα ἡ ψυχή του καὶ φρόντιζε μὲ πολὺ ἐπιθυμία πῶς νὰ τὸν δεῖ, καί, ἔχοντας ἁλησμόνητα τὰ λόγια του στὴν καρδιά του, ἦταν σὰν δὲνδρο φυτεμένο στὰ ψαλμικὰ νερά, ποὺ ποτίζεται ἀκατάπαυστα καὶ προσφέρει ὡραίους καρποὺς στὸν Κύριο9. Γιατὶ πολλὲς ψυχὲς γλίτωσε ἀπὸ τὰ δόκανα τοῦ διαβόλου καὶ τὶς ὸδήγησε στὸ Χριστὸ σωσμὲνες. Καὶ πράγματι πολλοὶ πηγαίνο- ντας σ’ αὐτὸν ἁπολάμβαναν τὰ σωτήρια λόγια του, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς όχι λίγοι, ἀποφεύγοντας τὴν πλάνη, προσῆλθαν στὸ σωτήριο λόγο, ενῶ ἄλλοι ἁπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ μπῆκαν στὴν ἁσκητικὴ παλαίστρα. Καὶ αὐτὸς περνοῦσε τὸν καιρό του μὲ προσευχὲς καὶ νηστεῖες καὶ συχνὰ ἀνέπεμπε τὴν ἑξῆς προσευχή, λέγοντας· Κύριε, Κύριε μου καὶ βασιλιά μου, στὸν ὁποῖο εγὼ πίστεψα, στὸν ὁποῖο ἐγὼ κατεφυγα καὶ γλίτωσα ἀπὸ τὴν πλάνη, ἀντάμει- ψε ἐπάξια τὸν δοῦλο σου Βαρλαὰμ, γιὰ τὸ ὅτι ἔδειξε σὲ μένα τὸν πλανεμένο ἑσένα, τὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς. Καὶ μὴ μοῦ στερήσεις τὴ δυνατότητα νὰ δῶ καὶ-πάλι ἐκεῖνο τὸν ἐνσώμα- το ἄγγελο, γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν εἶναι ἄξιος ὁ κόσμος, καὶ μαζί του νὰ περάσω τὴν ὑπόλοιπη ζωή μου, γιὰ νὰ ἀκολουθήσω τὰ ἴχνη τῆς δικ-ῆς του ζωῆς, καὶ νὰ εὐαρεστήσω ἐσὲνα τὸ Θεὸ καὶ Δε- σποτη. ὑδάτων, ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ». 363

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29

Τότε στὴν πόλη ἐκείνη ἦταν ἐποχή πανήγυρης τῶν ψεύτικων θεῶν, ἡ ὁποία γινόταν μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ, καὶ ἔπρεπε νὰ παρίσταται καὶ ὁ βασιλιὰς στὴ γιορτὴ καὶ νὰ τὴν Κοσμήσει μὲ πολλὲς θυσίες. Φο- βοῦνταν ὅμως οἱ ἱερεῖς, βλέποντας τον νὰ δείχνει ἀδιαφορία καὶ χλια- ρότητα ὅσον ἁφορᾶ τὸ σεβασμό του πρὸς αὐτούς, μήπως ἀμελήσει νὰ παραστεῖ στὸ ναὸ καὶ στερηθοῦν αὐτοὶ τὴ βασιλικὴ δωρεὰ ποὺ τοὺς δινόταν καὶ τὰ ἄλλα ἔσοδα. Σηκώνονται λοιπὸν καὶ πηγαίνουν σὲ ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκόταν στὰ βάθη τῆς ἐρήμου, ὅπου κατοικοῦσε κά- ποιος ἄνδρας ποὺ ἐπιδιδόταν στὶς μαγικὲς τὲχνες καὶ ἦταν πολὺ θερ- μὸς ὑποστηρικτὴς τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης, ποὺ τὸ ὄνομά του ἧταν Θευδᾶς* αὐτὸν καὶ ὁ βασιλιὰς τὸν ἐκτιμοῦσε ίδιαίτερα, καὶ τὸν θεω- , ροῦσε φίλο καὶ δάσκαλό του, λέγοντας ὅτι ἡ βασιλεία του πρόκοβε, κατευθυνόμενη μὲ τὴ μαντεία αὐτοῦ. Ὅταν λοιπὸν ἔφθασαν σ’ αὐτὸν αὐτοὶ ποὺ δὲν ἦταν ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, τὸν προσκαλοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσει, φανερώνοντάς του τὴν περιφρόνηση ποὺ δείχνει ὁ βασιλιὰς στοὺς θεούς, καὶ ὅσα ἔκανε ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ, καὶ ὅσα εἶπε δημηγο- ρώντας ἐναντίον τους ὁ Ναχώρ. Καὶ ὅτι, Ἐὰν δὲν ἔρθεις ὁ ἴδιος, λέει, νὰ μᾶς βοηθήσεις, χάθηκε κάθε ἑλ- πίδα μας, χάθηκαν τὰ σεβάσματα τῶν θεῶν· διότι μόνο σὺ μᾶς ἀπόμεινες παρηγοριὰ στὴ συμφορά μας, καὶ σὲ σενα ἑναποθέσα- με τὶς ἐλπίδες μας. Ἑκστρατεύει λοιπὸν ὁ Θευδᾶς μὲ τὴ σατανικὴ στρατιὰ ποὺ ἦταν μαζί του καὶ ὁπλίζεται ἐναντίον τῆς ἀληθείας, ἀφοῦ κὰλεσε πολλὰ ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ ὁποῖα γνώριζε ὅτι βοηθοῦν πρόθυμα στὰ κακά, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκεῖνος χρησιμοποιοῦσε πάντοτε ὡς ὑπηρετες· μὲ αὐτοὺς πηγαίνει στὸ βασιλιά. Ὅταν ἁναφὲρθηκε στὸ βασιλιὰ ἡ ᾶφιξή του καὶ μπῆκε κρατώντας ραβδὶ βόιϊνο1 καὶ ντυμένος μὲ προβιάῖ, σηκώθηκε ὁ βασιλιὰς ἀπὸ τὸ θρόνο καὶ προϋπαντώντας τον τὸν ἀσπάσθηκε καὶ φὲρνοντας θρόνο τὸν ἔβαλε νὰ καθίσει κοντά του. Ἔπειτα ὁ Θευδᾶς λέει στὸ βασιλιά- Βασιλιά μου, εἴθε νὰ ζήσεις στοὺς αἰῶνες, προστατευόμενος ἀπὸ φωσις τῆς ἐξωτειῖκῆς ἐμφανισεως τοῦ άνατολικοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἐλληνικοῦ κλήρου, Θεσσα- λονίκη, 1965, σὲ . 76. 365 τὴν εὔνοια τῶν μέγιστων θεῶν. Γιατὶ ἄκουσα ὅτι ἔκανες μεγάλο ἀγῶνα ἐναντίον τῶν Γαλιλαίων καὶ ὅτι στεφανώθηκες μὲ λα- μπρότατα στεφάνια νίκης. Γι’ αὐτὸ ἦρθα, γιὰ νὰ τελὲσουμε μαζὶ εὑχαριστήρια γιορτή, νὰ θυσιάσουμε ὡραίους νέους καὶ εὐειδεῖς κόρες στοὺς ἀθάνατους θεούς, καὶ νὰ προσφέρουμε σ’ αὐτοὺς ἑκατόμβη ταύρων καὶ πολλὰ ζῶα, γιὰ νὰ τοὺς ἔχουμε καὶ στὸ ἑξῆς συμμάχους ἀήττητους, γιὰ νὰ κάνουν ὸμαλὸ ὄλο μας τὸ βίο. Σ’ αὐτὰ ὁ βασιλιὰς ἀπάντησε· Δὲν νικήσαμε, γέροντα, δὲν νικήσαμε, ἀλλὰ μᾶλλον νικηθήκαμε κατὰ κράτος. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζί μας ξαφνικὰ στράφη- καν ἐναντίον μας. Βρίσκοντας τὴν παράταξή μας ὅμοια μὲ τὸ Βάκχο ,καὶ παράφρονα καὶ ἀδύναμη, τὴν κατεβελαν όλοκληρωτι- κάῖ Τώρα λοιπόν, ἐὰν διαθέτεις κάποια δύναμη καὶ ίσχὺ γιὰ νὰ ’ βοηθήσεις τὴ θρησκεία μας ποὺ κοίτεται κάτω καὶ νὰ τὴν ἀνορ- θώσεις πάλι, πές μου το. Ὁ Θευδᾶς τότε ἔδωσε τὶς ἑξῆς ἀπαντήσεις στὸ βασιλιά· Τὰ ἐπιχειρήματα τῶν Γαλιλαίων καὶ τὶς φλυαρίες μὴ τὶς φοβᾶ- σαι, βασιλιά μου· γιατὶ ποιά εἶναι αὐτὰ ποὺ λὲνε αὐτοὶ σὲ ἄνδρες , λογικοὺς καὶ μυαλωμένους; Αὐτά, ποὺ θὰ μοῦ φέρουν δόξα, θὰ καταρριφθοῦν ευκολότερα ἀπὸ ἕνα φύλλο ποὺ κουνιὲται ἀπὸ τὸν ἄνεμο. ’Ἄλλωστε δὲν τολμοῦν οὔτε νὰ εμφανισθοῦν μπροστά μου, πολὺ περισσότερο νὰ κάνουν συζήτηση καὶ νὰ προχωρή- σουν σὲ προτάσεις καὶ ἀντιρρήσεις. Ἀλλὰ γιὰ νὰ προχωρήσει κατ’ εὐθεία καὶ αὐτὸ τὸ συγκεκριμὲνο ἀγώνισμα καὶ κάθε τι ἄλλο ποὺ θὰ θελήσουμε, καὶ νὰ κυλήσουν τὰ πράγματα ὁμαλά, κόσμησε αὐτὴ τὴν πάνδημη γιορτὴ καὶ ὀχυρώσου μὲ τὴν εὔνοια τῶν Θεῶν, ὡς ὅπλο δυνατό, καὶ θὰ έρθουν ὅλα κατ’ εὐχήν. . Ἀφοῦ καυχήθηκε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ ἦταν δυνατὸς στὴν κακία καὶ μελετοῦσε τὴν ἀνομία ὅλη τὴν ἡμέρα (ἃς μιλήσει μαζὶ μὲ μᾶς καὶ ὁ Δαβίδ)3, καὶ πότισε τὸν πλησίον του μὲ καταστροφὴ θολή, ὅπως λέει ὁ Ἡσαΐας4, μὲ τὴ βοήθεια τῶν πονηρῶν πνευμάτων ποὺ τὸν συνοδεύουν, ἔκανε τὸ βασιλιὰ νὰ λησμονήσει ἐντελῶς τοὺς συλλογι- σμοὺς ποὺ τὸν προέτρεπαν πρὸς τὴ σωτηρία, καὶ νὰ ἀφοσιωθεῖ πάλι μὲ προσοχὴ στὰ συνηθισμὲνα. Ἔτσι, ἀφοῦ στάλθηκαν καὶ γράμματα βα- σιλικὰ παντοῦ γιὰ νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλοι στὴ σιχαμερὴ πανήγυρή 367 τους, ἕβλεπε κανείς νὰ συρρὲουν τὰ πλήθη, καὶ νὰ ὁδηγοῦνται πρόβα- τα καὶ βόδια καὶ διάφορα εἴδη ζώων. Ἀφοῦ λοιπὸν συγκεντρώθηκαν ὅλοι, σηκώθηκε ὁ βασιλιὰς μαζὶ μὲ τὸν ἀπατεῶνα Θευδᾶ καὶ προχώρησε πρὸς τὸ ναό, φέροντας ἑκατὸν εἴκοσι ταύρους καὶ πολλὰ ἄλλα ζῶα, γιὰ νὰ τὰ θυσιάσει. Καὶ τελοῦσαν τὴν καταραμὲνη γιορτή τους, ἔτσι ποὺ νὰ ἀντηχεῖ σ’ ὅλη τὴν πόλη ἡ φωνὴ τῶν ἀλόγων ζώων, καὶ νὰ μολύνεται ἀπὸ τὴν κνίσσα τῶν θυ- σιῶν καὶ αὐτὸς ἀκόμα ὁ’ αέρας. Οταν αὐτὰ ἔγιναν κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας καυχήθηκαν γιὰ τὴ νίκη τοῦ Θευδᾶ, καὶ τὸν εὐχαρίστησαν οἱ ἱερεῖς, ὁ βασιλιάς γύρισε στὸ πλάτι. Λέει τότε στὸ Θευδᾶ- Νά λοιπόν, ὅπως παράγγειλες, δὲν παραλείψαμε καμμιὰ φροντί- δα γιὰ τὴ λαμρπότητα τῆς πανήγυρης καὶ τὴν ἀφθονία τῶν θυ- σιῶν. Εἶναι καιρὸς λοιπὸν νὰ ἐκπληρώσεις αὐτὰ ποὺ ὑποσχέθη- Κες καὶ νὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν Χριστιανῶν τὸ γιό μου που ἀποστάτησε ἀπὸ τὰ δικά μας σεβάσματα, καὶ νὰ τὸν συμφι- λιώσεις μὲ τοὺς εξευμενισμενους θεούς. Γιατι ἐγώ, ἂν καὶ κίνη- σα ὅλη τὴν τέχνη καὶ τὰ χὲρια μου, δε βρῆκα καμμιὰ θεραπεία τοῦ κακοῦ· ἀντίθετα εἶδα τὴν γνώμη του καλύτερη ἀπὸ τὴ γνώμη ὅλων. Οταν τὸν πλησίαζα μὲ πραότητα καὶ ήπιότητα, τὸν εὕρι- σκα νὰ μὴ προσέχει καθόλου οὔτε τὸ συλλογισμό μου· ὅταν τὸν μεταχειριζόμουνα αὐστηρὰ καὶ σοβαρά, τὸν ἕβλεπα νὰ φθάνει σὲ ἀνταρσία. Ἀναθετω λοιπὸν στὴ δική σου σοφία τὴ συμφορὰ ποὺ μὲ βρῆκε. Ἐὰν λοιπὸν ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτὴν μεσω σοῦ, καὶ δῶ καὶ πάλι τὸ γιό μου μαζὶ μὲ μένα νὰ λατρεύει τοὺς θεούς μου καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὶς χαρὲς τῆς γλυκειᾶς αὐτῆς ζωῆς καὶ τῆς βασιλείας, θὰ σοῦ στήσω χρυσῆ στήλη καὶ θὰ ὁρίσω νὰ τιμᾶται ἀπὸ ὅλους ἰσότιμα μὲ τοὺς θεοὺς στοὺς μελλοντικὺς ἁτελειω- τους αἰῶνες. Ὁ Θευδᾶς λοιπόν, ἀφοῦ ἔστησε εὐήκοο αὐτὶ στὸν πονηρὸ καὶ διδά- χθηκε ἀπὸ ἐκεῖνον σκέψη πονηρή καὶ ὀλέθρια, γινόμενος γλώσσα καὶ στόμα ἐκείνου, λέει στὸ βασιλιά· Ἐὰν θέλεις νὰ ὑποτάξεις τὸ γιό σου καὶ νὰ ἀποδείξεις ὅτι ἡ ἀντί- θεσή του εἶναι χωρὶς περιεχόμενο, ἔχω τρόπο πρὸς τὸν ὁποῖο δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ὰντιδράσει ὁ σκληρόκαρδος καὶ ἄτεγκτος 369 συλλογισμός του, καὶ θὰ μαλακώσεῖ περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸ κερὶ ποὺ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ δυνατὴ φωτιά. Ὁ βασιλιάς, βλέποντας αὐτὸν ποὺ μάταια καὶ ἄδικα ὑπερηφανευόταν, ἔγινε ἀμέσως χαροόμενος καὶ εὔθυμος, ἐλπίζοντας πὼς ἡ ἁκόλαστη ἐκείνη καὶ θρασεῖαγλώσσα θὰ ἐπιβληθεῖ στὴ θεοδίδακτη καὶ γεμάτη φιλοσοφία ψυχή. Ρώτησε λοιπὸν νὰ μάθει ποιός εἶναι ὁ τρόπος. Τότε ό Θευδᾶς σὰν ξυράφι ἀκονισμένο5 ἄρχισε νὰ ὑφαίνει τὸ κακούργημα καὶ ’νὰ παρασκευάζει τὰ φάρμακα. Καὶ πρόσεχε τὸ κακότεχνο σόφι- σμα καὶ τὴ συμβουλὴ τοῦ πονη ροῦ. Λέει λοιπόν· Ἀφοῦ, βασιλιά μου, ἀπομακρύνεις ἀπὸ τὸ γιό σου ὅλους ὅσους εἶναι κοντά του καὶ τὸν ὑπηρετοῦν, διάταξε νὰ εἶναι διαρκῶς μαζί του, νὰ τὸν ὑπηρετοῦν, νὰ τρῶνε μαζί του καὶ νὰ τὸν συνα- ναστρέφονται γυναῖκες πολὺ όμορφες καὶ περικαλλεῖς καὶ στο- < λισμένες ὅσο γίνεται πιὸ θελκτικά. Ἐγὼ ἐν τῶ μεταξὺ θὰ στείλω σ’ αὐτὸν ἕνα ἀπὸ τὰ πνεύματα ποὺ εἶναι ταγμὲνα νὰ μὲ βοηθοῦν σ’ αὐτὰ τὰ ἔργα, καὶ θὰ τοῦ ἀνάψω πιὸ ἔντονη τὴ φωτιὰ τῆς ὴδο- νῆς. Μόλις λοιπὸν αὐτὸς βρεθεῖ μὲ μιὰ καὶ μόνο ἀπὸ αὐτες τὶς γυναῖκες, ἐὰν δὲν συμφωνήσει μὲ τὴ γνώμη σου γιὰ πάντα, ἐγὼ νὰ εἶμαι στὸ ἑξῆς γιὰ σενα ἀμελητέος καὶ ἄχρηστος, καὶ ἄξιος γιὰ πολὺ μεγάλες ποινὲς καὶ ὄχι τιμές. Γιατὶ τίποτε δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του νὰ προκαλεῖ καὶ νὰ θέλγει τοὺς λογισμοὺς τῶν ἁν- δρῶν τόσο, όσο τὸ πρόσωπο τῶν γυναικῶν. Ἀκουσε καὶ μιὰ δι- ήγηση ποὺ συνηγορεῖ σ’ αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30

Κάποιος βασιλιάς, ποὺ ὃὲν εἶχε ἁρσενικὸ παιδί, στενοχωριόταν, ὑπεφερε πολὺ ψυχικά, καὶ τὸ θεωροῦσε αὐτὸ ἀτύχημα μεγάλο. Ἐνῶ λοιπὸν βρισκόταν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση, γεννιὲται γιός, καὶ τοῦ βασιλιᾶ ἡ καρδιὰ γὲμῖσε χαρά. Ὅμως οἱ σοφοὶ γιατροί του τοῦ εἶπαν ὅτι, ἐὰν τὸ παιδὶ αὐτὸ μέχρι τὰ δώδεκα χρόνια του δεῖ τὸν ἦλιο ἢ φωτιά, θὰ χάσει γιὰ πάντα τὸ φῶς του· αὐτὸ τού- λάχιστον δείχνει ἡ κατάσταση τῶν ματιῶν του. Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλιάς, λέγεται ὅτι λάξευσε σὲ ἕνα βράχο ἕνα μικρὸ σπιτάκι σὰν σπηλιὰ καὶ ἐκεῖ ἔκλεισε καλὰ τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὶς τροφούς του, γῖὰ νὰ μὴ τοῦ δείξουν, μέχρι νὰ συμπληρώσει τὰ 371 δώδεκα χρόνια του, ποτὲ καμμῖά ἀκτίνα φωτός. Μετὰ τὴ συμ- πλήρωση τῶν δώδεκα χρόνων βγάζεί ἀπὸ τὸ σπιτάκῖ τὸ παιδὶ ποὺ δὲν εἶχε δεῖ καθόλου τὸν κόσμο καὶ διατάξει ὁ βασιλίάς νά τοῦ δείξουν τὰ πάντα, παρουσῖάζοντάς τα κατὰ γένος, τοὺς ἀν- δρες δηλαδὴ σὲ ἕνα μέρος, ἀλλοῦ τὶς γυναῖκες, ἀλλοῦ τὸ χρυσά- φί καὶ τὸ ἀσήμῖ, ἀλλοῦ τὰ μαργαριτάρια καὶ τὰ πολύτιμα πετρά- δία, τὰ πολυτελῆ καὶ ὡραῖα ἐνδύματα, τὰ ὡραιότατα ἅρματα μαζὶ μὲ τὰ βασιλικὰ ἄλογα, μὲ τὰ χρυσᾶ χαλῖνάρια καὶ τὰ πορφυρένια χαλῖά καὶ τοὺς ἱππεῖς πάνω σ’ αὐτὰ ποὺ ὁπλοφοροῦσαν, καθὼς καὶ τὶς ἀγέλες τῶν βοδῖῶν καὶ τὰ κοπάδια τῶν προβάτων. Καὶ γῖά νὰ συντομεύω, τὰ ἐδειχναν στὸ παιδὶ τοποθετημένα ὅλα στὴ σειρά. Ρωτώντας τὸ παιδὶ πῶς ὀνομάζεταί τὸ καθένα ἀπὸ αὐτά, οἱ ὑπασπίστές καὶ οἱ σωματοφύλακες τοῦ βασίλῖᾶ τοῦ ἐλεγαν τὸ ὄνομα τοῦ καθενός. Ὅταν ρώτησε νὰ μάθεῖ τὸ ὄνομα τῶν γυναι- κῶν, ὁ σωματοφύλακας τοῦ βασιλίᾶ εἶπε μὲ εύγένεῖα, ὅτι αύτές ὀνομάζονταί δαίμονες ποὺ παραπλανοῦν τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ καρδίά τοῦ παιδῖοῦ περίσσότερο ἀπὸ ὅλα ἐλκύσθηκε ἀπὸ τὸν πόθο ἐκείνων. ”Οταν λοιπόν, ἀφοῦ τὰ γύρῖσαν ὅλα, τὸ ἐπανέφε- ραν στὸ βασιλῖά ρώτησε ὁ βασίλῖάς ποῖό ἀπὸ ὅσα εἶδε του ἄρε- σε περισσότερο. Τί ἄλλο, λέεί τὸ παιδί, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς δαί- μονες ποὺ πλανεύουν τοὺς ἀνθρώπους Γῖατί ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶδα σήμερα κανένα ἄλλο δὲν ἐξήγειρε τὴν ψυχή μου τόσο, ὅσο ἡ ἐπιθυμία ἐκείνων. Καὶ ὁ βασῖλῖάς ἐκεῖνος θαύμασε γῖά τὸ λόγο τοῦ παῖδῖοῦ, καὶ τὸ πόσο τυραννῖκὸ πρᾶγμα εἶναι ὁ ἔρωτας τῶν γυναικῶν Καὶ σὺ λοιπὸν μὴ νομίζεις ὅτι θὰ ύποτάξεῖς μὲ ἄλλο τρόπο τὸ γῖό σου, παρὰ μόνο μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Ὁ βασιλιὰς δέχτηκε τὴν ὑπόδεῖξή του μὲ εὐχαρίστηση. Τοῦ ἔρχονται λοιπόν, ὕστερα ἀπὸ ἐπιλογή, κόρες ὡραῖες καὶ πανέμορφες, τὶς ὁποῖες στὸλῖσε καὶ μὲ κοσμήματα λαμπερά, καὶ τὶς ἔκανε πολὺ θελκτῖκές, καὶ βγάζοντας ἀπὸ τὸ παλάτι ὅλους τοὺς ἀκολούθους καὶ ύπηρὲτες τοῦ γίοῦ του, ἐγκατέστησε στὴ θέση τους ἐκεῖνες. Αύτές λοιπὸν ξεφύτρω- ναν τριγύρω του, τὸν ἀγκάλίαζαν, τὸν προκαλοῦσαν σὲ σῖχαμερῆ συν- ουσία, καὶ μὲ ὅλα τὰ καμώματα καὶ τὰ λόγια τους τὸν προέτρεπαν σὲ ἡδονή. Δέν εἶχε κανένα ἄλλον νὰ κοίτάξει ἢ νὰ μῖλήσεί ἢ νὰ γευματί- σει μαζί του’ γῖατὶ αύτές ἦταν γι’ αὐτὸ τὰ πάντα. Καὶ αὐτὰ βέβαια ἐκα- ’ 373 νε ὁ βασιλιάς. Ὁ Θευδᾶς πάλι, ἀφοῦ γύρισε σ’ ἐκεῖνο τὸ πονηρὸ σπήλαιο καὶ ἐσκυψε στὰ βιβλία τὰ ὁποῖα μποροῦσαν νὰ τὰ κάνουν αὐτά, καὶ ἀφοῦ κάλεσε ἕνα ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὸ ἔστειλε νὰ πο- λεμίσει τὸ στρατιώτη τῆς παρατάξεως τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζει ὁ ἅθλιος τί γελιοποίηση ὲπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ καὶ νὰ καταντροπιασθεῖ μαζὶ μὲ ὅλη τὴ δαιμονικὴ φάλαγγά του. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἀφοῦ πῆ- ρε μαζί του ἄλλα πιὸ πονηρὰ πνεύματα, μπαίνει στὸν κοιτώνα τοῦ γεν- ναίου παιδιοῦ καὶ ρίχνεται ἐπάνω του μὲ ὁρμή, ἀνάβοντας τὸ καμίνι τῆς σάρκας. Καὶ ὁ πονηρὸς βέβαια δαίμονας ἔκαιε ἀπὸ μέσα του, ενῶ οἱ ὡραῖες στὴν ἐμφάνσιη καὶ πολὺ δύσμορφες στὴν ψυχὴ κόρες, ἀπὸ ἔξω πρόσφεραν τὴν πονηρὴ ξυλεία. Ἡ καθαρὴ εκείνη ψυχὴ ὅμως αἰσθανόμενη τὴν ἑπίθεση τοῦ πονη- , ροῦ καὶ βλέποντας τὸν πόλεμο τῶν ἅτοπων λογισμῶν νὰ ἔρχεται ὁρμη- τικὰ ἐπάνω της, ταράχθηκε, καὶ ζητοῦσε νὰ βρεῖ λύση τοῦ τόσο μεγά- λου κακοῦ, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὸν ἑαυτό του καθαρὸ στὸ Χριστὸ καὶ νὰ μὴ λεκιάσει μὲ τὸ βοῦρκο τῶν παθῶν τὴν ἅγια ἐκείνη στολή, τὴν ὁποία τοῦ φόρεσε ἡ χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Ἀμέσως λοιπὸν στὸν ἔρωτα ἀντιτάσσει ἔρωτα, στὸν ἀκόλαστο τὸν θεϊκό, καὶ φὲρνει στὴ μνήμη του τὴν ὡραιότητα ἐκείνη καὶ τὴν ἀνέκφραστη δόξα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀθανάτου νυμφίου τῶν καθαρότατων ψυχῶν, καὶ τὸ νυφι- κὸ ἐκεῖνο δωμάτιο καὶ τὸν γάμο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο, ὅσοι λέρωσαν τὸ νυ- φικὸ χιτώνα, ρι’χνονται δεμένοι χειροπόδαρα στὸ σκοτάδι τὸ ἐξώτε- ροῙ. Ἐνῶ σκεφτόταν αὐτὰ καὶ γέμισε δάκρυα, χτυποῦσε τὸ στῆθος του, διώχνοντας ἀπὸ ἐκεῖ, σὰν κακοὺς κηφῆνες, τοὺς πονη ρους λογισμούς. Ἔπειτα σηκώθηκε καὶ ὑψώνοντας τὰ χέρια του στὸν οὐρανό, μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ στεναγμοὺς καλοῦσε τὸ Θεὸ σὲ συμμαχία καὶ ἔλεγε· Κύριε Παντοκράτορα, ὁ μόνος δυνατὸς καὶ σπλαχνικός, ἡ ἐλπί- δα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ βοήθεια αὐτῶν ποὺ εἶναι ἁβοήθητοι, θυμήσου ἐμὲνα τὸν ἅχρηστο δοῦλο σου τὴν ὥρα αὐτὴ καὶ κοίτα- ξε μὲ βλέμμα συμπονετικὸ καὶ γλίτωσε ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ ρομ- φαία τὴν ψυχή μου καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σκύλου τὴν μονάκριβή μουῖ, καὶ μὴ μὲ ἀφήσεις νὰ πεσω στὰ χε’ρια τῶν ἐχθρῶν μου, οὔτε νὰ χαροῦν αὐτοὶ ποὺ μὲ μισοῦν3· μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις, ὥστε 3. Ψαλμ. 34,19’ «μὴ ἐπιχαρείησάν μοι οἱ ἐχθραίνοντες μοι ἀδίκως». 375 νὰ καταστραφῶ μέσα σὲ ὰνομίες καὶ νὰ μολύνω τὸ σῶμα μου, τὸ ὁποῖο ὑποσχέθηκα νὰ σοῦ παρουσιάσω ἁγνό. Γιατὶ έσένα ποθῶ καὶ έσένα προσκυνῶ, τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦ- μα καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Καὶ ἀφοῦ πρόσθεσε τὸ Ἀμήν, αἰσθάνθηκε μιὰ θεϊκὴ ἁνακούφιση ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σ’ αὐτὸν καὶ ἄρχισαν οἱ πονηροὶ λογισμοὶ νὰ ὑποχωροῦν. Αὐτὸς ὅμως ἔμεινε προσευχόμενος μέχρι τὸ πρωί. Καὶ ἐπειδὴ κατάλαβε τὶς μηχανορραφίες τοῦ διαβόλου, ἅρχισε νὰ καταπο- νεῖ περισσότερο τὸ σῶμα μὲ τὴ στέρηση τροφῆς καὶ τὴ δίψα, καὶ μὲ ἄλλες ταλαιπωρίες, κάνοντας όλονύκτιες όρθοστασίες, θυμίζοντας στὸν ἑαυτό του τὶς ὁμολογίες ποὺ ἔκανε πρὸς τὸ Θεό,ὑπογραμμίζοντας στὸ λογισμό του τὴν ἐκεῖ λαμπρότητα τῶν δικαίων καὶ ἑξιστορώντας μὲ ζωντάνια τὴ γέεννα ποὺ περιμένει τοὺς κακούς· καὶ ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴ βρεῖ τὴν ψυχή του ὁ ἐχθρὸς ἀργόσχολη καὶ χαλαρὴ καὶ σπείρει κρυφὰ σ’ αὐτὴν εὔκολα πονηροὺς λογισμοὺς καὶ συσκοτίσει τὴν καθα- ρότητα τῆς διάνοιάς του. Εὑρίσκόμενος λοιπὸν ὁ ἐχθρὸς ἀπὸ παντοῦ σὲ ἀμηχανία καὶ ὰδυνατώντας νὰ καταβάλει τὸν γενναῖο, χρησιμοποιεῖ ὁ τρομερὸς ἄλλη ἀπάτη πιὸ περίπλοκη, αὐτὸς ποὺ εἶναι πάντοτε πονη- ρὸς καὶ δὲν παραιτεῖται ποτὲ ἀπὸ τοὺ νὰ μηχανεύεται τεχνάσματα καὶ νὰ βλάπτει. Καταβλήθηκε λοιπὸν κάθε εἴδους προσπάθεια γιὰ νὰ έκτελέσει ὅσα τοῦ παράγγειλε ὁ Θευδᾶς. Καὶ ἔτσι πάλι ἑτοιμάζει τὰ φάρμακά του. Μπῆκε λοιπὸν μέσα σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς νέες ἐκεῖνες, ποὺ ἦταν ἡ πιὸ ὄμορφη ἀπὸ όλες, ἡ ὁποία ἦταν θυγατέρα βασιλιᾶ καὶ αἰχμάλωτη ποὺ έξορίσθηκε ἀπὸ τὴν πατρίδα της καὶ ὸδηγήθηκε στὸν Ἀβενὴρ σὰν τὸ μεγαλύτερο δῶρο· αὐτήν, ἐπειδὴ ἦταν πάρα πολὺ ὡραία, τὴν εἶχε στεί- λει ὁ πατέρας του γιὰ νὰ κάνει τὸ γιό του νὰ όλισθήσει καὶ νὰ ὑποσκε- λισθεῖ. Σ’ αὐτὴν λοιπὸν μπαίνει κρυφὰ ὁ ἀπατεῶνας καὶ τῆς ὑπαγορεύ- ει λόγια ποὺ νὰ δείχνουν καθαρὰ ὅτι συλλογίζεται σοφὰ καὶ συνετά. Γ ιατὶ ὁ πονηρὸς χρησιμοποιεῖ εὔκολα ὅλα τὰ τεχνάσματα γιὰ τὸ κακό. Ἔπειτα, πέφτοντας μὲ ὁρμὴ ἀπὸ τὰ δεξιὰ στὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ, τοῦ ἐμπνέει ἔρωτα γιὰ τὴν κόρη, ἐπειδὴ δῆθεν εἶναι μυαλωμένη καὶ σεμνή, καὶ μὲ τὸ αἰτιολογικὸ ὅτι, ἐνῶ κατάγεται ἀπὸ τόσο εὐγενική καὶ βασι- λικὴ τάξη, στερεῖται καὶ τὴ δόξα καὶ τὴν πατρίδα της. Κοντὰ σ’ αὐτὰ ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑ] ΙΩΑΣΑΦ 377 τοῦ ὑπαγορεύει καὶ τὴ σκέψη νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν μανία τῶν εἰ- δώλων καὶ νὰ τὴν κάνει Χριστιανή. νΟλα αὐτὰ ὅμως ἦταν τεχνάσματα τοῦ δόλιου δράκοντα. Γιατὶ ὄντας ἔτσι προδιατεθειμὲνος ψυχικὰ ὁ γιὸς γοῦ βασιλιᾶ καὶ μὴ βλέπο- ντας κανένα λογισμὸ ἀκάθαρτο ἢ ἐμπαθῆ ἔρωτα νὰ κινεῖται μέσα του πρὸς τὴν κόρη, παρὰ μόνο συμπάθεια καὶ συμπόνια γιὰ τὴ συμφορά της καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς της, δὲν κατάλαβε ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεση ἦταν τέχνασμα δαιμονικό, διότι πραγματικὰ ἐκεῖνος εἶναι σκοτάδι καὶ προσποιεῖται τὸ φῶς4. Μόλις λοιπὸν ἅρχισε νὰ μιλάει στὴν κόρη ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ καὶ νὰ τῆς λέει τὰ λόγια τῆς θεογνωσίας, ὅπως Γνώρισε, γυναῖκα, τὸ Θεὸ ποὺ ζεῖ στοὺς αἰῶνες καὶ μὴ κατα- φθείρεσαι μὲ αὐτὴ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, ἀλλὰ γνώρισε τὸν χισμένη νυμφευόμενη μὲ τὸν ἀθάνατο νυμφίο- Καὶ ἐνῶ αὐτὸς τὴ νουθετοῦσε μὲ πολλὰ παρόμοια, ἀμέσως τὸ πονη ρὸ πνεῦμα ὑπαγορεύει στὴ γυναῖκα νὰ ἁπλώσει τὰ δολώματα τῆς ἀπάτης καὶ νὰ παρασύρει στὸ βόθρο τῆς ἐμπάθειας τὴ θεοφιλῆ ἐκείνη ψυχή, ὅπως ἑκριβῶς ἔκανε κάποτε καὶ στὸ γενάρχη μὲ τὴν Εὕα, ἐξορίζοντάς τον ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλίμονο, κατὰ τρόπο ταλαιπω- ρο, καὶ προετοιμάζοντάς τον νὰ γίνει ἔνοχος θανάτου ἀντὶ τῆς μακά- ριας καὶ ἀθάνατης ζωῆς. Μόλις δηλαδὴ ἄκουσε ἡ κόρη τὰ γεμᾶτα κάθε σοφία λόγια ἐκεῖ- να, ἐπειδὴ ἦταν ἁνόητη, δὲν κατάλαβε, ἀλλὰ ἐδωσε τὶς ἑξῆς ἀπαντή- σεις, ἀφοῦ εἶχε γινει γλώσσα καὶ στόμα τοῦ πονηροῦ, καὶ ειπε Εάν, δεσπότη μου, ἐνδιαφὲρεσαι γιὰ τὴ σωτηρια μου καὶ προσ- παθεῖς νὰ μὲ ὁδηγήσεις στὸ Θεό σου καὶ νὰ σώσεις τὴν ταπει- νὴ ψυχή μου, κάνε μου καὶ σὺ μιὰ χάρη, καὶ τότε, ἀφοῦ ἀπαρνη- θῶ ἀμεσως ὅλους τοὺς πατροπαράδοτους Θεούς μου, θὰ συντα- χθῶ μὲ τὸ δικό σου Θεό, λατρεύοντάς τον μέχρι τὴν τελευταία πνοή μου, καὶ θὰ ἀμειφθεῖς γιὰ τὴ σωτηρία μου καὶ τὴν ἐπιστρο- φή μου στὸ Θεό. ’Ότανἐκεῖνος ρώτησε· Ποιά εἶναι ἡ ἀξίωσή σου, γυναίκα; Ἐκείνη, ἀφοῦ ἅλλαξε καὶ τὴ στάση καὶ τὸ βλέμμα καὶ τὰ λόγια της καὶ ὁλόκληρο τὸν ἕαυτό της, ὥστε νὰ γίνει θελκτική, εἶπε· ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑ] ιΩΑΣΑΦ 379 Νυμφέψου μὲ καὶ ἐγὼ μὲ χαρὰ θὰ ἀκολουθήσω τὶς προσταγές σου. Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε· ”Αδικα, γυναίκα, μοῦ πρότεινες τόσο δύσκολη ἀξίωση· γιατὶ ἐν- διαφέρομαι βέβαια πολὺ γιὰ τὴ σωτηρία σου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σὲ βγάλω ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς ἀπωλείας, τὸ νὰ μολύνω ὅμως τὸ σῶμα μου μὲ αίσχρὴ ἐπαφὴ μοι’) εἶναι πολὺ βαρὺ καὶ ἐντελῶς ὰδύνατο. Ἐκείνη ὅμως ἐξομαλύνοντας σ’ αὐτὸν τὸ δρόμο καὶ κάνοντάς τὸν τε- λείως ὸμαλὸ τοῦ λέει· Γιατί τὰ λές αὐτὰ σὺ ποὺ εἶσαι γεμᾶτος σοφίας Γιατὶ ὀνόμασες μολυσμὸ τὸ γάμο καὶ αἰσχρὴ ἐπαφῆς Διότι κι ἐγὼ δὲν ἀγνοῶ τὰ χριστιανικὰ βιβλία· ἀλλὰ στὴν πατρίδα μου διάβασα πολλὲς δέλ- τους καὶ ἄκουσα πολλοὺς Χριστιανοὺς νὰ μιλοῦν. Δέν εἶναι γραμμένο λοιπὸν σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ βιβλία σας, ὅτι «ὁ γάμος εἶ- ναι ἔντιμος καὶ τὸ συζυγικὸ κρεββάτι ἀμόλυντο»5; καὶ ὅτι «εἶναι καλύτερα νὰ παντρεύεται κανεὶς παρὰ νὰ καίεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυ- μία»6·, καὶ «ἐκεῖνα ποὺ ὁ Θεὸς τὰ ἕνωσε, ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ τὰ χωρίζει»7; Δὲν διδάσκουν οἱ Γραφές σας ὅτι ὅλοι οἱ παλιοὶ δί- καιοι, πατριάρχες καὶ προφῆτες, ἦταν παντρεμένοι; Ἐκεῖνος ὁ Πέτρος, τὸν ὁποῖο λέτε ὅτι ἁνεδείχθηκε καὶ σὲ κορυφαῖο μεταξὺ τῶν ἀποστόλων, δὲν εἶναι γραμμένο ὅτι εἶχε γυναίκα; Σὲ ποιούς λοιπὸν πείθεσαι ἐσὺ καὶ τὸ ὀνομάζεις αὐτὸ μολυσμό; Μοῦ φαί- νεται, δεσπότη μου, ὅτι ἔχεις ἐκτραπεῖ πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῶν δογμάτων σας. Ἐκεῖνος τῆς λέει· Ναί, γυναίκα, ἔτσι εἶναι ὅλα αὐτά, ὅπως εἶπες. Γιατὶ ἐπιτρέπεται σ’ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ παντρευθοῦν, ὄχι ὅμως σ’ ἐκείνους που ὑποσχὲθηκαν στὸ Χριστὸ ὅτι θὰ μείνουν μιὰ γιὰ πάντα παρ- θένοι. Γιατὶ ἐγώ, ἀπὸ τότε ποὺ καθαρίσθηκα μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ θείου βαπτίσματος, υποσχέθηκα νὰ παρουσιάσω τὸν ἑαυτό μου καθαρὸ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα τῆς νιότης καὶ τῆς ἅγνοιάς μου· πῶς τώρα νὰ τολμήσω νὰ διαλύσω αὐτὰ ποὺ ὡμολόγησα στὸ Θεὸς Τοῦ εἶπε πάλι ἡ γυναίκα· ’Ἄς γίνει καὶ τὸ θέλημά σου αὐτὸ ὅπως θέλεις· ἀλλὰ κάνε μου μιὰ ἄλλη μικρὴ καὶ μηδαμινὴ ἐπιθυμία μου, ἐὰν βέβαια πραγμα- 381 τικὰ θέλεις νὰ σώσεις τὴν ψυχή μου. Κοιμήσου μαζί μου αὐτὴ τὴ νύχτα καὶ μόνο, καὶ κάνε μὲ νὰ ἀπολαύσω τὴν ὀμορφιά σου, χορ- , ταίνοντας καὶ σὺ τὴ δική μου ὡραιότητα. Καὶ σοῦ δίνω τὸ λόγο μου, ὅτι μόλις ξημερώσει θὰ γίνω Χριστιανὴ καὶ θὰ ἀποφύγω κάθε λατρεία τῶν θεῶν. Καὶ ὄχι μόνο θὰ τύχεις συγχωρήσεως γι’ αὐτή σου τὴν ὑποχώρηση, ἀλλὰ καὶ ἀνταπόδωση δωρεῶν ἐκ ἁ μέρους τοῦ Θεοῦ σου, ἐξαιτίας τῆς δικῆς μου σωτηρίας. Γιατὶ ἠ Γραφή σου λέει, «γίνεται χαρὰ στὸν ουρανὸ γιὰ ἕνα ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ»8. Ἐὰν λοιπὸν γίνεται χαρὰ στὸν οὐρανὸ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ ἐνὸς ἁμαρτωλοῦ, σ’ αὐτὸν ποὺ προκάλεσε τὴν ἑπι- ’ στροφὴ δὲν ὀφείλεται μεγαλύτερη ἀμοιβή; Ναί, ἔτσι εἶναι καὶ μὴ ἀμφιβάλλεις. Δὲν ἐκαναν πολλὰ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς θρη- σκείας ἀπόστολοι, κατ’ οἰκονομίαν, παραβαίνοντας μερικὲς φο- ’ ρὲς κάποια ἐντολή, ἐξαιτίας ἄλλης μεγαλύτερης ἐντολῆς Δὲν λέγεται ὅτι ὁ Παῦλος ἔκανε περιτομὴ στὸν Τιμόθεο9, ἐξαιτίας ἀνώτεροι) σκοποῦ; ’Ἂν καὶ ἡ περιτομὴ θεωρήθηκε παράνομη γιὰ τοὺς Χριστιανούς· καὶ ὅμως ἐκεῖνος δὲ ἀπέφυγε νὰ τὸ κάνει. Θὰ , βρεῖς καὶ πολλὰ παρόμοια στὶς Γραφές σου. Ἐὰν λοιπὸν πραγμα- τικά, ὅπως λὲς, θέλεις νὰ σώσεις τὴν ψυχή μου, ίκανοποίησε αὐτὴ τὴ μικρή μου ἐπιθυμία. Καὶ ἐγώ, ἂν καὶ θέλω νὰ ενωθῶ μαζί σου μὲ πλήρη ἕνωση γάμου, ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι καὶ δική σου ἐπιθυμία, δὲν σὲ ἐξαναγκάζω πλέον, κάνοντας ὅλα ὅσα σοῦ ἀρέσουν· καὶ σὺ λοιπὸν μὴ μὲ σιχαθεῖς ἐξ ὁλοκλήρου, ἀλλά, ὑποχωρώντας μιὰ φορὰ σ’ αὐτό, θὰ μὲ σώσεις γλιτώνοντάς με ἀπὸ τὴ δεισιδαίμονα πλάνη, καὶ θὰ τηρήσεις στὸ ἑξῆς σ’ ὁλό- κληρη τὴ ζωή σου ὅσα ἔχεις διδαχθεῖ. Μιλώντας ἔτσι (γιατὶ εἶχε τὸν ὑποβολέα, στὸν ὁποῖο ἔτεινε κρυφὰ τὰ αὐτιά της, καὶ ὁ ληστὴς γνώριζε καὶ τὶς Γραφὲς, ὁ πραγματικὸς δημιουργὸς καὶ δάσκαλος τῆς κακίας), λέγοντας λοιπὸν τέτοια καὶ χαϊδεύοντάς τον καὶ τυλίγοντάς τον μὲ δίχτυα καὶ παγίδες ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἀριστερά, ἄρχισε νὰ σείει ἀπὸ τὰ θεμέλια τὸν πύργο τῆς ψυ- χῆς του, νὰ χλαρώνει τὸν τόνο τῆς προθέσεώς του καὶ νὰ κάνει πιὸ ἐν· δοτικὴ τὴ στάση του. Ὁ σπορὲας ὅμως τῆς κακίας καὶ ἐχθρὸς τῶν δι- καίων, βλέποντας νὰ κλονίζεται ἡ καρδιά του, γεμᾶτος χαρά, φωνάζει 383 ὰμέσως τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας ποὺ εἶχαν πάει μαζί του, κραυγάζο- ντας· Βλέπετε ὅτι ἡ κόρη αὐτὴ ἀγωνίζεται νὰ φέρει εἰς πέρας αὐτὰ ποὺ δὲν μπορέσαμε νὰ κάνουμε ἐμεῖς. Ἐλᾶτε λοιπὸν νὰ πέσουμε ὁρ- μητικὰ ἐπάνω του· γιατὶ δὲ θὰ βροῦμε ἄλλη εὐκαρία τόσο κατάλ- ληλη νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸ θέλημα αὐτοῦ ποὺ μᾶς ἔστειλε. Ἀφοῦ συζήτησε αὐτὰ ὁ δόλιος μὲ τὰ σκυλιά του, ἐπιτίθενται στὸ στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀφοῦ τοῦ τάραξε όλες τὶς ψυχικές του δυ- νάμεις, τοῦ ἔβαλε δυνατὸ ἔρωτα πρὸς τὴν κόρη καὶ τοῦ ἄναψε δυνατὴ φωτιὰ ἐπιθυμίας. Ἐκεῖνος πάλι, βλέποντας τὸν ἑαυτό του νὰ καίεται δυνατὰ καὶ νὰ παρασύεται πρὸς τὴν ἁμαρτία, καὶ οἱ λογισμοί του τὴ σωτηρία τῆς κόρης καὶ τὴν ἐπιστροφή της στὸ Θεὸ νὰ τὴ βάζουν σὰν δόλωμα σὲ ἁγκίστρι γιὰ τὴν προκειμένη πράξη, καὶ νὰ τὸν ἐνοχλοῦν, “ μὲ τὴν ὑποβολὴ τοῦ ἐχθροῦ, ὅτι τάχα δὲν εἶναι ἁμαρτία, γιὰ τὴ σωτηρία μιᾶς ψυχῆς, νὰ κοιμηθεῖ μιὰ φορὰ μὲ γυναίκα, στενάζοντας ἀπὸ ἀμηχανία καθὼς κάτι βαθειὰ στὴν ψυχή του εἶχε λειώσει, ἐντείνει τὶς δυνάμεις του ἀμέσως σὲ προσευχὴ καὶ χύνοντας ἄφθονα δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του, φώναζε πρὸς ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ σώσει ὅσους ἔχουν ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτόν. Κύριε, σὲ σένα ἐλπίζω· ἃς μὴ καταντροπιαστῶ στὸν αἰώναῖθ, οὔτε νὰ γίνω περίγελως τῶν ἐχθρῶν μουΗ, ἐγὼ ποὺ κρατιέμαι ἀπὸ τὸ δεξί σου χέρι· ἀλλὰ συμπαραστάσου μὲ κατὰ τὴν ὥρα αὐτή, καὶ κατεύθυνε τὰ βήματά μου σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σουΙΖ, γιὰ νὰ δοξασθεῖ τὸ ἔνδοξο καὶ φοβερὸ ὄνομά σου σὲ μένα τὸν δοῦλο σου, γιατὶ εἶσαι εὐλογημένος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν, Ἀφοῦ προσευχήθηκε γιὰ ἀρκετὲς ὦρες μὲ δάκρυα καὶ γονυκλισίες πολλές, ξάπλωσε στὸ δάπεδο, καὶ ἀφοῦ κοιμήθηκε γιὰ λίγο, βλέπει τὸν ἑαυτό του νὰ ἁρπάζεται ἀπὸ κάποιους φοβεροὺς καὶ νὰ περιέρχε- ται τόπους τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε δεῖ ποτὲ καὶ φθάνοντας σὲ κάποια πολὺ μεγάλη πεδιάδα, ἡ ὁποία ἦταν γεμάτη ὡραῖα καὶ εὐώδη ἄνθη, έβλεπε φυτὰ κάθε εἴδους καὶ ποικιλίας, γεμᾶτα ἀπὸ καρποὺς παράξε- νους καὶ θαυμάσιους, ὡραίους στὴ θέα καὶ ἑλκυστικους στὴν ἁφή. Τὰ φύλλα τῶν δένδρων ἀντηχοῦσαν ἁπαλὰ καὶ μελωδικὰ μὲ κάποια λεπτὴ αὔρα καὶ καθὼς κουνιόνταν σκόρπιζαν μιὰ ὰκόρεστη καὶ πολὺ θελκτι- κὴ εὐωδιά. ’Υπῆρχαν ἐκεῖ καὶ θρόνοι κατασκευασμένοι ἀπὸ καθαρὸ 385 χρυσάφι καὶ πολύτιμα πετράδια, ἀφήνοντας μιὰ ὑπέροχη λάμψη, καὶ ἁνάκλιντρα μὲ κάτι ἀσυνήθιστα στρώματα, πού, στολισμὲνα μὲ κάλ- λος, ξεπερνοῦσαν κάθε περιγραφή. Ἔτρεχαν ἐπίσης καὶ νερὰ κρυ- στάλλινα ποὺ χαιρόσουν νὰ τὰ βλέπεις. Ἀφοῦ οἱ φοβεροὶ ἐκεῖνοι τὸν ὁδήγησαν μέσω *τῆς Θαυμάσιας ἐκείνης καὶ μεγάλης πεδιάδας, τὸν ἐφεραν μέσα σὲ μιὰ πόλη ποὺ ἀκτινοβολοῦσε μιὰ ἁπερίγραπτη λάμψη, ἔχοντας τὰ τείχη της ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι, ἐνῶ τὶς ἐπάλξεις καμωμέ- νες ἀπὸ πέτρες ποὺ κανεὶς ποτὲ δὲν εἶχε δεῖ. Πράγματι ποιὸς θὰ μο- ροῦσε νὰ μιλήσει γιὰ τὴν όμορφιὰ καὶ τὴ χάρη ἐκείνης τῆς πόλεως”3; Φῶς ποὺ κατέβαινε ἀπὸ πάνω μὲ πυκνὲς ἀκτῖνες γέμιζε ὅλες τὶς πλα- τεῖες της, καὶ κάποιες φτερωτὲς στρατιές, ποὺ ἡ κάθε μιὰ ἦταν γι’ αὑ- τὴν φῶς, βρίσκονταν σ’ αὐτήν, ψάλλοντας κάποια μελωδία ποὺ δὲν εἶχε ἀκουόθεῖ ποτὲ σὲ ἀνθρώπινη ἀκοή. Ἀκουσε καὶ μιὰ φωνὴ ποὺ ’ἐλεγε- Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁναψυχὴ τῶν δικαίων, αὐτὴ εἶναι ἡ εὐφροσύνη ἐκείνων ποὺ εὐαρέστησαν τὸν Κύριο. Βγάζοντάς ’τον ἀπὸ ἐκεῖ οἱ φρικτοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, ἐλεγαν ὅτι θὰ τὸν φέρουν πίσω. Ἐκεῖνος ὅμως θαμπωμένος’ απὸ ἐκείνη τὴν εὐχαρίστηση καὶ χαρά, ἐλεγε- Μὴ μοῦ στερήσετε, σᾶς ἱκετεύω, μὴ μοῦ στερήσετε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὰπερίγραπτη χαρά, ἀλλὰ αφῆστε μὲ καὶ μένα νὰ διαμένω σὲ μιὰ γωνία αὐτῆς τῆς τόσο μεγάλης πόλεως. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἐλεγαν· Εἶναι ἁδύνατο νὰ μείνεις ἐδῶ τώρα. Ἐδῶ θὰ ἐρθεις μὲ πολὺ κόπο καὶ ἱδρώτα, ἐὰν πιέσεις τὸν ἐαυτό σου. Αὐτὰ εἶπαν καί, ἀφοῦ διέσχισαν πάλι τὴν τεράστια πεδιάδα, τὸν μετέ- φεραν σὲ τόπους σκοτεινοὺς καὶ γεμάτους μὲ κάθε ἀηδία, ποὺ εἶχαν τὴ λύπη ἀντίστοιχη πρὸς τὴ χαρὰ ποὺ εἶχε δεῖ. Γιατὶ ὑπῆρχε σκοτάδι πυ- κνὸ ἐντελῶς μελαγχολικὸ καὶ ὅλα ἦταν γεμᾶτα θλίψη καὶ ἀναταραχή. - Ἐκεῖ ὑπῆρχε καμίνι ἀναμμένο ποὺ ἐβγαζε φλόγες φωτιᾶς· ὑπῆρχε ἀκό- μα ἐκεῖ καὶ ἕνα βασανιστικὸ εἶδος σκουληκιῶν ποὺ σέρνονταν. Στὸ καμίνι στέκονταν δυνάμεις ἐκδικητικές καὶ μερικοὶ ποὺ κατακαίονταν ὰλύπητα ἀπὸ τὴ φωτιά. Ἀκουόταν καὶ μιὰ φωνὴ ποὺ ἐλεγε· Αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος τῶν ἁμαρτωλῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ κόλαση ἐκεί- νων ποὺ μόλυναν τοὺς ἑαυτούς τους μὲ αἰσχρὲς πράξεις. 387 Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὸν έβγαλαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐκεῖνοι ποὺ τὸν εἶχαν βάλει μέσα. ιὈταν συνῆλθε, ἦταν τρομαγμένος, καὶ δάκρυα σὰν ποτάμι ἐτρε- χαν ἀπὸ τὰ μάτια του. ’Ὀλη ἡ ὸμορφιὰ τῆς ἀκόλαστης ἐκείνης κόρης καὶ τῶν ἄλλων τοῦ φαινόταν πιὸ βρωμερὴ ἀπὸ βοῦρκο καὶ σαπιλα. Πε- ριστρέφοντας στὴν ψυχή του τὴν ἀνάμνηση ὅσων εἶχε δεῖ, ἀπὸ τὸν πόθο τῶν ἀγαθῶν καὶ τὸ φόβο τῶν θλιβερῶν ἐκείνων, ἔμενε ξαπλωμέ- νος στὸ κρεββάτι, μὴ μπορώντας νὰ σηκωθεῖ. Ἀναφέρθηκε τότε στὸ βασιλιὰ ἡ ἀρρώστια τοῦ γιοῦ του. Αὐτὸς πῆγε ἐκεῖ καὶ τὸν ρωτοῦσε τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοῦ συνέβηκε. Ἐκεῖνος τότε τοῦ διηγήθηκε ὅσα εἶδε, καὶ εἶπε· «Γιατὶ ἑτοίμασες παγίδα στὰ πόδια μου καὶ θέλησες νὰ λυγίσεις τὴν ψυχή μου;»ῖ4. Γιατί, ἂν δὲ μὲ βοηθοῦσε ὁ Κύριος, παραλίγο θὰ κατοικοῦσε ἡ ψυχή μου στὸν ἅδη. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ - εἶναι πολὺ καλὸς σὲ ὅσους ἔχουν καθαρὴ καρδιάῖ5, ὁ ὁποῖος γλί- τωσε καὶ τὴ δική μου ταπείνωση μέσα ἀπὸ τὰ λιονταράκια. Γιατῖ κοιμήθηκα ταραγμένοςῖῦ, ἀλλὰ μὲ ἑπισκέφθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Θεός μου καὶ Σωτήρας μου καὶ μοῦ ἔδειξε ἀπὸ ποιά ἀγαθὰ στέ- ρησαν τοὺς ἑαυτούς τους ὅσοι τὸν ἐξοργίζουν, καὶ ποιῶν βασα- νιστηρίων ἕνοχους ἔκαναν τοὺς ἑαυτούς τους. ’ Καὶ τώρα, πατέρα μου, ἐπειδὴ βούλωσες τὰ αὐτιά σου γιὰ νά μὴ ἀκούσεις τὴ φωνή μου, ποὺ σοῦ έπανσλάμβανε τὰ ἀγαθά, μὴν ἐμποδίζεις τούλάχιστον ἐμένα νὰ ἀκολουθήσω τὸν ἴσιο δρόμο. Διότι αὐτὸ ποθῶ, αὐτὸ ἐπιθυμῶ διακαῶς, νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ ὅλα καὶ νὰ πάω στοὺς τόπους ὅπου κατοικεῖ ὁ ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ Βαρλαὰμ, καὶ νὰ διανύσω μαζὶ μ’ αὐτὸν τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου. Έάν θελήσεις μὲ τὴ βία νὰ μὲ κρατήσεις, πολὺ γρήγορα θὰ μὲ δεῖς ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν στενοχώρια νεκρό, καὶ ἔτσι οὔτε εσυ θά ὁναμάζεσαι στὸ ἑξῆς πατέρας, οὔτε θὰ μὲ ἔχεις παιδί σου πιά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31

Πάλι λοιπὸν κατέλαβε τὸ βασιλιὰ κατήφειαῖ, πάλι κατηγοροῦσε ὅλη τὴ ζωή του, καὶ στρέφοντας δεινὰ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, γύρισε στὸ παλάτι του. Τὰ πονηρὰ πνεύματα ὅμως, ποὺ εἶχαν σταλεῖ ἀπὸ τὸ Θευ- 16. Ψαλμ. 56,5. 1. Ψαλμ. 118,53. 389 δᾶ ἐναντίον τοῦ ἀγαθοῦ παιδιοῦ, γυρίζοντας σ’ αὐτὸν καταντορπιασμέ- να ὁμολόγησαν τὴν ἧττα τους, ἂν καὶ ἁγαποῦν τὸ ψέμα· γιατὶ στὸ πο- νηρὸ πρόσωπό τους ἕφεραν φανερὰ δείγματα τῆς ἧττας τους. Καὶ ἐκεῖνος εἶπε πρὸς αὐτά· Τόσο ἀδύναμα καὶ ταλαίπωρα εἶστε, ὥστε νὰ μὴ νικήσετε ἕνα μειράκιοέ Τότε τὰ πονηρὰ πνεύματαῇ ποὺ τιμωροῦνταν ἀπὸ θεῖκὴ δύναμη, ἔφε- ραν χωρὶς νὰ θέλουν τὴν ἀλήθεια στὸ φῶς, λέγοντας· Δὲν ἀντέχουμε οὔτε νὰ ἀντικρύσουμε γενικὰ τὴ δύναμη τοῦ Χρι- στοῦ καὶ τὸ σύμβολο τοῦ πάθους του, τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν σταυ- ρό. Γιατί, ὅταν σχηματίζεται ἐκεῖνο, σπεύδουμε μ’ ὅλη τὴ δύνα- μή μας νὰ φύγουμε συνωθούμενοι ὅλοι οἱ ἄρχοντες τοῦ ἀέρα καὶ . οἱ κοσμοκράτορες τοῦ σκοταδιοῦ, πρὶν ἀκόμα προλάβει αὐτὸ νὰ σχηματισθεῖ. Ἔτσι καὶ τὸν νὲον αὐτὸν πὲφτοντας ἐπάνω του τὸν ταράξαμε τρομερά, ἐκεῖνος ὅμως κάλεσε τὸ Χριστὸ σὲ συμμαχία καὶ ὁπλίζοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ἐμᾶς μᾶς ἁπώθησε μὲ ὀργὴ καὶ τὸν ἑαυτό του τὸν ἐξασφάλισε. Χωρὶς νὰ χρονοτριβήσουμε λοιπόν, βρήκαμε ἕνα ὄργανο, μὲσω τοῦ ὁποίου ὅταν κάποτε μίλησε ὁ ἄρχοντάς μας καὶ στὸν πρωτό- πλαστο, τὸν ὑπέταξε. Δὲν ὑπολογίσαμε ὅμως τὴν καινούργια ἑλ- πίδα τοῦ νέου· ἔτσι κλήθηκε πάλι ὁ Χριστὸς σὲ βοήθεια, καὶ κα- τακαίοντάς μας μὲ τὴ φωτιὰ τῆς θεῖιςῆς ὀργῆς του, μᾶς ἔτρεψε σὲ φυγή. Ἔτσι ἀποφασίσαμε νὰ μὴ τὸν ξαναπλησιάσουμε πιά. , Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ λοιπὸν τὰ πονηρὰ πνεύματα ἔκαναν μὲ σαφήνεια ’ γνωστὰ στὸ Θευδᾶ ὅσα ἔγιναν. Ὲν τῶ μεταξὺ ὁ βασιλιάς, εὑρισκόμε- νος ἀπὸ παντοῦ σὲ ἀμηχανία, προσκαλεῖ πάλι τὸ Θευδᾶ καὶ τοῦ λέει’ ’Ἂν καὶ κάναμε ὅσα εἶπες, σοφώτατε, δὲ βρήκαμε καμμιὰ ὡφε- λεια· τώρα λοιπόν, ἐὰν σοῦ ὰπέμεινε καμμιὰ ἄλλη σκέψη, νὰ τὴ δοκιμάσουμε ιςι αὐτήν, μήπως βρῶ κάποια λύση τοῦ κακοῦ. Ἐπειδὴ ὁ Θευδᾶς ζήτησε νὰ μιλήσει μὲ τὸ γιό του, πρωὶ πρωὶ τὸν παίρνει μαζί του ὁ βασιλιὰς καὶ πηγαίνει νὰ ἑπισκεφθεῖ τὸ γιό του. Ἀφοῦ κάθισε ὁ βασιλιὰς ἄρχισε νὰ μιλάει, κατηγορώντας καὶ ἐπι- πλήττοντας τον γιὰ τὴν ἀνυπακοὴ καὶ ἰσχυρογνωμοσύνη του. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος βεβαίωνε πάλι τὰ ἴδια καὶ φώναζε ὅτι δὲν προτιμᾶ τίποτε 391 ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μπαίνοντας στὴ μέση ὁ Θευ- δᾶς εἶπε· Τί ἔχεις, Ἰωάσαφ, νὰ κατηγορήσεις τοὺς ἀθάνατους θεούς μας, έξαιτίας τοῦ ὁποίου έγκατέλειψες τὴ λατρεία τους καί, ἐξοργίζο- ντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν πατέρα σου καὶ βασιλιά, ἔγινες μι- σητὸς σ’ ὅλο τὸ λαό; Δὲν ἔχεις ἀπὸ αὐτοὺς τὴ ζωή; Δὲν ’σὲ ἔδω- σαν αὐτοὶ στὸν πατέρα σου, εἰσακούοντας τὴν προσευχή του καὶ λυτρώνοντάς τον ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἀτεκνίας, Ένῶ ὅμως αὐτὸς ποὺ γέρασε μέσα στὴν ἁμαρτία πρόβαλλε πολλὲς ἀνοησίες καὶ ἀνωφελῆ ἐπιχειρήματα, καὶ συρράπτοντας διάφορους συλλογισμοὺς γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, θέλοντας ἀφ’ ἑνὸς νὰ τὸ χλευάσει καὶ ἀφ’ έτέρου νὰ προβάλει τὰ εἴδωλα, διακόπτοντάς τον , γιὰ λίγο ὁ υἱὸς τῆς οὐράνιας βασιλείας καὶ πολίτης τῆς πόλεως ἐκείνης τὴν ὁποία ἵδρυσε ὁ Κύριος καὶ ὄχι ἄνθρωπος, λέει στὸ Θευδᾶ; ”Ακουσε, βυθὲ τῆς πλάνης καὶ πιὸ σκοτεινὲ ἀπὸ τὸ χειροπιαστὸ σκοτάδι, σπέρμα τῆς Βαβυλώναςῖ, ὰπόγονε τῆς Χαλανικῆς πυρ- γοποιΐας3, μὲ τὴν ὁποία ἔπαθε σύγχυση ὁ κόσμος, ἀνόητε καὶ ἄθλιε γέροντα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἡ Πεντάπολη, ποὺ κάηκε μὲ φωτιὰ καὶ θειὰφι, εἶχε λιγὸτερα ἁμαρτήματα. Γιατὶ προσπαθεῖς νὰ εἰ- ρωνευθεῖς τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας, μὲ τὴν ὁποία φωτίσθηκαν τὰ σκοτεισμένα, μὲ τὴν ὁποία βρῆκαν τὸ δρόμο ὅσοι πλανήθη- καν, μὲ τὴν ὁποία αὐτοὶ ποὺ χάθηκαν καὶ αἰχμαλωτίσθηκαν ξα- ναγύρισαν; Τί καλύτερο, πές μου, νὰ λατρεύεις Θεὸ παντοκράτο- ρα, μαζὶ μὲ τὸν μονογενῆ Υἱο καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, Θεὸ ἄκτιστο καὶ ἀθάνατο, τὴν ἀρχὴ καὶ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, τοῦ ὁποίου ἡ δύνα- μη εἶναι ἁκατανίκητη καὶ τὸ μεγαλεῖο ἀσύλληπτο, γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο στέκονται χίλιες χιλιάδες καὶ μύριες μυριάδες ἁγγελικῶν καὶ οὐράνιων ταγμάτων, καὶ εἶναι γεμᾶτος ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἀπὸ τὴ δόξα του, ἐκεῖνον διὰ τοῦ ὁποίου διατηρεῖται καὶ συγκρα- τεῖται τὸ σύμπαν καὶ διοικεῖται μὲ τὴν πρόνοιά του; Εἶναι καλύ- τερα νὰ λατρεύεις αὐτόν, ἢ δαίμονες ὀλέθριους καὶ ἄψυχα εἴδω- σπέ α». ρμ3. Ἡ Χαλάνη ἦταν γειτονικὴ πόλη τῆς Βαβυλῶνας, φαίνεται ὅτι μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν πόλεων χτίσθηκε ὁ παροιμιώδης πύργος τῆς Βαβέλ. Βλ. Ἡσ. 10,6’ «ουκ έλα- βον τὴν χώραν τὴν ἐπάνω Βαβυλῶνος καὶ Χαλάνης, οὗ ὁ πύργος ᾠκοδομήθη ς». 393 λα, τῶν ὁποίων ἡ δόξα καὶ ἡ καύχηση εἶναι ἡ μοιχεία καὶ ἡ παι- ” δραστία καὶ τὰ ἄλλα έργα τῆς ἀνομίας, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται γιὰ τοὺς θεοὺς τοὺς δικούς σας στὰ κείμενα τῆς δεισιδαιμονίας σας; Δὲν τρέπεσθε, ταλαίπωροι, τροφὴ τῆς ἀκοίμητης φωτιᾶς, ὁμοίωμα γένους τῆς Χαλδαίας, δὲν ντρέπεσθε νὰ προσκυνᾶτε νεκρὰ ξόανα4, ἔργα ἀνθρώπινου χεριοῦ; Γιατί, ἀφοῦ λαξεύσατε βράχο ἢ πελεκήσατε ξύλο, τὸ ὀνομάζετε θεό· ἔπειτα, παίρνο- ’ ντας ἀπὸ τὶς ἁγέλες τὸν καλὺτερο ταῦρο, ἢ κάποιο ἄλλο ἀπὸ τὰ πιὸ έμφανίσιμα ζῶα, τὸ θυσιάζετε σὲ νεκρὸ ἄγαλμα. Πιὸ πολύτι- μο ἀπὸ τὸ ἄγαλμα ποὺ σέβεσθε εἶναι τὸ θῦμα· γιατὶ τὸ ξόανο τὸ έκανε ἄνθρωπος, ἐνῶ τὸ ζῶο τὸ δημιούργησε ὁ Θεός. Καὶ πόσο πιὸ συνετότερο ἀπὸ σένα τὸν λογικὸ εἶναι τὸ ἅλογο ζῶο; Γιατὶ ἐκεῖνο γνωρίζει αὐτὸν ποὺ τὸ τρέφειζ ἐνῶ έσὺ ὰγνοὸησες τὸ Θεό5, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκες ἀπὸ τὸ τίποτε, διὰ τοῦ ὁποίου ζεῖς καὶ συντηρεῖσαι, καὶ ὀνομάζεις θεὸ αὐτὸν ποὺ πρὶν λίγο ἕβλεπες νὰ χτυπιέται μὲ σίδερο καὶ νὰ θερμαίνεται στή φωτιὰ καὶ νὰ λειώνει, καὶ νὰ χτυπιέται μὲ σφυριά, τὸν ὁποῖο, ἀφοῦ τὸν έντυσες μὲ ἁσήμι καὶ χρυσάφι, τὸν σήκωσες ἀπὸ κάτω καὶ τὸν τοποθέτησες ψηλά· ἔπειτα, πέφτοντας στὴ γῆ, κοίτεσαι πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὴν εὐτελῆ πέτρα, προσκυνώντας ὄχι Θεό, ἀλλὰ τὰ ἄψυχα καὶ νεκρὰ ἔργα τῶν χεριῶν σου. ’“Η μᾶλλον οὔτε νεκρὸ εἶναι σωστὸ νὰ ὀνομάζεται τὸ εἴδωλο· γιατί πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι νεκρὸ αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν έζησες Ἀλλὰ έπρεπε νὰ ἐφεύρω γι’ αὐτὸν κάποιο πιὸ καινούργιο ὄνομα καὶ ἀντάξιο τῆς τόσης παραφροσύνης. Γιατὶ ὁ πέτρινος τρίβεται, ὁ πήλινος σπάζει, ὁ χάλκινος σκουριάζει, ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἀσημένιος λειώνει. Ἀλλὰ καὶ πωλιοῦνται οἱ θεοί σου, ἄλλοι φτηνὰ καὶ ἄλλοι σὲ ὑψηλὴ τιμή. Γιατὶ σ’ αὐτὰ δὲ δίνει τὴν πολυτέλεια ἡ θεότητα, ἀλλὰ ὴ ὕλη. Ποιός ὅμως ἀγοράζει θεό; ποιός πουλάει θεό; Καὶ θεὸς ἀκί- νητος πῶς ὀνομάζεται θεός; ’Ἡ δὲ βλέπεις ὅτι ὁ ὄρθιος ποτὲ δὲν κάθεται, ἐνῶ ὁ καθιστὸς ποτὲ δὲν σηκώνεται; Νοιῶσε ντροπή, ἀνόητε, βάλε τὸ χέρι στὸ στόμα σου, ξεμω- «Διοσπετές», ἦτοι σταλμένο ἀπ’ τὸ Δία, 5, Ἡσ. 1,3’ «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραὴλ δέ μὲ οὐκ ἔγνω», 395 ραμένε, ἐπαινώντας αὐτά. Γιατί, ἀφοῦ ἀποξενώθηκες ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, παραπλανήθηκες μὲ ψεύτικους τύπους, πλάθοντας ἀγάλματα, καὶ δίνοντας σὲ ἔργα τῶν χεριῶν σου ὄνομα θεοῦ. Σύνελθε, ἄθλιε, καὶ κατάλαβε ὅτι εἶσαι μεγαλύτερος στὴν ἡλικία ἀπὸ τὸ θεὸ ποὺ σὺ ἔκανες. Αὐτὰ εἶναι δείγματα μεγάλης τρελλας. Ἔπεισες τὸν ἑαυτό σου, ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, ὅτι μπορεῖς νὰ κά- νεις θεό. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει αὐτός ’Ἀρα δὲν κάνεις θεό, ἀλλὰ τὴ μορφὴ κάποιου ἀνθρώπου ἢ ζώου, ποὺ δὲν ἔχει οὔτε γλώσσα, οὔτε λάρυγγα, οὔτε ἐγκέφαλο, οὔτε τίποτε ἀπὸ τὰ ἐσωτερικά· ὥστε δὲν εἶναι οὔτε ὁμοίωμα ἀνθρώπου, οὔτε ζώου, ἀλλὰ τελείως ἀχρηστο καὶ γεμᾶτο ματαιότητα. Γιατὶ λοιπὸν κα- λοπιάνεις τὰ ἁναίσθητα; Γιατὶ στη ρίζεσαι στὰ ἀκίνητα καὶ ἀνώ- φελα, Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ τέχνη τοῦ γλύπτη ἢ τοῦ μαραγκοῦ ἢ τοῦ σιδηρουργοῦ, δὲν θὰ εἶχες θεό. Ἐὰν δὲν κάθονταν φύλακες κο- ντά του, θὰ ἐχανες τὸ θεό σου. Γιατὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο πολλὲς φορὲς μιὰ πόλη μὲ πολλοὺς ἄφρονες κατοίκους προσεύχεται ὡς θεὸ γιὰ νὰ προστατευθεῖ, σ’ αὐτὸν ἀρκοῦν λίγοι φύλακες γιὰ νὰ μὴ κλεφτεῖ. Καὶ ἐὰν εἶναι ἀσημὲνιος ἢ χρυσός, φυλάγεται μὲ προσοχή, ἐὰν ὅμως εἶναι πέτρινος ἢ πήλινος, ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη φτηνότερη ὕλη, τότε φυλάσσεται μόνος του. Ἴσως ἐπειδὴ ὁ πήλινος γιὰ σᾶς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν χρυσό. -Δὲν εἶναι εὕλογο ἑσᾶς τοὺς ἄφρονες νὰ σᾶς περιγελοῦμε δι’- καια ὡς τυφλοὺς καὶ ἄμυαλους, ἢ καλύτερα νὰ σᾶς πενθοῦμε; Γιατὶ τὰ ἔργα σας εἶναι ἔργα μανίας καὶ ὄχι εὐσέβειας. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἦταν πολεμιστής, κατασκεύασε ἕνα ξόανο ποὺ νὰ μι- μεῖται τὴ στρατιωτικὴ ἰδέα καὶ τὸ ὀνόμασε ”·Αρη ἄλλος πάλι, ἀποτυπώνοντας τὴν ψυχὴ τῆς γυναικομανοῦς ἐπιθυμίας του, ἐθε- οποίησε τὸ πάθος, ὀνομάζοντάς το Ἀφροδίτη. ”Αλλος, ἐξαιτίας τῆς δικῆς του ἀγάπης πρὸς τὸ κρασί, ἔπλασε εἴδωλο, τὸ ὁποῖο ὀνόμασε Διόνυσο. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ ἐπιρρεπεῖς σὲ ἄλλα κακά, ἔστησαν εἴδωλα τῶν παθῶν τους· γιατὶ τὰ πάθη τους τὰ ὠνόμασαν θεούς. Καὶ γι’ αὐτὸ δίπλα στοὺς βωμούς τους γίνο- νται ήδυπαθεῖς χοροί, ἦχοι πορνικῶν τραγουδιῶν καὶ μανιακὲς ὲκδηλώσεις. Ποιός ὅμως μπορεῖ νὰ ἑξιστορήσει τὶς βδελυρὲς πράξεις ποὺ ἀκολουθοῦν, Ποιός ἀνέχεται, κατονομάζοντας τὶς ΒΑΡΛΑΑΜ κΑΙ ῐΩΑΣΑΦ 397 αἰσχρολογίες τους, νὰ μολύνει τὸ στόμα τους ”Ομως εἶναι φανε- ρὲς σ’ ὅλους, ἔστω καὶ ἂν έμεῖς σιωποῦμε. Αὐτὰ εἶναι τὰ σεβά- σματά σου, Θευδᾶ, πιὸ ἀναίσθητε καὶ ἀπὸ τὰ ξόανά σουέ Αὑτὰ μὲ προτρέπεις νὰ προσκυνῶ, αὐτὰ νὰ σέβομαιέ Ἡ συμβουλή σου εἶ- ναι ὄντως τῆς δικῆς σου κακουργίας καὶ ἀπερίσκεπτης γνώμης. Ἀλλὰ εἴθε νὰ ’γίνεις ὅμοιος μ’ αὐτὰ καὶ σὺ καὶ ὅλοι ὅσοι δεί- χνουν έμπιστοσύνη σ’ αὐτά. ιὈμως ἐγὼ θὰ λατρεύω τὸ Θεό μου καὶ σ’ αὐτὸν θὰ θυσιάσω ὅλο τὸν ἑαυτό μου, στὸ Θεὸ τὸν κτίστη καὶ προνοητὴ τῶν πά- ντων μέσω τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα μαςὸ, διὰ τοῦ ὁποίου ὸδηγηθήκαμε στὸν Πατέρα7 τῶν φώτων8 μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου εξαγορασθήκαμε ἀπὸ τὴ σκληρὴ σκλαβιὰ μὲ τὸ αἷμα του. Γιατί, ἃν δὲν ταπείνωνε τὸν, ’ ἑαυτό του μέχρι τοῦ σημείου νὰ πάρει μορφὴ δούλου9, δὲν θὰ εί- χαμε ἁξιωθεῖ έμεῖς τῆς υίοθεσίαςῖο. Ταπεινώθηκε λοιπὸν γιὰ χάρη μας, «χωρὶς νὰ θεωρεῖ τὴν ἰσότητά του μὲ τὸ Θεὸ ἁρπα- γή»“, ἀλλὰ παρέμεινε αὐτὸ ποὺ ἦταν καὶ προσέλαβε αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν, μίλησε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἀνέβηκε στὸ σταυρὸ μὲ τὴ σάρκα του, τοποθετήθηκε στὸν τάφο γιὰ τρεῖς μέρες, κατέβηκε στὸν ἅὸη καὶ έβγαλε ἐκείνους ποὺ κρατοῦσε δεμένους ὁ δεινὸς κοσμοκράτορας, πουλημένους ἀπὸ τὴν ἀμαρτίαῖῖ. Ποιά βλάβη έγινε σ’ αὐτὸν (τὸ Χριστὸ) ἀπὸ αὐτὰ, ὥστε νὰ νομίζεις ὅτι τὸν χλευάζεις; Δὲ βλέπεις αὐτὸ τὸν ἥλιο σὲ πόσους ἄχρηστους καὶ βρωμεροὺς τόπους στέλνει τὶς ἁκτίνες του; Πόσα σώματα βλέπει νεκρῶν ποὺ μυρίζουν; Μήπως τοῦ προσάπτεται καμμιὰ κατηγο- ρία; Δὲν ξηραίνει καὶ στερεοποιεῖ τὰ βρώμικὰ καὶ τὰ σάπια, καὶ φωτίζει τὰ σκοτεινά, ἐνῶ αὐτὸς μένει ἐντελῶς ἀβλαβὴς καὶ δὲ δέχεται καμμιὰ βρωμιά; Τί πάλι συμβαίνει μὲ τὴ φωτιά; Δὲ δέχε- ται τὸ σίδερο μέσα της μαῦρο καὶ κρύο καὶ τὸ μεταβάλλει σὲ χρῶμα φωτιᾶς καὶ πυρακτωμένο; Μήπως συμμετέχει καθόλου στὶς ἰδιότητες τοῦ σίδερου; Μήπως, ὅταν τὸ σίδερο χτυπιέται 10. Γαλ. 4,4· «ἵνα τὴν υίοθεσίαν ἀπολάβωμεν». ι 11. Φιλ. 2,6· οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ». 12. Ρωμ. 7,14· «ἐγὼ δὲ σάρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν». 399 καὶ μαστιγώνεται μὲ τὰ σφυριά, ὑποφέρει καθόλου ἡ φωτιὰ ἢ ὑφίσταται καμμιὰ βλάβης Ἐὰν λοιπὸν αὐτὰ τὰ κτιστὰ καὶ φθαρτὰ εἶναι φυσικὸ νὰ μὴ παθαίνουν τίποτε ἀπὸ τὴν ἐπαφή τους μὲ τὰ πιὸ εὐτελῆ, γιὰ ποιό λόγο, ἀνόητε ὲσὺ καὶ μὲ πέτρινη καρδιά, τολμᾶς νὰ μὲ περιπαί- ζεις, ὅταν λέω ὄτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἀπομα- κρυνθεῖ ἀπὸ τὴν δόξα τοῦ Πατέρα του, ἀλλὰ ὄντας ὁ ἴδιος Θεός, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων προσέλαβε ὰνθρώπινο σῶμα, γιὰ νὰ κάνει τοὺς ἀνθρώπους μετόχους ,τῆς θείας καὶ νοερᾶς φύσεως, καὶ βγάζοντας ἀπὸ τὰ καταχθόνια τοῦ άδη τὴ φύση μας, νὰ τὴν τιμήσει μὲ τὴν οὐράνια δόξα, μὲ σκοπό, ἀφοῦ δελεάσει μὲ τὴν πρόσληψη τῆς σάρκας τὸν ἄρχοντα τοῦ σκοταδιοῦ τοῦ αἰώνα αύ- τοῦ, νὰ τὸν αἰχμαλωτίσει καὶ νὰ ἐλευθερώσει τὸ γένος μας ἀπὸ τὴν τυραννία του; Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ βέβαια ἀπαθῶς δέχεται τὸ πάθος τοῦ σταυροῦ, παριστάνοντας τὶς δύο φύσεις του· γιατὶ ὡς ἄνθρωπος σταυρώνεται, ἐνῶ ὡς Θεὸς σκοτεινιάζει τὸν ἥλιο, κλονίζει τὴ γῆ καὶ ἁνασταίνει πολλὰ πεθαμένα σώματα ἀπὸ τοὺς τάφουςῐ3. Καὶ πάλι ὡς ἄνθρωπος πεθαίνει, ἐνῶ ὡς Θεὸς ἀνασταί- νεται, λαφυραγωγώντας τὸν ἅδη. Γι’ αὐτὸ καὶ φωνάξει ὁ προφή- της· «ὁ ἅδης πικράθηκε ὅταν σὲ συνάντησε κάτω>>ῐ4. Πικρὰθηκε ἐπειδὴ έμπαίχθηκε· γιατι, ἐνῶ νόμιζε ὅτι θὰ δεχθεῖ ἁπλὸ ἄνθρω- πο, ἁντίκρυσε τὸ Θεόῖ5, καὶ ξαφνικὰ βρέθηκε ἄδειος καὶ αἰχμα- λωτίσθηκε. Ἀνασταίνεται λοιπὸν ὁ Θεὸς καὶ ἀνεβαίνει στοὺς οὐρανούς, ἀπὸ ὅπου μὲ κανένα τρόπο δὲ χωρίσθηκε. Καὶ τὴν εύ- τελῆ φύση μας, τὴν πιὸ ἅμυαλη ἀπὸ ὅλες, τὴν ἀχάριστη καὶ ἀτι- μασμένη, τὴν ἔκανε ἀνώτερη ἀπὸ ὅλες καὶ τὴν ἐγκατέστησε σὲ θρόνο δόξας, ἀκτινοβολώντας ἀθάνατη δόξα. Ποιά λοιπὸν βλά- βη έγινε σ’ αὐτὸ τὸ Θεὸ καὶ Λόγο, ὥστε νὰ μὴ κοκκινίζεις βλα- σφημώντας τον; Τί λοιπόν; Εἶναι καλύτερα νὰ τὰ ὁμολογεῖς αὐτὰ καὶ νὰ σέβεσαι τέτοιο Θεό, ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο, ὁ ὁποῖος διατάξει δικαιοσύνη, ἐπιβάλλει ἐγκράτεια, νομοθετεῖ καθαρότη- τα, διδάσκει έλεημοσύνη, χορηγεῖ πίστη, κηρύττει εἰρήνη, ὀνο- 15. Βλ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Λόγος κατηχητικός· «ἐπικράθη καὶ γὰρ ἐνεπαίχθη... έλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχε». 401 μάζεται καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ἀλήθεια, ἀγάπη, ἀγαθότητα, Εἶναι κα- λύτερα νὰ σέβεσαι αὐτό, ἢ τοὺς θεούς σου τοὺς πολυπαθεῖς καὶ κακούς, τοὺς αἰσχροὺς καὶ στὴν πράξη καὶ στὰ λόγια, Ἀλίμονο σὲ σᾶς, πιὸ πέτρινοι ἀπὸ τὶς πέτρες καὶ πιὸ ἄλογοι ἀπὸ τὰᾶλογα ζῶα, υἱοὶ τῆς ἀπωλείας, κληρονόμοι τοῦ σκοταδιοῦῖ Καὶ μακά- ριος ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἐχουμε Θεὸ ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωποέ Γιατί, ὅσοι λατρεύουν αὐτόν, καὶ ἂν ἀκόμα κακο- παθήσουν λίγο στὴν ἐδῶ ζωή, ὅμως θὰ τρυγήσουν τὸν ἀθάνατο καρπὸ τῆς ἀνταποδόσεως στὴ βασιλεία τῆς ἀτελείωτης καὶ θείας μακαριότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32

Ὁ Θευδᾶς τότε τοῦ εἶπε· ’ Ὁρίστε, εἶναι φανερὸ ὅτι τὴ δική μας θρησκεία τὴν νομοθέτη- σαν πολλοὶ καὶ μεγάλοι σοφοὶ καὶ ἑρμηνευτὲς καὶ ἀξιοθαύμα- στοι στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἐπιστήμη, καὶ ὅλοι οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ κυρίαρχοι τὴ δὲχθηκαν ὅτι εἶναι καλὴ καὶ δὲν ἔχει τίποτε τὸ λανθασμένο, ἐνῶ τὴ θρησκεία τῶν Γαλιλαίων τὴν κήρυξαν μερι- κοὶ ἄξεστοι, φτωχοὶ καὶ ἀσήμαντοι ἄνδρες καὶ αὐτοὶ ὀλιγάριθ- μοι, ποὺ δὲν ξεπερνοῦσαν σὲ ἀριθμὸ τοὺς δώδεκα. Γιατὶ λοιπὸν τὸ κήρυγμα τῶν λίγων, ἀσήμαντων καὶ ἀγροίκων, πρέπει νὰ προ- τιμᾶται ἀπὸ τὴ νομοθεσία τῶν πολλῶν καὶ σπουδαίων ἀνδρῶν ποὺ διέπρεψαν σὲ τόση σοφίας Και ποιά εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι αι’)- τοὶ λένε τὴν ἀλήθεια καὶ ἐκεῖνοι ψεύδονται; Πάλι λοιπὸν ὁ γιὸς τοῦ βασιλιᾶ ἀποκρίθηκε Νομίζω, Θευδᾶ, πὼς εισαι ὄνος ποὺ ἀκούει λύρα, ὅπως λέει ὴ παροιμία, καὶ μένει ἀσυγκίνητος, ἢ καλύτερα κόμπρα ποὺ κλεί- νει τὰ αὑτιά της γιὰ νὰ μὴ ἀκούσει τὴ φωνὴ ἐκείνων ποὺ τραγου- δοῦνῐ. Γῖ’ αὐτὸ καλὰ εἶπε ὁ προφήτης γιὰ σένα· «ἐὰν μπορεῖ ὁ ἀράπης νὰ ἀλλάξει τὸ δερμα του καὶ ἡ λεοπάρδαλη τὸ ποικιλό- χρωμο τρίχωμά της, θὰ μπορὲσεις καὶ σὺ νὰ κάνεις τὸ καλό, ἀφοῦ ἔμαθες τὰ κακά»2. Μωρὲ καὶ τυφλέ, γιατί δὲ σὲ ὁδηγεῖ σὲ συναίσθηση ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας; Διότι αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὅτι πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ (θαυμάζονται γῖὰ τὴ σοφία τους ἐπαινοῦν 2. Ἰερ. 13,23. ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑι ΙΩΑΣΑΦ 403 τὰ σιχαμερά σου σεβάσματα, ἐνῶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου κηρύχθηκε ἀπὸ λίγους ἁσήμαντους ἄνδρες, δείχνει τὴ δύναμη τῆς δικῆς μας θεοσέβειας καὶ τὴν ἀδυναμία καὶ καταστρεπτικό- τητα τῶν δικῶν σας πονηρῶν δογμάτων. Γιατὶ τὰ δικά σας, ἂν καὶ ἔχουν συνηγόρους σοφοὺς καὶ προστάτες δυνατούς, ὅμως σβήνουν καὶ ἐξασθενίζουν, ἐνῶ τὰ τῆς θεοσέβειας, ἂν καὶ δὲν ἔχουν καμμιὰ ὰνθρώπινη βοήθεια, φεγγουν πιὸ λαμπρὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ κατελαβαν ὅλα τὰ πλήθη τῆς οἰκουμένης. Διότι, ἐὰν διαδίδονταν ἀπὸ ρήτορες καὶ φιλοσόφους καὶ εἶχαν προστάτες βασιλεῖς καὶ δυνάστες, θὰ εὕρισκες σὺ ὁ πονηρὸς νὰ πεῖς ὅτι ὅλα ἕγιναν μὲ ἀνθρώπινη δύναμη. Τώρα ὅμως, βλέποντας ὅτι τὸ άγιο , Εὑαγγέλιο συντάχθηκε ἀπὸ εὐτελεῖς ψαράδες καὶ διώχθηκε ἀπὸ ὅλους τοὺς τυράννους, καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ κατέλαβε τὴν οἰκουμέ- ’ νη (γιατὶ «σὲ ὅλη τὴ γῆ διαδόθηκε ἡ φωνή του, καὶ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ λόγια του»)3, τί θὰ μποροῦσες νὰ πεῖς, παρὰ ὅτι εἶναι θεϊκὴ καὶ ἁκαταμάχητη δύναμη γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀν- θρώπων, ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸν ἑαυτό της; Καὶ ποιά ἁπόδειξη ζητᾶς, ἀνόητε, ὅτι οἱ δικοί σου ψεύδονται καὶ λὲνε τὴν ἀλήθεια οἱ δικοί μας, μεγαλύτερη ἀπὸ, ὅσα λέχθηκαν; Γιατί, ἃν δὲν ἦταν φλυαρία καὶ ψὲμα ὅλα τὰ δικά σου, ἔχοντας τόση δύναμη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἐλαττώνονταν οὔτε θὰ ἐξασθενοῦσαν. Γιατὶ λεει· «εἶδα τὸν ἀσεβῆ νὰ ὑπερυψώνεται καὶ νὰ ὑπερηφα- νεύεται ὅπως οἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου· καὶ ξαναπέρασα καὶ δὲν ὑπῆρχε· καὶ τὸν ἀναζήτησα καὶ δὲ βρὲθηκε ὁ τόπος του»4. Γιὰ σᾶς τὰ εἶπε αὐτὰ ὁ προφήτης, τοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς εἰ· ,- δωλομανίας. Γιατὶ ἀκόμα λίγο καὶ δἐν θὰ βρίσκεται ὁ τόπος σας5, ἀλλά, ὅπως χάνεται ὁ καπνὸς καὶ λειώνεῖ τὸ κερὶ κοντὰ στὴ φωτιά, ἔτσι χάνεσθεῦ. Ἐνῶ γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ θεογνωσία ὁ , Κύριος εἶπε· «ό οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ κατνιστραφοῦν, ἀλλὰ τὰ λό- για μου δεν θὰ παρὲλθουν»7. Καὶ ὁ ψαλμωδὸς πάλι λέει· «στὴν ἀρχή, Κύριε, θεμελίωσες τὴ γῆ καὶ ἔργα τῶν χεριῶν σου εἶναι οἱ οὐρανοί* αὐτοὶ θὰ καταστραφοῦν σὺ ὅμως θὰ παραμένεις· καὶ ὅλοι θὰ παλιώσουν σὰν ἱμάτιο καὶ σὰν ἐπανωφόρῖ θὰ τοὺς τυλί- 7, Λουκᾶ 21,33, 405 ξεις καὶ θὰ ἀλλαγοῦν, ἐνῶ σὺ παραμένεις ὁ ἴδιος καὶ τὰ χρόνια σου δὲν θὰ τελειώσουν ποτέ»8. Ἀλλὰ καὶ οἱ θεῖοι κήρυκες τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ σοφοὶ ψαράδες τῆς οἰκουμένης, οἱ ὁποῖοι ἀπέσπασαν τοὺς πάντες ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς ἀπάτης καὶ τοὺς ὁποίους σὺ ὁ τιποτὲνιος τοὺς ὲξευτελίζεις, ἔλαμψαν μὲ σημεῖα καὶ θαύματα καὶ ἄλλες θαυματουργικὲς πράξεις ὅπως ὁ ἥλιος στὸν κόσμο, χαρίζοντας τὸ φῶς στοὺς τυφλούς, τὴ δύναμη στοὺς κωφοὺς νὰ ἀκοῦν, στοὺς κουτσοὺς νὰ περπατοῦν, στοὺς νεκροὺς νὰ ζοῦν. Γιατὶ καὶ μόνες οἱ σκιές τους θεράπευαν ὅλα τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων. Τοὺς δαίμονες, ποὺ εσεῖς τοὺς φοβᾶσθε σὰν θεούς, ὄχι μόνο τοὺς ἀπομάκρυναν ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα σώματα, ἀλλὰ τοὺς ἔδιωχναν καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, μὲ τὸν ὁποῖο ἑξαφάνισαν ὅλη τὴ μαγεία, καὶ ἀπέδειξαν ὅτι κάθε μαγικὸ φάρμακο χωρὶς δύναμη ἐνεργειας. Καὶ ἐκεῖνοι βέβαια, ἀφοῦ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, θεράπευσαν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, καὶ ἀνανέωσαν ὁλόκληρη τὴν κτίση, θαυμάζονται πολὺ σωστά, ἀπὸ ὅλους ὅσους σκεφτο- , νται καλά, ὡς κήρυκες. Τί ὅμως ἔχεις νὰ πεῖς καὶ σὺ γιὰ τοὺς σο- φοὺς καὶ τοὺς ρήτορες, αὐτοὺς τῶν ὁποίων τὴ σοφία τὴν ἐμώρα- νε ὁ Θεός, τοὺς συνηγόρους τοῦ διαβόλους Πές μου, τί ἄξιο ἁνα- μνήσεως ἄφησαν στὴ ζωή;. Καὶ τί θὰ εἶχες νὰ πεῖς γι’ αὐτούς, ἐκτὸς ἀπὸ ἀλογία καὶ αἰσχρότητα καὶ μάταιη τέχνη, ἡ ὁποία μὲ τὴ γλαφυρότητα τῶν λόγων συγκαλύπτει τὸ βοῦρκο τῆς βρώμι- Κης θρησκείας τους; ’ Ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ποιητὲς μπόρεσαν νὰ ξεφύ- γουν λίγο ἀπὸ τὴν πολλὴ μανία τῆς εἰδωλολατρίας, εἶπαν τὴν ἀλήθεια, ὅτι αὐτοὶ ποὺ λέγονται θεοὶ ἦταν ἄνθρωποι, καὶ ἐπειδὴ “’ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς κυβέρνησαν κάποιες χῶρες καὶ πόλεις, ἐνῶ ἄλλοι ἐκαναν κάποιο ἄλλο μηδαμινὸ στὴ ζωή τους, παραπλανη- » θέντες οἱ ἄνθρωποι τοὺς ὠνόμασαν θεούς. Καὶ πρῶτος λέγεται ὅτι ἐκεῖνος ὁ Σεροὺχ ἐφεῦρε τὰ ἀγάλματα9. Γιατὶ στὰ παλιὰ χρό- νια, ὅσοι ἀπὸ ἀνδρεία ἢ ἀπὸ φιλία ἢ ἀπὸ κάποια ἄλλη ἀνδραγα- θία ἐπιδείκνυαν ἔργο ἁξιομνημόνευτο, αὐτοὺς λέγεται ὅτι τοὺς 9. Βλ. Γεν. 11,20. Πρβλ. Εὑσταθίου, Εἰς τὴν -Έξαήμερον «ἐν δὲ τοῖς χρόνοις Σεροὺχ οἱ υἱοὶ Νῶε εἰδωλολατρεῖν ἤρξαντο». ’ 407 τιμοῦσαν μὲ ἀνδριάντες καὶ ἀναμνηστικὲς στῆλες. Αὐτοὶ ὅμως ἀργότερα, ἀγνοώντας τὴ γνώμη τῶν προγόνων, ὅτι δηλαδὴ μόνο γιὰ ἀνάμνηση ἐκείνων ποὺ εἶχαν κάνει κάτι τὸ άξιέπαινο ἔστη- σαν ἀνδριάντες καὶ στῆλες, παραπλανώμενοι σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὴ ἐνέργεια τοῦ πρώτου κακοῦ δαίμονα, διατέθηκαν πρὸς τοὺς ὁμοιοπαθεῖς καὶ φθαρτοὺς ἀνθρώπους σὰν νὰ ἦταν ἀθάνατοι θεοί, καὶ ἐπινόησαν θυσίες καὶ σπονδὲς γι’ αὐτούς, δηλαδὴ στοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι κατοίκησαν μέσα στὰ ξόανα, καὶ εἴλ- κυσαν πρὸς τοὺς ἑαυτούς τους τὴν τιμὴ καὶ τὶς θυσίες. Ἐκεῖνοι λοιπὸν πείθουν, ὅσους δὲν προσπαθοῦν νὰ ἔχουν ἑπίγνωση τοῦ Θεοῦ, νὰ νομίζουν αὐτοὺς ὡς θεούς, γιὰ δυὸ λόγους· γιὰ νὰ δοξά- ζονται οἱ ἴδιοι μὲ τὴν ὀνομασία αὐτὴ (γιατὶ εὐχαριστοῦνται νὰ τι- μῶνται ὡς θεοί, ἐπειδὴ εἶναι γεμᾶτοι ἀλαζονεία), καὶ γιὰ νὰ ἑλ- ’ κύσουν πρὸς τὴν ἄσβεστη φωτιά, ποὺ εἶναι ἑτοιμασμὲνη γιὰ τοὺς ἴδιους, καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐξαπάτησανω. Γι’ αὐτὸ τοὺς δίδαξαν κὰθε παρανομία καὶ αἰσχρότητα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑποτάχθη- καν στὴν ἀπάτη ἐκείνων. Φθάνοντας ὅμως οἱ ἄνθρωποι στὸ ψηλότερο σημεῖο τῶν κακῶν, ἐπειδὴ ἦταν σκοτισμένοι, ὁ καθέ- νας ἔστησε καὶ μιὰ στήλη τοῦ δικοῦ του πάθους καὶ τῆς δικῆς του ἐπιθυμίας, καὶ τὴν ὀνόμασε θεό, καὶ ἔτσι ἀπὸ σιχαμεροί ἐξ αἰτίας τῆς πλάνης τους, ἔγιναν πιὸ σιχαμεροὶ ἑξαιτίας τοῦ παρα- λογισμοῦ αὐτῶν ποὺ προσκυνοῦσαν. Μέχρι ποὺ ἦρθε ὁ Κύριος ἀπὸ πολλὴ εὐσπλαγχνία11 καὶ γλύτωσε ἐμᾶς ποὺ πιστεύουμε σ’ αὐτὸν ἀπὸ αὐτὴ τὴν πονηρὴ καὶ καταστρεπτικὴ πλάνη, καὶ μᾶς δίδαξε τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει σωτηρία, παρὰ μόνο μέσα σ’ αὐτόνη, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος θεὸς οὔτε στὸν οὐρανό, οὔτε στὴ γῆ, παρὰ μόνο αὐτὸς ὁ δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος, ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὰ πάντα μὲ τὸν παντοδύναμο λόγο τουῖὸ. Γιατὶ λέει, «μὲ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου στερεώθηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ μὲ τὸ φύσημα τοῦ στόματός του δημιουργήθηκε ὅλη ή δύναμή τους»14. Καὶ «ὅλα μέσω αὐτοῦ ἔγιναν καὶ χωρὶς αὑτὸν δὲν ἑγινε τίποτε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει»15. ιι. Λουκᾶ 1,78. ’ 12. Πράξ. 4,12· «καὶ οὐκ ἐστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶἠ σωτηρία». 13. Ἐβρ. 1,3. 14. Ψαλμ. 32,6. 15. Ἰω. 1,3. 409 Ὁ Θευδᾶς, ἀκούοντας τὰ λόγια αὐτὰ καὶ διαπιστώνοντας ὅτι ὁ λόγος ἦταν γεμᾶτος θεοδίδακτη σοφία, σὰν νὰ χτυπήθηκε ἀπὸ τὸν κρότο κά- ποιας βροντῆς, ἔμεινε ἄφωνος. ’Ύστερα ἀπὸ πολλὴ ὥρα, συνειδητο- ποιώντας τὴν ἀθλιότητα του (γιατὶ ἅγγιξαν τὰ σκοτισμένα μάτια τῆς καρδιᾶς του τὰ σωτήρια λόγια καὶ μπῆκε μέσα του πολλὴ μεταμέλεια γιὰ τὰ προηγούμενα δικά του λόγια), καὶ καταδικάζοντας τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων, προσῆλθε στὸ φῶς τῆς εὐσέβειας. Καὶ ἔτσι, ὅσο ἐξαρ- τόταν ἀπὸ ἐκεῖνον, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν ἐλεεινὴ συμπεριφορὰ καὶ , τόσο πολὺ πολέμησε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὰ ἄτιμα πάθη καὶ τὶς μαγεῖες, μὲ ὅση ἀκριβῶς ἀγάπη προηγουμένως εἶχε στραφεῖ πρὸς αὐτά. Γιατὶ τότε, ὄρθιος στὴ μέση τῆς συναθροίσεως, ἐνῶ προήδρευε ὁ βασιλιάς, φώναξε μὲ δυνατὴ φωνή· Ἀληθινά, βασιλιά, στὸ γιό σου κατοικεῖ πνεῦμα Θεοῦ16’ ἀληθι- νὰ ὴττηθήκαμε καὶ δὲν ἔχουμε πιὰ καμμιὰ ἀντιλογία, οὔτε καὶ τὴ ἡ δύναμη νὰ στρέψουμε τὸ βλέμμα μας σ’ αὐτὰ ποὺ λέει αὐτός. Πραγματικὰ εἶναι μεγάλος ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, μεγάλη ἡ πί- στη τους, μεγάλα τὰ μυστή ριά τους. Καὶ γυρίζοντας πρὸς τὸ γιὸ τοῦ βασιλιᾶ εἶπε· Πές μου, σὺ ποὺ ἔχεις φωτισμένη τὴν ψυχή σου· μὲ δέχεται ὸ Χριστός, ἐὰν ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὶς πονηρές μου πράξεις καὶ ἐπι- στρέψω σ’ αὐτόν; Καὶ ἀπαντᾶ ὁ κήρυκας τῆς ἀληθειας Ναί, δέχεται καὶ σένα καὶ ὅλους ὅσοι έπιστρέφουν σ’ αὐτόν. Καὶ δέχεται ὄχι ἁπλῶς,· ἀλλὰ σὰν γιὸ ποὺ ἐπέστρεψε ἀπὸ μακρινὴ χώρα, προϋπαντᾶ αὐτὸν ποὺ ἐπιστρέφει ἀπὸ τὸ δρόμο τῶν ἁμαρ- τιῶν, τὸν ἀγκαλιάζει καὶ τὸν κατασπάζεται καὶ βγάζοντας τὸ αἷ- σχος τῆς ἁμαρτίας, τοῦ φορᾶ ἀμέσως ἔνδυμα σωτηρίας καί, ἁφοῦ τὸν τυλίξει μὲ λαμπερὴ στολὴ δόξαςΠ, κάνει μυστικὴ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις χαρά, γιορτάζοντας τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ χαμέ- νου προβάτουῖὸ. Γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «γίνεται χαρὰ με- γάλη στὸν οὐρανὸ γιὰ ἕνα ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ»’9. Καὶ πάλι λέει· «δὲν ἦρθα νὰ καλέσω τοὺς δίκαιους σὲ μετάνοια, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλούς»20. Ἀλλὰ καὶ μέσω τοῦ προφήτη λέει· «ὁρκίζομαι, λέει ὁ Κύριος· δὲ θέλω τὸ θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀσεβοῦς, ὅσο τὸ νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ δρόμο του καὶ νὰ ζήσει· έπιστρέψτε 411 ἀπὸ τὸν πονηρὸ δρόμο σας· καὶ γιατὶ πεθαίνετε, ίσραηλίτες;»21 Γιατὶ «ἡ ἀνομία αὐτοῦ ποὺ εἶναι παράνομος δὲ θὰ τοῦ κάνει κακό· τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν παρανομία του καὶ θὰ ἐφαρμόσει τὴ δικαιοσύνη καὶ πορευθεῖ σύμφωνα μὲ τὰ προσ- τάγματα τῆς ζωῆς, θὰ ζήσει καὶ δὲν θὰ πεθάνει· ὅλες οἱ ἁμαρ- τίες τὶς ὁποῖες ἐκανε θὰ λησμονηθοῦν· ἐπειδὴ πῆρε ἀπόφαση δί- καιη, θὰ ζήσει μέσα σ’ αὐτήν»ἳέ Καὶ πάλι μὲ ἄλλο προφήτη φωνάζει· «λουσθεῖτε, καθαρισθεῖτε, βγάλτε ἀπὸ τὶς ψυχές σας τὶς πονη ρίες σας μπροστὰ ἀπὸ τὰ μάτια μου· σταματῆστε τὶς κα- κίες σας· μάθετενὰ κάνετε τὸ καλό, καὶ ἐλᾶτε νὰ συζητήσουμε· καὶ ἂν οἱ ἁμαρτίες σας εἶναι σὰν τὸ πορφυρὸ χρῶμα, θὰ τὶς κάνω λευκὲς σὰν τὸ χιόνι, ἐὰν πάλι εἶναι ὅπως τὸ κόκκινο χρῶμα θὰ τὶς κάνω λευκὲς σὰν τὸ μαλλί»23. Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχουν τέτοιες ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸ Θεὸ γιὰ ἐκείνους ποὺ επιστρέφουν, μὴ χρονοτριβεῖς, ἅνθρωπέ μου, οὔτε ν’ ἀναβάλλεις, ἀλλ’ ἐλα στὸ Χριστό, τὸ φιλάνθρωπο Θεό μας, καὶ φωτίσου, καὶ τὸ πρόσωπό σου δὲ θὰ ντροπιασθεῖΉ. Γιατὶ μό- λις θὰ μπεῖς στὴν κολυμβήθρα τοῦ θείου βαπτίσματος, ὅλο τὸ αἷ- σχος τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ ὀλο τὸ φορτίο τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν θάβεται στὸ νερὸ25 καὶ γίνεται ἀνύπαρκτος, ἐνῶ εσυ βγαίνεις ἀπὸ ἐκεῖ καὶ καθαρὸς ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσία, χωρὶς νὰ φέρεις κανένα λεκὲ ἢ κηλίδα ἁμαρτίας, καὶ στὸ ἑξῆς στὸ χέρι σου εἶναι νὰ διαφυλάξεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὴν καθαρότητα ποὺ σοῦ γίνεται ἀπὸ ἐκεῖ, ἐξαιτίας τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ μαςῖὗ. Ὁ Θευδᾶς λοιπόν, άφοῦ κατηχήθηκε μ’ αὐτὰ τὰ λόγια, βγαίνει ἀμέσως καὶ άφοῦ πῆγε σ’ ἐκεῖνο τὸ πονηρὸ άντρο καὶ πῆρε τὰ μαγικὰ βιβλία του, τὰ εκαψε στὴ φωτιά, ὡς αἰτίες κάθε κακίας καὶ δοχεῖα δαιμονι- κῶν ὀργίων. Ὁ ἴδιος πηγαίνει στὸ σπήλαιο τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου ἄνδρα, στὸν ὁποῖο εἶχε πάει καὶ ὁ Ναχώρ, διηγεῖται ὅλα ὅσα τοῦ συνέβηκαν, καὶ χύνοντας σκόνη στὸ κεφάλι του, βγάζοντας βαρεῖς ἀναστεναγμοὺς ’καὶ λούζοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὰ δάκρυα, ἐξομολογήθηκε στὸ γέρο- ντα μὲ τὴ σειρὰ τὶς σιχαμερὲς πράξεις του. Ἐκεῖνος, γνωρίζοντας καλὰ, τὴν τέχνη νὰ σώσει μιὰ ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ἁρπάζει ἀπὸ τὸν φάρυγγα τοῦ συνθαπτομένης τῷ ὕδατι τῆς ἁμαρτίας». 26. Λουκᾶ 1,78. 413 “ τοῦ δόλιοι) δράκοντα, τοῦ λέει συνεχῶς λόγια σωτήρια, τοῦ ἐγγυᾶται τὴ σιγγχώρηση καὶ τοῦ ὑπόσχεται ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ εἶναι σπλαγχνι- κός. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸν κατήχησε καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ νηστέψει γιὰ πολλὲς μέρες, τὸν καθάρισε μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα. Καὶ ἑξακολούθησε ὁ ἄνθρωπος νὰ μετανοεῖ εἰλικρινὰ ὅλες τὶς μέρες τῆς ζωῆς του γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα ἔκανε, καὶ νὰ ζητᾶ μὲ δάκρυα καὶ στεναγμοὺς τὴ συγ- γνώμη τοῦ Θεοῦ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33

Ὁ βασιλιάς, μὲ τὴν ἔκβαση ποὺ εἶχαν ὅλα αὐτά, εὑρισκόμενος ἀπὸ πα- ντοῦ σὲ ἀμηχανία, ἔδειχνε ὅτι ἦταν πολὺ στενοχωρημένος καὶ εἶχε με- γάλη ταραχὴ στὴν ψυχή του. Κάλεσε λοιπὸν καὶ πάλι ὅσους ἀπὸ τὴ σύγκλητο παρευρίσκονταν, καὶ συσκεπτόταν τί νὰ κάνει τώρα στὸ γιό του. Ἀφοῦ οἱ πολλοὶ διατύπωσαν πολλὲς γνῶμες, ὁ Ἀραχὴς ἐκεῖνος ποὺ ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω, ποὺ ἦταν ὁ πιὸ ἐπιφανὴς στὴν ἐξουσία καὶ πρῶτος τῆς βουλῆς, εἶπε στὸ βασιλιά· Τί ἔπρεπε, βασιλιά, νὰ κάνουμε στὸ γιό σου καὶ δὲν τὸ κάναμε, γιὰ νὰ τὸν πείσουμε νὰ ἀκολουθεῖ τὰ δικά μας δόγματα καὶ νὰ λατρεύει τοὺς θεούς μας; Ἀλλά, ὅπως βλέπω, έπιχειροῦμε πράγ- ματα ἀκατόρθωτα· γιατὶ ἀπὸ τὴ φύση ἢ τὴν τύχη ἐνδεχομένως ὑπάρχει σ’ αὐτὸν ἡ φιλονεικία καὶ ἡ ἀδιαλλαξία. Ἐὰν λοιπὸν θε- λήσεις νὰ τὸν ὑποβάλεις σὲ βασανιστήρια καὶ τιμωρίες, καὶ έσὺ Θὰ γίνεις ἐχθρὸς τῆς φύσεως καὶ δὲ θὰ ὀνομάζεσαι πιὰ πατέρας, καὶ ἐκεῖνον θὰ τὸν στερηθεῖς, ἀφοῦ εἶναι έτοιμος νὰ πεθάνει γιὰ τὸ Χριστό. Ἀπομένει λοιπὸν νὰ κάνεις τὸ έξῆς· νὰ μοιραστεῖς μ’ αὐτὸν τὴ βασιλεία καὶ νὰ τὸν ἀφήσεις νὰ βασιλεύει στὸ μέρος ποὺ τοῦ ἀνήκει. Καί, ἐὰν ἡ φύση τῶν πραγμάτων καὶ ἡ μέριμνα γιά τὰ βιωτικὰ τὸν ὲλκύσουν ν’ ἀσπασθεῖ τὸ δικό μας σκοπὸ καὶ τὴ δική μας ζωή, θὰ ἀποβεῖ τὸ πρᾶγμα σύμφωνα μὲ τὸ σκοπό μας· γιατὶ τὰ ἔθιμα ποὺ ριζώνονται βαθειά στὴν ψυχὴ δύσκολα έξαλείφονται καὶ μεταβάλλονται μᾶλλον μὲ τὴν πειθὼ παρὰ μὲ τὴ βία. Ἐὰν λοιπὸν παραμείνει στὴ θρησκεία τῶν Χριστιανῶν, ἀκριβῶς αὐτό, τὸ ὅτι δηλαδὴ δὲ θὰ χάσεις τὸ γιό σου, θὰ σοῦ εἷ- ναι μιὰ μικρὴ παρηγοριὰ στὴ λύπη σου. (Ὀταν ὁ Ἀραχὴς εἶπε αὐτὰ ὅλοι βεβαίωναν ὅτι δέχονται τὴ γνώμη του. 415 Συμφωνεῖ λοιπὸν καὶ ὁ βασιλιάς νὰ ρυθμισθεῖ τὸ θέμα μ’ αὐτὸ τὸν τρό- πο. Καλεῖ λοιπὸν πρωὶ πρωὶ τὸ γιό του καὶ τοῦ λέει· Αὐτὸς εἶναι ὁ τελευταῖος λόγος μου πρὸς έσένα, παιδί μου, τὸν ὁποῖο ἐὰν δὲν τὸν ἁκούσεις καλὰ ἀμέσως καὶ ἐὰν δὲν ἠρεμήσεις ἔστω καὶ μ’ αὐτὸ τὴν καρδιά μου, γνώριζε καλὰ ὅτι δὲν θὰ σὲ λυ- πηθῶ πιά. Στὴνῖἐρώτηση τοῦ γιοῦ του, ποιά εἶναι ἡ σημασία τοῦ λόγου του, ἐκεῖ· νος ε πε Ἐπειδή, ἂν καὶ κοπίασα πολύ, διαπίστωσα πὼς σὲ ὅλα εἶσαι’ ανυ- ποχώρητος καὶ δὲν πείθεσαι στὰ λόγια μου, ἔλα λοιπόν, ἀφοῦ διαιρέσω τὴ βασιλεία, νὰ σοῦ δώσω τὸ ἕνα μέρος καὶ νὰ σὲ κάνω νὰ βασιλεύειςξ καὶ θὰ εἶσαι ἐλεύθερος νὰ ἀκολουθήσεις ὅποιο δρόμο θέλεις. Τότε, μολονότι ἡ θεϊκὴ ἐκείνη ψυχὴ διαισθάνθηκε ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ πρόβαλε ὁ βασιλιὰς γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του, ώστόσο σκέφθηκε νὰ ὑπακούσει, ὥστε, ξεφεύγοντας ἀπὸ τὰ χέρια του, νὰ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ ἐπιθυμοῦσε. Ἀπαντώντας λοιπὸν στὸ βασιλιὰ εἶπε· Ἐγὼ βέβαια ποθοῦσα νὰ ἀναζητήσω τὸ θεϊκὸ ἐκεῖνο ἄνδρα, ό ὁποῖος μοῦ ἔδειξε τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας καί, ἀφοῦ τὰ ἐγκατα- λείψω ὅλα, νὰ διανύσω τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου μαζί του. Ἐπειδὴ ὅμως, πατέρα, δὲν μοι’) ἐπιτρέπεις νὰ κάνω αὐτὰ ποὺ πολὺ ἐπιθυμῶ, ὑπακούω σ’ αὐτό. Γιατι σὲ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχει ὁλοφάνερη ἀπώλεια καὶ ἀποξένωση ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι καλὸ νὰ πείθεται κανεὶς στὸν πατέρα του Γεμᾶτος ἀνείπωτη χαρὰ ὁ βασιλιὰς διαιρεῖ ὅλη τὴ χώρα ποὺ ἦταν ὑπο- τελὴς σ’ αὐτὸν στὰ δύο, στέφει τὸν γιό του βασιλιά, τὸν στολίζει μὲ τὸ διάδημα καί, ἀφοῦ τὸν περιέβαλε μὲ ὅλη τὴ βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια, τὸν στέλνει στὴ βασιλεία ποὺ τοῦ ἔλαχε μὲ πολὺ ἑπισημότητα. Διέτα- ξε καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶ ἡγεμόνες, στρατηγοὺς καὶ σατράπες, καὶ ὅποιος ἤθελε νὰ φύγει μαζὶ μὲ τὸ γιό του καὶ βασιλιά. Ὀρίζει καὶ μιὰ πόλη μεγάλη καὶ πολυάνθρωπη γιὰ τὴ βασιλεία του καὶ τοῦ δίνει ὅλα ὅσα ταιριάζουν στοὺς βασιλεῖς. Τότε λοιπὸν ἀκριβῶς ὁ Ἰωάσαφ, ἀφοῦ παρέλαβε τὴν ἐξουσία τῆς βασιλείας, ὅταν ἔφθασε στὴν πόλη ὅπου ει- χαν προετοιμασθεῖ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα γιὰ νὰ βασιλεύσει, σὲ κάθε πύρ- Δ 417 γο τῆς πόλεως ἔστησε τὸ σημεῖο τοῦ δεσποτικοῦ πάθους, δηλαδὴ τὸν σεβάσμιο σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς καὶ βωμούς, ἀφοῦ τοὺς περικύκλωσε, τοὺς πολιορκοῦσε, τοὺς γκρέμιζε, ἁνέσκαπτε τὸ δάπεδό τους, ξεσκέπαζε τὰθεμέλιά τους, χωρὶς νὰ ἀφή- νει κανένα ἴχνος τῆς ἀσέβειας. Στὴ μέση τῆς πόλεως ἀνήγειρε μεγάλο καὶ πολὺ ὡραῖο ναὸ στὸ Δεσπότη Χριστό, καὶ δίνει έντολὴ στὸ λαὸ νὰ συχνάζει έκεῖ καὶ νὰ προσφέρει τὸ σεβασμό του στὸ Θεὸ προσκυνώντας τὸ σταυρό, ἔνῶ αὐ- τὸς ἐρχόμενος στὴ μέση, μπροστὰ σὲ ὅλους ἔκανε πολὺ μεγάλη γιὰ τὸν ἑαυτό του δέηση. “Ὀλους ὅσους κατακυρώθηκαν στὴ δικαιοδοσία του τοὺς νουθετοῦσε, τοὺς παρηγοροῦσε, ἔκανε τὰ πάντα γιὰ νὰ τοὺς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ πλάνη καὶ νὰ τοὺς συμφιλιώσει μὲ τὸ Χριστό. Ἔδειχνε τὴν ἀπάτη τῆς εἰδωλολατρίας καὶ διέδιδε τὸ κήρυγ- ’ μα τοῦ Εὑαγγελίου, διηγόταν τὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ Λόγου, κήρυσσε τὰ θαύματα τῆς παρουσίας του, ἔκανε γνωστὸ τὸ πάθος τοῦ σταυροῦ μὲ τὸ ὁποῖο σωθήκαμε, τὴ δύναμη τῆς ἀναστάσεως καὶ τὴν ἅνοδό του στοὺς οὐρανούς, ἐξήγγελε στὸ τέλος τὴ φοβερὴ ἡμέρα τῆς φρικτῆς δευτέρας παρουσίας του, καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶναι έτοιμασμένα γιὰ ’τοὺς πιστούς, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ βασανιστήρια ποὺ περιμένουν τοὺς ἁμαρτωλούς. “Ολα αὐτὰ τὰ ἔκαμνε μὲ ἦθος χρηστὸ καὶ μὲ μειλί- χια λόγια· γιατὶ δὲν ἤθελε νὰ γίνει σεβαστὸς καὶ ὑπολογίσιμος τόσο άπὸ τὸ ὕψος τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς βασιλικῆς μεγαλοπρέπειας, ὅσο ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν πραότητα· αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο τοὺς είλκυε ὅλους περισσότερο πρὸς τὸν ἑαυτό του, ἦταν τὸ ὅτι ἦταν θαυμάσιος στὰ ἔργα του, ἐπιεικὴς καὶ ταπεινόφρων. Καὶ ἔτσι ἡ ἐξουσία, παίρνο- ντας ὡς μεγάλο συνεργό της τὴν μετριοφροσύνη καὶ έπιείκειαζ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ ὑποχωροῦν στὰ λόγια του. Ἕτσι μέσα σὲ λίγο χρόνο ὅλοι οἱ ὑπήκοοί του, καὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν χωριῶν, μυήθηκαν στὰ θεϊκὰ λόγια του, ὥστε ἔφθασαν ν’ ἀπαρνηθοῦν τὴν πολυθεϊκὴ πλάνη καὶ νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὶς εἰδω- λολατρικὲς σπονδὲς καὶ τὰ σιχαμερὰ ἀγάλματα, καὶ ἀφοῦ ἀσπάσθηκαν τὴν ἀλάνθαστη πίστη καὶ μεταμορφώθηκαν μὲ τὶς διδασκαλίες αὐτοῦ, ἔγιναν φίλοι μὲ τὸ Χριστό. Ολοι τότε, ὅσοι ἦταν κρυμμένοι στὰ βου- νὰ καὶ στὶς σπηλιὲς ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ πατέρα του, ιερεῖς καὶ μοναχοι καὶ μερικοὶ ἐπίσκοποι, βγαίνοντας ἀπὸ τὶς τρύπες πήγαιναν σ’ αὐτὸν 419 χαρούμενοι. Ἐκεῖνος αὐτοὺς ποὺ γιὰ τὸ Χριστὸ εἶχαν περιπεσει σὲ τό- σες θλίψεις καὶ εἶχαν τόσο ταλαιπωρηθεῖ, τοὺς δεχόταν προϋπαντώ- ντας τους μὲ τιμές, καὶ τοὺς ἐφερνε στὸ παλάτι του καθαρίζοντας τὰ πόδια τους, πλένοντας τὰ βρώμικα μαλλιά τους, καὶ ὑπηρετώντας τους μέ πολλοὺς τρόπους. Ἔπειτα ἐγκαινιάζει τὴ νεοΐδρυτη ἀπὸ τὸν ἷδιο ἐκκλησία καὶ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, ὁ ὁποῖος εἶχε κακοπαθή- σει πολὺ γιὰ τὴν πίστη του στὸ Χριστὸ καὶ εἶχε χὰσει τὸ θρόνο τῆς ἐπισκοπῆς του, ἄνδρα ἅγιο καὶ γνώστη ἅριστο τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων καὶ γεμᾶτο ἀπὸ θεϊκὸ ζῆλο στὴν ψυχή, τὸν ἐγκαθιστᾶ σ’ αι’)- τὴν ὡς ἀρχιερέα. Καὶ ἀφοῦ κατασκεύασε ἀμέσως κολυμβήθρα, δίνει ἐντολὴ νά· βαπτίζει αὐτοὺς ποὺ ἐπέστρεψαν στὸ Χριστό. Καὶ βαπτί- σθηκαν λοιπὸν πρῶτα οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἐπίσημοι, καθὼς καὶ οἱ στρα- τιωτικοὶ καὶ ὁ ὑπόλοιπος λαός. Καὶ αὐτοὶ ποὺ βαπτίζονταν ὄχι μόνο ’ἐβρισκαν τὴν ψυχική τους ὑγεία, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ὅσοι πιέζονταν ἀπὸ σωματικές ἀσθενεις καὶ ἀναπηρίες ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ ὅλα, καὶ ἐτσι καθαροὶ ψυχικὰ καὶ ἀκέραιοι σωματικά, ἐβγαιναν ἀπὸ τὴ θεία κολυμ- βήθρα, ἀφοῦ ἀποκόμιζαν θεραπεία τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τους. Ἔτσισυνέρρεαν ἀπὸ παντοῦ τὰ πλήθη πρὸς τὸ βασιλιὰ Ἰωάσαφ, ζητώντας νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ αὐτὸν τὴν εὐσέβεια. νΟλα τὰ εἰδωλολα- τρικὰ σεβάσματα καταστρεφονταν, ἀφαιροῦνταν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολα- τρικους ναοὺς ὅλος ὁ πλοῦτος καὶ τὰ χρήματα ποὺ ὑπῆρχαν σ’ αὐτούς, καὶ στὴ θέση τους κτίζονταν ἱεροὶ ναοὶ γιὰ τὸ Θεό. Τὸν πλοῦτο καὶ τὰ πολυτελῆ ἐνδύματα ἐκείνων ὁ βασιλιὰς Ἰωάσαφ τὰ δώριζε σ’ αὐτούς, κάνοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐνεργὸ καὶ ὡφελιμη τὴν ἅτιμη καὶ περιττὴ ἐκείνη ὕλη. Οἱ σιχαμεροὶ δαίμονες ποὺ διεμεναν στοὺς βωμοὺς καὶ τοὺς ναοὺς ἐκείνους διώχνονταν μὲ φοβερὸ διωγμὸ καὶ τὴ συμφορὰ ποὺ τοὺς βρῆκε τὴ ’φώναζαν ἔτσι ποὺ νὰ τὴν ἀκοῦν πολλοί. Καὶ ἐλευ- θερωνόταν ὅλη ἐκείνη ἡ χώρα ἀπὸ τὴ θεοσκότεινη ἀπάτη τους καὶ ἐλαμπε μὲ τὸ φῶς τῆς ἀμεμπτης πίστεως τῶν Χριστιανῶν. Καὶ ὁ βασιλιάς βέβαια ἦταν καλὸ παράδειγμα σὲ- ὅλους καὶ πολ- λοὺς ἔκανε νὰ ἁνάβουν καὶ νὰ φλέγονται γιὰ τὴν ἴδια γνώμη. Γιατὶ τέ- τοια εἶναι ἡ ἐξουσία· συμμορφώνονται πάντοτε πρὸς αὐτὴν ὅσοι βρί- σκονται κάτω ἀπὸ αὐτὴν καὶ ἀρέσκονται νὰ ἀγαποῦν τὰ ἴδια πράγματα καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα βλέπουν νὰ εὐχαριστεῖται καὶ ὁ ἄρχοντας. Ἔτσι, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐσέβεια μεταξύ 421 τους αὑξανόταν καὶ μεταδιδόταν. Καὶ ὁ βασιλιὰς ἦταν ἐξαρτημὲνος εξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὶς εντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀγάπη του, καὶ οἱκο- νόμος τοῦ λόγου τῆς χάριτος καὶ κυβερνήτης πολλῶν ψυχῶν, τὶς ὁποῖες ὁδηγοῦσε στὸ λιμάνι τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ γνώριζε ὅτι αὐτὸ εἶναι πρὶν ἀπ’ ὅλα τὸ ἐργο τοῦ βασιλιᾶ, νὰ διδάξει στοὺς ἀνθρώπους νὰ φο- βοῦνται τὸ Θεὸ καὶ νὰ τηροῦν τὸ δίκαιο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ ἔκανε· καὶ τὸν ἑαυτό του καταρτίζοντας στὸ νὰ κυριαρχήσει στὰ πάθη, καὶ γιὰ τοὺς ὑπηκόους του νὰ κρατεῖ ὡς ἄριστος κυβερνήτης μὲ ἀκρίβεια τὰ πηδάλια τῆς εὐνομίας. Γιατὶ ὅρος τῆς ἀληθινῆς βασιλείας εἶναι αὐτό, νὰ βασιλεύει καὶ νὰ εἶναι κυρίαρχος κανεὶς τῶν ἡδονῶν, πρᾶγμα ποὺ ἐκεῖνος ἔκαμνε. Χωρὶς νὰ καμαρώνει γιὰ τὴν εὐγένεια τῶν προγόνων του καὶ γιὰ τὸ βασιλικὸ μεγαλεῖο ποὺ εἶχε γύρω του, γνωρίζοντας ὅτι ὅλοι ἔχουμε πήλινο προπάτορα τοῦ γένους μας καὶ ὅτι εἴμαστε ἀπὸ τὸ ’ ίδιο ζυμάρι πλούσιοι καὶ φτωχοί, βυθίζοντας πάντοτε τὸ νοῦ του στὴν ἅβυσσο τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ ἔχοντας στὴ μνήμη του τὴ μακαριό- τητα ποὺ ὑπάρχει ἐκεῖ, θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του περαστικὸ ἀπὸ ἐδῶῖ, καὶ γνώριζε ὅτι δικά του εἶναι ἐκεῖνα ποὺ θὰ μπορὲσει νὰ κερδίσει μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ ἐδῶ. Ὅλα λοιπὸν γι’ αὐτὸν ἦταν καλά, καί, ἔχοντας ἀπαλλάξει ὅλους τοὺς ὑπηκόους του ἀπὸ τὴν παλιὰ πατροπαράδοτη πλάνη, τοὺς ἔκανε δούλους ἐκείνου ποὺ μᾶς εξαγόρασε ἀπὸ τὴν πονη ρὴ δουλεία μὲ τὸ πο- λύτιμο αἷμα του, ὡς δεύτερο ἐργο του ἐννοοῦσε τὴν ἀρετὴ τῆς ἀγαθο- εργίας, Γιατὶ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ δικαιοσύνη εἶχαν ἤδη κατορθωθεῖ ἀπὸ αὐτόν, ἀφοῦ φόρεσε στὸ κεφάλι του τὸ στεφάνι τῆς σωφροσύνης καὶ ντύθηκε τὴν πορφύρα τῆς δικαιοσύνης. Σκεφτόταν λοιπὸν ὅτι ὁ ἐπίγειος πλοῦτος μιμεῖται τὴν εὑμετάβλητη ροὴ τῶν ὑδάτων τῶν ποτα- μῶν. Γι’ αὐτὸ ἤθελε νὰ τὸν ἀποθέσει ἐκεῖ ὅπου οὔτε σκόρος οὔτε σκουριὰ τὸν ἀφανίζει, καὶ ὅπου οἱ κλὲφτες δὲν κάνουν διάρρηξη οὔτε τὸν κλεβουνῖ. ’Ἃρχισε λοιπὸν νὰ μοιράζει στοὺς φτωχοὺς ὅλα τὰ χρήματα, χωρὶς καθόλου νὰ τὰ λυπᾶται. Γιατὶ γνώριζε ὅτι αὐτὸς ποὺ ἀναλαμβάνει μεγάλη ἐξουσία, ὀφείλει νὰ μιμεῖται ὅσο μπορεῖ ἐκεῖνον ποὺ δίνει τὴν ἐξουσία, καὶ θὰ μιμηθεῖ σὲ τοῦτο κυρίως τὸ Θεό, στὸ νὰ μὴ θεωρεῖ τίποτε άνώτερο ἀπὸ τὸ νὰ ἐλεεῖ. Συνάθροιζε λοιπὸν γιὰ τὸν ἑαυτό του, πάνω ἀπὸ χρυσάφι καὶ πολύτιμα πετράδια, τὸν πλοῦτο τῆς ἀγαθοεργίας, ὁ ὁποῖος καὶ ἐδῶ δίνει εὐχαρίστηση μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς 423 μέλλουσας ἀπόλαυσης, καὶ έκεῖ μᾶς καταγλυκαίνει μὲ τὴ γεύση τῆς μακαριότητας ποὺ εἴχαμε έλπίσει. Γι’ αὐτὸ έρευνόνταν ἀπὸ αὐτὸν οἱ φυλακές, οἱ κλεισμένοι στὰ μεταλλεῖα, ἐκεῖνοι ποὺ πιέζονταν ἀπὸ τοὺς δανειστές τους· καὶ ὃίνοντάς τα ὅλα σὲ ὅλους, ἦταν πατέρας ὅλων τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν καὶ τῶν φτωχῶν3, πατέρας φιλόστοργος καὶ ἀγαθός, ποὺ νόμιζε πὼς εὑεργετοῦσε τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν εὐεργεσια που ἔκανε σ’ αὐτούς. Γιατί, ὄντας πλουσιοπάροχος στὴν ψυχὴ καὶ πραγματικὰ βασιλικώτατος, ἔδινε σὲ ὅλους ὅσοι εἱχαν ἀνάγκη· γιατὶ ἔλπιζε ὅτι θὰ πάρει ἁπειροπλάσιες ἀμοιβὲς γι’ αὐτά, ὅταν θὰ ἔρθει ὁ καιρὸς τῆς ἁνταποδόσεως τῶν ἔργων. Ἐπειδὴ σύντομα ἡ φήμη του αὐτὴ ὃιαδιδόταν παντοῦ, ὅλοι ἐτρε- χαν πρὸς αὐτὸν καθημερινὰ, σὰν νὰ τοὺς παρακινοῦσε κάποια μυρου- ὃιὰ ἁρώματος, καὶ ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ τὴ φτώχεια τῶν σωμάτων μαζὶ “ καὶ τῶν ψυχῶν τους, καὶ βρισκόταν στὰ στόματα ὅλων. Γιατὶ δὲν τρα- βοῦσε τὸ λαὸ ὁ φόβος καὶ ἡ τυραννία, ἀλλὰ ὁ πόθος καὶ ἡ ἐγκάρδια ’ ἀγάπη πρὸς αὐτόν, ἡ ὁποία φυτεύθηκε στὶς ψυχὲς ὅλων ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴ δική του πολὺ καλὴ συμπεριφορά. Τότε λοιπὸν ἀκριβῶς καὶ οἱ ὑπήκοοι τοῦ πατέρα του έρχονταν πρὸς αὐτὸν μᾶλλον καὶ ἀφοῦ ἐγκα- τέλειπαν ὅλη τὴν πλάνη, ἁσπάζονταν τὴν ἀλήθεια. Καὶ τὸ βασίλειο βέβαια τοῦ Ἰωάσαφ μεγάλωνε καὶ δυνάμωνε, ἐνῶ τὸ βασίλειο τοῦ Ἀβεννὴ ρ ἐλαττωνόταν καὶ ἐξασθενοῦσε, ὅπως ἀκριβῶς διηγεῖται ἡ βί- βλος τῶν Βασιλειῶν γιὰ τὸν Δαβὶδ καὶ τὸν Σαούλ4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34

Ὁ βασιλιὰς Ἀβεννὴρ βλέποντας αὐτά, ἔστω καὶ ἀργά, συναισθα- νόμενος τὴν πλάνη του, καταδίκαζε τοὺς δικούς του ψεύτικους θεοὺς τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς καθαρῆς’ απάτης, καὶ ἀφοῦ κάλεσε πάλι σὲ συν- άθροιση τοὺς ἐπιφανεῖς συγκλητικούς, ἔφερε στὸ φῶς αυτὰ ποὺ σχε- δίαζε. Ἐπειδὴ ὅλοι τὰ ένέκριναν αυτὰ (γιατὶ τοὺς εἰχε φωτίσει ἡ ἐξ ’ ὕψους ἀνατολή, ὁ Σωτήραςῐ, ἀκούοντας τὴ δέηση του δούλου του Ἰ-ω άσαφ), ἔκρινε καλὸ ὁ βασιλιὰς νὰ τὰ κάνεῖ γνωστὰ καὶ στὸ γιό του. Γράφει λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴ ποὺ περιεῖχε τὰ έξῆςῖ 1. Πρβλ. τὸ ἐξαποστειλάριο τῶν Χριστουγέννων· «ἐπεσκέψατο ἡμᾶς, έξ ὕψους ό Σωτὴρ ἡμῶν, ἀνατολὴ ἀνατολῶν...». 425 Ὁ βασιλιὰς Ἀβεννὴρ στὸν ἁγαπημὲνο του γιὸ Ἰωάσαφ, χαῖρε. Σκέψεις πολλὲς μπαίνοντας στὴν ψυχή μου, ἀγαπημὲνο παιδί μου, μὲ βασανίζουν ἐντονα. Γιατί, βλέποντας ὅλα τὰ δικά μας νὰ χάνονται, ὅπως χάνεται ὁ καπνόςῖ, ἐνῶ ἡ δική σου θρησκεία λά- μπει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, συνῆλθα καὶ κατάλαβα ὅτι εἶναι ἀληθινὰ ὅσα μοῦ ἔλεγες πάντοτε, καὶ ὅτι ἐμᾶς μᾶς κάλυπτετὸ πυκνὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῆς ἀσεβείας, ὥστε ἀπὸ αὐτὰ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ ἁνακαλύψουμε τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ γνωρίσου- με τὸ Δημιουργὸ τῶν ὅλων· ἀλλὰ καὶ τὸ φῶς, ποὺ τόσο φωτεινὸ μᾶς ἀποκαλύφθηκε μέσω σοῦ, ἐμεῖς, κλείνοντας τὰ μάτια, δὲ θε- λήσαμε νὰ τὸ δοῦμε, σοῦ κάναμε μάλιστα καὶ πολλὰ κακά, μὲ τρόπο, ἁλίμονο, ἐλεεινό. Καὶ ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ὄχι λίγους σκοτώσαμε, οἱ ὁποῖοι ἐνισχυόμενοι ἀπὸ τὴν ἀκαταμάχητη δύνα- ’ μη ποὺ τοὺς βοηθοῦσε, τελικὰ ὑπερνίκησαν τὴ δική μας ὠμότη- τα. Τώρα ὅμως, ἀφοῦ ἀφαιρέσαμε τὴν πυκνὴ ἐκείνη ὁμίχλη ἀπὸ τὰ μάτια μας, βλέπουμε μιὰ μικρὴ ὰκτίνα τῆς ἀληθείας καὶ μετα- νοοῦμε γιὰ τὰ προηγούμενα κακά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν ἀκτίνα ἄλλο σύννεφο φοβερῆς ὰπογοήτευσης ποὺ παραμένει στὴν ἐπι- φάνεια ἐπιχειρεῖ νὰ τὴν συσκοτίσει, προβάλλοντας τὰ πολλά μου κακὰ καὶ ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἤδη μισητὸς στὸ Χριστὸ καὶ ἀπαράδε- κτος, ἐπειδὴ ὑπῆρξα ἁρνητὴς καὶ ἐχθρός του. Τί λὲς ὲσὺ γι’ αὐτά, γλυκύτατό μου παιδί, γνώρισὲ μου γρήγορα καὶ δίδαξε ἐμὲνα τὸν πατέρα σου τί πρέπει νὰ κάνω, καὶ ὁδήγησὲ μὲ νὰ γνωρίσω τὸ συμφέρον μου. , νΟταν ὁ Ἰωάσαφ πῆρε τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ καὶ διάβασε τὸ περιεχόμενό της, γε’μισε ἀπὸ χαρὰ καὶ θαυμασμὸ ἡ ψυχή του. Καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ πῆγε στὸ δωμάτιό του, πὲφτοντας μὲ τὸ πρόσωπο στὸ ἔδαφος μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἔβρεχε τὴ γῆ μὲ δάκρυα, εὐχαριστώντας τὸ Δεσπότη καὶ δοξολογώντας τον καὶ ἀνοίγοντας τὰ χαρούμενα χείλια του σὲ ὑμνωδία, λέγοντας· «Θὰ διακηρύξω τὸῦψος σου, Θεέ μου καὶ βασιλιά μου, καὶ θὰ δοξολογῶ τὸ ὄνομά σου διαρκῶς σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες· εἶσαι με- γάλος, Κύριε, καὶ ὑπερβολικὰ ἄξιος νὰ ὑμνεῖσαι καὶ ἡ μεγαλω- σύνη σου δὲν ἔχει ὅριο»3, καὶ «ποιός θὰ ἐξυμνήσει ἐπάξια τὰ ἔργα τῆς δυνάμεώς σου καὶ θὰ κάνει νὰ ἀκουστοῦν ὅλοι οἱ ται- 427 ριαστοὶ ύμνοι σὲ σένα»4, «σὺ ποὺ μετέστρεψές τὸ βράχο σὲ λί- μνες νεροῦ καὶ τὸ σκληρὸ γρανίτη σὲ πηγὴ νέροῦ»5; Γιατὶ νά, αὐτὴ ἡ κοφτερὴ καὶ σκληρότερη ἀπὸ πέτρα καρδιὰ τοῦ πατέρα μου, ἐπειδὴ έσὺ τὸ θέλεις, μαλάκωσε σὰν κερί. Διότι «εἶναι δυ- νατὸ σὲ σένα καὶ ἀπὸ τὶς πέτρες αύτὲς νὰ κάνεις παιδιὰ ἀντάξια τοῦ Ἀβραάμ»6. Σὲ εὐχαριστῶ, φιλάνθρωπέ Δέσποτα, Θεὲ σπλα- χνικέ, γιατὶ έδειξές καὶ δείχνεις μακροθυμία γιὰ τὰ παραπτώμα- τὰ μας καὶ μᾶς ἄφησες μέχρι τώρα νὰ μένουμε ἁτιμώρητοι. Διότι ἐμεῖς ἤμασταν ἄξιοι ἀπὸ παλιὰ ν’ ἀπορριφθοῦμε ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου καὶ νὰ διαπομπέυθοῦμε στὴ ζωὴ αύτή, ὅπως οἱ παράνομοι ἐκεῖνοι ποὺ κατοικοῦσαν στὴν ΠεντάποληΊ, ποὺ κάηκαν μὲ φωτιὰ καὶ θειάφι, ἡ ἀφάνταστα μεγάλη μακροθυμία σου ὅμως μᾶς λυπήθηκε. Σὲ εὐχαριστῶ έγὼ ὁ τιποτένιος καὶ ἀνάξιος, ἂν καὶ δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ δοξολογήσω τὴν ἀγαθότητά σου, καὶ ἱκετεύω τὴν ἀμέτρητη εύσπλαγχνία σου, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ ἀόρατου Πατέρα, ἐσένα ποὺ δημιούργησες μὲ τὸ λόγο σου τὰ πάντα καὶ τὰ συγκρατεῖς μὲ τὸ θέλημά σου, ποὺ λύτρωσες ἐμᾶς τοὺς ἁνάξιους δούλους σου ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ ἀρχέκακου ἐχθροῦ, ποὺ ἁπλώθηκες ἐπάνω στὸ σταυρὸ καὶ ἔδε- ’ σες τὸν ἰσχυρὸ καὶ έδωσές ὡς βραβεῖο σ’ ἐκείνους ποὺ εἶχαν δέ- θεῖ ἀπὸ αὐτὸν αἰώνια ἐλευθερία· σὺ καὶ τώρα ἅπλωσε τὸ ἀόρατο καὶ παντοδύναμο χέρι σου καὶ έλευθέρωσε μέχρι τέλους τὸ δοῦ- λο σου καὶ πατέρα μου ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἐκείνη αἰχμαλωσία τοῦ διαβόλου, καὶ δεῖξε του ἔμπρακτα, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ ἀψευδὴς Θεὸς ποὺ ζεῖ αἰώνια καὶ ὁ μόνος αἰώνιος καὶ ἀθάνατος βασιλιάς. Κοί- ταξε, Δέσποτά μου, τὴ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς μου μὲ σπλαχνικὸ καὶ εύνοϊκὸ μάτι καί, σύμφωνα μὲ τὴν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή σου, έλα σ’ ἐμένα ποὺ σὲ ἁναγνωρίζω καὶ σὲ ὁμολογῶ ποιητὴ ’καί προνοητή ὅλης τῆς κτίσεως. ’“Ας πηγάσει μέσα μου τὸ δικό σου ἀναβλύζον νέρὸ8 καὶ ἃς μοῦ δοθεῖ λόγος μὲ τὸ ἄνοιγμα τοῦ στό- ματός μου9, καὶ νοῦς ποὺ νὰ εἶναι γερὰ στέρῖωμένος σὲ σένα τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο, γιὰ νὰ μπορέσω ἐγὼ ὁ ἄχρηστος δοῦλος σου νὰ κηρύξω σ’ αὐτὸν ποὺ μὲ γέννησε, ὅπως πρέπει, τὸ μυστήριο 8, ἰω.4,ι4. 9. Ἐφ.6,19. 429 τῆς οἰκονομίας σου, καὶ νὰ τὸν ἁποσπὰσω μὲ τὴ δική σου δύνα- μη ἀπὸ τὴν μάταιη πλάνη τῶν πονηρῶν δαιμόνων, καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσω σὲ σένα τὸ Θεὸ καὶ Δεσπότη, «ὁ ὁποῖος δὲ θέλεις τὸ θάνατο ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ περιμένεις τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ μετάνοιά μας», γιατὶ εἶσαι δοξασμένος στοὺς αἰῶνες, ἁμήν· ’ Ἀφοῦ προσευχήθηκε ἔτσι καὶ πῆρε τὴν έσωτερικὴ πληροφορία ὅτι δὲ θὰ άποτύχει σ’ αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στὴν εὐ- σπλαγχνία τοῦ Χριστοῦ, ξεκινώντας ἀπὸ ἐκεῖ μὲ ὅλη τὴ βασιλικὴ ἁκο- λουθία του, πηγαίνει στὰ ἀνάκτορα τοῦ πατέρα του. Ὅταν ἀναγγέλθη- . κε στὸν πατέρα του ὁ έρχομὸς τοῦ γιοῦ του, βγαίνει ἀμέσως σὲ προῦ- πάντησή του, τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν κατασπάζεται, καὶ κάνει μεγάλη χαρὰ καὶ πάνδημη γιορτὴ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ γιοῦ τουό. Τί ἐγινε ὅμως ὕστερα ἀπὸ αὐτά; Κάθισαν μαζὶ ίδιαίτερα οἱ δυό τους. Καὶ τί θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ γι’ αὐτὰ ποὺ συζήτησε τότε μὲ τὸ βασιλιὰ ὁ γιός του μὲ πολλὴ φιλοσοφία, Τίᾶλλο φυσικὰ παρὰ ἐκεῖνα ποὺ τοῦ ὑπαγόρευε τὸ θεῖο Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο οἱ ψαράδες σαγήνευσαν ὅλο τὸν κόσμο στὸ Χριστὸ καὶ οί ἀγράμματοι ὰποδείχθηκαν σοφότεροι ἀπὸ τοὺς σοφούς Σοφισμένος καὶ αὐτὸς μὲ τὴ χάρη ἐκείνου, μιλοῦσε στὸ βασιλιὰ καὶ πατέρα του φωτίζοντάς τον μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως. Βέβαια καὶ προηγουμένως, ποὺ ἐκοπίασε πολὺ νὰ ἀποσπάσει τὸν πατέρα του ἀπὸ τὴ δεισιδαίμονα πλάνη, τί δὲν τοῦ εἶπε, καὶ τί δὲν ἔκανε, γιὰ νὰ τὸν ἐπαναφέρει, ἀλλὰ ἐμοιαζε σὰν νὰ ψάλλει ἄδικα καὶ νὰ μιλάει σὲ αὐτιὰ κωφῶν. ’Ὅταν ὅμως ἔρριξε τὸ βλέμμα του ὁ Κύριος στὴν ταπείνωση τοῦ δούλου του Ἰωάσαφ, καὶ ἄκουσε τὴν παράκλησή του, ἄνοιξε διάπλατα τὶς κλει- στὲς πύλες τὶς καρδιᾶς τοῦ πατέρα του (γιατὶ λέει, «θὰ κάνει τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ τὸν φοβοῦνται καὶ θὰ ἀκούσει τὶς παρακλήσεις τους»’1), καὶ καταλάβαινε εὔκολα ὁ βασιλιὰς ὅσα λέγονταν· ἔτσι ὁ υἱός, στὴν κατάλληλη εὐκαιρία, μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ κατόρθωσε νὰ ἐπιτύχει νίκη ἐναντίον τῶν πονηρῶν πνευμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχαν κυριέψει τὴν ψυχὴ τοῦ πατέρα του, νὰ τὸν ἐλευθερώσει τελείως ἀπὸ τὴν πλάνη τους, καὶ νὰ τοῦ κάνει γνωστὸ κατὰ τρόπο σαφῆ τὸν σωτήριο λόγο καὶ νὰ τὸν συμφιλιώσει μὲ τὸ Θεὸ ποὺ ζεῖ στοὺς οὐρανούς. 431 Παίρνοντας λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ λόγο, διηγήθηκε σ’ αὐτὸν τὰ σπουδαῖα καὶ θαυμαστὰ ποὺ δὲ γνώριζε, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε ἀκούσει μὲ τὰ αὐτιὰ τῆς καρδιᾶς του, λέγοντάς του πολλὰ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ δείχνο- ντάς του τὴν εὐσέβεια, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς ἐπάνω στὸν οὐρα- νό, οὔτε κάτω στὴ γῆ, παρὰ μόνο αὐτὸς ὁ ἕνας Θεὸς ποὺ ἀναγνωρίζε- ται στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ ἅγιο Πνεῦμα. Τοῦ ἔκανε γνωστὰ καὶ πολλὰ μυστήρια τῆς θεολογίας, στὰ ὁποῖα περιέλαβε καὶ ἐκεῖνα γιὰ τὴ ἀόρατή καὶ ὁρατὴ κτίση, ὅτι ὁ Δημιουργὸς παρήγαγε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδέν, ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή του, καὶ ἀφοῦ τὸν τίμησε μὲ τὸ αὐτεξούσιο, τὸν ἔκανε νὰ τρώει ἀπὸ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ὑπῆ ρχαν στὸν παράδεισο, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀποφεύγει μόνο αὐτὸ ποὺ ἦταν τὸ δένδρο τῆς γνώσεως· ὅταν ὅμως ἐκεῖνος ἁθέτησε τὴν ἐντολή, τὸν έξόρισε ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἀπὸ ἐκεῖ, τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἀφοῦ ξέφυγε ἀπὸ τὴν έξοικείωσή του μὲ αι’)- τόν, περιέπεσε σ’ αὐτὸς τὶς πολλὲς πλάνες, ὑποδουλώθηκε στὶς ἀμαρ- τίες καὶ ὑπέπεσε στὸ θάνατο μὲ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου· αὐτός, ἀφοῦ πῆ ρε στὴν ἐξουσία του τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔκανε νὰ ξεχάσουν τελείως τὸ Θεὸ καὶ Δεσπότη καὶ τοὺς μετέπεισε νὰ λατρεύουν αὐτὸν μέσα ἀπὸ τὴ σιχαμερὴ προσκύνηση τῶν εἰδώλων. Ἐπειδὴ ὅμως μᾶς λυπήθηκε ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἔπλασε, μὲ τὴ συγκατάθεση τοῦ Πατέρα καὶ τὴ βοήθεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καταδέχθηκε νὰ γεννηθεῖ ὅπως ἐμεῖς ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο, τὴ θεοτόκο Μαρία· καὶ ἀφοῦ αὐτὸς ὸ ἀπαθὴς ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὰ πάθη καὶ ἀναστήθηκε σὲ τρεῖς μέρες ὰπὸ τοὺς νεκρούς, μᾶς γλίτωσε ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ τιμωρία καὶ μᾶς ἔκανε ἀξιους τῆς ἀρχικῆς δόξας. Γιατὶ μᾶς συγκέντρωσε ἀνεβαίνοντας στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ ὅπου εἶχε κατεβεῖ· καὶ πιστεύουμε ὅτι καὶ πάλι θὰ έρθει, γιὰ νὰ ἀναστήσει τὸ πλάσμα του καὶ νὰ ἀνταποδώσει στὸν καθένα ἀνά- λογα μὲ τὰ ἔργα του. Ἔπειτα δίδαξε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ποὺ πε- ριμένει τοὺς ἄξιους καὶ τὰ ἀπερίγραπτα ἀγαθά. Πρόσθεσε τὰ βασανι- στήρια ποὺ εἶναι ὲτοιμασμένα γιὰ τοὺς κακούς, τὴ φωτιὰ ποὺ δὲ σβήνει, τὸ βαθύτατο σκοτάδι, τὸ σκουλήκι ποὺ δὲν πεθαίνει, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα βασανιστήρια ποὺ ἀποταμίευσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους οἱ δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας. ’ Ἀφοῦ διεξῆλθε ὅλα αὐτὰ μὲ πολλὰ λόγια, ποὺ μαρτυροῦσαν τὴν πλούσια χάρη τοῦ Πνεύματος ποὺ ὑπῆρχε μέσα του, ἔπειτα διηγήθηκε , 433 καὶ τὸ ἀνεξιχνίαστο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰδεχθεῖ τὴ μετάνοια ἐκείνων ποὺ ἐπιστρέφων σ’ αὐτὸν καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ εἶναι ἁνώτερη ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία του, ἐὰν βέβαια θελήσουμε νὰ μετανοήσουμε, καὶ ἀφοῦ παρέστησε αι’)τὸ μὲ πολλὰ παραδείγματα καὶ γραφικὲς μαρτυρίες, αὐτὸς ἔβαλε τέρμα στὸ λόγο του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35

Ὁ βασιλιὰς Ἀβεννήρ, συγκινημὲνος ἀπὸ τὴ θεοδίδακτη αὐτὴ σο- φία, μὲ φωνὴ δυνατὴ καὶ πολὺ θερμὴ ψυχὴ ὡμολόγησε τὸν σωτήρα Χριστό, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κάθε δαιμονικὴ πλάνη. Προσκυνᾶ καὶ τὸ σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ κάτω ἀπὸ τὰ βλέμματα ὅλων καὶ εἰς ἐπήκοον ὅλων ἀνακηρύττει Θεὸ ἀληθινὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό· καὶ ἀφοῦ ἀνέφερε τὴν προηγούμενη ἀσέβεια καὶ ἤλεγξε τὴν ὠμότητα Καὶ τὰ ἐγκλήματά του ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν, μεγάλο μὲ- ρος τοῦ πλήθους ἦρθε πρὸς τὴν εὐσέβεια, ὥστε νὰ γίνει καὶ εδῶ γνωστὸ μὲ τὰ ἰ’δια τὰ πράγματα αὐτὸ ποὺ ἔχει πεῖ ὁ Παῦλος, ὅτι «ὅπου ὑπῆρχε πλεονασμὸς τῆς ἀσεβειας, ἐκεῖ ὑπῆρξε καὶ περίσσεια τῆς χά- ριτος»1. Ἐνῶ ὁ σοφότατος Ἰωάσαφ ἔλεγε στοὺς στρατηγοὺς καὶ σα- τράπες, ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ τότε, καὶ σὲ ὅλο τὸ λαὸ πολλὰ γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὴν πίστη σ’ αὐτόν, καὶ σὰν ἄλλη πύρινη γλώσσα2 κελαϊδοῦσε κάτι ὡραῖο καὶ μελωὸικό, επιφοιτώντας ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος τοὺς παρακίνησε ὅλους σὲ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος μὲ μιὰ φωνὴ φώναξε· Γ, Εἶναι μεγάλος ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος δοξάζεται μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Γεμᾶτος θεῖκὸ ζῆλο ὁ βασιλιὰς Ἀβεννήρ ὁρμᾶ μὲ δύναμη στὰ εἴδωλα ποὺ βρίσκονταν στὸ παλάτι του καμωμὲνα ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἀσήμι καὶ τὰ ρίχνει στὸ ἔδαφος. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὰ ἔκοψε σὲ κομμάτια, τὰ μοίρα- σε στοὺς φτωχούς, κάνοντας ἔτσι ὠφέλιμα αὐτὰ ποὺ ἦταν ἀνώφελα. Ἀλλὰ καὶ μαζὶ μὲ τὸ γιό του περικυκλώνοντας τοὺς ναοὺς καὶ βωμοὺς τῶν εἰδώλων τοὺς κατεδάφιζαν μεχρι τὰ θεμέλιά τους καὶ ἕκτιζαν ἀντὶ γι’ αὐτοὺς ἐκκλησίες πρὸς τιμὴν τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὰ ἔκαναν αὐτὰ μὲ βια- σύνη ὄχι μόνο στὴν πόλη, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλη τὴ χώρα. Τὰ πονηρὰ πνεύ- 435 ματα ποὺ κατοικοῦσαν στοὺς βωμοὺς ἑφευγαν σκούζοντας, καὶ τρέμο- ντας διαλαλοῦσαν τὴν άκαταμάχητη δύναμη τοῦ Θεοῦ μας, καὶ ὅλα τὰ περίχωρα καὶ τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ γειτονικὰ ἔθνη ὁδηγοῦνταν πρὸς τὴν εὐσεβῆ πίστη. Τότε λοιπόν, άφοῦ ἦρθε ὁ θειότατος ἐπίσκοπος, ποῦ άναφέρθηκε πιὸ πάνω, κατηχήθηκε ὁ βασιλιὰς καὶ ἔλαβε τὴν τε- λείωση μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ τὸν ἀναδέχθηκε ἀπὸ τὴ θεία κολυμβήθρα ὁ Ἰωάσαφ, καί, αὐτὸ εἶναι τὸ πρωτόφαντο, ἁναδείχθηκε γεννήτορας τοῦ πατέρα του, καὶ ἔγινε πρόξενος τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν γέννησε σαρκικὰ. Γιατὶ ἦταν υἱὸς τοῦ οὐράνιου Πατέρα καὶ θεϊκότατος πράγματι καρπὸς τῆς θεϊκῆς ρίζας, τῆς ρίζας ἐκείνης ποὺ φωνάζει· «ἐγὼ εἶμαι τὸ ἁμπέλι καὶ σεῖς τὰ κλήματα»3. Ἀναγεννημένος μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ βασιλιὰς Ἀβεννήρ, μέσα ἀπὸ τὸ νερὸ καὶ τὸ Πνεῦμα, δοκίμαζε ἁνεκλὰλητη χαρά4. Μαζὶ μ’ αύ- τὸν καὶ ὁλόκληρη ἡ πόλη καὶ τὰ περίχωρα δέχθηκαν τὸ θεῖο βάπτισμα καὶ ἀναδείχθηκαν υἱοὶ τοῦ φωτός, αὐτοὶ ποὺ πρὶν ἦταν σκοτισμένοι. Κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε ἑπίθεση τῶν δαιμόνων διώχθηκε μακριὰ ἀπὸ τοὺς πιστούς, καὶ όλοι τους ἦταν σῶοι καὶ ὑγιεῖς. Ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ἀξιοθαύμαστα γίνονταν ποὺ έπιβεβαίωναν τὴν πίστη. Κτίζονταν καὶ ἐκκλησίες καὶ οἱ κρυμμένοι ἀπὸ τὸ φόβο ἐπίσκοποι φανερώνονταν καὶ ἁνακτοῦσαν τὶς εκκλησίες τους, ἐνῶ χειροτονοῦνταν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς μοναχοὺς γιὰ νὰ ποιμάνουν τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ. Ὸ βασιλιὰς Ἀβεννὴρ λοιπόν, ἀφοῦ ἔτσι ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ εκείνη τὴν προηγούμενη έλεεινή διαγωγή του καὶ ὄντας μετανοιωμέ- νος γιὰ ὅσα εἶχε κάνει, παραδίνει στὸ γιό του ὅλη τὴ βασιλικὴ ἐξου- σία, ἐνῶ ἐκεῖνος ήρεμώντας ἀπομονωμένος, ἔρριχνε συνέχεια σκόνη στὸ κεφάλι του, καὶ βγάζοντας βαθεῖς ἀναστεναγμοὺς έλουζε τὸν εαυ- τό του στὰ δάκρυα καὶ μιλοῦσε μόνος σ’ ἐκεῖνον ποὺ εἶναι μόνος πα- νταχοῦ παρών, ζητώντας συγγνώμη γιὰ τὰ πταίσματά του. Καὶ ἔφθασε σὲ τόσο βάθος κατανύξεως καὶ ταπεινοφροσύνης, ὥστε νὰ παύσει νὰ προφέρει καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ χείλη του, καὶ τὸ ἀποτόλμησε αὐτὸ ὕστερα ἀπὸ συμβουλὴ τοῦ γιοῦ του, μὲ πολὺ κόπο. Κατόρθωσε σὲ τέτοιο βαθμὸ τὴν καλὴ ἁλλοίωση καὶ βάδισε τὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς, ὥστε νὰ ξεπεράσει μὲ τὴν εὐσέβεια τὴν ἄγνοια τῶν προηγουμένων ’ ἁμαρτημάτων του. 437 Ἀφοῦ ἐζησε ἔτσι ἐπὶ τέσσερα χρόνια μὲ μετάνοια καὶ δάκρυα καὶ μὲ κάθε ἀρετή, προσβλήθηκε ἀπὸ ἀρρώστια, ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ πέθα- νε. Ὅταν ὅμως πλησίαζε τὸ τέλος του, ἅρχισε νὰ φοβᾶται καὶ νὰ ἀγω- νιᾶ, ἐνθυμούμενος τὰ κακὰ ποὺ εἶχε διαπράξει. Ὁ Ἰωάσαφ τότε μὲ λό- για παρηγορητικὰ ἀνακουφιζε τὸ βάρος ποὺ εἶχε πέσει ἐπάνω του, λέγοντάς του· Γιατί λυπᾶσαι τόσο πολύ, πατέρα μου, καὶ γιατί συνταράζεσαις Ἔλπισε στὸ Θεὸ καὶ δοξολόγα αὐτόν5, ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα ὅλων τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ ἐκείνων ποὺ πλέουν μακριὰ στὴ θάλασ- σα6, ὁ ὁποῖος φωνάζει μέσω τοῦ προφήτη λέγοντας· «λουσθεῖτε καὶ γίνετε καθαροί· βγάλτε τὶς πονηρίες ἀπὸ τὶς ψυχές σας μπρο- στὰ στὰ μάτια μου· μάθετε νὰ κάνετε τὸ καλό· καὶ ἂν οι ἁμαρτίες σας εἶναι σὰν τὸ χρῶμα τὸ πορφυρό, θὰ τίς κάνω λευκὲς σὰν τὸ χιόνι. Κι ἂν εἶναι σὰν τὸ κόκκινο, θὰ τὶς ἁσπρίσω ὅπως τὸ μαλ- λί>>7. Μὴ φοβᾶσαι λοιπόν, πατέρα μου, μὴ διστάζεις· γιατὶ οἱ ἁμαρτίες αὐτῶν ποὺ έπιστρέφουν στὸ Θεὸ δὲν νικοῦν τὴν ἄπειρη ἀγαθότητά του. Γιατὶ αὐτὲς μετριοῦνται καὶ ἀπαριθμοῦνται, ὅσες καὶ ἂν εἶναι, ἐνῶ ἐκείνη εἶναι ἀμέτρητη καὶ ἁναρίθμητη. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν αὐτὸ ποὺ ὑπόκειται σὲ μέτρημα νὰ νικᾶ τὸ ἁμέ- τρητο. Καταπραΰνοντας τὴν ψυχῆ του μὲ τέτοια παρηγορητικὰ λόγια, τὴν έκανε αἰσιόδοξη. Ἔπειτα ὁ πατέρας του, ἁπλώνοντας τὰ χέρια καὶ εὐ- χαριστώντας τον, προσευχόταν γι’ αὐτὸν καὶ εὐλογοῦσε τὴν ἡμέρα ποὺ ἐκεῖνος γεννήθηκε, λέγοντας· Γλυκύτατό μου παιδί, ὄχι δικό μου παιδί, ἀλλὰ τοῦ οὐράνιου Πα- τέρα, πῶς νὰ σ’ εὐχαριστήσω; Μὲ ποιές εὑλογίες νὰ σ’ εὐλογή- σω; Καὶ ποιά εὐχαριστία νὰ ἀπευθύνω στὸ Θεὸ γιὰ σένα; Γιατὶ ἤμουν χαμένος καὶ μέσου σοῦ βρέθηκα· ἤμουν νεκρὸς στὴν ἁμαρτία καὶ ξανάζησαὸ· ἤμουν ἐχθρὸς καὶ ἁρνητὴς τοῦ Θεοῦ καὶ συμφιλιώθηκα. Τί νὰ σοῦ ἀνταποδώσω λοιπὸν γιὰ ὅλα αὐτά; Ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ σοῦ δι’νει έπάξιες ἀνταμοιβές. Μιλώντας του μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν φιλοῦσε συνέχεια τὸ ἀγαπημένο του παιδί. Ἔπειτα, ἀφοῦ προσευχήθηκε καὶ εἶπε· Στὰ χέρια σου, φιλάνθρωπε Θεέ, παραδίνω τὸ πνεῦμα μου, παρέδωσε μὲ μετάνοια καὶ εἰρήνη τὴν ψυχή του στὸν Κύριο9. 439 Ὁ Ἰωάσαφ τότε, ἀφοῦ τίμησε μὲ δάκρυα τὸν πατέρα του ὅταν πέθανε, καὶ κήδεψε μὲ τιμὲς τὸ λείψανό του, τὸν ἁπέθεσε σὲ μνῆμα εὐσεβῶν ἀνδρῶν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν ντύσει μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα, ἀλλὰ στολί- ζοντάς τον μὲ ἐνδύματα μετάνοιας. Καὶ ἀφοῦ στάθηκε στὸ μνῆμα καὶ σήκωσε τὰ χέρια του στὸν οὐρανό, φώναξε στὸ Θεό, λέγοντας; Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ, βασιλιὰ τῆς δόξας, μόνε δυνατὲ καὶ ἁθάνατε, γιατὶ δὲν παρέβλεψες τὴ δέησή μου καὶ δὲν προσπέρασες τὰ δά- κρυά μου σιωπώντας, ἀλλὰ τὸ δοῦλο σου αὐτὸν καὶ πατέρα μου συγκατατέθηκες νὰ τὸν ἀποσπάσεις ἀπὸ τὸ δρόμο τῶν ἁμαρτιῶν καὶ νὰ τὸν τραβήξεις πρὸς έσένα, τὸν σωτήρα ὅλων, ἁπομακρύ- νοντάς τον ἀπὸ τὴν ἀπάτη τῶν εἰδώλων καὶ ὰξιώνοντάς τον νὰ γνωρίσει έσένα τὸν ὰληθινὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεό. Καὶ τώρα, Κύριε καὶ Θεέ μου, σὺ ποὺ έχεις άνεξερεύνητο πέλαγος ἁγαθό- τητας, τοποθέτησέ τον σὲ τόπο γεμᾶτο χλόη, σὲ τόπο ἀνθ -’κ·»,-τύσε- ως, ὅπου λάμπει τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου· καὶ μὴ θυμηόείς τὶς παλιές του ἁμαρτίεςῐθ, ἀλλὰ μὲ τὴν πολλὴ εὐσπλαγχνία σου έξα- φάνισε τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ σχίσε τὰ γραμμάτια τῶν όφειλῶν του καὶ συμφιλίωσε μ’ αὐτὸν τοὺς ἁγίους σου τοὺς ὁποίους θανάτωσε μὲ τὴ φωτιὰ καὶ τὸ ξίφος, δίνοντάς τους έντο- λὴ νὰ μὴ ὀργίζονται ἐναντίον του. Γιατὶ ὅλα εἶναι δυνατὰ σὲ σένα τὸ Δεσπότη τῶν ὅλων, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ μὴ ἐλεεῖς αὐτοὺς ποὺ έπιστρέφουν σὲ σένα· αὐτὸ σοῦ εἶναι ἀδύνατο. Γιατὶ ἡ εὐ- σπλαγχνία σου εἶναι χυμένη πάνω σὲ ὅλους καὶ σώζεις ὅσους σὲ ἐπικαλοῦνται, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, γι’ αὐτὸ σοῦ ἀνήκει δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν. ζ Τέτοιες προσευχὲς καὶ δεήσεις πρόσφερε στὸ Θεὸ ἑπτὰ ὸλόκληρες ὴμέρες, χωρὶς νὰ ἁπομακρυνθεῖ καθόλου ἀπὸ τὸ μνῆμα, χωρὶς νὰ θυ- μηθεῖ καθόλου φαγητὸ ἢ πιοτό, καὶ χωρὶς νὰ κοιμηθεῖ γιὰ νὰ ἀναπαυ- θεῖ, ἀλλὰ έβρεχε τὸ ἔδαφος μὲ δάκρυα καὶ προσευχόταν μὲ στεναγ- μοὺς ἀκατάπαυστους. Τὴν ὀγδόη ἡμέρα, γυρίζοντας στὸ παλάτι, μοί- ρασε ὅλο τὸν πλοῦτο καὶ τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς, ὥστε νὰ μὴ πα- ραλειφθεῖ κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36

Σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ ἔκανε αὐτὴ τὴ διακονία καὶ ἄδειασε ὅλα τὰ 441 θησαυροφυλάκια, γιὰ νὰ μὴ τὸν έμποδίσει ὁ ὄγκος τῶν χρημάτων προ- κειμένου νὰ μπεῖ στὴ στενὴ πύλη, τὴν τεσσαρακοστὴ μέρα ἀπὸ τὸ θά- νατο τοῦ πατέρα του, κάνοντάς του μνημόσυνο, προσκαλεῖ ὅλους τοὺς ἄρχοντες καὶ ὅσους φοροῦσαν στρατιωτικὰ καὶ ἀπὸ τὸν πολιτικὸ κό- σμο ὄχι λίγους, καὶ ἀφοῦ κάθισε στὸ θρόνο, ὅπως ἦταν τὸ έθιμο, λέει μὲ τρόπο ποὺ νὰ τὸν ἀκοῦν ὅλοι· Νά, ὅπως βλέπετε ὁ Ἀβεννὴρ ὁ πατέρας μου καὶ βασιλιὰς πέθα- νε σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς φτωχοὺς καὶ τίποτε, οὔτε ὁ πλοῦτος, οὔτε ἡ βασιλικὴ δόξα, οὔτε ἀκόμα κι ἐγὼ ὁ φιλόστοργος γιός του, οὔτε κανένας ἀπὸ τοὺς ἄλλους φίλους καὶ συγγενεῖς του, δὲν μπόρεσε νὰ τὸν βοηθήσει καὶ νὰ τὸν γλιτώσει ἀπὸ τὴν ἀναπόφευκτη ἀπό- φαση. Ἀλλὰ πηγαίνει στὰ ἐκεῖ δικαστήρια, γιὰ νὰ δώσει λόγο τῆς συμπεριφορᾶς του στὴν ἐδῶ ζωή, χωρὶς νὰ μεταφέρει κανέ- να ἀπὸ ὅλους βοηθό, παρὰ μόνο αὐτὰ ποὺ ἔπραξε, ὅποια καὶ ἂν εἶναι. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς εἶναι φυσικὸ νὰ συμβαίνει καὶ σ’ ὅλους ὅσους ἔλαχε ἡ ἀνθρώπινη φύση, καὶ δὲν γίνεται ἀλλιῶς. Τώρα λοιπὸν ἀκοῦστε με, φίλοι καὶ ἀδελφοί μου, λαὲ τοῦ Κυρίου καὶ κλῆρος ἅγιος, τοὺς ὁποίους έξαγόρασε ὁ Χριστὸς ὁ Θεός μας μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα του καὶ σᾶς γλίτωσε ἀπὸ τὴν παλιὰ πλάνη καὶ τὴ δουλεία τοῦ ἐχθροῦ. Γνωρίζετε οἱ ἴδιοι τὴ συμπεριφορά μου, ὅτι ἀπὸ τότε ποὺ γνώρισα τὸ Χριστὸ καὶ ἀξιώθηκα νὰ γίνω δοῦ- λος του, μίσησα τὰ πάντα καὶ πόθησα μόνο αὐτὸν καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ διακαὴς πόθος μου, ἀφοῦ φύγω ἀπὸ τὴν παραζὰλη τῆς ζωῆς , καὶ τὸν μάταιο θόρυβο, νὰ εἶμαι μόνος μαζὶ μ’ αὐτὸν μόνο καὶ μὲ ἀτάραχη γαλήνη ψυχῆς νὰ ὑπηρετήσω τὸ Θεὸ καὶ Δεσπότη μου. Ἀλλὰ μὲ συγκράτησε ἡ κατάσταση τοῦ πατέρα μου καὶ ἡ ἐντολὴ ποὺ παραγγέλλει νὰ τιμᾶμε τοὺς γονεῖς μαςῖ. Γι’ αὐτό, μὲ τὴ χάρη καὶ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐκοπίασα ἄδικα, οὔτε σπατάλησα ἄσκοπα αὐτὲς τὶς μέρες· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον τὸν έκανα φίλο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλους ἐσᾶς σᾶς δίδαξα αὐτὸν μόνο νὰ ἀναγνωρίζετε ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Κύριο τοῦ παντός, καὶ δεν τὸ ἐκανα ἐγὼ αὐτό, ἀλλὰ ἡ χάρη αὐτοῦ ποὺ εἶναι μαζί μου, ἡ ὁποία γλίτωσε καὶ μένα ἀπὸ τὴ δαιμονική πλάνη καὶ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων, καὶ σᾶς, λαέ μου, σᾶς έλευθέρωσε ἀπὸ τὴ φοβερὴ αἰχμαλωσία. Εἶναι και- ρὸς λοιπὸν νὰ ἐκπληρώσω τὰ ἔργα ποὺ ὑποσχέθηκα στὸ Θεό· εί- 443 ναι καιρὸς νὰ πάω ὅπου μὲ ὁδηγήσει αὐτὸς καὶ νὰ τοῦ ἀπευθύνω τὶς προσευχὲς ποὺ προσευχήθηκα σ’ αὐτόν. Σκεφθεῖτε λοιπὸν τώρα ἑσεῖς ποιόν θὰ θὲλατε νὰ εἶναι ἀρχηγὸς καὶ νὰ βασιλεύει σὲ σᾶς· γιατὶ εἶστε ἤδη μυημενοι στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, καὶ δὲν σᾶς ἔχει ἀποκρυβεῖ κανὲνα ἀπὸ τὰ προστάγματα του. Νὰ βα- δίζετε σ’ αὐτά· νὰ μὴ παρεκκλίνετε δεξιὰ ἢ ἀριστερά, καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἃς εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σαςῖ. Οταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ λαὸς καὶ τὸ πλῆθος ἐκεῖνο, δημιουργήθηκε ἀμέσως θόρυβος καὶ πάταγος καὶ μεγάλη βοὴ καὶ σύγχυση, ἐπειδὴ ὅλοι ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴν ὀρφάνια. Κλαίγοντας γι’ αὐτά, μαζὶ μὲ τοὺς θρήνους βεβαίωναν καὶ μὲ ὅρκους ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀφήσουν καθόλου, ἀλλὰ θὰ παραμείνουν καὶ δὲν θὰ τοῦ επιτρὲψουν μὲ κανὲνα, Υ τρόπο τὴν ἀναχώρηση. Καὶ ἐνῶ ἔτσι φώναζε τὸ πλῆθος καὶ ὅλοι οἱ ἄρ- χοντες, παίρνοντας τὸ λόγο ὁ βασιλιάς, κάνει νόημα στὸ πλῆθος καὶ διατάσσει νὰ ἡσυχάσουν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς εἶπε ὅτι ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὴν ὰντιθεσή τους, τοὺς ἔστειλε στὰ σπίτια τους λυπημὲνους καὶ μὲ τὰ σημάδια τῶν δακρύων στἰς παρειές τους. Αὐτὸς τότε παίρνοντας ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, ποὺ τὸν ξεχώριζε, ἐπειδὴ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ σεμνότητα τῆς ζωῆς του, ὀνόματι Βαραχία (που ἁνα- φέρθηκε καὶ προηγουμένως, ὅταν ὁ Ναχὼρ ὑποκρινόμενος τὸν Βαρ- λαὰμ συζητοῦσε μὲ τοὺς φιλοσόφους καὶ μόνο ὁ Βαραχίας ὲτοιμάσθη- κε νὰ τὸν συμπαρασταθεῖ καὶ ν’ ἁγωνισθεῖ μαζί του, γιατὶ φλεγόταν ἠ καρδιά του ἀπὸ θεϊκὸ ζῆλο), παίρνοντας λοιπὸν αὐτὸν ἰδιαιτερως ὁ βα- σιλιάς, συζητοῦσε μαξί του φιλικὰ καὶ τὸν παρακαλοῦσε πολὺ θερμὰ ν’ ἁναλάβει τὴ βασιλεία καὶ νὰ κυβερνήσει τὸ λαό του μὲ φόβο Θε- οῦ, γιὰ νὰ μπορὲσει αὐτὸς ν’ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο ποὺ ποθοῦσε. Βλέ- ποντάς τον ὅμως ν’ ἀρνεῖται καὶ νὰ μὴ δέχεται καθόλου καὶ νὰ λεει· Βασιλιά μου, πολὺ ἄδικη εἶναι ἡ ἀπόφασή σου, γιατὶ δὲν εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν ἐντολή. Ἀφοῦ δηλαδὴ διδάχθηκες νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου3, γιὰ ποιό λόγο τὸ βάρος που ἐσὺ θέλεις νὰ ρι’ξεις ἀπὸ πάνω σου, προσπαθεῖς νὰ τὸ φορ- τώσεις σὲ μένα; Γιατί, ἐὰν εἶναι καλὸ πρᾶγμα ἡ βασιλεία, κράτα το ἐσὺ τὸ καλό· ἐὰν ὅμως αὐτὸ εἶναι ἐμπόδιο τῆς ψυχῆς καὶ σκάνδαλο, γιατί μοῦ τὸ παραχωρεῖς καὶ θέλεις νὰ μου βάλεις τρι- κλοποδιά; ΒΑΡΛΑΑΜ ΚΑΙ ῐΩΑΣΑΦ 445 Βλέποντάς τον νὰ λέει καὶ νὰ ὑποστηρίζει αὐτά, διέκοψε τὴ συνομιλία. Ἀργὰ τὴ νύχτα γράφει ἐπιστολὴ πρὸς τὸ λαὸ γεμάτη πολλὴ φιλοσο- φία, μὲ τὴν ὁποία συνιστοῦσε κάθε εὐσέβεια, ποιά πίστη πρέπει νὰ ἔχουν γιὰ τὸ Θεό, τί ζωὴ νὰ τοῦ προσφερουν, ποιούς ὕμνους καὶ ποιές εὐχαριστίες. Ἔπειτα τοὺς διατάσσει νὰ μὴ δεχθόῦν ἄλλον στὴ βασιλι- κὴ ἐξουσία, ,παρὰ μόνο τὸν Βαραχία. Καὶ ἀφοῦ ἄφησε στὸν κοιτῶνα του τὸ χαρτὶ στὸ ὁποῖο ἦταν γραμμένη ἡ ἐπιστολή, ξεφεύγοντάς τους ὅλους, βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι. Ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ διαφύγει τελικά. Διότι μόλις ἁκούστηκε αὐτὸ τὸ πρωί, προκάλεσε ταραχὴ καὶ κλάματα στὸ λαό, καὶ ὅλοι μὲ πολλὴ ταχύτητα βγῆκαν σὲ ἁναζήτησή του, σκο- πεύοντας νὰ ματαιώσουν μὲ κάθε τρόπο τὴ φυγή του. Καὶ δὲν πῆγε χα- μένη ἡ προσπάθειά τους. Γιατί, καταλαμβάνοντας τοὺς δρόμους καὶ περικυκλώνοντας ὅλα τὰ βουνὰ καὶ γυρίζοντας σὲ ὰδιάβατα φαράγγια, τὸν βρίσκουν σὲ κάποιο χείμαρρο νὰ ἔχει τὰ χὲρια ὑψωμενα στὸν οὐ- ρανὸ καὶ νὰ κάνει τὴν προσευχὴ τῆς ἕκτης ὥρας’. Ὅταν τὸν πλησία- σαν τὸν περίχυσαν μὲ δάκρυα παρακαλῶντας τον καὶ κατηγορώντας τον γιὰ τὴ φυγή. Ἐκεῖνος τότε τοὺς λέει· Γιατί ,κοπιάζετε ἄδικα; Μὴν ἐλπίζετε πιὰ νὰ μὲ ἔχετε βασιλιά σας. Ὑποχωρώντας ὅμως στὴ μεγάλη ἀντίθεσή τους, ἐπιστρέφει πάλι στὸ παλάτι. Καί, ἀφοῦ τοὺς συγκέντρωσε ὅλους, τοὺς φανέρωσε τὴν ἀπό- φασή του. Ἔπειτα καὶ μὲ ὅρκους βεβαίωσε τὸ λόγο του, ὅτι στὸ ἑξῆς δὲν θὰ μείνει μαζί τους καμμιὰ με’ρα. Διότι λέει, Ἐγὼ ἐκανα στὴν ἐντέλεια τὴν ἁποστολή μου5 καὶ δὲν παρελειψα τίποτεὸ, οὔτε φοβήθηκα νὰ σᾶς ἁναγγείλω καὶ νὰ σᾶς διδάξω κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σᾶς συμφέρουν, κηρύττοντας σ’ ὅλους τὴν πί- στη στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ δείχνοντάς σας δρόμους μετάνοιας. Καὶ τώρα, νά, ἐγὼ βαδίζω τὸ δρόμο ποὺ ἀπὸ παλιὰ ποθοῦσα, καὶ δὲ θὰ ξαναδεῖτε ὅλοι ἐσεῖς τὸ πρόσωπό μου. Γι’ αυτὸ σᾶς βεβαιώνω τὴ σημερινὴ μὲρα, σύμφωνα μὲ τὸν θεῖο ἀπόστολο, ὅτι εἶμαι ἀθῶος ἀπὸ τὸ αιμα ὅλων σας. Γιατὶ δὲν πα- ρελειψα νὰ σᾶς κηρύξω ὸλοκλη ρο τὸ σχέδιο τοῦ ΘεοῦΊ. Ἀιςούοντάς τα αὐτὰ καὶ γνωρίζοντας καλὰ τὴν ἁποφασιστηκότητά 5. Β’ Τιμ. 4,5. 6. Πράξ. 2030, 7. Πράξ. 2035. 447 του, ὅτι δηλαδὴ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἐμποδίσει ἀπὸ τὴν πρόθεσή του, έκλαψαν βέβαια γιὰ τὸν ἀπορφανισμό, δὲν μποροῦσαν ὅμως νὰ τὸν μεταπείσουν καθόλου. Τότε ὁ βασιλιὰς παίρνοντας ἐκεῖνο τὸν Βα- ραχία, τὸν ὁποῖο ἀναφέραμε προηγουμένως, εἶπε· Αὐτόν, ἀδελφοί, στέφω βασιλιά σας. Καὶ ἐνῶ ἐκεῖνος ἀντιδροῦσε ἐντονα σ’ αὐτό, ἄκοντα καὶ χωρὶς τὴ θέ- λησή του τὸν ἐγκαθιστᾶ στὴ βασιλικὴ ἐξουσία, βάζει στὸ κεφάλι του τὸ στέμμα καὶ τοῦ δίνει στὸ χέρι τὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι. Καί, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὴν ἀνατολή, ἔκανε προσευχὴ γιὰ τὸ βασιλιὰ Βαραχία· νὰ διατηρηθεῖ σ’ αὐτὸν ἀμετάβλητη ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ νὰ βρεῖ, χωρὶς νὰ παρεκκλίνει, τὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ πορεία. Μαζὶ μ’ αὐτὸν προσευχήθηκε γιὰ τὸν κλῆ ρο καὶ ὁλόκλη ρο τὸ ποίμνιο, ζητώντας βοήθεια γι’ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ σωτηρία καὶ κάθε τι ποὺ θὰ ζητήσουν αὐτοὶ καὶ ποὺ ἀποβλέπει πρὸς τὸ συμφέρον τους. Ἀφοῦ προσευχήθηκε μὲ τὸν τρόπο αὐτό, γυρίζει καὶ λέει στὸν Βαρα- χια· Καὶ τώρα, ἀδελφέ, σοῦ παραγγέλλω, ὅπως κάποτε συνιστοῦσε ό ἀπόστολος· πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου καὶ ὁλόκληρο τὸ ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ ἅγιο Πνεῦμα σὲ τοποθέτησε βασιλιά, νὰ ποιμαίνεις τὸ λαὸ τοῦ Κυρίου τὸν ὁποῖο ἁπέκτησε μὲ τὸ δικό του αἷμαὸ. Καὶ ὅπως γνώρισες τὸ Θεὸ πρὶν ἀπὸ μένα, καὶ τὸν λάτρευσες μὲ κα- θαρὴ συνείδηση, ἔτσι καὶ τώρα δεῖξε περισσότερη προθυμία νὰ τὸν εὐαρεστήσεις. Γιατὶ όσο πιὸ μεγάλη ἐξουσία πῆρες ἀπὸ τὸ Θεό, τόσο πιὸ μεγάλης ἀμοιβῆς εἶναι ὀφειλέτης. Ἀπόδωσε λοι- πὸν στὸν εὐεργέτη τὸ χρέος τῆς εὐχαριστίας, φυλάγοντας τὶς άγιες ἐντολές του καὶ ξεφεύγοντας ἀπὸ κάθε δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια. Διότι, ὅπως σ’ ἐκείνους ποὺ ταξιδεύουν μὲ πλοῖο, ὅταν κάνει λάθος ἕνας ναύτης, προκαλεῖ μικρὴ βλάβη σ’ αὐτοὺς ποὺ πλέουν, ἐνῶ ὅταν κάνει λάθος ὁ κυβερνήτης, προκαλεῖ τὴν καταστροφὴ ὁλόκληρου τοῦ πλοίου, ἔτσι καὶ στὰ βασίλεια· ἐὰν ἁμαρτήσει ἕνας ἀπὸ τοὺς πολίτες, δὲν βλάπτει τόσο τὸ σύνολο, ὅσο τὸν ὲαυτό του· ἐὰν ὅμως ἁμαρτήσει ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, βλά- πτει ὁλόκληρη τὴν πολιτεία. Ἐπειδὴ λοιπὸν θὰ ἔχεις μεγάλες εὐθύνες, εὰν παραβλέψεις κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ πρέπει, γι’ αὐτὸ φύ- λαγε τὸν ἑαυτό σου μὲ πολλὴ ἀκρίβεια στὸ ἀγαθό. Μίσησε κάθε 449 ἡδονὴ ποὺ ἑλκύει πρὸς τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ὁ ἀπόστολος λέει· «επιδιώκετε εἰρήνη μὲ ὅλους καὶ τὸν ἁγιασμό, χωρὶς τὸν ὁποῖο κανεὶς δὲ θὰ δεῖ τὸν Κύριο»9. Πρόσεχε τὸν κύκλο ὁ ὁποῖος τρέχει γύρω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, φέροντας καὶ περιφέροντάς τα, κάθε φορὰ κατὰ τρό- πο διαφορετικό, καὶ σ’ αὐτὴν τὴν ταχύστροφη μεταβολὴ κράτη- σε ἁμετάβλητο τὸν εὐσεβῆ λογισμό σου. Γιατὶ τὸ νὰ μεταβάλλε- σαι μαζὶ μὲ τὶς μεταβολὲς τῶν πραγμάτων εἶναι δεῖγμα ἀσταθοῦς διανοίας. Ἐσὺ ὅμως νὰ εἶσαι σταθερός, στη ριγμὲνος ἐξ ὁλοκλή- ρου στὸ άγαθό. Νὰ μὴν επαίρεσαι γιὰ τὴν πρόσκαιρη δόξα σου, ὥστε νὰ ὑπερηφανεύεσαι ἄδικα, ἀλλὰ μὲ καθαρὸ τὸ λογισμὸ νὰ σκέφτεσαι τὴ μηδαμινότητα τῆς φύσεώς σου, τὴ βραχύτητα καὶ θνητότητα τῆς ὲδῶ ζωῆς, καὶ τὸ θάνατο ποὺ εἶναι συνεζευγμένος · μὲ τὴ σάρκα. Καὶ ἂν σκεφτεσαι αὐτὰ δὲν θὰ πεσεις στὸ βόθρο τῆς ὑπεροψίας, ἀλλὰ θὰ φοβᾶσαι τὸ Θεό, τὸν ἀληθινὸ καὶ ἐπου- ράνιο βασιλιά, καὶ θὰ εἶσαι ἀληθινὰ μακάριος. Γιατὶ λέει· «μα- κάριοι εἶναι ὅσοι φοβοῦνται τὸν Κύριο, ὅσοι βαδίζουν στοὺς δρόμους του»10’ καί· «μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ φοβᾶται τὸν Κύριο· αὐτὸς θὰ ποθήσει πολὺ τὶς εντολὲς του»“. ·Ποιὲς ’ εντολὲς ὀφείλεις νὰ τηρεῖς πρὶν ἀπὸ ὅλα; «Μακάριοι εἶναι οἱ ἐλεήμονες, γιατὶ αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν»12, καὶ «νὰ εἶστε φιλεύ- σπλαγχνοι, ὅπως καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος εἶναι φιλεύ- σπλαγχνοςη. Αὐτὴ προπαντὸς τὴν ἐντολὴ πρέπει νὰ τηροῦν ὅσοι βρίκονται σὲ μεγάλη ἐξουσία. Κι ἀληθινὰ ὅποιος ἀναλαμβάνει μεγάλη ἐξουσία, ὀφείλει, ὅσο τοῦ εἶναι δυνατό, νὰ μιμεῖται αι’)- τὸν ποὺ δίνει τὴν ἐξουσία. Καὶ ’σ’ αὐτὸ προπὰντων θὰ μιμηθεῖ τὸ Θεό, στὸ νὰ μὴ θεωρεῖ τίποτε προτιμότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἐλεεῖ. Ἀλλὰ καὶ τῶν υπηκόων τὴν εὔνοια ὃὲν τὴν ἐλκύει τίποτε, ὅσο ἡ χάρη τῆς ἀγαθοεργίας ποὺ δίνεται σ’ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη· γιατὶ ἡ ὑπηρεσία ποὺ προσφέρεται ἀπὸ φόβο, εἶναι χάδι καταναγκα- στικό, ποὺ ἐξαπατᾶ μὲ πλαστὸ ὄνομα τιμῆς εκείνους ποὺ τὴν ὑπολογίζουν, καὶ οἱ ὑπήκοοι ποὺ ὑποτάσσονται ἀκούσια ἐπανα- στατοῦν ὅταν βροῦν εὐκαρία. Ἑνῶ ἐκεῖνοι ποὺ συγκρατοῦνται μὲ 12. Ματθ. 5,8. 13. Λουκᾶ 6,36. 451 τὰ δεσμὰ τῆς φιλίας δείχνουν σταθερὴ πειθαρχία στοὺς ἐξουσια- στες. Γι’ αὐτὸ νὰ εἶσαι προσιτὸς σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, καὶ ἄνοιγε τὰ αὐτιά σου σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι φτωχοί, γιὰ νὰ βρεῖς τὴν ἀκοὴ τοῦ Θεοῦ ὰνοιγμὲνη· γιατὶ ὅ,τῖ λογῆς γινόμαστε στοὺς δικούς μας συνδούλους, τὲτοιον θὰ βροῦμε καὶ σὲ μᾶς τὸ Δεσπό- τη, καὶ ὅπως ἀκοῦμε θὰ ἁκουσθοῦμε, ὅπως βλεπουμε θὰ ίδωθοῦ- με ἀπὸ τὸ θεῒκὸ μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα. ’“Ας προσφερουμε λοι- πὸν ἀπὸ πρὶν γιὰ τὴν εὐσπλαγχνία τὴν εὐσπλαγχνία, γιὰ νὰ ἁπο- λαύσουμε άντίστοιχα μὲ τὸ ὅμοιο τὸ ὅμοιο. Ἀλλὰ ἄκουσε καὶ ἄλλη ἐντολὴ ποὺ εἶναι δεμενη στενὰ μὲ τὴν προηγούμενη. «Συγχωρεῖτε καὶ Θὰ συγχωρηθεῖτε»· καί, «ἐὰν δὲ συγχωρήσετε τὰ παραπτώματα τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ὁ Πατέ- ρας σας ὁ οὐράνιος θὰ συγχωρήσει τὰ δικά σας παραπτώματα»14. Γι’ αὐτὸ νὰ μὴ εἶσαι εκδικητικὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ φταῖνε, ἀλλά, ζητώντας συγγνώμη τῶν ἁμαρτημάτων σου, νὰ συγχωρεῖς καὶσὺ αὐτοὺς ποὺ σφάλλουν σὲ σε’να, γιατὶ μὲ συγχώρηση ἀνταποδίδε- ται ἡ συγχώρηση καὶ μὲ τὴ συμφιλίωσή μας πρὸς τοὺς συνδού- λους μας ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ Δε- σπότη. Καὶ ἐπίσης ἡ ἕλλειψη συμπάθειας ἐκ μέρους μας πρὸς ἐκείνους ποὺ φταῖνε, κάνει ἀσυγχώρητα καὶ τὰ δικά μας πταί- σματα, ὅπως ἁκοῦς ὅτι ἔπαθε ἐκεῖνος ποὺ χρεωστοῦσε δέκα χι- λιάδες τάλαντα, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀσπλαγχνία πρὸς τὸν σύνδουλό του, ἁνανεώσε τὴν ἀπαίτηση τοῦ τόσο μεγάλου χρέους του15. Γι’ αὐτὸ ἃς προσέχουμε πολύ, γιὰ νὰ μὴ πάθουμε καὶ ἐμεῖς τὰ ἰ’δια, ἀλλὰ ἃς συγχωρήσουμε κάθε ὀφειλὴ καὶ ἂς βγάλουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας κάθε ὀργή, γιὰ νὰ συγχωρηθοῦ καὶ τὰ δικά μας πολ- λὰ χρεη. Πάνω ἀπὸ ὅλα καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα φύλαγε τὴ καλὴ παρα- καταθήκη, τὸν εὐσεβῆ λόγο τῆς πίστεως, αὐτὸν ποὺ ἔμαθες καὶ διδάχθηκεςῐὸ. Καὶ κανένα ζιζάνιο αἱρέσεως νὰ μὴ φυτρώνει μέσα σας, ἀλλὰ διατήρησε καθαρὸ καὶ ᾶδολο τὸ θεϊκὸ σπόρο, γιὰ νὰ παρουσιάσεις πλούσιο τὸν καρπό, ὅταν θὰ ἔρθει ζητώντας λόγο ἀπὸ τὸν καθενα γι’ αὐτὰ ποὺ ἔπραξε στὴ ζωὴ καὶ ἀνταποδί- δοντας ἀνάλογα μ’ αὐτὰ ποὺ κάναμε, ὅταν «οἱ δίκαιοι θὰ λάμ- ψουν ὅπως ὁ ἥλιος»17, «ενῶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς θὰ τοὺς καλύψει τὸ σκοτάδι18 καὶ αἰώνια ντροπη. Καὶ τώρα, ἀδελφοί μου, σᾶς πα- 453 ραδίνω στὸ Θεὸ καὶ στὸ Λόγο τῆς χάριτός του, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ σᾶς οἰκοδομήσει καὶ νὰ σᾶς δώσει κληρονομιὰ άνάμεσα στοὺς ἁγιασμένους19. Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, γονάτισεῖο, ὅπως εἶναι γραμμένο, καὶ ξαναπρο- σευχήθηκε μὲ δάκρυα. Γυρνώντας ἔπειτα φίλησε τὸν Βαραχία, που εἶχε στέψει βασιλιά, καὶ ὅλους τοὺς ἄρχοντες. Τότε ἕλαβαν χώρα σκηνὲς πραγματικὰ ἁξιοδάκρυτες. Τὸν περιτριγύρισαν ὅλοι καὶ ἔλε- γαν ὅτι ὅσο ζοῦν θὰ εἶναι μαζίτου καὶ ὅτι μὲ τὸ χωρισμὸ θὰ χάσουν τὶς ψυχὲς τους· καὶ τί δὲν ἔλεγαν γιὰ νὰ τοὺς λυπηθεῖ; Ποιά ὑπερβολὴ θρήνων παρέλειψαν; Τὸν φιλοῦσαν μὲ πάθος, τὸν ἀγκάλιαζαν· τὸ πά- θος τοὺς ἔκανε νὰ παραφρονοῦν. Ἀλίμονό μσς, φώναζαν, τί φοβερὴ δυστυχία εἶναι αὐτήἱ Τὸν ἀποκαλοῦσαν δεσπότη, πατέρα, σωτήρα, εὑ- Ὶ εργέτη. Ἀπὸ σενα, λέει, γνωρίσαμε τὸ Θεό, λυτρωθήκαμε ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ βρήκαμε ἀνάπαυση ἀπὸ ὅλα τὰ κακά. Τί θὰ μᾶς συμβεῖ λοι- πὸν μετὰ τὸ χωρισμό σου; Ποιά κακὰ δὲ θὰ μᾶς κυριὲψουν; Λεγοντας αὐτά, χτυποῦσαν τὰ στήθη τους καὶ θρηνοῦσαν τὴ συμφορὰ ποὺ τοὺς εἶχε βρεῖ. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ μὲ λόγια παρηγορητικὰ σταμάτησε τοὺς πολ- λοὺς θρήνους τους, καὶ ἀφοῦ τοὺς ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι μαζί τους μὲ τὸ πνεῦμα του, ἐφόσον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει μὲ τὸ σῶμα, καὶ ἀφοῦ εἶπε τέτοια, καθὼς ὅλοι τὸν παρακολουθοῦσαν, βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι. Καὶ ἀμέσως τὸν ἀκολούθησαν ὅλοι καὶ ὰρνιόνταν νὰ ἐπιστρε- ψουν· ἕφευγαν, γιατὶ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ξαναδοῦν πιὰ μὲ τὰ δικά τους μάτια τὴν πόλη. Ὅταν ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, μὲ τὴν πειστικότη- τα τοῦ λόγου του, ποὺ τοὺς προέτρεπε καὶ τοὺς ἔκανε δριμύτερες πα- ρατηρήσεις, κὰποια στιγμὴ ἐπιτὲλους ἀποχωρίστηκαν ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἄρχισαν νὰ ἑπιστρέφουν παρὰ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ συχνὰ γύριζαν πίσω τὰ μάτια τους καὶ ἑμπόδιζαν τὰ πόδια τους νὰ προχωρήσουν. Με- ρικοὶ ὅμως ἀπὸ τοὺς πιὸ θερμοὺς τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ μακριὰ κλαί- γοντας, μέχρι ποὺ ἔπεσε ἡ νύχτα καὶ τοὺς χώρισε μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37

Βγῆκε λοιπὸν ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα ὁ γενναῖος ἐκεῖνος μὲ χαρά, ὅπως κά- ποιος που, ἐπιστρέφοντας στὴν πατρίδα του ὕστερα ἀπὸ μακρὰ ἑξορία, βαδίζει χαρούμενος. Καὶ φοροῦσε ἀπ’ ἔξω τὰ συνηθισμὲνα ἐνδύματα, ἀπὸ μέσα ὅμως ἐκεῖνο τὸ τριχινο ράκος ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Βαρ- 455 λαάμῙ. Ἑκείνη τὴ νύχτα κατέλυσε στὸ σπιτάκι κάποιου φτωχοῦ, καὶ ὰφοῦ ἔβγαλε τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσε, τὰ ἔδωσε στὸ φτωχὸ κάνοντας τὴν τελευταία ἁγαθοεργία· καὶ ἔτσι μὲ τὶς προσευχὲς καὶ ἐκείνου, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων φτωχῶν, ἔχοντας γιὰ βοηθό του τὸ Θεὸ καὶ φορώ- ντας τὴ χάρη καὶ βοήθειά του σὰν σωτήριο ίμάτιο καὶ χιτώνα χαρᾶς γιὰ τὸν ἑαυτό του, βγῆκε στὴν ἐρημικὴ ζωή, χωρὶς νὰ ἔχει μαζί του οὔτε ψωμί, οὔτε νερό, οὔτε τίποτε ἄλλο κατάλληλο γιὰ τροφή, καὶ χωρὶς νὰ φορεῖ ἔνδυμα, παρὰ μόνο τὸ σκληρὸ ἐκεῖνο ράκος ποὺ πρὸ ὀλίγου ἀναφέραμε. Ἐπειδὴ εἶχε πληγωθεῖ στὴν ψυχὴ ἀπὸ κάποιο θαυ- μάσιο πόθο καὶ θεϊκὸ ἔρωτα τοῦ ἀθάνατου βασιλιᾶ Χριστοῦ, εἶχε ἀφο- σιωθεῖ τελείως στὸν ποθούμενό του, ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου ἀλλοιωμενος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ κυριευμὲνος ἀπὸ τὴν ἀγάπη του* γιατὶ λέει, ὅτι «ἡ ἁγά- πη εἶναι δυνατὴ σὰν φωτιὰ»2· εἶχε μεθύσει δηλαδὴ τόσο πολὺ ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἀγάπη αὐτός, καὶ εἶχε καεῖ τόσο ἀπὸ τὴ δίψα, σύμφωνα μὲ ἐκεῖ- νον ποὺ εἰπε· «ὅπως τὸ ἐλάφι τρέχει μὲ πόθο στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων, ἔτσι ποθεῖ καὶ ἡ ψυχή μου ἐσενα, Θεέ δίψασε ἡ ψυχή μου τὸ Θεὸ τὸ δυνατὸ τὸν ζωντανό»3· καὶ ὅπως ἡ χτυπημένη ἀπὸ τέτοιου εἴδους’ αγά- πη ψυχὴ φωνάζει στὸ ’Ἃσμα τῶν ἀσμάτων· «πλήγωσες τὴν καρδιά μας μὲ τὸν πόθο σου, μᾶς πλήγωσες τὴν καρδιά»4· καί· «δεῖξε μου τὴ μορ- φή σου καὶ κάνε μὲ νὰ ἀκούσω τὴ φωνή σου· διότι ἡ φωνή σου εἶναι φωνὴ γλυκειὰ καὶ ἡ μορφή σου ὡραίω>5. Αὐτῆς τῆς ἁνεκφραστης ὡραιότητας τοῦ Χριστοῦ τὸν πόθο δέχθηκαν στὴν καρδιὰ ἡ χορεία τῶν ἀποστόλων καὶ ὅλοι οἱ όμιλοι τῶν μαρτύρων καὶ περιφρόνησαν τὰ βλεπόμενα, καὶ ἀπὸ κάθε πρόσκαῖρη ζωὴ προτίμησαν τὰ μύρια βασα- νιστήρια καὶ τὶς μορφὲς τοῦ θανάτου, ἐρωτευμένοι τὴ θεϊιςή ὸμορφιὰ καὶ ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀγάπη τοῦ θείου Λόγου γιὰ μᾶς. Αὐτὴ τὴ φωτιὰ δὲχθηκε μέσα του καὶ ὁ καλὸς αὐτὸς καὶ εὐγενικὸς σωματικά, ἀλλὰ πολὺ πιὸ εὐγενικὸς καὶ βασιλικώτατος ψυχικά, καὶ περιφρόνησε ὅλα μαζὶ τὰ γήϊνα, κατανίκησε ὅλες τὶς ἡδονὲς τοῦ σώματος, καταφρό- νησε πλοῦτο καὶ δόξα καὶ τὶς τιμὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀπέβαλε τὸ στέμμα καὶ τὴ βασιλικὴ ἁλουργίδα, θεωρώντας τα πιὸ τιποτενια ἀπὸ τὰ ὑφά- σματα τῶν ἀραχνῶν, καὶ ἑπιδόθηκε πρόθυμα σὲ ὅλους τοὺς κόπους καὶ τις ταλαιπωρεῖες τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, φωνάζοντας· «ἡ ψυχή μου, Χρι- 2. Ἀσμα ἀσμ, 8,6” «κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη». 3. Ψαλμ. 41,1. 4. τΑσμοι 2,5, 5. Ἂσμα, 2,ι4. 457 στέ, προσκολλήθηκε ἀπὸ πίσω σου· ἐνῶ τὸ δεξιό σου χερι μὲ βοήθη- σε»6. Ἔτσι, ἀφοῦ ἀναχώρησε γιὰ πάντα στὸ βάθος τῆς ἑρημιᾶς καὶ ἁφοῦ ἀπέρριψε σὰν κάποιο βάρος καὶ ἁλυσίδα βασανιστικὴ τὴ σύγχυ- ση τῶν προσκαίρων, εὐφράνθηκε πνευματικὰ καί, ἀτενίζοντας τὸν Χριστὸ ποὺ ποθοῦσε, φώναζε σ’ αὐτόν, συνομιλώντας μαζί του σὰν νὰ ἦταν παρὼν καὶ γνώριζε τὴ φωνή του· Νὰ μὴ ξαναδοῦν τὰ μάτια μου, Κύριε, τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου αὐ- τοῦ, καὶ «νὰ μὴ ὑπερηφανευθεῖ ὁ νοῦς μου ἀπὸ δῶ ἀπὸ τὴ μα- ταιότητα τοῦ παρόντος»7, ἀλλὰ γε’μισε τὰ μάτια μου, Κύριε, μὲ δάκρυα πνευματικὰ «καὶ καθοδήγησε τὰ βήματά μου»8 καὶ δεῖξε μου τὸ δοῦλο σου Βαρλαὰμ. Δεῖξε μου αὐτὸν ποὺ ἔγινε γιὰ μένα πρόξενος σωτηρίας, γιὰ νὰ μάθω ἀπὸ αὐτὸν τὴν ὀρθότητα αὐτῆς τῆς ἐρημικῆς καὶ ἀσκητικῆς ζωῆς καὶ νὰ μὴ νικηθῶ ἐξαιτίας τῆς ἀπειρίας ἀπὸ τοὺς πολέμους τοῦ ἐχθροῦ. Ἀξίωσὲ με, Κύριε, νὰ βρῶ τὸ δρόμο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ σὲ συναντήσω, γιατὶ εἶναι πληγωμένη ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὸν πόθο σου καὶ διψῶ ἐσενα τὴν πηγὴ τῆς σωτηρίας- Αὐτὰ ἐπαναλάμβανε μέσα του διαρκῶς καὶ συνομιλοῦσε μὲ τὸ Θεό, ἐρχοντας σὲ ἕνωση μ’ αὐτὸν μέσω τῆς προσευχῆς καὶ ἁνώτερης θεω- ρίας, καὶ ἔτσι πρόθυμα ἔκανε τὴν ὁδοιπορία, θέλοντας νὰ φθάσει στὸν ’ τόπο ὅπου ζοῦσε ὁ Βαρλαὰμ. Τρεφόταν μὲ τὰ βότανα ποὺ φυτρώνουν στὴν ἔρημο, γιατὶ τίποτε ἄλλο δὲν εἶχε μαζί του, ὅπως εἶπα παραπάνω, παρὰ μόνο τὸ σῶμα του καὶ τὸ ράκος ποὺ φοροῦσε9. Ομως, ἐνῶ ἐξασφάλιζε λίγη καὶ τιποτὲνια τροφὴ ἀπὸ τὰ βοτάνια, δὲν εὕρισκε καθόλου νερό, ἐπειδὴ ἡ ἔρημος ἐκείνη ἦταν χωρὶς νερὸ και ξερή. Ἔτσι λοιπὸν κατὰ τὸ μεσημὲρι, ἐνῶ ὁ ἥλιος ἔκαιε πάρα πολύ, συνεχίζοντας τὴν ὁδοιπορία του, αὐτός, περισσότερο ἀπὸ τὸν καύσωνα, καιγόταν ἀπὸ τὴ δίψα ὄντας σὲ περιοχὴ χωρὶς νερὸ καὶ βα- σανιζόταν πάρα πολύ· ἀλλὰ νικοῦσε τὴ φύση ὁ πόθος καὶ ἡ δίψα ποὺ εἶχε πρὸς τὸ Θεό δρόσιζε ςὴ φλόγα ποὺ τοῦ προκαλοῦσε ἡ δίψα τοῦ νερου. Αὐτὸς ὅμως ποὺ μισεῖ τὸ καλό, ὁ φθονερὸς διάβολος, μὴ ὑποφέ- 9. Βλ. σελ. 263. 459 ροντας νὰ βλέπει σ’ αὐτὸν αὐτὴ τὴ διάθεση καὶ τὴν τόση ἀγάπη του πρὸς τὸ Θεό, τοῦ προκάλεσε πολλοὺς πειρασμοὺς στὴν ἔρημο, φερνοὲ ντάς του στὴ μνήμη τὴ βασιλική του δόξα καὶ τὴ λαμπρὴ ἀκολουθία ποὺ τὸν παραστεκόταν ἀπὸ φίλους καὶ συγγενεῖς καὶ συνομήλικους, ὅτι οἱ ζωὲς ὅλων ἐξαρτῶνταν ἀπὸ τὴ διιςή του ζωή, καὶ τὶς ἄλλες ἀνέ- σεις τῆς ζωῆς· ἔπειτα τοῦ παρουσίαζε τὴν τραχύτητα τῆς ἀρετῆς καὶ τοὺς πολλοὺς ἱδρῶτες της καθὼς καὶ τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος καὶ τὸ ὅτι ἦταν ἀσυνήθιστος αὐτὸς σὲ τὲτοια ταλαιπωρία ἐπίσης τὸ μάκρος τοῦ χρόνου, τὴν ἀνάγκη τῆς δίψας ποὺ ἤδη ἀντιμετώπιζε καὶ τὸ ὅτι ἀπὸ πουθενὰ δὲν περίμενε παρηγοριά ἢ τελειωμὸ τοῦ τόσου κόπου· καὶ γενικὰ τοῦ σήκωνε πολλὴ σκόνη τῶν λογισμῶν στὴ σκὲψη του, ὅπως ἔχει κάπου γραφεῖ καὶ γιὰ τὸν μέγα Ἀντώνιοω. , Ὅταν εἶδε ὁ ἐχθρὸς τὸν ἑαυτό του νὰ μὴ τὰ βγάζει περα μὲ τὴ διά- θεση ἐκείνου (γιατὶ αὐτὸς ἐνθυμούμενος τὸ Χριστὸ καὶ φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο ἐκείνου, ἐνδυναμούμενος καλὰ μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ στηρι- ζόμενος στὴν πίστη, δὲν λογάριαζε τὶς προσβολὲς ἐκείνου), ντροπιά- στηκε ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔπεσε, ὅπως λέγεται, μὲ τὴν πρώτη ἑπίθεση. Χρησιμοποιεῖ λοιπὸν ἄλλη μεθοδο (γιατὶ εἶναι πολλοὶ σ’ αὐτὸν οἱ δρό- μοι τῆς κακίας) καὶ μὲ διάφορα φαντάσματα ἐπιχειρεῖ νὰ τὸν ἀνατρέ- ψει καὶ νὰ τὸν κάνει νὰ δειλιάσει, ἄλλοτε ἐμφανιζόμενος μαῦρος, ὅπως ειναι, ἄλλοτε πάλι κρατώντας ξίφος γυμνὸ ὁρμοῦσε ἐναντίον του καὶ ἁπειλοῦσε νὰ τὸν χτυπήσει, ἐὰν δὲ γυρίσει ἀμέσως πίσω ’Ἅλλοτε ἐπαιρνε διάφορες μορφὲς θηρίων, μουγκρίζοντας ἐναντίον του καὶ προκαλώντας τρομερὴ βοὴ καὶ θόρυβο καὶ ἔπειτα μεταμορφωνόταν σὲ δράκο καὶ σὲ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκοῖῖ. Ἐκεῖνος ὁ καλὸς ὅμως καὶ γεν- ναιότατος ἀθλητὴς” εμενε ἀτρόμητος στὴν ψυχή, ἐπειδὴ ειχε τὸν Ὑψι- στο καταφύγιό του. Ἔχοντας νηφάλια τὴ διάνοιά του καὶ χλευάζοντας τὸν πονηρό, ἔλεγε· Δὲν μὲ ξεγελασες ἀπατεώνα όποιος εἶσαι, ἐσὺ ποὺ μου τὰ προ- καλεῖς αὐτά, σὺ ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μηχανεύεσαι κακὰ στὸ γε’νος τῶν ἀνθρώπων καὶ εἶσαι ἀνέκαθεν πονηρὸς καὶ δεν ἐγκα- ταλείπεις ποτε τὸ νὰ βλάπτεις. Ἀλλὰ πόσο σου πρεπει καὶ σοῦ ταιριάζει τὸ σχῆμα, διότι μὲ τὸ νὰ μεταμορφώνεσαι σὲ θηρία καὶ ἑρπετά, φανερώνεις τὴ θηριώδη καὶ στραβὴ γνώμη σου καὶ τὴ φαρμακερὴ καὶ βλαβερὴ πρόθεσή σουὶ Γιατὶ λοιπόν, ἄθλιε, επι- 461 χειρεῖς πράγματα ἀκατόρθωτα; Διότι ἀπὸ τότε ποὺ κατάλαβα ὅτι τὰ τεχνάσματα καὶ φόβητρα εἶναι τῆς δικῆς σου κακίας, δὲν ἔχω καμμῖὰ ἀγωνία γιὰ σενα. Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καὶ ἐγὼ βλέπω ἀφ’ ὑψηλοῦ τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ περπατῶ ἐπάνω σὲ ἀσπίδα καὶ βασιλίσκο μὲ τὰ ὁποῖα ἐξομοιώνεσαι καὶ καταπατῶ ἐσένα τὸ λιοντάρι καὶ τὸ δράκοῐῖ, ἐνισχυόμενος μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Εἴθε νὰ αἰσχυνθοῦν καὶ νὰ ντραποῦν οἱ ἐχθροί μου ὅλοι, νὰ τραποῦν σὲ φυγὴ καὶ νὰ καταντροπιασθοῦν πάρα πολὺ γρήγοραΒ- Λέγοντας αὐτὰ καὶ περιφρουρώντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὡς ὅπλο ἀκαταμάχητο, ἀχρήστευσε ὅλες τὶς ἑμφανίσεις τοῦ διαβόλου. Γιατὶ ἀμέσως καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ἑρπετὰ ἐξαφανίστηκαν, ὅπως εξαφανίζεται ὁ καπνός, καὶ ὅπως λειώνει τὸ κερὶ μπροστὰ στὴ φωτιάΜ· ἐνῶ αὐτὸς ἐνισχυμενος μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ προχωροῦ- σε χαρούμενος, εὑχαριστώντας τὸν Κύριο. Ἡ ἔρημος ὅμως ἐκείνη τρε- φει καὶ θηρία πολλὰ καὶ ποικίλα καὶ κάθε εἴδους φίδια καὶ δρακοντό- μορφα εἴδη, τὰ ὁποῖα τὸν συναντοῦσαν ὄχι πιὰ φανταστικά,.ἀλλὰ ἑμ- φανιζόμενα ἀληθινά, ἔτσι ποὺ ἐξ αἰτίας αὐτῶν ὁ δρόμος ἦταν γεμᾶτος φόβο καὶ κόπσ αὐτὸς ὅμως καὶ τὰ δυὸ τὰ ξεπερνοῦσε μὲ τὸ λογισμό, τὸν φόβο μὲ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία, ὅπως λέει ἡ Γραφή, τὸν διώχνειΰ, ἐνῶ τὸν κόπο τὸν ἀνακούφιζε μὲ τὸν πόθο. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ ἀντιμε- ’τώπισε πολλὲς καὶ διάφορες συμφορὲς καὶ ταλαιπωρίες, ὕστερα ἀπὸ πολλὲς μέρες ἔφθασε στὴν ἔρημο ἐκείνη τῆς χώρας Σενααρίτιδας, - στὴν ὁποία κατοικοῦσε ὁ Βαρλαὰμ· ἐκεῖ βρῆκε καὶ νερὸ καὶ ἐσβησε τὴ φλόγα τῆς δίψας του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 38

Ἔμεινε ὁ Ἰωάσαφ μιὰ διετία ὁλόκληρη στὸ πέλαγος αὐτῆς τῆς ἐρήμου περιπλανώμενος χωρὶς νὰ βρίσκει τὸν Βαρλαὰμ, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς καὶ ἐδῶ δοκίμαζε τὴ σταθερότητα τοῦ λογισμοῦ του καὶ τὴ γεν- ναιότητα τῆς ψυχῆς του. Καὶ ἔτσι μένοντας στὸ ὕπαιθρο κατακαιόταν ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ πάγωνε ἀπὸ τὸ κρύο, καὶ ζητοῦσε ἀκατάπαυστα σὰν κάποιο πολύτῖμο θησαυρὸ τὸν ἐντιμότατο γέροντα. Δέχθηκε πολ- λοὺς πειρασμοὺς καὶ ἐπιθέσεις τῶν πονηρῶν πνευμάτων, καὶ ὑπέφερε πολλοὺς κόπους ἀπὸ τὴν ἔλλειψη χόρτων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦσε 463 γιὰ τροφή του, γιατὶ καὶ αὐτά, ἐπειδὴ ἡ ἔρημος ἦταν ξερή, φύτρωναν λειψά. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἁδαμάντινη καὶ ὰκατάβλητη ἐκείνη ψυχὴ φλε- γόταν ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Δεσπότη, ὑπέμεινε τὶς θλίψεις αὐτὲς πιὸ εὔκο- λα ἀπὸ ὅσο ἄλλοι ὑποφερουν τὶς ήδονὲς. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν στερήθηκε τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀντίθετα μάλιστα οἱ παρηγοριὲς ποὺ δεχόταν στὸν ὕπνο καὶ σὲ ὁράματα ἀπὸ τὸ Χριστὸ ποὺ ποθοῦσε, καὶ οἱ ὁποῖες ἦταν ἁνάλογες πρὸς τίς λύπες καὶ τοὺς κόπους του, χαροποιοῦσαν τὴν ψυχή τουῖ. Καὶ καθὼς συμπληρωνόταν ἡ διετία, ὁ Ἰωάσαφ περιφερό- ταν ἀκατάπαυστα ἀναζητώντας αὐτὸν ποὺ ποθοῦσε καὶ φώναζε μεγα- λόφωνα στὸ Θεό, χύνοντας ποτάμια ἀπὸ τὰ μάτια του δάκρυα καὶ λε- ΎΟντας” Δεῖξε μου, Δέσποτά μου, δεῖξε μου αὐτὸν ποὺ ἔγινε αἴτιος νὰ σὲ γνωρίσω καὶ μοῦ προξένησε τόσα καλά, καί, ἐξαιτίας τῶν πολ- λῶν ἁμαρτιῶν μου, μὴ μοῦ στερήσεις ἕνα τόσο μεγάλο καλό. Ἀλλὰ ἀξίωσέ. μὲ νὰ τὸν δῶ καὶ νὰ κάνω τὸν ἰ’διο μὲ αὐτὸν ἁγώνα ἀσκήσεως. Βρίσκει τότε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἕνα σπήλαιο, ἀκολουθώντας τὰ ἴχνη αὐτῶν ποὺ βάδιζαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ δρόμο, καὶ συναντᾶ ἕνα μοναχὸ ὁ ὁποῖος ἀκολουθοῦσε τὴ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἁγκάλιασε καί τὸν φίλησε, τὸν ρωτοῦσε νὰ βρεῖ τὴ σκηνὴ τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τοῦ διη- γῶταν τὰ ὃικά του φανερώνοντάς τα στὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἀφοῦ πληρο- φορήθηκε ἀπὸ αὐτὸν τὸν τόπο ὅποι) κατοικοῦσε αὐτὸς ποὺ ζητοῦσε, ἔφθασε ἐκεῖ πολὺ γρήγορα, ὅπως ἕνας πολὺ ἔμπειρος κυνηγὸς φθάνει τὸ θήραμα ὅταν βρεῖ τὰ ἴχνη του. Καὶ ἀφοῦ ἔφθασε σὲ κάποια σημάδια ποὺ τοῦ εἶπε ὁ ἄλλος γέροντας, βάδιζε χαρούμενος καὶ ἑνισχυόμενος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, σὰν ἕνα νήπιο πού, ὕστερα ἀπὸ πολὺ χρόνο, ἐλπίζει νὰ δεῖ τὸν πατέρα του. Γιατί, ὅταν ὁ θεῖκὸς πόθος συγκλονίσει τὴν ψυχή, ὁ ἄνθρωπος γίνεται πολὺ πιὸ θερμὸς καὶ ὁρμητικὸς ἀπὸ ἕνα φυσικὸ ἄνθρωπο. Στὲκεται λοιπὸν στὴν πόρτα τῆς σπηλιᾶς καὶ ἀφοῦ χτύπησε, ειπε- Εὑλόγησον, πάτερ, εὐλόγησον. Ὅταν ὁ Βαρλαὰμ ἄκουσε τὴ φωνὴ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴ σπηλιὰ γνώρισε μὲ ὑπόδειξη τοῦ πνεύματος, αὐτὸν ποὺ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ τὸν ἀνα- γνωρίσει ἀπὸ τὴν ἑξωτερική του ἑμφάνιση, ἐξαιτίας τῆς ἀξιοθαύμα- στης ἐκείνης μεταβολῆς καὶ ἀλλοιώσεως τὴν ὁποία εἶχε ὑποστεῖ, καὶ εἶχε μεταβληθεῖ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο τῆς προηγούμενης νεότητάς του, 465 ποὺ ἦταν ὡραῖο καὶ ἀνθηρό. Καὶ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ τὸν ἀναγνωρίσει γιατὶ ἦταν μαυρισμένος ἀπὸ τὸ κάψιμο τοῦ ἥλιου, μὲ τὰ μαλλιά του μα- κριά, ·τὰ μάγουλά του λειωμένα, τὰ μάτια βουλιαγμένα βαθειά, καὶ τὰ βλέφαρά του κατακαμμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα ποὺ έχυσε καὶ τὴ μεγάλη στέρηση καὶ ταλαιπωρία. Γνώρισε ὅμως καὶ ὁ Ἰωάσαφ τὸν πνευματικὸ πατέρα του, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε τὰ ἴδια χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώ- που του. Στάθηκε λοιπὸν ἀμέσως ὁ γέροντας πρὸς τὴν ἀνατολὴ καὶ ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχὴ στὸ Θεό, καὶ μετὰ τὴν προσευχὴ, ἀφοῦ εἶπαν τὸ 6άμὴν’ καὶ ἀγκάλιασε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀντάλλασαν ὰχόρταγα θερμοὺς έναγκαλισμοὺς μὲ χρόνιο πόθο. Καὶ ἀφοῦ ἀγκαλιάστηκαν καὶ προσφώνησαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἀρκετά, κάθισαν καὶ συνομῖλοῦσαν. Ἀρχίζοντας τὸ λόγο ὁ Βαρλαὰμ, εἶπε· Καλῶς ἦρθες, ὰγαπημένο μου τέκνο, τέκνο τοῦ Θεοῦ καὶ κληρο- ’ νόμε τῆς ἐπουράνιας βασιλείας, μέσω τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο ἀγάπησες, τὸν ὁποῖο πόθησες δίκαια περισ- σότερο ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ φθαρτά· καὶ σὰν μυαλωμένος καὶ σοφὸς ἔμπορος, ἀφοῦ τὰ πούλησες ὅλα, ἀγόρασες τὸ πολύτιμο μαργαριτάριῖ, καὶ ὅταν συνάντησες τὸν ἀσύλητο θησαυρὸ κρυμ- μένο στὸν άγρὸ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, τὰ ἔδωσες ὅλα χωρὶς νὰ λυπηθεῖς τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ σὲ λίγο παρέρχονται, γιὰ νὰ ἀγοράσεις τὸν ἀγρὸ ἐκεῖνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου3. Εἴθε νὰ σοῦ δώσει ὁ Κύριος ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια καὶ ἀντὶ τῶν φθαρτῶν ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἄφθαρτα καὶ δὲν παλιώνουν. Πές μου λοιπόν, άγαπητέ μου, πῶς ἦρθες ἐδῶ, πῶς έξελίχθηκαν τὰ πράγ- ματα μετὰ τὸν ἐρχομό μου, καὶ ἐὰν γνώρισε τὸ Θεὸ ὁ πατέρας σου, ἢ μήπως ἐξακολουθεῖ ἀκόμα, φερόμενος μὲ τὴν προηγούμε- νη ἀφροσύνη, νὰ αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὴν ἀπάτη τῶν δαιμόνων. Ἀφοῦ ρώτησε αὐτὰ ὁ Βαρλαὰμ, παίρνοντας τὸ λόγο ὁ Ἰωάσαφ, διηγή- θηκε μὲ λεπτομέρεια ὅλα ὅσα τοῦ συνέβησαν μετὰ τὴν ἀναχώρηση ἐκείνου καὶ ὅσα πραγματοποίησε ὁ Κύριος μέχρι τὴ συνάντησή τους αὐτή. Ὁ γέροντας, ἀκούοντας μὲ εὐχαρίστηση καὶ θαυμασμό, δακρύ- ζοντας θερμά, ἔλεγε· Δόξα σὲ σε’να, Θεέ μας, ποὺ πάντοτε συμπαρίστασαι καὶ βοηθᾶς ἐκείνους ποὺ σὲ ἀγαποῦν. Δόξα σὲ σένα, Χριστέ, Βασιλιὰ τῶν ὅλων καὶ Θεὲ πανάγαθε, ποὺ συγκατένευσες, ὥστε ὁ σπόρος, 467 ποὺ ἔσπειρα στὴν ψυχὴ τοῦ δούλου σου Ἰωάσαφ, νὰ φέρει ἑκα- τονταπλάσιο καρπό4, άντάξιο σοῦ τοῦ γεωργοῦ καὶ Δεσπότη τῶν ψυχῶν μας. Δόξα σὲ σένα, Παράκλητε ἀγαθέ, τὸ Πανάγιο Πνεῦ- μα, γιατὶ ἀξίωσες αὐτὸν νὰ γίνει μέτοχος τῆς χάριτος ποὺ έδω- σες στοὺς ἁγίους σου ἀποστόλους, καὶ μέσω αὐτοῦ έλευθέρωσες πολυάνθρωπα πλήθη ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ πλάνη καὶ τὰ φώτισες με τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἁποδίδονταν καὶ ἀπὸ τοὺς δύο εὐχαριστίες στὸ Θεό. Καὶ ἐνῶ έλεγαν τέτοια καὶ χαίρονταν γιὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, βρά- δυασε. Σηκώθηκαν λοιπὸν γιὰ προσευχὴ καὶ ἔκαναν τὶς συνηθισμένες ἀκολουθίες. Ἔπειτα θυμήθηκαν καὶ τὸ φαγητὸ καὶ ὁ Βαρλαὰμ παρά- θεσε πλούσιο τραπέζι, γεμᾶτο μὲ πνευματικὰ καρυκεύματα, τὸ ὁποῖο ὅμως πρόσφερε ελάχιστη ὑλικὴ εὐχαρίστηση. Γιατὶ ὑπῆ ρχαν ὠμὰ λά- ’ χανα, τὰ ὁποῖα παραγωγὸς καὶ γεωργὸς ἦταν ὁ γέροντας, καὶ λίγοι χουρμάδες ποὺ βρίσκονταν στὴν έρημο εκείνη καὶ ἄγρια χόρτα. Ἀφοῦ λοιπὸν εὐχαρίστησαν τὸ Θεὸ καὶ έφαγαν αὐτὰ ποὺ εἶχαν παρατεθεῖ, καὶ ἀφοῦ ἤπιαν νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ ποὺ ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά, εὐχαρίστη- σαν καὶ πάλι τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος ἀνοίγοντας τὸ χέρι του χορταίνει κάθε ζωντανὸ ὸργανισμό5. ’Ἑπειτα σηκώθηκαν πάλι καὶ ἀφοῦ ἕκαναν τὶς νυχτερινὲς προσευχές, έπιασαν πάλι τὴν πνευματικὴ συζήτηση μετὰ τὴν προσευχή, ἀναπτύσσοντας ὅλη τὴ νύχτα θέματα σωτήρια καὶ γε- μάτα οὐράνια φιλοσοφία, μέχρι ποὺ τὸ ξημέρωμα τοὺς ἔκανε νὰ θυμη- θοῦν τὶς συνηθισμένες πάλι προσευχές. ’Έμεινε ὁ Ἰωάσαφ μαζὶ μὲ τὸ Βαρλαὰμ ἔτσι άρκετὰ χρόνια, ζώντας αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ καὶ πάνω ἀπὸ τις άνθρώπινες δυνάμεις ζωή, καὶ ἁκολουθώντας τον ὡς πατέρα καὶ έκπαιδευτὴ μὲ πολλὴ ὑποταγὴ καὶ ταπείνωση, καὶ ἀσκούμενος σὲ κάθε ἰδέα ἀρετῆς καὶ ἐκπαιδευόμε- νος ἄριστα στὴν πάλη μὲ τὰ πονηρὰ καὶ ἀόρατα πνεύματα. Ἔτσι τὰ πάθη τὰ θανάτωσε ὅλα, ἐνῶ τὸ φρόνημα τῆς σάρκας τὸ ὑπόταξε τόσο πολὺ στὸ πνεῦμα, σὰν δοῦλο σὲ κύριο, ξεχνώντας ὁλότελα τὴν ἀπό- λαυση καὶ τὴν άνάπαυση, καὶ διατάσσοντας τὸν ὕπνο σὰν κακὸ ὑπη ρέ- τη. Καὶ γενικά, τόσο μεγάλος ἦταν ὁ ἀγῶνας τῆς ἀσκήσεώς του, ὥστε νὰ τὸν θαυμάζει ἁκόμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Βαρλαὰμ, ὁ ὁποῖος εἶχε περάσει στήν άσκηση πολλὰ χρόνια, καὶ νὰ νικιέται ἀπὸ τὴ ρωμαλέα ἀντίστα- σή του. Γιατὶ τόσο μόνο έτρωγε ἀπὸ ἐκείνη τὴ σκληρὴ καὶ ὄχι εὐχάρι- 469 στη τροφή, ὅσο γιὰ νὰ ζεῖ καὶ νὰ μὴ πεθάνει βίαια καὶ χάσει τοὺς μι- σθοὺς τῶν καλῶν ἔργων. Καὶ ὑπόταξε τόσο πολὺ τὴ φύση στὴν ἀγρυ- πνία, σὰν νὰ ἦταν κανένας ἄσαρκος καὶ ἀσώματος. Τὸ ἔργο πάλι τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νοερῆς ἐργασίας ἦταν ἀτελείωτο καὶ ὅλος ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του καταναλισκόταν σὲ πνευματικὲς καὶ οὐράνιες θεωρίες, γιά νὰ μὴ χάσει καθόλου οὔτε ὥρα οὔτε στιγμή, ἀπὸ τότε ποὺ κατοίκη- σε τὴν ἔρημο αὐτή. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τῆς μοναχικῆς ἰδιότητας, νὰ μὴ βρεθεῖ ποτὲ χωρὶς πνευματικὴ ἐργασία, πρᾶγμα ποὺ πολὺ καλὰ τὸ κατόρθωσε αὐτὸς ὁ γενναῖος καὶ εὐσταλὴς δρομέας τῆς οὐράνιας πορείας. Καὶ φύλαξε τὴ θέρμη του ἄσβεστη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τέ- λους, κάνοντας διαρκῶς νέες ἀναβάσεις στὴν καρδιά του καὶ προχω- ρώντας ἀπὸ δύναμη σὲ ψηλότερη δύναμη, προσθέτοντας συνέχεια πόθο στὸν πόθο καὶ ἐπιθυμία στὴν ἐπιθυμία, μέχρι ποὺ ἔφθασε στὴ μα- καριότητα ποὺ ἔλπιζε καὶ ποθοῦσε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 39

ἼΞτσι λοιπὸν ζώντας μαζὶ ὁ Βαρλαὰμ καὶ ὁ Ἰωάσαφ καὶ ἁμιλλώ- μενοι τὴν καλῶς νοουμένη ἅμιλλα, ὄντας μακριὰ ἀπὸ κάθε φροντίδα καὶ κάθε βιοτική ἀγωνία, καὶ ἔχοντας ἀθόλωτο καὶ ἀπαλλαγμένο τὸ νοῦ τους ἀπὸ κάθε σύγχυση, μετὰ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους τους γιὰ τὴν εὐσέβεια, κάποια μέρα κάλεσε τὸν πνευματικὸ γιό, τὸν ὁποῖο γέν- νησε μέσω τοῦ Εὐαγγελίουῖ, καὶ ἄρχισε πνευματικὴ συζήτηση καὶ συνομιλία μαζί του, λέγοντας· Ἕπρεπε, ἁγαπητότατε Ἰωάσαφ, νὰ κατοικεῖς ἀπὸ καιρὸ σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημο· καὶ αὐτὸ μοῦ τὸ ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς γιὰ σε’να ἑνῶ προσευχόμουν, ὅτι θὰ σὲ δῶ πρὶν πεθάνω. Σὲ εἶδα λοιπὸν ὅπως ἐπιθυμοῦσα· σὲ εἶδα νὰ ἀποχωρίζεσαι ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ μέσα στὸν κόσμο, νὰ συνδέεσαι ἀδίστακτα μὲ τὸ Χριστό, καὶ νὰ φθά- νεις στὸ μέτρο τοῦ τελείου ἁναστήματός τουῖ. Τώρα λοιπόν, ἐπειδὴ ὁ καιρὸς τῆς ἀναχωρήσεώς μου πλησιάζει καὶ ἡ ἐπιθυμία ποὺ μὲ συντρόφευε καὶ εἶναι συνομήλική μου νὰ βρίσκομαι μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ έκπληρώνεται γιὰ πάντα, ἐσὺ πρέπει νὰ θάψεις τὸ σῶμα μου στὴ γῆ, ἀποδίδοντας τὸ χῶμα στὸ χῶμα, καὶ νὰ μείνεις στὸ ἑξῆς σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο ἀφοσιωμένος στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ μνημονεύοντας τὴ μετριότητά μου. Γιατι φοβόμουν 471 μήπως καμμιὰ φορὰ τὸ σκοτεινὸ πλῆθος τῶν δαιμόνων γίνει ἐμπόδιο στὴν ψυχή μου ἐξαιτίας τῶν πολλῶν ἁμαρτημάτων μου. Ἐσὺ λοιπόν, τέκνο μου, μὴν ἀμελήσεις τὴν ἐπίπονη ἄσκη- ση, οὔτε νὰ φοβηθεῖς τὸ μῆκος τοῦ χρόνου καὶ τὶς ἐπιθέσεις τῶν δαιμόνων, ἀλλά, ἐνισχυόμενος ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, νὰ πε- ριγελᾶς μὲ τόλμη τὴν ἀδυναμία τους, καὶ στὴ σκληρότητα τῶν κόπων καὶ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου νὰ φέρεσαι ἔτσι, σὰν νὰ περι- μένεις κάθε με’ρα τὴν ἁναχώρηση ἀπὸ ὲδῶ καὶ σὰν νὰ εἶναι ἡ μέρα αὐτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ἀσκήσεως γιὰ σὲνα. Ἔτσι πάντοτε, ξεχνώντας αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ ἐπεκτεινόμενος σ’ αὐτὰ ποὺ ἔρχονται, ἐπιδίωκε μὲ προσοχὴ τὸ βραβεῖο τῆς οὐρά- νιας κλήσεως τοῦ Θεοῦ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως πα- ραγγέλλει ὁ θεϊκὸς ἀπόστολος, λέγοντας· «νὰ μὴ λιποψυχοῦμε· ’ ἀλλά, ἂν καὶ ὁ ἑξωτερικὸς ἄνθρωπός μας φθείρεται, ὁ ἐσωτερι- κὸς ὅμως άνανεώνεται μέρα μὲ τὴ μερα γιατὶ ἡ παροῦσα ἐλαφρὰ θλίψη μας μᾶς ιἐξασφαλίξει ὑπερβολικὰ αἰώνιο μεγάλο ὄγκο δό- ξας, ἐφόσον δὲν ἁποβλέπουμε σ’ αὐτὰ ποὺ βλέπονται, ἀλλὰ σ’ ἐκεῖνα ποὺ δὲ βλεπονται· γιατὶ αὐτὰ ποὺ βλεπονται εἶναι πρόσ- καιρα, ἐνῶ ἐκεῖνα ποὺ δὲ βλεπονται εἶναι αίώνια»3. Ἀναλογιζόμενος αὐτά, ἀγαπητὲ μου, νὰ γίνεσαι γενναῖος καὶ ἰσχυρός, καὶ ὡς καλὸς στρατιώτης φρόντιζε νὰ ἀρέσεις σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ στρατολόγησε4. Καὶ εὰν ὁ πονηρὸς σοῦ ἐμβάλλει λογισμοὺς ὀλιγωρίας καὶ προσπαθεῖ νὰ χαλαρώσει τὴν ἐνταση τῆς διαθέσεως σου, νὰ μὴ φοβᾶσαι τὶς ἐπιθέσεις του, ἔχοντας ὑπόψη τὴν προσταγὴ του Κυρίου, ποὺ λέει· «στὸν κόσμο θὰ ἐχε- τε θλίψη· ἀλλὰ νὰ ἔχετε θάρρος· ’ἐγὼ νίκησα τὸν κόσμο»5. Γι’ αὐτὸ νὰ χαίρεσαι στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου πάντοτεῦ, ποὺ σὲ διάλε- ξε καὶ σὲ ἀπέσπασε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ σὲ τοποθὲτησε μπροστά του, καὶ αὐτὸς ποὺ σὲ κάλεσε μὲ κλήση ἅγια, εἶναι διαρκῶς κο- ντά σου. Νὰ μὴν άγωνιᾶς καθόλουἹ, ἀλλὰ κάθε τι ἃς γίνεται γνωστὸ στὸ Θεὸ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν παράκληση μαζὶ μὲ εὐχαριστία. Γιατὶ αὐτὸς εἶπε· «δὲν θὰ σὲ ἀφήσω οὔτε θὰ σὲ ἐγκαταλείψω»8. Ἔτσι λοιπὸν στὴ σκληρότητα τῆς ζωῆς καὶ 7, Φιλ.4,6, 8. Ἑβρ. ι3,5. “ 473 στὴν ὀλιγωρία τῆς ἀσκήσεως, κάνοντας τέτοιους συλλογισμούς, νά εὐφραίνεσαι, φέροντας στὴ μνήμη σου τὸν Κύριο καὶ Θεό μας· γιατὶ λέει· «θυμήθηκα τὸ Θεὸ καὶ δοκίμασα εῦφροσύνη»9. Ὅταν πάλι ὁ ἀντίπαλος εφευρίσκει γιὰ σένα ἄλλον τρόπο πειρασμῶν, προβάλλοντάς σου λογισμοὺς ὑψηλοφροσύνης καὶ δείχνοντάς του τὴ δόξα τῆς κοσμικῆς βασιλείας, τὴν ὁποία έγκα- τέλειψες, καὶ τὰ ἄλλα ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο, νὰ προβάλλεις ὡς ἀσπίδαιο τὰ σωτήρια λόγια, ποὺ λένε· «ὅταν κάνετε ὅλα ὅσα σᾶς ἔχουν διαταχθεῖ, νὰ λέτε· Ε’ίμαστε ἀνάξιοι δοῦλοι, γιατὶ κά- ναμε αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουμε»“. Ἀλλὰ καὶ ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ πληρώσει τὸ χρέος ποὺ χρωστᾶμε στὸ Δεσπότη, γιά τὸ ὅτι, ἐνῶ ἦταν πλούσιος έγινε φτωχὸς γιὰ μᾶς γιὰ νὰ πλουτί- σουμε έμεῖς μὲ τὴ φτώχεια ἐκείνου, καὶ έπαθε αὐτὸς ποὺ εἶναι ἀπαθὴς γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει απὸ τὰ πάθηῖῖς Γιατι πόσο μεγά- λη χάρη εἶναι γιὰ ἕνα δοῦλο νὰ πάθει τὰ ’ίδια μὲ τὸ Δεσπότης Ἐμεῖς ὅμως ὑπολειπόμαστε πολὺ ἀπὸ τὰ δικά του πάθη. Αὐτὰ νά σκέφτεσαι, καθαρίζοντας τοὺς λογισμούς σου καὶ κάθε ὑπερη- φάνεια ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ αἰχμαλωτίζοντας κάθε σκέψη σου στὴν ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦη, καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε- σκέψη, θὰ φρουρήσει τὴν καρδιὰ καὶ τὶς σκέψεις σου μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ ΧριστοῦΜ. Ἀφοῦ εἰπώθηκαν αὐτὰ ἀπὸ τὸν Βαρλαὰμ, ἡ ροὴ τῶν δακρύων τοῦ Ἰωά- σαφ δὲν εἶχε μετρημό ἀλλά, τρέχοντας σὰν ἀφθονη πηγή, κατάβρεχαν αὐτὸν ὁλόκληρο καὶ τὸ ἔδαφος στὸ ὁποῖο καθόταν. Κλαίοντας γιὰ τὸ χωρισμό, ζητοῦσε ἔντονα νὰ γίνει συνοδοιπόρος του στὴν τελευταία του πορεία, καὶ νὰ μὴ μείνει πιὰ στὴ ζωὴ μετὰ τὴν ἁναχώρηση ὲκεί- νου, καὶ ἔλεγε Γ ιατί, πάτερ, ζητᾶς μόνο τὸ δικό σου καὶ ὄχι καὶ τὸ συμφέρον τοῦ πλησίον; Καὶ πῶς έκπληρώνεις μ’ αὐτὸ τὴν τέλεια ἀγάπη, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνον ποὺ εἶπε, «νά ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου»15, τὴ στιγμὴ ποὺ σὺ φεύγεις γιὰ τὴν ἀνάπαυση καὶ στὴ ζωή, καὶ έγκαταλείπεις ἐμένα στὴ θλίψη καὶ τὴν ταλαι- πωρία, καί, πρὶν γυμνασθῶ καλὰ στοὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως 12. Β’ ΚΟρ. 8,9. 13. Β’ Κορ. 10,5. 14. Φιλ. 4,7. 15. Μαρκ. 12,31 καὶ Λουκᾶ 10,28. 475 καὶ μάθω τὶς πολύμορφες ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν, μὲ στέλνεις νὰ μονομαχήσω μὲ τὴν παράταξή τους; Γιατί, τί ἄλλο μπορεῖ νὰ γί- νει, παρὰ νὰ χτυπηθῶ ἀπὸ τὶς κακότροπες μηχανές τους καινὰ πεθάνω, άλίμονοἦ τὸν ὄντως ψυχικὸ καὶ αίώνιο θάνατο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο εἶναι φυσικὸ νὰ συμβαίνει στοὺς ἄπειρους καὶ δειλοὺς μοναχούς; Γι’ αὐτό, παρακαλῶ, ἱκέτευσε τὸν Κύριο νὰ μὲ πάρεις καὶ μένα συνοδοιπόρο τῆς ζωῆς. Ναί, μαζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ ποὺ ἔχεις ὅτι θὰ ἀπολαύσεις τὸν μισθὸ τοῦ κόπου σου, παρακά- λεσε νὰ μὴ παραμείνω στὴ ζωὴ καμμιὰ μέρα μετὰ τὸ δικό σου χωρισμό, καὶ νὰ περιπλανῶμαι στὸ πέλαγος αὐτῆς τῆς ἐρήμου. Ἐνῶ ὁ Ἰωάσαφ ἔλεγε αὐτὰ μὲ δάκρυα, ὁ γέροντας, διακόπτοντάς τον εὐγενικὰ καὶ μαλακὰ εἶπε· Δὲν πρέπει, παιδί μου, νὰ ἀντιστεκόμαστε στὶς ἀκατάληπτες ἀποφάσεις τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἐγὼ παρακάλεσα πολλὲς φορὲς γι’ αὐτὸ καὶ έξεβίασα τὸν ἁβίαστο Κύριο νὰ μὴ χωρισθοῦμε ὁ ἕνας άπὸ τὸν ἄλλο, καὶ διδάχθηκα ἀπὸ τὴν ὰγαθότητά του, ὅτι δὲν σὲ συμφέρει νὰ ἀποβάλεις τώρα τὸ βάρος τῆς σάρκας, ἀλλὰ ὅτι πρέ- πει νὰ παραμείνεις στὴν ἄσκηση μέχρι νὰ πλέξεις πιὸ λαμπρὸ στεφάνι γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Γιατὶ δὲν ἀγωνίστηκες ἀκόμα ἁρκετὰ γιὰ τὴν ἀνταπόδοση ποὺ εἶναι ἑτοιμασμένη γιὰ σένα· καὶ πρέπει νὰ κοπιάσεις ἁκόμα λίγο, γιὰ νὰ μπεῖς χαρούμενος στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου σουῙρ. Γιατὶ ἐγὼ εἶμαι σχεδὸν κοντὰ στὰ έκατὸ χρόνια, καὶ έχω κάνει στὴν έρημο αὐτὴ έβδομήντα πέντε ἤδη χρόνια· ένῶ ἐσύ, καὶ ἂν ἀκόμα δὲν παραταθεῖ τόσο ὁ χρόνος τῆς ζωῆς σου, ἀλλὰ πρέπει νὰ φθάσεις ἐκεῖ κοντὰ περίπου, ὅπως παραγ- γέλλει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ γίνεις ἐφάμιλλος καὶ νὰ μὴ ὑπολείπεσαι καθόλου ἀπὸ ἐκείνους ποὺ σήκωσαν τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τοῦ καύσωναΠ. Δέξου λοιπόν, ἀγαπητέ, ὅσα ἀποφάσισε ὁ Θεὸς μὲ εὐχαρίστηση. Γιατὶ αὐτὰ ποὺ ἀποφασίζει ἐκεῖνος, ποιός εἶναι ἱκανὸς νὰ τὰ ἀνατρέψει; Καὶ κάνε ὑπομονή, φυλασσόμενος ἀπὸ τὴ χάρη ἐκείνου. Νὰ εἶσαι πάντοτε νηφάλιος στοὺς ἀντίθετους διαλογισμοὺς καὶ νὰ διατηρεῖς τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ σου ἀσύλητη, σὰν κά- ποιο πολύτιμο θησαυρό, ἀνεβάζοντας τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ μέρα σὲ μέρα σὲ ὑψηλότερη ἑφαρμογὴ καὶ θεωρία, γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ 477 σὲ σένα αὐτὸ ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Σωτῆρας στοὺς φίλους του, λέ- γοντας «ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήσει τὸ λόγο μου, καὶ ὁ Πα- τέρας μου θὰ τὸν ἀγαπήσει καὶ θὰ έρθουμε σ’ αὐτὸν καὶ θὰ κα- τοικήσουμε μαζί του»13. ’ Αφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ γέροντας καὶ πολὺ περισσότερα ἀντάξια τῆς ἁγια- σμένης ψυχῆς του καὶ τῆς θεόπνευστης γλώσσας του, παρηγόρησε τὴν ἀναστατωμένη ψυχὴ τοῦ Ἰωάσαφ. Ἔπειτα τὸν ἔστιλε σὲ μερικοὺς ἀδελφούς, ποὺ κατοικοῦσαν σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση, γιὰ νὰ φέρει τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ θεία λειτουργία. Ο Ἰωάσαφ λοιπόν,’ αφοῦ ζώστηκε, έκτέλεσε ὅσο γρηγορότερα μποροῦσε τὴ ἀποστολή του, γιατὶ φοβόταν μήπως κατὰ τὴν ἀπουσία του ἀποδώσει ὁ Βαρλαὰμ τὸ φυσικὸ χρέος του, καὶ παραδώσει τὸ πνεῦμα στὸν Κύριο, προξενώντας στὸν ἑαυτό του μεγάλη ζημιά, στερούμενος καὶ τὰ λόγια καὶ τὶς έξόδιες προσφω- νήσεις καὶ τὶς εὐχὲς καὶ τὶς εὐλογίες ἐκείνου. Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ διέσχισε θαρραλέα τὴ μεγάλη ἐκείνη ἀπόστα- ση καὶ ἔφερε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἱερὴ θυσία, ὁ θεϊκὸς Βαρλαὰμ πρόσ- φερε στὸ Θεὸ τὴν ἁναίμακτη θυσία, καὶ ἀφοῦ κοινώνησε ὁ ἴδιος καὶ κοινώνησε καὶ τὸν Ἰωάσαφ μὲ τὰ ἄχραντα μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, δο- κίμασαν μεγάλη πνευματικὴ χαρά. Ἀφοῦ ἔφαγαν στὴ συνέχεια τὴ συν- ηθισμένη τροφή, ἐνίσχυσε πάλι τὴν ψυχὴ τοῦ Ἰωάσαφ μὲ λόγια ψυ- χωφελῆ, λέγοντας· Δὲ θὰ μᾶς ξανασυγκεντρώσει μαζί, ἀγαπητό μου παιδί, ἑστία καὶ τράπεζα στὴ ζωὴ αὐτή· γιατὶ ἤδη βαδίζω τὸν τελευταῖο δρόμο τῶν πατέρων μου. Πρέπει λοιπὸν ἐσὺ νὰ δείξεις τὴν ἀγάπη σου γιὰ μένα μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν έγκαρτέ- ρησή σου στὸν τόπο αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος, ξώντας ὅπως ἔμαθες καὶ διδάχθηκες καὶ ἐνθυμούμενος πάντοτε τὴν ταπεινὴ καὶ νωθρὴ ψυχή μου. Νὰ χαίρεσαι λοιπὸν πολὺ καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν έν Χριστῶ ἀγαλλίαση, γιατὶ ἀντάλλαξες τὰ ἐπίγεια καὶ φθαρτὰ μὲ τὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα καὶ γιατὶ πλησιάζει ἡ μισθα- ποδοσία τῶν έργων σου καὶ εἶναι ἤδη παρὼν ὁ μισθαποδότης, ὸ ὁποῖος θὰ έρθει νὰ δεῖ τὸ ἀμπέλι ποὺ καλλιέργησες καὶ θὰ σοῦ δώσει πλούσια ἀμοιβὴ γιὰ τὴν καλλιέργεια. Γιατὶ εἶναι ἀξιόπι- στα καὶ ἀποδεκτὰ τὰ λόγια, ποὺ λέει ὁ θεσπέσιος Παῦλος φωνά- ζοντας· «ἐὰν πεθάναμε μαζί του, θὰ ζήσουμε ἐπίσης μαζί του»19· 479 ἐὰν τώρα ὑποφέρουμε, θὰ βασιλέψουμε μαζί του στὴν αἰώνια καὶ ἀτελείωτη βασιλεία, πλη μμυρισμένοι μὲ τὸ ἀπλησίαστο φῶς καὶ ἀξιωμένοι τῆς ἀκτινοβολίας τῆς ὄντως μακάριας καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος. Καὶ ἔλεγε ὁ Βαρλαὰμ τέτοια μέχρι τὸ βράδυ καὶ ὁλόκληρη τὴ νύχτα στὸν Ἰωάσαφ, ὁ ὁποῖος ἔκλαιε μὲ ἀσυγκράτητα δάκρυα καὶ δὲν μπο- ροῦσε νὰ ὑποφέρει τὸ χωρισμό. Μόλις έφεξε ἡ μέρα, ἀφοῦ τελείωσε τὴν ὁμιλία του πρὸς αὐτόν, σήκωσε τὰ χέρια καὶ τὰ μάτια του στὸν οὐ- ρανὸ καὶ ἀναπέμποντας εὐχαριστία στὸ Θεό, εἶπε· Κύριε καὶ Θεέ μου, σὺ ποὺ εἶσαι πανταχοῦ παρὼν καὶ γεμίζεις τὰ ’ πάντα, σ’ εὐχαριστῶ ποὺ πρόσεξες τὴν ταπείνωσή μου καὶ μὲ ὰξίωσες νὰ τελειώσω τὸ δρόμο τῆς ἐδῶ ζωῆς μου μέσα στὴν ὁρ- θόδοξη ὁμολογία καὶ τὴν ὸδὸ τῶν ἐντολῶν σου. Καὶ τώρα, φιλά- γαθε καὶ πολυεύσπλαγχνε Δέσποτα μου, δέξου μὲ στὶς αἰώνιες σκηνές σου καὶ μὴ λάβεις υπόψη σου ὅσα ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου έν γνώσει ἢ καὶ ἀγνοίᾳ. Φύλαξε καὶ αὐτὸν τὸν πιστό σου δοῦλο, τοῦ ὁποίου ἀξίωσες ἐμένα τὸν ἄχρηστο δοῦλο σου νὰ γίνω προϊστάμενος· γλίτωσέ τον ἀπὸ κάθε τι τὸ ἀνώφελο καὶ ἀπὸ καθε ἐπηρεασμὸ τοῦ ἀντιπάλου καὶ κάνε τον ἀνώτερον ἀπὸ τὶς πολύπλοκες παγίδες, τὶς ὁποῖες ἅπλωσε ὁ πονηρὸς γιὰ νὰ σκανδαλίσει ὅλους ὅσους θέλουν νὰ σωθοῦν. Ἐξαφάνισε, πα- ντοδύναμε, ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἀπατεῶνα ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ δούλου σου καὶ δῶσε του τὴν ἐξουσία νὰ πατεῖ τὸ κεφάλι τοῦ ἐχθροῦ τῶν ψυχῶν μας, ποὺ γεννᾶ τὸν ὅλεθρο. Στεῖλε ἀπὸ ψηλὰ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος καὶ ἑνίσχυσέ τον μὲ τὶς ἀόρα- τες παρατάξεις, γιὰ νὰ ἀξιωθεῐ νὰ δεχθεῖ ἀπὸ σε’να τὸ στεφάνι τῆς νίκης καὶ νὰ δοξασθεῖ σ’ αὐτὸν τὸ ὄνομά σου, τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γιατὶ σὲ σένα ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ὁ ἔπαινος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν. Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ προσευχόμενος καὶ ἀγκάλιασε πατρικά τὸν Ἰωάσαφ καὶ τὸν ἁσπάσθηκε μὲ φιλὶ ἅγιο καὶ έκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, σήκωσε τὰ πόδια του καὶ γεμᾶτος χαρά, σὰν νὰ ἦρθαν κάποιοι φίλοι του, ἀναχώρησε γιὰ τὴν μακάρια πορεία, περνώντας ἐκεῖ ὅπου γίνεται ἡ ἀπονομὴ τῶν βραβείων, ὄντας γέρος καὶ γεμᾶτος ἀπὸ ἡμέρες πνευ- ματικες. 481

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 40

Ὁ Ἰωάσαφ ἔπεσε πάνω στὸν πατέρα του μὲ ὅση θὰ μποροῦσες νὰ πεῖς εὐλάβεια καὶ θρήνους, καὶ ἀφοῦ ἔλουσε τὸ λείψανο μὲ δάκρυα καὶ τὸ τύλιξε μὲ τὸ τρίχινο ράκος ποὺ ἐκεῖνος τοῦ εἶχε δώσει στὸ παλάτι,, διάβασε τοὺς καθορωμένους ψαλμούς, ψάλλοντας ὅλη τὴ μέρα καὶ τὴ νύχτα, καὶ βρέχοντας ταυτόχρονα μὲ δάκρυα τὸ τίμιο σῶμα τοῦ μακα- ρίτη. Τὴν έπόμένη μέρα, ἀφοῦ ἄνοιξε τάφο δίπλα στὸ σπήλαιο καὶ ὰφοῦ μὲ πολλὴ εὐλάβεια σήκωσε τὸ ἱερὸ λείψανο, ἀπέθεσε στὸ μνῆμα τὸν πνευματικό του πατέρα ὁ καλὸς καὶ τιμιώτατος υἱός. Συγκινήμένος τότε βαθύτατα στὴν ψυχὴ καὶ ἐντείνοντας τὶς δυνάμεις του σὲ πιὸ ἐκτενῆ προσευχή, εἶπε· «Κύριε καὶ Θεέ μου, ἄκουσε τὴ φωνή μου ποὺ σοῦ ἀπευθύνω· λυπήσου μὲ καὶ ἄκουσέ με, γιατὶ σὲ ζητῶ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου. Σὲ ἀναζητᾶ ἡ ψυχή μου· μὴ γυρίσεις τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ μένα καὶ μὴ ἀπομακρυνθεῖς θυμωμένος ἀπὸ τὸ δοῦλο σου. Γίνε βοηθός μου· μὴ μὲ ἁποδιώξεις καὶ μὴ μὲ ἐγκαταλείψεις, Θεέ, Σωτήρα μου, γιατὶ ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα μου μὲ ἐγκατέλειψαν· ἐσὺ ὅμως, Κύριε, πάρε μὲ κοντά σου. Δίδαξέ μου, Κύριε, τὸ δρό- μο σου καὶ ὁδήγησέ μὲ σὲ δρόμο ἴσιο, ἐξαιτίας τῶν ἐχθρῶν μου. Μὴ μὲ παραδώσεις στὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ μὲ στενοχωροῦν»1, γιατὶ σὲ σένα ἐπιδόθηκα ἀπὸ τὴ μήτρα. Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου ἐσὺ εἶσαι ὁ Θεός μου. Μὴ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ μένα, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ σένα δὲν ὑπάρχει ἄλλος βοηθός μουῖ. Νά, τὴν ἐλπίδα τῆς ψυχῆς μου τὴν ἀνέθεσα στὸ πέλαγος τῶν οἰκτιρμῶν σου· κυβέρνησε ,τὴ ζωή μου, σὺ ποὺ κυβερνᾶς ὅλη τὴν κτίση μὲ τὴν πρόνοια τῆς ἁπερίγραπτης σοφίας σου καὶ γνώρισέ μου τὸ δρόμο τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ βαδίσω3. Σῶσε με, ὡς Θεὸς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς παρακλήσεις τοῦ δού- λου σου Βαρλαὰμ, γιατὶ σὺ εἶσαι ὁ Θεός μου καὶ ἐσένα δοξάζω τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν. χ Ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ προσευχόμενος, κάθισε κλαίοντας κοντὰ στὸ μνῆμα, καὶ ὅπως καθόταν κοιμήθηκε. Βλέπει τότε ἐκείνους τοὺς φοβεροὺς ἅν- δρες, τοὺς ὁποίους εἶχε δεῖ καὶ προηγουμένως, νὰ ἔρχονται κοντά του 483 καὶ νὰ τὸν ὁδηγοῦν σ’ ἐκείνη τὴν πολὺ μεγάλη καὶ θαυμάσια πεδιάδα καὶ νὰ τὸν βάζουν μέσα στὴν ένδοξη καὶ ὁλόφωτη πόλη. Καθὼς αὐτὸς περνοῦσε τὴν πύλη τὸν συναντοῦσαν ἄλλοι στολισμένοι μὲ πολὺ φῶς, κρατώντως στὰ χέρια στεφάνια ποὺ έλαμπαν ἀπὸ ἀπερίγραπτη ὁμορ- φιὰ καὶ ἦταν τέτοια ποὺ ποτὲ δὲν εἶδαν μάτια ἀνθρώπινα. ρὈταν ρώτησε ὁ Ἰωάσαφ, ποιανοῦ εἶναι τὰ λαμπρὰ στεφάνια τῆς δόξας ποὺ βλέπει, τοῦ εἶπαν· Τὸ ἕνα εἶναι δικό σου, ποὺ έγινε γιὰ τὶς πολλές ψυχὲς ποὺ ἔσω- σες, καὶ διακοσμήθηκε τώρα περισσότερο γιὰ τὴν ἅσκηση ποὺ κάνεις, ἐὰν βεβαίως τὴν διανύσεις μέχρι τὸ τέλος μὲ ἀνδρεία· τὸ ἄλλο εἶναι καὶ αὐτὸ δικό σου, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ δώσεις στὸν πα- τέρα σου, ὁ ὸποῖρς μέσω σοῦ ξέφυγε ἀπὸ τὸν πονηρὸ δρόμο καὶ μετανόησε ἀληθινὰ στὸν Κύριο. Ὁ δὲ Ἰωάσαφ έδειχνε νὰ δυσανασχετεῖ, καὶ εἶπε· Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ὁ πατέρας μου δῶρα ἴσα μὲ έμένα, ποὺ τόσο κόπιασα, γιὰ μόνη τὴ μετάνοιά του; Αὑτὰ εἶπε καὶ τοῦ φάνηκε άμέσως ὅτι ἐβλεπε τὸν Βαρλαὰμ ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ἐπέπληττε λέγοντας· Δ Αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια μου, Ἰωάσαφ, ποὺ κάποτε σοῦ έλεγα, ὅτι ὅταν πλουτίσεις πολύ, δὲν θὰ δίνεις εὔκολα, καὶ σὺ ἁποροῦσες γιὰ τὰ λόγια μου. Τώρα ὅμως γιατί δυσανασχέτησες γιὰ τὴν ἰσο- τιμία τοῦ πατέρα σου, καὶ δὲν εὐχαριστήθηκε μᾶλλον ἡ ψυχή σου, ποὺ εἰσακούσθηκε ἡ μεγάλη δέησή σου γι’ αὐτόνς Καὶ ὁ Ἰωάσαφ, ὅπως συνήθιζε νὰ λέει σ’ αὐτόν, εἶπε· Συγχώρησέ με, πατέρα μου, συγχώρησέ με, καὶ πές μου ποῦ κα- τοικεῖς. ’ Αὐτὸς εἶπε· Σ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ ὡραιότατη πόλη· μοῦ ἔλαχε ὁ κλῆρος νὰ κατοικῶ στὴ πιὸ κεντρικὴ πλατεῖα τῆς πόλεως, ἡ ὁποία λούζεται ἀπὸ ἄπλετο φῶς. Φάνηκε στὸ Βαρλαὰμ, ὅτι τοῦ ζητοῦσε ὁ Ἰωάσαφ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν κατοικία του καὶ νὰ τὸν ξεναγήσει μὲ φιλοφροσύνη. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἔλεγε· Δὲν ἦρθε ἀκόμα ὁ καιρὸς νὰ έρθεις σ’ ἐκεῖνα τὰ διαμερίσματα, ὅσο ἀκόμά βρίσκεσαι κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ σώματος. Ἐὰν 485 ὅμως ὑπομείνεις μὲ γενναιότητα, ὅπως σοῦ παράγγειλα, θὰ ἐρ- γθεις λίγο ἀργότερα καὶ θὰ άξιωθεῖς τὰ ἴδια σκηνώματα, θὰ ἔχεις τὴν ἴδια χαρὰ καὶ δόξα καὶ θὰ εἶσαι αἰώνια μαζί μου. Ὅταν, ὕστερα ἀπὸ αὐτά, ξύπνησε ὁ Ἰωάσαφ εἶχε ἀκόμα τὴν ψυχή του γεμάτη ἀπὸ τὸ φῶς ἐκεῖνο καὶ τὴν ἀπερίγραπτη δόξα καὶ μὲ πολὺ θαυ- μασμὸ ἀνέπεμψε ευχαριστήριο ὕμνο πρὸς τὸ Δεσπότη. Συνέχισε μέχρι τὸ τέλος νὰ ἀκολουθεῖ τὴν ὄντως ἀγγελικὴ ζωὴ καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ σκληρότερη ἄσκηση μετὰ τὴν ἐκδημία τοῦ γέρο- ντά του. *Ηταν εἴκοσι πέντε ἐτῶν ὅταν ὲγκατέλειψε τὴν ἐπίγεια βασι- λεία καὶ προσχώρησε στὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα, καὶ ἄσκησε τριάντα πέ- ντε ἐτη στὴν παντὲρημη αὐτὴ περιοχή, σὰν κανένας ἄσαρκος, τὴν ὑπε- ράνθρωπη ἄσκηση, ἔχοντας βέβαια καὶ προηγουμένως ἀποσπάσει πολλὲς ψυχὲς ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν ψυχοφθόρο δράκοντα, τὶς ὁποῖες ὁδήγησε σωσμένες στὸ Θεό, καὶ γι’ αὐτὸ ἀξιώθηκε καὶ τὴν ἀποστολι- κὴ χάρη, ἀφοῦ ἔγινε αὐτοπροαίρετα μάρτυρας καὶ ὡμολόγησε τὸ Χρι- στὸ μὲ θάρρος μπροστὰ σε’ βασιλεῖς καὶ τυράννους, καὶ ἀναδείχθηκε μεγαλόφωνος κήρυκας τῆς μεγαλειότητας αὐτοῦ, καὶ ἀντιμετώπισε πολλὰ πνεύματα τῆς πονηρίας στὴν ἔρημο, ποὺ ὅλα τὰ νίκησε μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ άφοῦ ἔγινε πλουσιοπάροχα μέτοχος τῆς οὑ- ράνιας δωρεᾶς καὶ χάριτος, εἶχε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καθαρὰ ἀπὸ κάθε γήϊνη ὁμίχλη, καὶ προεβλεπε τὰ μέλλοντα ὡς παρόντα, καὶ ὁ Χρι- στὸς ἦταν γι’ αὐτὸν τὰ πάντα, τὸ Χριστὸ ποθοῦσε, τὸ Χριστὸ ἐβλεπε νὰ εἶναι παρών, στὴν ὡραιότητα τοῦ Χριστοῦ ἁντικατοπτριζόταν, σύμ- φωνα μὲ τὸν προφήτη ποὺ λέει· «ἔβλεπα τὸν Κύριό μου μπροστά μου πάντοτε, γιατὶ βρίσκεται στὰ δεξιά μου γιὰ νὰ μὴ κλονισθῶ»4. Καὶ πάλι· «προσκολλήθηκε ἡ ψυχή μου πίσω ἀπὸ σενα, καὶ τὸ δεξί σου χέρι μὲ βοήθησε»5. Γιατὶ πραγματικὰ προσκολλήθηκε ἡ ψυχή του πίσω ἀπὸ τὸ Χριστό, καὶ ενώθηκε μαζί του μὲ άδιάσπαστη ἑνότητα. Δὲν παρεξέκλινε ἀπὸ αὐτὴ τὴ θαυμάσια ἐργασία, δὲν ἄλλαξε τὸν κανό- να τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἑαυτοῦ του· κράτησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος τὴ διάθεση, ἀπὸ τὴ νεώτερη μέχρι αὐτὴ τὴν ἡλικίαὸ, ἢ μᾶλλον προό- δευε καθημερινὰ φθάνοντας σὲ ὑψηλότερα στάδια ἀρετῆς καὶ άξιωνό- ταν πιὸ καθαρὴ θεωρία. Ἕτσι, ἀφοῦ ἔζησε τέτοια ζωὴ καὶ ἀπέδωσε τόσο ἀντάξια πρὸς τὴν κλήση του ἐργασία σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν κάλεσε, σταυρώνοντας τὸν 487 κόσμο γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸν κόσμο, ἀναχώρησε εἰρηνικὰ πρὸς τὸ Θεὸ τῆς εἰρήνης καὶ ἐξεδήμησέ πρὸς τὸ Δεσπότη ποὺ διαρκῶς ποθοῦσε καὶ ἐμφανίσθηκε ἀμέσως καὶ κατὰ τρόπο καθα- ρὸ μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ στολίσθηκε μὲ τὸ στεφάνι τῆς οὐράνιας δόξας, ποὺ ἦταν ἤδη προετοιμασμένο γι’ αὐτόν, καὶ καταξιώθηκε νὰ βλέπει τὸ Χριστό, νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, καὶ νὰ ἀγάλλεται γιὰ ’πά- ντα μὲ τὸ κάλλος τοῦ Χριστοῦ, στὰ χέρια τοῦ ὁποίου ἀφοῦ παρέθεσε τὴν ψυχή του7, μετακόμισε στὴ χώρα τῶν ζώντων, ὅπου ἀκούεται ὸ ἦχος ἐκείνων ποὺ γιορτάζουνθ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ἐκείνων ποὺ ευ- φραίνονται9. Τὸ τίμιο σῶμα του ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κατοικοῦσαν ἐκεῖ κοντά, ἄνδρας ἅγιος, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε κάποτε ὑποδείξει τὸ δρόμο πρὸς τὸν Βαρλαὰμ, ἦρθε τὴν ἴδια ὥρα τοῦ θανάτου μυημένος ἀπὸ κάποια θεῖκὴ ἁποκάλυψη, καὶ ἀφοῦ τὸν τίμησε μὲ ἱεροὺς ὕμνους καὶ τὸν κατάβρεξε μὲ δάκρυα, δεῖγμα τῆς ἀγάπης του πρὸς αὐτόν, καὶ ἀφοῦ τέλεσε ὅλα τὰ ἄλλα, ὅσα συνηθίζεται νὰ γίνονται σὲ Χριστιανούς, τὸν ἔθαψε στὸ μνῆμα τοῦ πατέρα Βαρλαὰμ. Γιατὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι μαζὶ τὰ σώματα αὐ- τῶν ποὺ οἱ ψυχὲς ἐπρόκειτο νὰ εἶναι αἰώνια ἡ μιὰ κοντὰ στὴν ἄλλη. Ὑπακούοντας στὴ διαταγὴ κάποιου πολὺ φοβεροῦ ποὺ ἐμφανί- σθηκε σὰν κεραυνὸς στὸν ὕπνο του, ὁ ἀναχωρητὴς ποὺ τὸν κήδεψε, πηγαίνει στὰ ἀνάκτορα τῶν Ἰνδῶν καὶ πηγαίνοντας στὸ βασιλιὰ Βαρα- χία κάνει γνωστὰ ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν μακάριο αυ- τὸν Ἰωάσαφ. Ἐκεῖνος τότε, χωρὶς χρονοτριβη, ἀναχωρεῖ ὁ ἴδιος μαζὶ μὲ πολὺ πλῆθος, καὶ πηγαίνει στὸ σπήλαιο, βλέπει τὸ μνῆμα καὶ ἀφοῦ ἐχυσε καυτὰ δάκρυα, σηκώνει τὸ κάλυμμα καὶ βλέπει τὸν Βαρλαὰμ καὶ ,τὸν Ἰωάσαφ νὰ ἔχουν τὰ μέλη τους σχηματισμένα κανονικὰ καὶ τὰ σώματά τους νὰ μὴ ἔχουν ἀλλάξει καθόλου ὡς πρὸς τὴν προηγούμενη επιδερμίδα, καὶ νὰ εἶναι ὁλόκληρα καὶ τελείως ὑγιῆ μαζὶ μὲ τὰ ροῦχα τους. Αὑτά λοιπὸν τὰ ἱερὰ σκηνώματα τῶν ἁγίων ψυχῶν, ποὺ ἀνέδιδαν πολλὴ εὐωδία καὶ δὲν παρουσίαζαν καθόλου τίποτα τὸ ἀηδιαστικό, ἀφοῦ τὰ ἔβαλε ὁ βασιλιάς μέσα σὲ πολύτιμες θῆκες, τὰ μετέφερε στὴν πατρίδα του. 7. Ψαλμ. 3Ο,5. 8. Ψαλμ. 41,5. 9. Ψαλμ. 86,7.